Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Μαΐ 2017

0 M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 8ο)


«Σιγά!», μου βάζει τις φωνές ο Κάι. «Σιγά!», μου αρπάζει την κούπα και την επιστρέφει στο μπουφέ. «Αυτό βαράει, δεν είναι το γάλα σου!»
«Μην εξάπτεσαι, αγαπητό μου πανκιό», τον καλοπιάνω, με την κυκλοθυμία μου να κάνει την εμφάνισή της. Πριν λίγο του αντιμιλούσα, τώρα του γλυκομιλάω. «Με έχουν ήδη βαρέσει κατακούτελα άλλα δέκα ποτηράκια πριν από αυτό. Αν ήσουν εδώ, βέβαια, θα το 'ξερες. Θα τα 'χες μετρήσει μοναχός σου. Δεν σου φταίει κανείς, όμως, που πήγες να φουμάρεις με την Νοσηλεύτρια».

0 Κυνηγώντας το Στέμμα (Κεφάλαιο 59) - "Το Παιχνίδι της Παραπλάνησης"

Κίεβο, Οκτώβριος 1021

Ο Αλεξάντερ συνειδητοποίησε γρήγορα ότι η «θεία» του ήταν πολλά περισσότερα από μία ωραία γυναίκα στην αυλή του Πρίγκιπα. Την παρατηρούσε καχύποπτα, να βρίσκεται συνεχώς δίπλα του, στο πλευρό του, έτοιμη να τον συμβουλεύσει, να τον καθοδηγήσει, όπως μόνο μια πιστή και αφοσιωμένη αδερφή θα έκανε, γνωρίζοντας όμως πολύ καλά πως δεν ήταν αυτό το κίνητρο της. Έβλεπε  πόση  ήταν  η επιρροή της, η σημασία που έδινε ο Σβιατοπόλκ στην κρίση της. Ήταν πασιφανές ότι την ευνοούσε περισσότερο από κάθε άλλον, την εμπιστευόταν περισσότερο από κάθε άλλον. Θα ήταν ηλίθιος όποιος τολμούσε να αμφισβητήσει την κυριαρχία της.

0 Στη λάθος πλευρά του παραδείσου (Κεφάλαιο 8)

Η παλιά λάμπα πετρελαίου έριχνε το ζεστό, κιτρινωπό φως της, δημιουργώντας μακριές και τρομακτικές σκιές στο μικρό δωμάτιο.
-Φοβάμαι, Αβραάμ... είπε η Άννα.
Ο άντρας της, της έπιασε το χέρι και εκείνη δέχθηκε τις μεγάλες ζεστές παλάμες του με ευχαρίστηση.
-Δεν υπάρχει λόγος! της είπε με την βραχνή φωνή του χαμογελώντας. Όλα είναι στο χέρι Του πια.
Η Άννα αναστέναξε.
-Τα παιδιά μας, αυτά σκέφτομαι και τρομάζω... είπε λυπημένη. Νιώθω όλη αυτή την ασφυκτική κατάσταση σαν μια μέγγενη που κλείνει γύρω μα. Εχτές πάλι έγιναν επεισόδια.

23 Μαΐ 2017

0 Το αρχιπέλαγος του πόνου (Κεφάλαιο 28)

Τον Αύγουστο του 1940 η οικογένεια Ασλάνογλου παραθέριζε στην Αίγινα μαζί με τη Σμαρώ, τον άντρα της και το γιο τους τον Αντώνη. Η μικρή πρωτεξαδέλφη της Κατίνας είχε παντρευτεί πριν περίπου δέκα χρόνια τον Γιακουμή, έναν Μανιάτη που είχε έρθει στον Πειραιά για να δουλέψει και ζούσε στην ομώνυμη συνοικία του, τα Μανιάτικα όπου έμεναν κι οι ίδιοι τώρα μόνιμα. Ήθελε πολύ ένα παιδί η Σμαρώ και να το κάνει γρήγορα όπως η ξαδέλφη της, όμως οι κακουχίες κι οι στερήσεις της προσφυγιάς σε τόσο τρυφερή ηλικία έβλαψαν το αναπαραγωγικό της σύστημα στερώντας της την ικανότητα να δημιουργήσει την μεγάλη φαμίλια που ονειρευόταν. Μετά από πολλές προσευχές, τάματα και δάκρυα, επέτρεψε ο Θεός να νιώσει κι αυτή τη χαρά της μητρότητας με το αγοράκι της, στο οποίο έδωσε το όνομα του αδικοχαμένου της πατριού που τον είχε αγαπήσει σαν βιολογικό πατέρα.

0 Το κλειδί του παραδείσου (Κεφάλαιο 14) - "Ή θα σε τρελάνω ή θα με τρελάνεις"

Για τις επόμενες δύο μέρες είχε κρατήσει τον λόγο της. Δεν πήγαινε να τον δει αλλά στο σχόλασμα περνούσε από το νοσοκομείο για να μαθαίνει την πρόοδό του. Δεν υπήρχε καμία πρόοδος. Η άρνηση του να φάει ή να πιει κάτι έφερε τους φροντιστές του σε αδιέξοδο. Τον κρατούσαν δεμένο όλη μέρα, για να μπορούν να ελέγχουν τα ξεσπάσματά του όταν τον πλησίαζαν ώστε να τον φροντίσουν και του βάλανε ξανά σωληνάκι στην μύτη για να μπορούν να τον ταΐζουν παρόλο τις αντιρρήσεις τους. Η Έλσα και ο δόκτωρ Φρανς από τη μεριά τους έκαναν ό,τι μπορούσαν αλλά δεν μπορούσαν να είναι όλη μέρα κοντά του, οπότε την υπόλοιπη μέρα δεν ασχολιόταν ιδιαίτερα κανένας μαζί του. Οι εξετάσεις αίματος ήταν ίδιες, όσο το σώμα του τροφοδοτούταν από τον ορό δεν υπήρχε πιθανότητα να ανακάμψει.

0 The Last Shadow (Game of shadows II) - (Κεφάλαιο 11) "Ειλικρίνεια"


Παρέμεινα σιωπηλός στις σκέψεις μου. Κάθισα σε ένα παγκάκι και ένιωθα το κρύο αεράκι να με περιζώνει. Θυμήθηκα τη λογομαχία μου μαζί με τον Τζάκσον και εκείνη τη στιγμή ένιωσα την παρουσία του Τζόναθαν του στο σκοτάδι. Τελικά ήταν το ένστικτο μου. «Ο Τζόναθαν είναι νεκρός» ψιθύρισα και κοίταξα τα λευκά σύννεφα στον γαλάζιο ουρανό. Η ψυχή μου ένιωσε μια μικρή γαλήνη, αλλά προσωρινή.

0 Ιστορίες από τις Αστρικές Αυτοκρατορίες - Ιστορία 3: Ένα συνηθισμένο ταξίδι (Κεφάλαιο 4) - "Δύσκολες Καταστάσεις"


            Μέχρι να φτάσουν στην αποθήκη, κατάφερε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του κι άρχισε να σκέφτεται πρακτικά. Το εγχείρημά τους ακουγόταν δύσκολο, αλλά με καλή οργάνωση και λίγη τύχη θα τα κατάφερναν. Δε διέφερε και πολύ από μια οποιαδήποτε λαθραία μεταφορά κι όσο και αν αυτές οι μέρες είχαν περάσει πια, δε θα ήταν η πρώτη φορά που θα τολμούσε. Δεν είπαν πολλά στη διαδρομή, αλλά κατάφερε να μάθει το όνομά της.
«Ναρήινα, από ένα σπάνιο λουλούδι του μέρους που γεννήθηκα» είχε πει.
«Πρέπει να είναι όμορφο λουλούδι» είχε πιάσει τον εαυτό του να της λέει.
«Και δηλητηριώδες» είχε συμπληρώσει εκείνη, αλλά είχε προλάβει να τη δει να χαμογελάει, πριν το πρόσωπό της γίνει ξανά αυστηρό και είχε νιώσει μια ικανοποίηση.

21 Μαΐ 2017

2 Ο Κυνηγός των Ευχών (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 5ο)

«Για να δούμε… Για να δούμε… Ρίζα μανδραγόρα… Άνθη ασφόδελου… Πούδρα κανέλας… Άνθη λεβάντας… Πιπερόριζα…» μουρμούριζε ο Γουάφ, ψάχνοντας τα ράφια του.

2 Η Μάγισσα του Αέρα (Κεφάλαιο 19) - "Ματωμένη επιστροφή" (μέρος 1ο)

Το πρωί, η Νόρα με ξυπνά κατά τις εφτά και μισή για να ετοιμαστώ και να προλάβει να με πετάξει στο σχολείο. Έχοντας κοιμηθεί ανάλαφρα σαν πουλάκι, ξύπνησα με απίστευτα καλή διάθεση σήμερα, παρόλο που ξυπνώντας, βρέθηκα σε ένα εντελώς ακατάστατο δωμάτιο που θα αναγκαστώ να τακτοποιήσω κάποια στιγμή αργότερα, μιας και τελικά η αδερφή μου αποφάσισε πως δεν θα δούμε σύντομα τον Καναδά από κοντά.
Τέλεια!

0 Faded Memories - "Σκοτάδι" (Διήγημα 4ο)


            Το πνιγηρό σκοτάδι γύρω μου έτρωγε με μανία τα σωθικά μου, όμως δεν τόλμησα να κουνηθώ. Έτρεμα στην ιδέα του πού μπορεί να βρισκόμουν ή τι θα αντιμετώπιζα στο πρώτο μου κιόλας βήμα. Ο υπόκωφος ήχος της μελωδίας του πιάνου έκανε το μυαλό μου να στριφογυρνάει, τρομοκρατημένο και μπερδεμένο. Η μελωδία, αν και μακρινή, ήταν έντονη και κοφτερή. Με περιέκλειε σαν ορμητικός τυφώνας, έτοιμη να με καταπιεί με βιαιότητα, δίχως έλεος. Πήρα μια κοφτή ανάσα νιώθοντας ευάλωτη κι αδύναμη. Το σκοτάδι δε μου επέτρεπε να αντιληφθώ την πηγή του βασανιστικού, επιβλητικού ήχου. Ένιωσα τον ιδρώτα να τρέχει αργά από το μέτωπό μου και τον σκούπισα αδέξια με τρεμάμενα χέρια. Με πήγαινε χρόνια πίσω, τότε που είχαμε κλειστεί στην αποθήκη του σπιτιού με την αδελφή μου, ξεχνώντας μέσα στην ανεμελιά των παιδικών μας χρόνων το κλειδί απ’ έξω. Όμως τότε δεν ήμουν μόνη και σίγουρα ήξερα πολύ καλά πού βρισκόμουν. Η ανάγκη να ξεφύγω από το παγερό αίσθημα της μοναξιάς με ώθησε να κάνω το πρώτο μου διστακτικό βήμα.            

18 Μαΐ 2017

0 Η καρδιά σε θυμάται (Κεφάλαιο 8) – "ΚΡΙΣΗ"


Χρειάζεται μεγαλύτερο κουράγιο να διατηρήσεις την εσωτερική ελευθερία, να συνεχίσεις το εσωτερικό σου ταξίδι σε νέους κόσμους, από το να υπερασπισθείς την εξωτερική σου ελευθερία. Είναι συχνά ευκολότερο να παραστήσεις το μάρτυρα ή, ακόμα, να τρέξεις στη μάχη - Rollo May

Μόλις έφυγε η Μελίνα,ο Ιάσονας έμεινε μόνος στο σαλόνι. Πήγε προς το μίνι μπαρ και έβαλε ένα ποτό, σκεπτόμενος όσα διαδραματίστηκαν πριν... Από το φιλί ως και τον τσακωμό τους. «Γαμώτο!» αναφώνησε με μια κραυγή αγανάκτησης, ρίχνοντας το ποτήρι με όση δύναμη είχε στον τοίχο.

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 17)

2013, Σεπτέμβριος, Ξημέρωμα Κυριακής

Το κρύο αεράκι τον είχε πλέον ξυπνήσει. Περπατούσε γρήγορα στην προβλήτα ακούγοντας ακόμα το ταχύπλοο που ξεμάκραινε και κοιτώντας την αγουροξυπνημένη από τον πρωινό ήλιο Καστέλλα.  Μόλις δυο ωρίτσες χρειάστηκε ο καπετάνιος με το «δανεικό σκαρί» για να τον ξεφορτώσει στο Μικρολίμανο. Ανέβηκε στον παραλιακό δρόμο και περπάτησε δίπλα στις κλειστές ταβέρνες και στα μπαράκια που συμμάζευαν οι αλλοδαπές καθαρίστριες. Το Μικρολίμανο ήταν ένα από τα μέρη που ανέκαθεν λάτρευε. Σύχναζε εκεί από την εποχή του Απαλούζα και του Ιγκουάνα πιο κάτω, που έκανε πάρτι από το μεσημέρι. Χειμώνα στο ένα καλοκαίρι στο άλλο, αλλά το στανταράκι μετά ήταν το Λεχματζούν. Βέβαια, μετά το έκλεισε το υγειονομικό, αλλά γι’ αυτό λένε ότι το «βρώμικο» φαγητό είναι το καλύτερο.
Ήταν ακόμα σε δίλημμα για το αν έπρεπε να εξαφανιστεί, ή να βρει τον Τζόνι και να του ζητήσει το λόγο. Πήρε το πρώτο ταξί που πέρασε και του έδωσε οδηγίες για το διαμέρισμα στην Ηλιούπολη. Αν βιαζόταν, ίσως να προλάβαινε τους ξενύχτηδες του Σαββατόβραδου και μαζί μ’ αυτούς πληροφορίες.
Φτάνοντας απενεργοποίησε το συναγερμό από το κινητό του και είπε στον ταξιτζή να τον αφήσει στην από κάτω γωνία. Άλλαξε ρούχα και κατέβηκε στο παρκινγκ που κρατούσε την παλιά του μπλε – μαύρη AfricaTwin. Άνοιξε το ντουλάπι που βρισκόταν στον πίσω τοίχο και πήρε το κράνος από την υφασμάτινη θήκη και το μπουφάν της μηχανής. Ύστερα άπλωσε το χέρι του και ψαχούλεψε κάτι στο βάθος. Τράβηξε δυνατά και ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο κλικ στο βάθος. Πήγε στη γωνία του τοίχου και έσπρωξε απαλά. Η γυψοσανίδα οπισθοχώρησε και γλίστρησε πλάγια κι ο Παύλος εξαφανίστηκε μέσα της. Βγήκε χωρίς την τσάντα στην πλάτη του. Μ’ ένα απαλό πάτημα η γυψοσανίδα ξανάκλεισε αθόρυβα εφαρμόζοντας τέλεια στο γύρω σοβά.
Έβαλε μπροστά με τη βοήθεια μιας συσκευής ενίσχυσης, βεβαιώθηκε ότι είχε μαζί του τα απαραίτητα, πιστόλι, έξτρα γεμιστήρα, πτυσσόμενο κλομπ, λεφτά, κάρτες και αντίστοιχο δίπλωμα, κλειδιά, κινητό και ξεκίνησε. Είχε καιρό να την οδηγήσει την «γριά» Χόντα και του ‘λειψε!
Ήταν η πρώτη μηχανή που είχε πάρει, όταν ζούσε στο Βόλο, και ήταν συνδεδεμένη αποκλειστικά με ευχάριστες αναμνήσεις από την τότε ζωή του. Μ’ αυτή πήγαν πρώτη φορά στη Φακίστρα και την Ξυνόβρυση, μ’ αυτή πρώτη φορά διακοπές στην Αλόννησο. Πόσα Σαββατοκύριακα σε εκδρομές, βόλτες στο Πήλιο, στην Όθρυ, στο Καρπενήσι, μπάνιο στην Άφησσο … πουλήθηκε κι αυτήν όσο ήταν στο Ισραήλ. Ήταν κι αυτή  ένα κομμάτι του πάζλ της ζωής του που ανασύνθεσε όταν το επέτρεψε η οικονομική του κατάσταση. Την βρήκε παρατημένη στην Πάτρα. Είχε ακόμα πινακίδες τότε, μα δε δούλευε τίποτα. Είχε να κινηθεί πάνω από χρόνο και την είχε φάει η βροχή και ο ήλιος. Έκανε έξι μήνες να τη φτιάξει, αλλά άξιζε τον κόπο. Βέβαια, το χειρότερο κομμάτι του πάζλ ήταν το 106 Rallye του που βρήκε τρακαρισμένο μια μέρα πριν την πρέσα. Ουσιαστικά διέλυσε όλο το σασί και το ξανακόλλησε, με αργκόν αυτή τη φορά, και μετά έδεσε όλο το υπόλοιπο αυτοκίνητο από την αρχή με καινούργια ανταλλακτικά. Ακόμα και η μηχανή του ήταν κατεστραμμένη. Η διάβρωση είχε προχωρήσει μέχρι τους κυλίνδρους και ταλαιπωρήθηκε πολύ για να την καθαρίσει, να κατασκευάσει χιτώνια απ’ το μηδέν και να μπορέσει να τα ταιριάξει στον παλιάς σχεδίασης οχταβάλβιδο κινητήρα.
Αποφάσισε να πάει να κάνει φασαρία στον Τζόνι. Πρώτα θα πήγαινε στο μαγαζί για να μιλήσει με το Δήμο το λογιστή, τον τύπο που κρατούσε τα λεφτά. Γνωρίζονταν αρκετά καλά και ήταν έμπιστο άτομο, για τον Τζόνι, αν και δε δούλευαν μαζί χρόνια, διαφορετικά δε θα του εμπιστευόταν και λεφτά βέβαια. Αν κάποιος ήξερε που ήταν ο Τζόνι αυτός θα ήταν ο Δήμος. Όπως και να ‘χε το θέμα, ο Τζόνι ήταν μπλεγμένος και δεν του είχε πει τίποτα για να τον προφυλάξει. Δεν ήθελε να σκεφτεί τι θα γινόταν στην απίθανη περίπτωση που η όλη κατάσταση ήταν στημένη από αυτόν. Θα έπρεπε να ξεκόψει από οτιδήποτε ήξεραν για τον ίδιο, ν’ αλλάξει αυτοκίνητα και μηχανές, να παρατήσει το διαμέρισμα στο Περιστέρι, να πάρει νέα κινητά και αριθμούς … χάος!
Ήταν μες στην τσατίλα όταν έφτασε έξω από το μαγαζί, με τον ήλιο να έχει ήδη ανέβει ψηλά. Υπήρχαν καμιά τριανταριά αυτοκίνητα στο πάρκινγκ και κάμποσες μηχανές, οπότε υπέθεσε ότι θα δούλευε ακόμα με τρία - τέσσερα τραπέζια. Πάρκαρε μπροστά ακριβώς στην είσοδο και ο φουσκωτός στην πόρτα έκανε μια κίνηση προς το μέρος του φωνάζοντας «Ενοχλεί εκεί που την άφησες!»
Έβγαλε το κράνος του και κατεβαίνοντας τον κοίταξε με ειρωνεία «Φαίνεσαι δυνατό παιδί! Μπορείς να την τραβήξεις πιο άκρη … αφού ενοχλεί!» Ο Παύλος ήταν ψηλός, περίπου ένα κι ογδόντα πέντε, αλλά ο τύπος στην είσοδο του ‘ριχνε σίγουρα μισό κεφάλι, ενώ το τετράγωνο σώμα του ασφυκτιούσε μέσα στο καλοκαιρινό σακάκι του.
Άφησε το κράνος στο τιμόνι και αγνοώντας επιδεικτικά τον πορτιέρη που κοιτούσε απειλητικός αλλά αναποφάσιστος, κινήθηκε άνετα προς την διπλή γυάλινη πόρτα. Ένιωσε το άγγιγμα στον ώμο του, «Ένα», μέτρησε από μέσα του και τίναξε με μια απότομη κίνηση τη λαβή από πάνω του γυρίζοντας ταυτόχρονα να τον κοιτάξει στο πρόσωπο «Δεν εμποδίζει τέτοια ώρα και το ξέρεις! Ας μην μπλέξουμε τα πράγματα περισσότερο. Αν δε βαριέσαι, δε με πειράζει να την μετακινήσεις, απλά πρόσεχε». Είδε το δέρμα στο δεξί μέρος του λαιμού του να τσιτώνεται,  ένα ελαφρύ τσάκισμα στο μανίκι και τη γροθιά του να σφίγγεται! «Ένα κόμμα ενενήντα εννιά!» μέτρησε πάλι στο μυαλό του και το χέρι του ήταν ήδη στο λαιμό του μπράβου που πισωπάτησε δυο βήματα σαστισμένος και κατέρρευσε!
«Άρχισαν τα όργανα!» σιγομουρμούρισε και κοίταξε την κάμερα πάνω από την είσοδο. Έβγαλε από τη ζώνη το πτυσσόμενο κλομπ. Ήταν κι αυτό δικιά του σχεδίαση και κατασκευή. Δεν άνοιγε με αδράνεια, αλλά με ελατήριο και ασφάλιζε περιστροφικά. Για να κλείσει έπρεπε να πατηθεί μια ασφάλεια, ενώ αν χρειαζόταν, μπορούσε να ανοίξει και από την άλλη μεριά συμμετρικά, σχηματίζοντας ένα ραβδί μήκους περίπου ενός μέτρου από ανοξείδωτο ατσάλι υψηλής αντοχής. Αν τα πράγματα γινόταν πολύ δύσκολα, η μεγάλη λαστιχένια λαβή μπορούσε να διαιρεθεί στα δύο με μηχανισμό μισής στροφής, αποκαλύπτοντας δύο λεπίδες των δέκα εκατοστών στη βάση εκάστου από τα δύο κλομπ που δημιουργούνταν.
Προχώρησε στο μακρύ διάδρομο προς τη σάλα, απ’ όπου ακούγονταν ακόμα μουσική, και στο τέλος του κινήθηκε προς το χώρο των καμαρινιών, όπου βρίσκονταν και το γραφείο του λογιστή. Είδε απέναντί του άλλους δυο άντρες της ασφάλειας του μαγαζιού να έρχονται, αλλά τους πρόλαβε ο Δήμος κάνοντας νόημα ότι όλα είναι εντάξει. Του έγνεψε να περάσει μέσα στο χώρο του. Βρωμούσε ένα συνδυασμό αλκοόλ, ιδρώτα και τσιγαρίλας και το δωμάτιο ήταν σαν τεκές. Φυσικό, αφού χρησιμοποιούνταν για φύλαξη των χρημάτων και δεν υπήρχε παράθυρο.
«Μας πέτυχες σε άσχημη φάση Μπίλι!» άνοιξε την κουβέντα ο λογιστής, κοιτώντας τον σκυφτά πάνω από τα μισά γυαλιά του. Τα μάτια του πρόδιδαν κούραση και ξενύχτι για περισσότερο από μια μέρα, ενώ το χάος πάνω στο γραφείο μαρτυρούσε την απουσία του αφεντικού.
«Καλημέρα!» είπε μ’ ένα φτιαχτό χαμόγελο ο Παύλος «Έτσι λέει ο κόσμος! Παλιά εδώ κερνούσατε τους καλοδεχούμενους. Άλλαξε κάτι;»
«Όχι ρε Μπίλι! Τι βάζει ο νους σου; Απλά η δουλειά δεν πάει καλά και τον ξέρεις τον Αντρέα τώρα … πως θα κάνει όταν γυρίσει …»
« … που μας φέρνει στο θέμα της επίσκεψής μου!» τον διέκοψε «Ο Αντρέας δε φεύγει ποτέ χωρίς λόγο και χωρίς να αφήνει στοιχεία επικοινωνίας. Γιατί λοιπόν έφυγε και δεν μπορώ να τον βρω στο τηλέφωνο; Έχεις κάποιο άλλο τηλέφωνο ή τρόπο επικοινωνίας Δήμο;»
«Έλα ρε Μπίλι … ανάκριση μου κάνεις;»
«Δε μ’ ενδιαφέρει πως θα πεις τη διαδικασία. Απλά θέλω κάποιες απαντήσεις!»
«Τι να σου πω, δεν ξέρω που είναι!» ο φόβος είχε αρχίσει να διακρίνεται στη φωνή του.
«Δήμο ξέρεις ότι δεν έχω καλή σχέση με τα ψέματα. Αν … λέμε τώρα, αν … έμπαινε κάποιος, καλή ώρα σαν κι εμένα, και τσιμπούσε τις εισπράξεις Σάββατο βράδυ – Κυριακή ξημερώματα, που ‘ναι και τα νταβατζηλίκια μέσα, χοντρά λεφτά έτσι Δήμο; Που θα τον έβρισκες τον Αντρέα να τον ειδοποιήσεις;»
«Αλήθεια σου λέω Μπίλι, δεν ξέρω! Έχει μια βδομάδα να φανεί κι έχουμε φοβηθεί όλοι. Μας τελειώνουν και οι δικαιολογίες … γιατί όλο και κάποιος τον ζητάει. Ούτε στην Έφη έχει πει τίποτα!»
«Έφη; Τι εστί Έφη;»
Ο λογιστής σαν να δαγκώθηκε «Είναι μια γκομενίτσα που μας εμφάνισε τώρα τελευταία και την έχει στα όπα – όπα. Πιτσιρίκα … με το ζόρι εικοσιπέντε! Δεν την κυκλοφορεί συχνά. Κι εδώ στο μαγαζί ποτέ! Πρέπει όμως να την έχει σπιτώσει στη Βάρκιζα»
«Στο παλιό εξοχικό;»
«Ναι εκεί!»
«Πότε το έφτιαξε αυτό; Εκεί είχε να πατήσει άνθρωπος για χρόνια!»
«Το ‘χει κάνει κούκλα τώρα! Είχα πάει με τη γυναίκα και τα κορίτσια για μπάρμπεκιου το Δεκαπενταύγουστο. Κούκλα σου λέω, κούκλα! Πισίνες, τζακούζια … άλλο πράγμα!»
« … αλλά λες ότι δεν είναι εκεί τώρα!»
«Εεε, δεν πήγα να ψάξω κιόλας! Αλλά ξέρεις … δεν το ‘μαθες από μένα»
Ο Παύλος έμεινε σιωπηλός για λίγο, ζυγίζοντας την κατάσταση και ο λογιστής κινήθηκε προς το γραφείο διστακτικός και κοιτώντας τον με μια ιδέα αμφιβολίας στα μάτια. Εκτός του γραφείου, στο δωμάτιο υπήρχε επίσης ένα παλιό χρηματοκιβώτιο, με τα κλειδιά επάνω, ενώ στη γωνία πίσω από την πόρτα κρυβόταν ένα πλούσιο μπαρ. Πάνω του δέσποζε ένα Λαγκαβουλίν και δυο βαριά κρυστάλλινα ποτήρια, με χειροποίητη διακόσμηση από καθαρό ασήμι, που αναπαριστούσε, μέσα στο κρύσταλλο, το φίδι που γυρνάει και δαγκώνει τον αετό. Τα είχε κάνει δώρο ο ίδιος στον Τζόνι παλιότερα, όταν ο τελευταίος άνοιξε το μαγαζί και εμφανίστηκε επίσημα στη νύχτα της Αθήνας.
Ακόμα κι όταν πρωτογνωρίστηκαν, ο Τζόνι ήταν μπλεγμένος σε κάμποσες παράνομες δραστηριότητες, κυρίως προστασία, πορνεία και τοκογλυφία. Μέχρι οι καταστάσεις να τον υποχρεώσουν να αλλάξει πρόσωπο και όνομα, σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, οπότε επανήλθε ως νεόπλουτος μεγαλοεπενδυτής στη νυχτερινή διασκέδαση με το πιασάρικο όνομα «Ανδρέας Ευαγγέλου», ήλεγχε οτιδήποτε παράνομο γινόταν στην πόλη. Από το ποιος και που θα άνοιγε παράνομο τζογάδικο, μέχρι και ποιος Πακιστανός θα δούλευε λάντζα στα μπουζούκια. Το μεγάλο του κατόρθωμα όμως, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, ήταν ότι δεν φαινόταν πουθενά. Λειτουργούσε σαν ένας «ανύπαρκτος» μεσάζοντας, μια ιδέα ενός εγκεφάλου που επενέβαινε, όταν έπρεπε και μόνο, για να ρυθμίσει, τρομοκρατήσει, ξεκαθαρίσει την κατάσταση, χωρίς ποτέ να φαίνεται ο ίδιος. Ποτέ δεν πήγαινε ο ίδιος στις «δουλειές», ποτέ δε λέρωνε τα χέρια του, ποτέ δεν έδινε ο ίδιος την εντολή. Σαν άλλος Ρόμπαξ, ξόδευε αθρόα, μεγάλα ποσά, για να εξασφαλίζει ευχαριστημένους «εργαζόμενους» που έβαζαν το χέρι στη φωτιά για πάρτη του και «συνεργάτες» που θα τον εμπιστεύονταν και θα ξαναγυρνούσαν. Στη λογική αυτή, είχε προτιμήσει ακόμη και να μπει μέσα σε δουλειές, παρά να φανεί αναξιόπιστος ή να φανερωθεί σε κάποιον, πεπεισμένος πως τα λεφτά θα γυρνούσαν πάλι σ’ αυτόν. Ακόμα και οι γυναίκες που δούλευαν γι’ αυτόν είχαν την καλύτερη γνώμη, καθώς, αν και φαινομενικά έπαιρνε τα ίδια ποσοστά με τους άλλους του χώρου, τις αντάμειβε με ποικίλους άλλους τρόπους, όπως δώρα, ταξίδια και πολυτελή διαμερίσματα για να μένουν. Φυσικά, καμία τους δε γνώριζε τον πραγματικό της «εργοδότη», που δεν επέτρεπε να τις δέρνουν οι βιτσιόζοι πελάτες και που τις άφηνε να κανονίζουν το ωράριό τους μεταξύ τους, σα βάρδιες στο νοσοκομείο ένα πράγμα. Είχε μ’ άλλα λόγια οργανώσει ένα τεράστιο εγκληματικό δίκτυο, στο οποίο κανείς δεν ήξερε τον ηγέτη και όλοι ήταν ευχαριστημένοι ή … εξαφανίζονταν. Ο Τζόνι κυκλοφορούσε πότε σαν απλό βαποράκι, πότε σαν τσεκαδόρος, πότε σαν αυτοφοράς ανάμεσα στον κόσμο του και αν διαπίστωνε το παραμικρό δείγμα απληστίας, προδοσίας ή οποιοδήποτε καρκίνωμα που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το σύστημα, απλά εξαφάνιζε την «κακοήθεια», πριν κάνει «μετάσταση» και στους γύρω του, που έτσι κι αλλιώς είχαν πολλά να χάσουν. Ο Παύλος βρίσκονταν στη μοναδική θέση να γνωρίζει ποιος ήταν και πόσο πίσω πήγαινε η ιστορία του «κου Ανδρέα Ευαγγέλου», καθώς ο δεύτερος άνθρωπος που τα γνώριζε αυτά υπήρξε η Μαρία, που δε ζούσε πια.
Έβαλε στο ένα ποτήρι τα τρία παγάκια που κολυμπούσαν ακόμα στην παγωνιέρα και λίγο ουίσκι. Το μύρισε, μετά έβρεξε λίγο τα χείλη του και ήπιε μια γουλιά απολαμβάνοντας την καπνιστή γεύση. Κοιτούσε στον καθρέπτη το λογιστή που, με νευρικές κινήσεις, ανακάτευε τα χαρτιά στο γραφείο και έψαχνε κάτι στο κινητό του. Ήταν προφανές ότι δεν αισθάνονταν άνετα με την όλη κατάσταση. Αποφάσισε ότι μπορούσε να τον πιέσει για μερικές ακόμα πληροφορίες «Πότε τους είδες τελευταία φορά; Πότε μιλήσατε;»
«Πάλι τα ίδια ρε Παύλο; Πάλι ανάκριση; Είπα ήδη πολλά!»
«Δε θα σε ρωτούσα χωρίς λόγο! Οι καταστάσεις είναι δύσκολες και μπορούν να γίνουν δυσκολότερες και για τους δυο μας, μα ειδικά για σένα!» άφησε το ποτήρι αθόρυβα και κινήθηκε γρήγορα προς το γραφείο. Είδε το λογιστή φοβισμένο να πιέζει κάτι, προφανώς το κουμπί του συναγερμού. «Δεν έπρεπε Δήμο!» του είπε και αρπάζοντας ένα βαρύ κομμάτι από το σετ γραφείου, πετάχτηκε και στάθηκε δίπλα στην κλειστή πόρτα με το κλομπ ανοιχτό.

Ο πρώτος, που έσπρωξε απότομα την πόρτα και μπήκε μέσα, έφαγε στο πρόσωπο τη γρανιτένια μολυβοθήκη και έπεσε αναίσθητος και αιμόφυρτος, ενώ στον δεύτερο, που μπήκε τρία δευτερόλεπτα αργότερα πιο προσεκτικά, του κατέβασε τα προτεταμένα χέρια που κρατούσε το όπλο με το κλομπ, πιθανότατα σπάζοντας κάτι. Μια γροθιά ακόμα στο πρόσωπο τον έκανε κι αυτόν να σωπάσει! Γύρισε προς το σαστισμένο Δήμο «Δεν ήταν ανάγκη να γίνει έτσι! Τώρα πες μου πριν φορτώσω κι άλλο! Πότε μιλήσατε τελευταία φορά; Λέγε, πριν σκεφτώ τι μπορούν να μάθουν ή να πάθουν η γυναίκα και οι όμορφες κορούλες σου!»



Βασίλης Ζησόπουλος

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 17) Ο μάγος Φίλιππος ζητάει βοήθεια

Στο σαλόνι επικρατούσε ένας χαμός, η Ειρήνη από το φόβο της, είχε ξεσκίσει όλα τα έπιπλα. Ο Φτερωτός μαζί με τον Έκτορα την κυνηγούσαν για να τη σταματήσουν, εκείνη τους αγρίευε.
    «Πώπω, τα δόντια της είναι σαν πιράνχα!» σχολίασε ο Έκτορας έντρομος.
«Λυκόσκυλο είναι….» ανταποκρίθηκε ο Φτερωτός, πιάνοντας το μαξιλάρι που δάγκωνε εκείνη τη στιγμή ο σκύλος. Ο σκύλος τραβούσε από τη μία άκρη δαγκώνοντας με όλη του δύναμη και ο Φτερωτός τραβούσε από την άλλη μεριά με όλη του δύναμη. «Ειρήνη!» της φώναξε δυνατά, αλλά το σκυλί δεν κατάλαβε τίποτα. «Ειρήνη!» ξανά φώναξε, περισσότερο απειλητικά από πριν.
      «Ένα μαξιλάρι είναι και εσύ, ας την να το φάει» του είπε ο Έκτορας, που παρακολουθούσε την κατάσταση λίγο καθούμενος πάνω στον διαλυμένο καναπέ.
      Ο Φτερωτός έπεσε αγανακτισμένος στο πάτωμα, με τα μαλλιά να καλύπτουν όλο του το πρόσωπο, βαριανασαίνοντας κουρασμένα.

8 Απρόσμενο Ξύπνημα (Κεφάλαιο 8)

Μου άφησε χρόνο να συνέλθω, πριν με πλησιάσει και ακουμπήσει το χέρι της στο μπράτσο μου.
«Νερίσσα, είσαι εντάξει;» προσπαθούσε να διαπιστώσει αν όλα ήταν καλά μόνο από το βλέμμα μου.
Αποπειράθηκα ν’ ανοίξω το στόμα μου και να εκφράσω έστω και ένα συναίσθημα απ’ όσα ένιωθα εκείνη τη στιγμή, όμως μου ήταν αδύνατον και ευτυχώς φάνηκε να το αντιλαμβάνεται εφόσον πήρε τον λόγο.
«Κοίταξέ με. Θέλω να καταλάβεις ότι είναι στη φύση σου να σκέφτεσαι τον θάνατο και τον φόνο» σήκωσα αμέσως το βλέμμα σοκαρισμένη. Μίλησε για κάτι που δεν είχα εκφράσει καν πως σκέφτηκα.

15 Μαΐ 2017

2 Ο Κυνηγός των Ευχών (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 4ο)


  Ο δυνατός κρότος της έξω πόρτας την έκανε να βλεφαρίσει. Πήρε ανόρεχτα τα μάτια της από τον χλωμό γκριζογάλανο ουρανό και κοίταξε πίσω από τον ώμο της. Δεν ήταν η πόρτα του δωματίου της αυτή που είχε προξενήσει τον θόρυβο. Φαντάστηκε πως ο κυνηγός είχε ξυπνήσει και είχε φύγει. Κοίταξε κάτω στον δρόμο της πόλης και επιβεβαιώθηκε. Περπατούσε μόνος στον δρόμο κάτω από τον πύργο, με χαμηλωμένο κεφάλι. Κατευθυνόταν προς την πλατεία με το συντριβάνι. Όταν έφτασε, κάθισε σε ένα από τα μαρμάρινα καθίσματα, στην σκιά ενός ελάτου. Έβγαλε από την τσέπη του το βιβλίο με τις σημειώσεις του και αφοσιώθηκε σε αυτό.