Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24 Μαΐ 2019

0 Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 3)

Η Βέρνια θεωρούταν αναμφισβήτητα η πόλη των χιλίων χρωμάτων και των ποικίλων αρωμάτων. Σε αντίθεση με την μουντή διάθεση του Κλίφγκεϊτ, η Βέρνια ήταν σχεδόν μονίμως ηλιόλουστη και στην ατμόσφαιρά της πλανιόταν πάντοτε η μυρωδιά του φρέσκου, θαλασσινού ανέμου. Οι ακτές της φιλοξενούσαν ποικίλα πλάσματα, όπως τα απόκοσμα και τερατώδη, μη ανθρωποφάγα Τζίραβουντ, τους λεγόμενους θησαυροκυνηγούς και είδος υπο εξαφάνιση, καθώς και ένα υποείδος δελφινιού που ονομαζόταν “κόκκινος δαίμονας”, καθώς από την ράχη του εξείχε αντί για το συνηθισμένο πτερύγιο, ένα κόκκινο κέρατο με το οποίο προκαλούσε ζημιά στα καράβια που πηγαινοέρχονταν στις περιοχές του. Απεχθανόταν την ανθρώπινη παρουσία και ιδιαίτερα την περίοδο του ζευγαρώματος γινόταν ακόμη πιο επιθετικό.

0 Η νύχτα που ο παράδεισος έπεσε (Κεφάλαιο 38) - "The body still remembers" (ΤΕΛΟΣ)


Ολοκλήρωσα το νούμερό μου και κατέβηκα από την πίστα αφήνοντας τους πάντες με το στόμα ανοιχτό. Είχα δώσει την καλύτερη παράστασή μου σήμερα και μπορούσα να το νιώσω. Ένα μεγάλο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη μου και μπήκα πλημμυρισμένη από ευχαρίστηση στο καμαρίνι μου. Η Ζέλντα βρισκόταν καθισμένη στον καναπέ μου και με περίμενε, όταν άνοιξα την πόρτα. Την κοίταξα καχύποπτα. Δε με επισκεπτόταν σχεδόν ποτέ η υπεύθυνη των φορολογικών του μαγαζιού εμένα. Δεν ήταν ότι είχαμε άσχημες σχέσεις, αλλά δεν την πολυσυμπαθούσα κιόλας. Με κοίταξε με τα ψυχρά μαύρα μάτια της και μου έκανε σήμα να καθίσω. Α, πολύ ευγενική που μου το επέτρεπε στο καμαρίνι μου!

22 Μαΐ 2019

0 Insomnia (Κεφάλαιο 6)

«Μπορεί να απογοητευτείς, αν αποτύχεις, αλλά θα είσαι καταδικασμένος, αν δεν προσπαθήσεις»- Beverly Sills

            Στριφογυρίζω στο κρεβάτι προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου να αφεθεί στα χαλαρωτικά πέπλα του ύπνου που είναι σαν πειρασμός για το διαλυμένο μου σώμα. Δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να μιλήσω. Το μόνο που νιώθω είναι ο παλλόμενος πόνος πίσω στον αυχένα μου, εκεί όπου το κοντάρι του δημιουργού μου, κόντεψε να με ψήσει ζωντανή. Τι είδους πόνος είναι αυτός; Τόσο έντονος που μπερδεύει σχεδόν όλες μου τις αισθήσεις.
            Από τη χθεσινή νύχτα δε θυμάμαι και πολλά. Έπειτα από την επίθεση του δημιουργού μου εναντίον μου, το υπόλοιπο βράδυ ήταν σαν να πέρασε σε fast forward μπροστά από τα μάτια μου. Όταν το ρεύμα έψησε κυριολεκτικά τα κυκλώματά μου, ο Τόμας φρόντισε για την ασφάλειά μου. Με πήρε μακριά από το σπίτι μου και με πήγε στο δικό του. Άλλαξε τα μουσκεμένα ρούχα μου με καθαρά και με έβαλε για ύπνο στο κρεβάτι του, σαν να ήμουν κάτι αληθινό, κάτι σημαντικό γι’ αυτόν. Για λίγο ξάπλωσε και εκείνος στο πλάι μου, αλλά δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Το περισσότερο βράδυ το πέρασε προσπαθώντας να διορθώσει ό,τι χάλασε.

0 Επικίνδυνες σκιές (Μέρος 3ο - Κεφάλαιο 13)

ΛΕΡΝΙΑΡ

Ο ΑΝΤΡΕ ΕΣΦΥΞΕ ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ ΤΗΣ ΆΙΣΛΙΝ. Την κρατούσε δεμένη σε μια καρέκλα, όμως εκείνη συνέχιζε να παλεύει. Είχε πάψει να προσπαθεί να ασκήσει μαγεία, αφότου είχε καταλάβει πως το σχοινί ήταν μαγεμένο. Όσο άγγιζε το δέρμα της, την καθιστούσε ανίκανη να ασκήσει μαγεία. Κι ο Αντρέ είχε σφίξει τόσο το σχοινί, που με τα βίας ανάσαινε. Όλο της το σώμα πονούσε και ήταν μουδιασμένο. Μα όσο κι αν υπέφερε, δε σταματούσε να προσπαθεί να αποδράσει.

19 Μαΐ 2019

0 Χρονικές Παρεμβολές (Κεφάλαιο 28) Οι φύλακες των κόσμων

228 μ.Χ. Αλεξάνδρεια.
Ο Απόλλων, κολλούσε μ’ ένα εργαλείο κάποια κυκλώματα. Πλάι του, η γυναίκα του η Άρτεμις, κοιτούσε τη δουλειά του με ενδιαφέρον.
«Ίσως αύριο το όνομά μας γίνει τρανό σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία! Ο ίδιος ο Καίσαρας θα μας τιμήσει αν η εφεύρεσή μου πετύχει» είπε ο Απόλλων, στην αρχαία Αλεξανδρινή διάλεκτο τής εποχής του.
«Ελπίζω να γίνει έτσι, γιατί είπες πολλά στο Πανεπιστήμιο τής Αλεξάνδρειας, και θα ήταν άσχημο να διαψευσθείς στους μαθητές σου» απάντησε η Άρτεμις.
Κάποια στιγμή, φασαρία ακούστηκε στο δρόμο. Ο Απόλλων και η Άρτεμις, βγήκαν στο παράθυρο.
«Άγριοι άνθρωποι!» είπε με φρίκη η Άρτεμις.

0 Η Μάγισσα του Αέρα (Κεφάλαιο 31) Μέρος 2ο - Εκπαίδευση Ώρα Μηδέν

«Χαίρομαι που το διασκεδάζεις» ακούω τη φωνή της Ρίκα ακριβώς από πίσω μου.
Είναι δυνατόν;
Πριν καν προλάβω να γυρίσω να την κοιτάξω, με έχει ρίξει ήδη κάτω, με την κοιλιά στο χώμα και έχει ακινητοποιήσει τα χέρια μου πίσω από την πλάτη.
Με λίγα λόγια, έφαγα χώμα. Αλλά και μερικές μπουνιές στα πλευρά, έτσι για συνοδευτικό.
«Μα... πώς; Αφού...» ψελλίζω μπερδεμένη τρώγοντας τις άκρες από ‘κανα δυο χορταράκια που βρέθηκαν κάτω από τη μύτη μου.
«Λέγεται αστρική προβολή καλή μου...» μου εξηγεί η Ρίκα και τραβάει τα χέρια μου ακόμα πιο δυνατά, κάνοντάς με να βογγάω από τον πόνο στις αρθρώσεις μου και τους τένοντες. «Ένα από τα μαγικά μου χαρίσματα που πρόσφατα έμαθα να ελέγχω και να αξιοποιώ και με υπερηφάνεια σου ανακοινώνω πως είσαι η πρώτη που το μαθαίνει».

18 Μαΐ 2019

0 Τιμωρημένος και από τους δύο κόσμους (Κεφάλαιο 3) - Λέαινα


Το μικρό κοριτσάκι είχε πεισμώσει, που κανένας από τους δύο δεν ήταν πρόθυμος να την βοηθήσει. Από τον έκπτωτο το περίμενε ότι θα δείλιαζε και θα αρνιόταν σίγουρα, δε καταλάβαινε όμως γιατί ο Σκελετός το απέφευγε.
Βρισκόντουσαν και οι τρεις τους, μέσα στη ξύλινη χωρίς σκεπή καλύβα. Ο έκπτωτος καθόταν στο τραπέζι, κοντά στην πόρτα και κάπνιζε ήρεμος το τσιγάρο του, ρίχνοντας τακτικές ματιές στον σκούρο μπλε ουρανό. Ο Σκελετός περιφερόταν άσκοπα στον χώρο, σαν κάτι να τον ενοχλούσε και η Φρειδερίκη ήταν ξαπλωμένη στο ξύλινο πάτωμα κρατώντας στην αγκαλιά της το σπαθί της, με τα μάτια της να επεξεργάζονται τις σπασμένες σανίδες της οροφής.
«Αύριο θα φτιάξουμε την οροφή». Μίλησε απότομα ο Σκελετός στον έκπτωτο.
«Μπορούμε και τώρα». Του απάντησε εκείνος, ανέκφραστος.
«Είναι νύχτα». Του απάντησε ο Σκελετός. «Αύριο το πρωί».
«Όχι πολύ πρωί, θα ξυπνήσουμε τη φιλοξενούμενη μας». Υπέδειξε την Φρειδερίκη με πλατύ χαμόγελο.
Ο Σκελετός δε μίλησε.
«Μπορώ να βοηθήσω». Προσφέρθηκε το κοριτσάκι.
«Είσαι μικρή για τέτοια». Της απάντησε ο έκπτωτος, σβήνοντας το τσιγάρο του.
Η Φρειδερίκη χτύπησε με δύναμη το πόδι της στο πάτωμα, σπάζοντας τοπικά τα σανίδια, έχασε την ισορροπία της, καταλήγοντας η μισή μέσα.
Ο έκπτωτος πήγε αμέσως κοντά της να τη βοηθήσει. «Είσαι καλά;». Τη ρώτησε. «Πόνεσες;».
«Καλά είμαι». Του απάντησε το κοριτσάκι, κουνώντας το πόδι της.
«Τώρα έχουμε να κάνουμε και το πάτωμα». Φώναξε ο Σκελετός, με τα χέρια του τοποθετημένα στη λεκάνη. «Σε λίγο θα πρέπει να φτιάξουμε από την αρχή, όλη την καλύβα».
«Τι σε έχει πιάσει;». Τον ρώτησε ο έκπτωτος.
«Είναι το μοναδικό μέρος, που μπορούμε να κρυφτούμε». Του απάντησε ο Σκελετός. «Καλό θα ήταν να το διατηρούμε».
               Τότε, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος, από το πίσω μέρος της καλύβας.
               Η Φρειδερίκη ενστικτωδώς, έβγαλε από τη θήκη το σπαθί της, κρατώντας το σφιχτά με τα δυο της χέρια. Ο έκπτωτος, της έκανε νόημα να παραμείνει ήσυχη, ζητώντας να του δώσει το σπαθί. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Μείνε ήσυχη» της ψιθύρισε, μπαίνοντας μπροστά της.
               Ο Σκελετός είχε βγει ήδη έξω, πηγαίνοντας στο πίσω μέρος, εντόπισε ίχνη αίματος.              
               «Τι συμβαίνει;». Ρώτησε σιγανά η Φρειδερίκη, τον έκπτωτο.
«Απλώς μείνε ακίνητη και ήσυχη». Της απάντησε ο έκπτωτος.
               Ο Σκελετός επέστρεψε, στο εσωτερικό της καλύβας. «Έχουμε παρέα» τους είπε.
               «Ποιος είναι;» ρώτησε η Φρειδερίκη.
               Ο έκπτωτος καταλαβαίνοντας ποιος μπορεί να ήταν, βγήκε γρήγορα έξω να δει, με τη Φρειδερίκη να τρέχει από πίσω του.
               Μία μεγάλη λέαινα βαριανάσαινε, ξαπλωμένη πλάγια. Τα πίσω της άκρα ήταν λερωμένα με αίμα, κοντά στο ένα της πλευρό είχε καρφωμένο ένα βέλος.
               Ο έκπτωτος, έσκυψε από πάνω της, εξετάζοντας τα τραύμα. «Είναι άσχημα τραυματισμένη». Συμπέρανε μετά από λίγο. «Βοήθα με να τη μεταφέρουμε μέσα» είπε στον Σκελετό και τη σήκωσαν μαζί.
               Την άφησαν κοντά στην αναμμένη φωτιά. «Πρόσεχε την, μέχρι εγώ να ετοιμάσω, για να φροντίσω τα τραύμα της». Την πρόσταξε, ο έκπτωτος. «Και εσύ έλα μαζί μου, να σου εξηγήσω τι θα κάνουμε» είπε στον Σκελετό και έφυγαν από την καλύβα.
               Η Φρειδερίκη πλησίασε τη πληγωμένη λέαινα, πήρε το κεφάλι της στην αγκαλιά της και το χάιδευε μαλακά και απαλά, εξετάζοντας με προσοχή τα ανοιχτά τραύματα της. Κατάλαβε πως κάποιος την είχε μαχαιρώσει κοντεύοντας μάλιστα να της ανοίξει τη κοιλιά και ότι είχε δεχθεί ακόμη μερικά χτυπήματα από βέλη. Τινάχτηκε ελαφρώς, από τη τρομάρα που πήρε, όταν έκπτωτος κάθισε σχεδόν αθόρυβα δίπλα της αγκαλιά με μία μικρή λεκάνη με νερό.
               «Συνέχισε να τη χαϊδεύεις». Της είπε ήρεμα. «Γενικώς φρόντισε να την κρατάς ήρεμη και ιδιαίτερα φρόντισε να μη κουνηθεί». Της τόνισε στο τέλος.
               Ο έκπτωτος έπλυνε πρώτα όλα τα τραύματα του ζώου και μετά τα έραψε με προσοχή. Ήταν τόσο αδύναμη που δε του αντιστάθηκε, ήταν σχεδόν αναίσθητη.
               «Ζει ακόμη έτσι;». Ρώτησε η Φρειδερίκη, μη μπορώντας να καταλάβει.
               «Είναι αναίσθητη, από την κούραση. Αύριο που θα ξυπνήσει, θα έχει τουλάχιστον τις αισθήσεις της».
               Η Φρειδερίκη συνέχισε να τη χαϊδεύει, απολαμβάνοντας τη ζεστή ανάσα της λέαινας. «Μου κάνει εντύπωση, που δεν έχει μεταμορφωθεί ακόμη». Είπε.
               «Είναι πολύ αδύναμη για αυτό». Της απάντησε ο Σκελετός. «Θα μεταμορφωθεί όταν αποκτήσει, ένα μέρος της δύναμης της. Εξαρτάται κυρίως από την ίδια».
               Για να μην ενοχλούν την λέαινα, κάθισαν έξω από την καλύβα, ώστε να μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα.
«Όπως καταλάβατε, την έχουμε βάψει». Τους είπε ο Σκελετός.
«Επειδή ήρθε η Γαριφαλιά να μας δει;». Τον ρώτησε ο έκπτωτος.
«Μη λες το όνομα μίας μάγισσας δυνατά». Του φώναξε ο Σκελετός. «Και δεν ήρθε απλά να μας δει… Βρέθηκε λιπόθυμη έξω από το σπίτι μας».
«Αν τη παρακολουθούσαν, θα είχαν ήδη εμφανιστεί». Απάντησε σοβαρά ο έκπτωτος.
«Μπορεί να είναι κάπου εδώ γύρω, κρυμμένοι και να περιμένουν τη κατάλληλη στιγμή». Του απάντησε ο Σκελετός.
«Για ποιο λόγο να μας επιτεθούν;» τον ρώτησε ο έκπτωτος.
«Σοβαρά μου το ρωτάς αυτό;» τον ρώτησε ο Σκελετός.
«Επιτέλους θα πάψετε να λογομαχείτε; Έχουμε μία πληγωμένη μάγισσα μέσα στη καλύβα, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να τη προσέχουμε και αν υπάρχει κάποιος εχθρός… Θα τον αντιμετωπίσουμε» είπε η Φρειδερίκη κοιτάζοντας τον Σκελετό.
«Μπορείς να πας να δει τι κάνει;» ζήτησε ευγενικά ο έκπτωτος από τη Φρειδερίκη. Περίμενε πρώτα να απομακρυνθεί τελείως η μικρή και ύστερα μίλησε στον Σκελετό. «Πες μου τώρα».
«Ξέρεις πολύ καλά» απάντησε ο Σκελετός. «Είμαστε μόνοι μας σε όλο αυτό και χρειάζομαι τη δύναμη σου».
               Ο έκπτωτος δε μίλησε άλλο, ρίχνοντας το βλέμμα του στο έδαφος έβγαλε από τη τσέπη να στρίψει ένα τσιγάρο.
               Μέσα στη καλύβα, η Φρειδερίκη είχε κουρνιάσει δίπλα στη Λέαινα. «Νομίζω ότι με πονάει η κοιλιά μου» είπε όταν είδε το κεφάλι του έκπτωτου, πάνω από το δικό της κεφάλι.
 «Έχεις τα…τα γυναικολογικά σου;». Τη ρώτησε εκείνος.
«Δε νομίζω». Απάντησε ο Σκελετός. «Έχεις περίοδο;» τη ρώτησε.
«Όχι» απάντησε και στους δύο. «Όπως επίσης δεν έχω ούτε βυζιά» γκρίνιαξε πιάνοντας το επίπεδο πλέον στήθος της.
«Καλά αυτό δεν είναι τόσο τρομερό» σχολίασε ο έκπτωτος.
«Εγώ δε ξέρω από αυτά» είπε ο Σκελετός.
«Καλά εσύ δεν έχεις γενικότερα την αίσθηση της σάρκας, οπότε δε μετράει η άποψη σου» είπε ο έκπτωτος.
«Δεν έχεις πάει με γυναίκα;» ρώτησε η Φρειδερίκη, τον Σκελετό.
«Με τι προσόντα;» αντέδρασε αμέσως ο έκπτωτος.
«Με το δικό του τρόπο» απάντησε εκείνη, μη τολμώντας να φανταστεί αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο ερωτικής συνεύρεσης.
«Δεν υπάρχουν γυναίκες, όπως το εννοείται εσείς. Είμαστε σκελετοί. Κινούμενα κόκαλα». Ξεκίνησε να χορεύει, κουνώντας τα χέρια – ποδιά, βγάζοντας στο τέλος το κεφάλι του και κρατώντας το με το ένα του χέρι. «Τόσο απλό όσο ακούγεται». Μιλούσε κρατώντας το κεφάλι του ψηλά με το ένα του χέρι, ύστερα το τοποθέτησε στη θέση του.
«Και σε τι χρησιμεύεις;» ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Είναι ο Χάρος, που θα έρθει να σε πάρει» απάντησε ο έκπτωτος.
               Ο Σκελετός έβγαλε ξανά το κεφάλι του λες και ήταν καπέλο, κάνοντας μία υπόκλιση. «Στις υπηρεσίες σας» είπε επιστρέφοντας το κεφάλι του, στην αρχική του θέση.
               Η Φρειδερίκη είχε μείνει άφωνη. «Έζησα για να το δω και αυτό» σχολίασε ανατριχιάζοντας ολόκληρη.
«Αλήθεια δεν έχεις ξανά δει Σκελετωμένους – Χάροντες;» ρώτησε ο έκπτωτος.
«Όχι. Ο πατέρας μου νομίζω ναι, εγώ δεν έχει τύχει…μέχρι τώρα» είπε κοιτάζοντας τον Σκελετό.
«Μεγάλη μου τιμή, που είμαι ο πρώτος σου» ανταποκρίθηκε ο Σκελετός.
«Αυτό ακούστηκε λίγο παράξενο» σχολίασε ο έκπτωτος.
«Ναι, ήταν κάπως παράξενο» συμφώνησε η Φρειδερίκη. «Εσύ έχεις πάει με γυναίκα;» ρώτησε απότομα η Φρειδερίκη.
«Αν έχει πάει λέει»
«Αλήθεια;» . Η  Φρειδερίκη εντυπωσιάστηκε. «Και δε σου φαίνεται».
«Έχει κρυφές χάρες» είπε ο Σκελετός, παινεύοντας τον φίλο του.
Ο έκπτωτος παρέμενε σιωπηλός, σκαλίζοντας με ένα χοντρό μακρύ ξύλο τη στάχτη της φωτιάς.
«Και τα φτερά;» ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Μόνο τα μαγικά πλάσματα μπορούν να τα δουν» απάντησε εκείνος, κοιτάζοντας την βαθιά μέσα στα μάτια.
               Η συγκατοίκηση τους ήταν παράξενη, γιατί ο καθένας τους ξεχωριστά είχε εντελώς διαφορετικές ανάγκες από τον άλλον. Το μόνο κοινό που υπήρχε ήταν ανάμεσα στον Σκελετό και στον έκπτωτο, δε χρειαζόντουσαν ύπνο, λίγη χαλάρωση τους ήταν αρκετή για να ξεκουραστούν.
Ο Σκελετός δεν είχε καμία ανάγκη, ούτε έτρωγε, ούτε έπινε, ούτε κρύωνε, ούτε νύσταζε. Ανέλαβε αρχικά να φτιάξει τη σκεπή που διέλυσε ο έκπτωτος και να την οχυρώσει καλύτερα,  ώστε να διατηρείται τουλάχιστον περισσότερο ζεστή. Διότι πλέον είχαν δύο φιλοξενούμενες, που η μία από τις δύο ήταν και τρομερά λαβωμένη. Έπειτα παραφύλαγε μήπως εμφανιστεί κάποιος εχθρικός ανιχνευτής.
Η Φρειδερίκη μία μέρα στα μέσα του μήνα, αποφάσισε να φύγει με σκοπό να φέρει κάποια βοήθεια και ταυτοχρόνως να ελέγξει εάν υπάρχει τριγύρω κάποιος κρυμμένος εχθρός. Επέστρεψε προς το τέλος, δίχως καμία πληροφόρηση.
Ο έκπτωτος το μόνο που έκανε ήταν να φροντίζει τη λέαινα, εξετάζοντας τακτικά τα τραύματα της και καθαρίζοντας τις πληγές. Καθάριζε τη καλύβα, έλεγχε τη φωτιά στο τζάκι που είχε φτιάξει ο Σκελετός και τις μέρες που έμενε μαζί τους η Φρειδερίκη της έψηνε ότι του έφερνε από το κυνήγι.
Την πρώτη Δεκεμβρίου, η λέαινα συνήλθε πλήρως. Σηκώθηκε από τη θέση της, που ήταν απέναντι ακριβώς από το τζάκι και με αργούς βηματισμούς έφυγε από τη καλύβα, αγνοώντας τους τρεις φύλακες της.
«Θα επιστρέψει;» ρώτησε ο Σκελετός.
«Εάν όντως το θέλει» του απάντησε η Φρειδερίκη.
«Πού πήγε;» τον ρώτησε ο Σκελετός.
«Κάπου, που ξέρει, μόνο η ίδια» απάντησε ο έκπτωτος.
               Μετά από μία μέρα, μία μετρίου αναστήματος γυναίκα, ντυμένη μ’ ένα μαύρο μανδύα, που η φαρδιά μαύρη κουκούλα του κάλυπτε το μισό πρόσωπο της, χτύπησε τη ξύλινη πόρτα της καλύβας.
«Ποια είσαι εσύ;» ρώτησε με επιθετικότητα ο Σκελετός, ανοίγοντας τη πόρτα.   
«Φώναξε μου τον προστάτη» απάντησε εκείνη, με μία ήρεμη απαλή φωνή.
«Δεν υπάρχει κανένας προστάτης εδώ». Ανταποκρίθηκε αμέσως ο Σκελετός, στον ίδιο τόνο με πριν.
«Υπάρχει όμως ένας έκπτωτος» μίλησε εκείνη ατάραχη.
«Ναι, υπάρχει. Τι τον θέλεις;».
«Να του μιλήσω μόνο».
«Πώς σε λένε;»
«Δεν έχω όνομα»
«Λέαινα;» ρώτησε για να βεβαιωθεί. «Γιατί δεν αποκαλύπτεις το πρόσωπο σου σε εμένα, είμαι φίλος».
«Δεν έχω όνομα, ούτε πρόσωπο» απάντησε εκείνη αυστηρά, κρατώντας σφιχτά τη κουκούλα που κάλυπτε το πρόσωπο της.
«Πέρασε μέσα»
Στεκόταν αγέρωχη μπροστά στην είσοδο της καλύβας, έχοντας απέναντι της τους τρεις να τη κοιτάζουν με προσμονή να μιλήσει.
«Κάποιος που εμπιστεύτηκα με πρόδωσε» τους αποκάλυψε με καθαρή φωνή.
«Ποιος τόλμησε να στο κάνει αυτό;». Τη ρώτησε η Φρειδερίκη, με μάτια βουρκωμένα.
«Δεν έχει καμία σημασία για εσάς» απάντησε η γυναίκα.
«Έχει». Μίλησε ο Σκελετός. «Αν προδώσει και εμάς».
«Τότε θα έχουμε έναν κοινό εχθρό» απάντησε με άνεση η γυναίκα.
«Για να μη μας το λέει, πάει να πει ότι δεν έχουμε» ψιθύρισε ο έκπτωτος στον Σκελετό.
«Για να το λες εσύ, θα ξέρεις καλύτερα» ανταποκρίθηκε ο Σκελετός.
«Μάλλον έχουν χάσει τα ίχνη μου, όχι για πολύ όμως. Όσο έτρεχα να διαφύγω, μπόρεσα να μεταμορφωθώ τρεις φορές, ώσπου έχασα τελείως τις δυνάμεις μου. Με το ζόρι, έφτασα έως τη καλύβα σας. Λίγο ακόμα και θα έμενα λιπόθυμη, έξω από κάποια έρημη σπήλια».
«Οπότε αυτό που μένει, είναι να αρχίζουμε και εμείς να τρέχουμε» είπε ο Σκελετός, νευριασμένα.
«Ναι». Συμφώνησε γρήγορα η μάγισσα. «Για αυτό επέστρεψα, να σας ειδοποιήσω».
«Καλύτερα να μη γυρνούσες καθόλου» είπε ο Σκελετός. «Έκανες τη κατάσταση χειρότερη».
«Δε νομίζω να ήταν καλή, έτσι και αλλιώς». Μίλησε ο έκπτωτος. 
Η μάγισσα κοίταξε τον έκπτωτο, δείχνοντας να συμφωνεί μαζί του. «Θα περάσετε τις Πύλες…» ξεκίνησε να τος λέει.
«Ποιες πύλες;» ρώτησε ο έκπτωτος, νιώθοντας όλη τη ραχοκοκαλιά του να ανατριχιάζει.
«Αδύνατον, να το κάνουμε αυτό. Είναι πολύ επικίνδυνο. Θα ταράξουμε τα Πνεύματα» της είπε ο Σκελετός.
«Θα μεταβείτε αρχικά στο Κόσμο της Αιώρας, μετά θα σας καθοδηγήσει ο Αίολος». Συνέχισε να εξηγεί η μάγισσα. «Τα έχω κανονίσει όλα». 
«Δηλαδή;» τη ρώτησε ο έκπτωτος.
«Πρώτα από όλα, θα κατεβείτε στην Πόλη, εκεί θα συναντήσετε τον Έκτορα. Είναι ένας πολύ καλός μου φίλος και το κλειδί των Πυλών».
«Δεν είναι λίγο επικίνδυνο, να πάμε μέσα από την Πόλη;» ρώτησε ο έκπτωτος.
«Όχι και τόσο» απάντησε. «Ακόμα και αν σας ακολουθήσει κάποιος, δε θα τολμήσει να σας επιτεθεί μέσα στην Πόλη. Η κατάσταση, η αλήθεια είναι, ότι είναι κρίσιμη, ο πόλεμος τολμώ να πω βρίσκεται στις αρχές του. Αλλά ακόμα δεν το διακινδυνεύουν να αποκαλυφθούν στους Ανθρώπους».
«Εσύ δε θα έρθεις μαζί μας;» ρώτησε ο έκπτωτος.
«Πρώτα οφείλω να ενημερώσω τις αδελφές μου, ότι είμαι ζωντανή και φυσικά να τις προειδοποιήσω για τον κίνδυνο που πλησιάζει. Ο Έκτορας θα σας βοηθήσει πολύ. Μην ανησυχείτε».
«Δε θα είσαι καθόλου μαζί μας;». Συνέχισε να τη ρωτάει ο έκπτωτος.
«Θα είμαι μαζί σας, όταν επιστρέψετε» απάντησε η μάγισσα. «Πίστεψε με, αφότου καταφέρετε να περάσετε τη Πύλη, θα είστε περισσότερο ασφαλείς. Όσο παραμένετε εδώ, υπάρχει πρόβλημα».
Ο έκπτωτος γύρισε το βλέμμα του στον Σκελετό, περιμένοντας την αντίδραση του.
«Δε συμφωνώ» είπε ο Σκελετός.
«Και τι προτείνεις να κάνουμε;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Κάτι θα σκεφτούμε» της απάντησε ο Σκελετός.
«Δε μένει πολύς χρόνος» είπε η μάγισσα.
«Πεινάς;». Ρώτησε τη Φρειδερίκη, ο έκπτωτος.
«Λίγο ναι» αποκρίθηκε.
«Να σου μαγειρέψω;».
«Προλαβαίνουμε;». Ρώτησε κοιτάζοντας τη μάγισσα και μετά τον Σκελετό.
«Εάν είναι ένα σύντομο γεύμα…ναι» απάντησε η μάγισσα.

               Τελικά της έβρασε πατάτες, που τις είχε φέρει η ίδια από την Πόλη, μία μέρα που ήθελε να φάει κοτόπουλο με κάτι για συνοδευτικό. Έφαγε δυο – τρεις, πολύ γρήγορα, σχεδόν αμάσητες τις κατέβασε και τις υπόλοιπες, τις πήρε μαζί της.
               «Είμαι έτοιμη για πόλεμο». Δήλωσε περήφανα, καθώς ο έκπτωτος της έδενε ένα πανί στη πλάτη της, που είχε μέσα τις βραστές πατάτες.
               «Εγώ για περιπέτεια» αποκρίθηκε ο Σκελετός. «Δηλώνω ειρηνιστής».
«Κανονικά αυτό που κάνεις, είναι αντιεπαγγελματικό» είπε εκείνη. «Ο πόλεμος σου προσφέρει πελάτες».
               «Υπό αυτή την έννοια, θα συμφωνούσα… αλλά δεν είναι ακριβώς δουλειά… Είναι όπως εσύ είσαι Κυνηγός». Της απάντησε ο Σκελετός.
               «Μην κωλυσιεργείτε» τόνισε η μάγισσα, που έκατσε να φάει και εκείνη. «Απλώστε τα χέρια σας» τους είπε λίγο πριν φύγουν. «Αυτά, θα σας διευκολύνουν…» τους είπε ενώ περνούσε στους καρπούς του έκπτωτου και της Φρειδερίκης, δύο δερμάτινα βραχιόλια.
«Εγώ δεν έχω;» ρώτησε με παράπονο, ο Σκελετός.
«Αφού εσύ δε ζεις καν» αντέδρασε η Φρειδερίκη.
Και η περιπέτεια τους, μόλις ξεκίνησε.


Κωνσταντίνα Τομπουλίδου

17 Μαΐ 2019

0 Οι Ψιθυριστές (Κεφάλαιο 28)


ΜΠΡΟΟΥΝ

               Πετάγομαι έντρομος από το κρεβάτι του Ντάριον, όταν ακούω την Ρέιβεν να ουρλιάζει. Παραπατώντας μέσα στο σκοτάδι βγαίνω στον διάδρομο με κατεύθυνση το δωμάτιό της. Η Φλάριον έχει κάνει το ίδιο από το δωμάτιο των Λάντεν και τρίβοντας τα νυσταγμένα της μάτια με ακολουθεί ανήσυχη.

0 Το μαύρο ρόδο (Κεφάλαιο 5)

Ο επιθεωρητής Γκρέις βάδιζε νευρικά πάνω κάτω μέσα στο γραφείο του. Η Χλόη Βαμβοπούλου, η βασική ύποπτος της υπόθεσης της δολοφονίας του Κωνσταντίνου Αβαούζου, τους είχε ξεφύγει εδώ και τριάντα έξι ώρες από το κρατητήριο του αστυνομικού τμήματος.
Έπρεπε να τη βρουν πρώτοι εκείνοι και άμεσα, πριν τους προλάβει το Μαύρο Ρόδο ή ακόμα χειρότερα, ο Ρίκι.
Ανησυχούσε για την κοπέλα, η οποία βρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο.
Βγήκε από το γραφείο φορτσάτος και προχώρησε προς την αίθουσα συσκέψεων του τμήματος για να συναντήσει τους υπόλοιπους που δούλευαν πάνω στην υπόθεση. Οι συνάδερφοί του τον χαιρέτησαν, αλλά εκείνος τους αγνόησε.
«Είχαμε καμία εξέλιξη;»
«Φοβάμαι πως όχι, επιθεωρητά», του απάντησε μία νεαρή αρχιφύλακας που άκουγε στο όνομα Ναόμι Μπρέιβ.
«Ο Ρίκι έκανε καμία κίνηση;»
«Ο πομπός του δείχνει απλά πως περιπλανιέται στην πόλη και οι δικοί μας που τον παρακολουθούν αναφέρουν πως δεν έχει βρει ακόμα την κοπέλα», απάντησε ο αρχιφύλακας Ρέι Κινγκ και επικεντρώθηκε ξανά στην οθόνη του υπολογιστή που είχε μπροστά του.
«Η αδερφή της κοπέλας και η φίλης της έχουν κάνει καμία κίνηση για να επικοινωνήσουν μαζί της;»
«Όχι. Φαίνεται πως η Βαμβοπούλου έχει εξαφανιστεί από τον χάρτη, επιθεωρητά. Ούτε οι δικοί μας την έχουν βρει».
Ο Γκρέις ήταν έτοιμος να εκραγεί. «Ούτε και οι άντρες με τις δυνάμεις;»
«Ούτε και αυτοί, επιθεωρητά», απολογήθηκε ο Κινγκ και άρχισε να πληκτρολογεί κάτι στα γρήγορα.
Η πόρτα άνοιξε, φανερώνοντας την επιθεωρήτρια Μπρέντα Τζόουνς. «Υπήρξε καμία πρόοδος;» ρώτησε και στάθηκε με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από στήθος της, πλάι στον επιθεωρητή Γκρέις.
«Μόλις έκανα κι εγώ την ίδια ερώτηση και πήρα αρνητική απάντηση», είπε και έφυγε από την αίθουσα συσκέψεων για να γυρίσει πίσω στο γραφείο του.
Η Τζόουνς τον ακολούθησε και πρόλαβε να κρατήσει την πόρτα λίγο πριν κλείσει.
«Είναι σπάνιο να σε βλέπω τόσο συναισθηματικά φορτισμένο σε μία υπόθεση».
«Ναι, είναι. Απλά με τρώει το δίκιο και το κακό είναι πως δεν μπορώ να το διεκδικήσω, Μπρέντα", απάντησε ο Γκρέις και στήριξε τους αγκώνες του στην ξύλινη επιφάνεια του γραφείου.
«Δεν πιστεύεις πως η Βαμβοπούλου διέπραξε τον φόνο, παρόλο που όλα τα στοιχεία οδηγούν σε αυτήν».
«Όχι, δεν το έκανε η Χλόη. Την ξέρω αρκετά ώστε να μπορώ να το πω αυτό με σιγουριά. Κι εσύ, Μπρέντα, δεν πρέπει να συμφωνείς και πολύ με την έρευνα, σωστά;»
«Μπορείς να το πεις και διαίσθηση, Τόνι», δήλωσε η Τζόουνς με ένα μειδίαμα και τον άφησε μόνο με τις σκέψεις του.
Ακούστηκαν δύο χτύποι στην πόρτα και ο επιθεωρητής Γκρέις είπε να περάσουν. Την εμφάνισή του έκανε ο Άγγελος.
«Επιθεωρητή Γκρέις», χαιρέτησε τον μεγαλύτερο άντρα, ο οποίος απάντησε με ένα κοφτό νεύμα του κεφαλιού του και του έκανε νόημα να καθίσει σε μία από τις δύο καρέκλες που υπήρχαν στον χώρο.
Ο νεαρός προτίμησε να μείνει όρθιος και άρχισε την αναφορά του.
«Κύριε, λυπάμαι, αλλά δεν την έχουμε βρει ακόμα και το ρετιρέ της Ισμήνης Κορραίου δεν έχει τίποτα που μπορεί να φανεί χρήσιμο στην έρευνα».
«Άγγελε, οι δυο μας είμαστε, δεν είναι ανάγκη να υπάρχουν τέτοιες τυπικότητες. Και σε παρακαλώ, κάθισε, θέλω να σου πω κάτι και να το βάλεις καλά στον νου σου».
Ο Άγγελος κάθισε στην άκρη της μιας καρέκλας. «Σας ακούω, επιθεωρητά».
«Όπως γνωρίζεις, όλα τα στοιχεία οδηγούν στην ενοχοποίηση της κοπέλας που κυνηγάμε, τη Χλόη Βαμβοπούλου».
«Ναι».
«Τον φόνο, όμως, δεν τον διέπραξε αυτή. Η κοπέλα, μπορεί να έχει ξανασκοτώσει αλλά το μετανιώνει πικρά μέχρι και σήμερα».
«Φαινόταν πως δεν το έκανε αυτή, επιθεωρητά», τον διέκοψε ο νεαρός.
«Ναι, γι’ αυτό πρέπει να τη βρούμε εμείς πριν τον Ρίκι ή το Μαύρο Ρόδο ή οποιονδήποτε άλλο που την αναζητεί! Αν τη βρει κάποιος άλλος, πολύ φοβάμαι πως η κατάληξη της Χλόης δεν θα είναι καλή, Άγγελε».
«Δεν νομίζω να εννοείτε αυτό που σκέφτομαι...»
«Πολύ φοβάμαι πως αυτό είναι. Ακόμα και φυλακή να πάει, θα βρούνε τρόπο να τη βγάλουν από τη μέση», ο επιθεωρητής πήρε μία βαθιά ανάσα και συνέχισε, «και η μόνη λύση είναι να την βάλουμε σε πρόγραμμα προστασίας και να βρούμε στοιχεία που την απενοχοποιούν».
«Για ποιον λόγο μου τα λέτε όλα αυτά;» απόρησε ο νεαρός με τα καστανά μάτια.
«Επειδή θέλω να τη βρεις εσύ, αν δεν το έχεις ήδη κάνει, Άγγελε. Που, δηλαδή, την έχεις βρει. Είσαι από τους καλύτερους της Στρατιωτικής Ακαδημίας, δεν νομίζω πως θα το άφηνες έτσι αυτό».
«Επιθεωρητά».
«Πρέπει να τη βοηθήσουμε! Να τη σώσουμε! Την ξέρω αρκετά για να μπορώ να πω πως αυτό που είχε μέχρι τώρα μόνο ζωή δεν ήταν!»
«Επιθεωρητά Γκρέις, σας παρακαλώ ηρεμήστε!» προσπάθησε να τον καθησυχάσει ο νεαρός.
«Συγγνώμη, παραφέρθηκα».
«Σας καταλαβαίνω αλλά μην ανησυχείτε, είμαι σίγουρος πως η Χλόη θα βρεθεί από εμάς πριν κάνει κίνηση ο Ρίκι».
«Σε παρακαλώ, αν τη δεις, πες της πως θα κάνω τα πάντα για να την αθωώσω», είπε χαμηλόφωνα ο επιθεωρητής Γκρέις και ο Άγγελος έγνεψε θετικά.
Ακόμα δεν καταλάβαινε πώς ο Γκρέις είχε καταφέρει να μάθει ποιος είχε βρει την κοπέλα, αλλά δεν το σχολίασε. Θα ρωτούσε τα Φαντάσματα αργότερα μέσα στο βράδυ.
***
Ο Άγγελος την είχε παραδώσει στα Φαντάσματα να την πάνε σπίτι γύρω στις τρεις το μεσημέρι, με τη δικαιολογία ότι είχε δουλειά. Όχι ότι η Χλόη δεν τον πίστευε, προς Θεού, ολόκληρος διπλός πράκτορας ήταν, αλλά την ενοχλούσε που της συμπεριφερόταν λες και ήταν κάποιο τρίχρονο. Παρόλα αυτά, δεν άνοιξε το στοματάκι της για να πετάξει μία από τις συνηθισμένες της σπόντες. Έμεινε ήσυχη και το κατάπιε, καθώς είχε να ασχοληθεί με πιο σοβαρά πράγματα.
Ακούμπησε τα βιβλία μαλακά πάνω στο γραφείο του δωματίου, το οποίο της είχε παραχωρηθεί και έκατσε στην καρέκλα. Έβγαλε την πένα και χρησιμοποιώντας τη δύναμή της, εμφάνισε ένα τετράδιο, ένα μολύβι, μία σβηστήρα και ένα στυλό. Είχε φτάσει η ώρα να πιάσει δουλειά.
Κάποιος χτύπησε ελαφρά την ανοιχτή πόρτα και η Χλόη γύρισε να δει ποιος ήταν.
«Μπορώ να περάσω;» ρώτησε το Φάντασμα με τα γαλάζια μάτια.
«Ναι, φυσικά»,, «Λοιπόν, πώς μπορώ να φανώ χρήσιμη;»
«Ήθελα να μιλήσουμε», ξεκίνησε εκείνος και την πλησίασε.
«Για εκείνο το βράδυ, δύο χρόνια πριν, σωστά;» μάντεψε η κοπέλα.
«Ναι».
«Τι σύμπτωση! Κι εγώ ήθελα να σου μιλήσω για τότε!»
«Ωραία, ξεκίνα».
«Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μην πεις στους άλλους δύο για τον Σμαραγδένιο Δράκο. Δεν θέλω να μάθουν πως είμαι η κάτοχός του, καθώς κι εγώ η ίδια προσπαθώ να το ξεχάσω μετά από εκείνο το βράδυ», είπε η κοπέλα και ανατρίχιασε στη θύμηση του νεκρού Χατζόπουλου. Του μοναδικού ανθρώπου που την είχε βγάλει τόσο εκτός εαυτού, ώστε να αναγκαστεί να τον σκοτώσει.
«Θα σεβαστώ την επιθυμία σου και δεν θα πω κουβέντα, αλλά είσαι σίγουρη πως δεν μπορείς να κάνεις έστω μία παραχώρηση και να τον χρησιμοποιήσεις για να βρούμε το Μαύρο Ρόδο;»
Η κοπέλα έγνεψε αρνητικά. «Φοβάμαι πως δεν γίνεται. Θα πρέπει να βασιστείτε μόνο στη δύναμη των λέξεων που κατέχω, προς το παρόν».
«Φοβάσαι μη χάσεις ξανά τον έλεγχο του Δράκου;» τη ρώτησε το Φάντασμα.
«Δεν είναι μόνο αυτό. Η συγκεκριμένη δύναμη έχει αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη στα χέρια μου. Δεν θέλω να πάρω και άλλες ζωές στον λαιμό μου».
«Γι’ αυτό είμαστε εμείς τα Φαντάσματα και ο Άγγελος εδώ, Χλόη, για να σε βοηθήσουμε και να σε σταματήσουμε αν χρειαστεί. Σε παρακαλώ, μη διστάσεις να μου μιλήσεις αν χρειαστείς κάτι».
Η Χλόη τον κοίταξε με απορία. Μπορεί, πλέον, να ήταν σύμμαχοι αλλά δεν μπορούσε να κατανοήσει από πού πήγαζε όλο αυτό το ενδιαφέρον του για το άτομό της. «Εντάξει», αρκέστηκε να απαντήσει και γύρισε πίσω στη στήλη με τα βιβλία, παίρνοντας το πρώτο στα χέρια της.
«Μπορώ να βοηθήσω κάπως με τα βιβλία;»
«Μπορώ να το κάνω και μόνη μου, ευχαριστώ πάντως».
«Επιμένω, θέλω να βοηθήσω», δήλωσε και στάθηκε δίπλα της.
Η κοπέλα αναστέναξε και εμφάνισε ένα δεύτερο τετράδιο και ένα δεύτερο στυλό και του τα έδωσε μαζί με το δεύτερο βιβλίο της στήλης.
«Παρατήρησα πως μερικές λέξεις και φράσεις του κειμένου είναι υπογραμμισμένες. Για αρχή, καλό θα ήταν να τις βρούμε και να τις σημειώσουμε κάπου ξεχωριστά».
«Εντάξει», της απάντησε και παίρνοντας τα πράγματα στην αγκαλιά του, κατευθύνθηκε προς το σαλόνι, αφήνοντας την κοπέλα μόνη.
Η Χλόη έπιασε το μολύβι και άνοιξε το τετράδιο και το βιβλίο στην πρώτη σελίδα και αναρωτήθηκε τι εκπλήξεις της επιφύλασσε η ιστορία την οποία επρόκειτο να μάθει. Αλήθεια, τη γνώριζε ή θα της ήταν κάτι εντελώς άγνωστο;
Προσπέρασε την πρώτη σελίδα, καθώς δεν είχε καμία λέξη υπογραμμισμένη, όπως και η δεύτερη και η τρίτη. Την πρώτη λέξη τη βρήκε στη σελίδα με το νούμερο τριάντα και την αντέγραψε σε μία λευκή σελίδα του τετραδίου.
Ήταν η λέξη "πλάση", υπογραμμισμένη με πράσινο φωσφορούχο μαρκαδόρο.
Στην ίδια σελίδα υπήρχε και μία υπογραμμισμένη φράση, τα λόγια ενός από τους χαρακτήρες του βιβλίου. "Καλύτερα να πάω να καθαρίσω το δωμάτιο, μιας που περιμένουμε επισκέψεις"
.
Το σημείωσε και αυτό.
Είχε περάσει μία ώρα και η Χλόη είχε σημειώσει γύρω στις είκοσι λέξεις και πέντε φράσεις, αλλά ακόμα δεν είχε φτάσει στη μέση του βιβλίου. Συν, ότι έλειπαν και κάποιες σελίδες, πέρα από εκείνη που είχε βρει ο Άγγελος το μεσημέρι.
Σηκώθηκε από την άβολη καρέκλα και προχώρησε προς την κουζίνα, καθώς το στομάχι της έβγαζε έναν απειλητικό ήχο, σημάδι πως έπρεπε να βάλει κάτι στο στόμα της. Άνοιξε τα ντουλάπια και το ψυγείο, αλλά το μόνο φαγώσιμο που βρήκε ήταν ένα γιαούρτι, το οποίο είχε λήξει. Γύρισε πίσω στο γραφείο και έπιασε την πένα της. Εμφάνισε μία μακαρονάδα και ξαναπήγε στην κουζίνα για να τη φάει.
«Καλή όρεξη», της είπε το Φάντασμα κι εκείνη έγνεψε ένα ευχαριστώ.
«Θες;», τον ρώτησε, αφού κατάπιε τη μπουκιά.
«Όχι, ευχαριστώ. Τελείωσα με το βιβλίο και βρήκα περίπου δέκα λέξεις και φράσεις. Δυστυχώς, πρέπει να φύγω, οπότε το τρίτο βιβλίο είναι όλο δικό σου».
«Έγινε. Μπορείς να αφήσεις το τετράδιο και το βιβλίο πάνω στο γραφείο, φεύγοντας;»
«Φυσικά».
Αφού τελείωσε το γεύμα της, η κοπέλα έπιασε ξανά δουλειά με τα βιβλία και μετά από δύο ώρες, έκανε την εμφάνισή του ο Άγγελος.
Ο νεαρός έπεσε φαρδύς πλατ
ύς σε έναν από τους δύο καναπέδες, με το πρόσωπό του χωμένο στα μαξιλάρια.
Σηκώθηκε και προχώρησε προς το δωμάτιο της Χλόης. Τη βρήκε σκυμμένη πάνω από ένα βιβλίο.
«Χλόη», είπε αλλά η κοπέλα ήταν απορροφημένη στο διάβασμα και δεν τον άκουσε.
«Χλόη!» ξαναείπε λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά, αλλά και πάλι εκείνη δεν γύρισε. Ήταν τόσο αφοσιωμένη στο βιβλίο, ώστε ο Άγγελος βρήκε την ευκαιρία να την παρατηρήσει λίγο καλύτερα. Το πράσινο βλέμμα της σκάναρε προσεκτικά μία-μία τις σελίδες και όπου έβρισκε κάτι υπογραμμισμένο το σημείωνε σε ένα τετράδιο που είχε από δίπλα. Ο ήχος της σελίδας που γύριζε και ο ήχος του μολυβιού να γλιστράει πάνω στο χαρτί ήταν εκκωφαντικοί, αν έπαιρνε κανείς υπόψη τη νεκρική σιγή που επικρατούσε μέσα στο σπίτι.
Έκανε μερικά βήματα και στάθηκε ακριβώς από πάνω της, αλλά η Χλόη δε
ν φαινόταν να τον έχει καταλάβει. Ο κόσμος του βιβλίου είχε καταφέρει να κερδίσει την αμέριστη προσοχή της. Λάθος: ο κόσμος της Ισμήνης το είχε καταφέρει αυτό.
Το χέρι του νεαρού έπεσε βαρύ πάνω στον ώμο της κοκκινομάλλας, τρομάζοντάς την. Μόνο τότε γύρισε να τον αντικρίσει, οι παλμοί της καρδιάς της να έχουν εκτοξευθεί.
«Άγγελε! Με- με τρόμαξες, πού να σε πάρει! Τώρα ήρθες;»
Ο νεαρός χαμογέλασε πονηρά. «Έχει δέκα λεπτά. Σε φώναξα δύο-τρεις φορές και στέκομαι από πάνω σου εδώ και τρία λεπτά, αλλά εσύ βρίσκεσαι αλλού».
«Ναι, με συγχωρείς, αλλά οι λέξεις και οι φράσεις είναι αρκετές και προσπαθώ να τις αποκωδικοποιώ ταυτόχρονα», απάντησε η Χλόη και με ένα νεύμα έδειξε το τετράδιο.
«Μάλιστα...», έκανε ο Άγγελος και από την τσέπη του παντελονιού του έβγαλε πέντε διπλωμένες σελίδες, «σου έφερα τις σελίδες που έλειπαν από τα βιβλία».
Εκείνη τις άρπαξε από το κράτημά του και τις επεξεργάστηκε. «Είναι δύο από κάθε βιβλίο, μαζί με αυτή που βρήκες το μεσημέρι».
«Αχά».
«Έλα να με βοηθήσεις να τις βάλω στη σειρά!», τον πρόσταξε, μάζεψε τα βιβλία και τα τετράδια και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, όπου και τα άπλωσε στο τραπέζι.
«Μάλιστα, στρατηγέ!», αναφώνησε ο νεαρός και χαιρέτησε στρατιωτικά, κερδίζοντας ένα βλέμμα απαξίωσης από την Χλόη.
«Λοιπόν, καλύτερα να πάρεις το δεύτερο βιβλίο». Έτεινε προς το μέρος του ένα σκούρο καφέ βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο. «Έχει τις λιγότερες σελίδες και υπογραμμισμένες λέξεις-φράσεις. Και προσπάθησε να βγάλεις κάποιο νόημα». Του έδωσε το τετράδιο, στο οποίο είχε σημειώσει τις λέξεις του βιβλίου το Φάντασμα προηγουμένως, και ένα στυλό.
«Δεν είναι δίκαιο να πάρω το μικρό κι εσύ να φορτωθείς τα υπόλοιπα!», παραπονέθηκε και της πήρε το πιο χοντρό βιβλίο από τα χέρια.
«Ξέρεις, δεν με ενοχλεί», του απάντησε και προσπάθησε να του πάρει πίσω το βιβλίο, αλλά το κράτημά του ήταν πιο δυνατό από το δικό της. «Άγγελε, άστο! Έχω να τελειώσω μία δουλειά!»
«Καλά, λιγότερη δουλειά για μένα».
Η κοπέλα άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα που είχε μείνει, συνειδητοποιώντας πως δεν υπήρχαν άλλα υπογραμμισμένα κομμάτια, κι έτσι έπιασε να ταιριάξει τις κομμένες σελίδες και να σημειώσει τις δικές τους λέξεις ή φράσεις.

Ξανθίππη Γιωτοπούλου

15 Μαΐ 2019

0 Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 2)

Η σχολή της Επινουά, έμοιαζε περισσότερο με έναν υπέροχο, λευκό πύργο, μακριά από το κέντρο της Βέρνια, που δέσποζε σε ένα μικρό κομμάτι γης το οποίο ενωνόταν με την στεριά μέσω μίας τεράστιας, πέτρινης γέφυρας. Σε όλο το μήκος της θρυλικής αυτής κατασκευής υπήρχαν δεξιά και αριστερά τα πέτρινα αγάλματα των πιο αρχαίων μάγων της ιστορίας, όπως αυτό του Όσβαλντ Κας. Εκείνο όμως του Κέναρντ Γκρερ είχε γκρεμιστεί.
Η Επινουά δεχόταν εκτός από τους μάγους και άλλα μαγικά πλάσματα όπως οι Άρπιες, οι οποίες χαρακτηρίζονταν και ως  ξωτικά των δασών αλλά και γνώμους και Γουέντιγκος. Φυσικά, ο καθένας παρακολουθούσε διαφορετικά μαθήματα ανάλογα με το είδος του αλλά είχαν και μερικά κοινά, όπως η ιστορία της μαγείας και η παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας, ενώ ανάλογα με τον κλάδο που ο καθένας ήθελε να ακολουθήσει, μερικοί παρακολουθούσαν και μαθήματα των κοινών ανθρώπων της Γαλλίας. Για να μπορέσει όμως ένας μάγος να εργαστεί στο Παρίσι ή σε κάποια άλλη πόλη, τόσο της Γαλλίας όσο και του κόσμου γενικότερα, θα έπρεπε να φτιάξει ανθρώπινο διαβατήριο και ταυτότητα με τα αποτυπώματά του και ένα νέο όνομα, καθώς τα μαγικά ήταν περίπλοκα και δύσχρηστα στον ανθρώπινο κόσμο. Τα παιδιά, έπρεπε να είναι από δέκα χρονών και πάνω, ενώ περνούσαν πρώτα από εξετάσεις για να τους κατατάξουν στο ανάλογο επίπεδο. Αρχικά, το είδος του μάγου δεν έπαιζε ρόλο, ωστόσο αργότερα ανάλογα με την έφεση του καθενός και το χρώμα του χωρίζονταν στις ανάλογες τάξεις.

0 Παρεκκλίνων φύλακας (Κεφάλαιο 7) - "Καθρέπτης"

Υποσυνείδητο.
Εκεί κρύβονται ενδόμυχες επιθυμίες.
Εκεί ξαποσταίνουν τα ραγισμένα όνειρα.
Εκεί απωθούνται οι μνήμες που αιμορραγούν.
Κάτω από τη συνείδηση.
Έτοιμα να βγουν στην επιφάνεια.
Έτοιμα κατασπαράξουν κάθε θραύσμα ευτυχίας.
Έτοιμα να ανοίξουν παλιές πληγές.

Ο Άνταμ συνειδητοποιεί ότι δε μου παίρνει κουβέντα σχετικά με τον πραγματικό λόγο της επίσκεψής μου. Θέλω να του μιλήσω, μα το στόμα μου έχει σφραγίσει. Για να λύσει το μυστήριο, με παρασέρνει στο δωμάτιο με τους καθρέπτες. Ονομάζεται «Speculum Interiorem», το οποίο στα λατινικά σημαίνει «Εσωτερικός καθρέπτης». Η οικογένεια Ίνκουμπο το έχει στην κατοχή της από την πρώτη γενιά μεταλλάξεων και το καταραμένο δωμάτιο μεταβιβάζεται στους απόγονους φύλακες σαν κειμήλιο. Η λειτουργία του βασίζεται σε ένα πλήθος από κρυμμένους προβολείς, οι οποίοι έχουν τον τρόπο να παράγουν τις εικόνες του υποσυνειδήτου, οι οποίες ενεργοποιούνται και μεταδίδονται από τον εγκέφαλο με τη βοήθεια ενός παράξενου μείγματος αέρα. Για αυτό, το δωμάτιο παραμένει πάντοτε κλειστό και διαθέτει αυτόνομο σύστημα εξαερισμού και ανεφοδιασμού. Υπάρχουν συγκεκριμένες εργασίες για τους Αναλώσιμους, ώστε να διατηρούν τέτοια μέρη προηγμένης τεχνολογίας.
Ακολουθώ διστακτικά, δίχως διάθεση για αυτό που έπεται, αλλά και χωρίς αντοχές για ομιλία. Κλεινόμαστε μέσα στον ασφυκτικό χώρο. Κάθε γωνιά έχει και έναν νέο καθρέπτη. Σχηματίζουν έναν κύκλο και καλύπτουν μέχρι και την οροφή. Είναι σαν να έχουμε εγκλωβιστεί στο εσωτερικό ενός διαμαντιού. Οι αντανακλάσεις με ζαλίζουν. Όπου και αν στρέψω το κεφάλι, υπάρχει κίνηση, η δική μου κίνηση. Η οσμή του δωματίου είναι αναζωογονητική. Ξυπνά μέσα μου μνήμες και αισθήματα, τα οποία θέλω να κρατώ καταπιεσμένα πίσω από τείχη και κλειστές πόρτες.