Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Ιαν 2015

1 Μια στάλα παράδεισος (Κεφάλαιο 3)

          

Κασσάνδρα


Συνεχίζω να ψάχνω στις σκιές για οποιαδήποτε κίνηση. Ακόμη και όταν το δάχτυλό μου πιέζει το κουδούνι.
Τα φώτα είναι σβηστά. Φυσικό να κοιμούνται τέτοια ώρα. Είναι λάθος να τους ενοχλώ. Μα τα πόδια μου με οδήγησαν από μόνα τους εδώ.
Χτυπάω ξανά και ξανά το κουδούνι με την απελπισία μου να κορυφώνεται, ενώ σαρώνω την περιοχή γύρω μου. Η βροχή έχει πλέον κοπάσει και αθώα ρυάκια κυλούν στις γωνιές του έρημου δρόμου. Ο δημοτικός φωτισμός αδυνατεί να καλύψει κάθε σκιά, όπως εγώ αδυνατώ να καταστείλω την παραφροσύνη του μυαλού μου.
Και αν με είδαν; Και αν με ακολούθησαν; Και αν κάποιος ξέρει;
Το φως πέρα από το παράθυρο του ισογείου τραβά την προσοχή μου. Η κουρτίνα παραμερίζεται και ένα πρόσωπο ξεπροβάλει διστακτικά πίσω από το τζάμι, προτού η κουρτίνα αφεθεί ξανά στην θέση της. Μου φαίνεται σαν περνά ένας αιώνας, μα το φως του κήπου ανοίγει και ακολουθεί η πόρτα. Η νεαρή γυναίκα με τις ανακατεμένες μαύρες μπούκλες διασχίζει γρήγορα το πλακόστρωτο μονοπάτι, με το παλτό ριγμένο πρόχειρα πάνω από τους ώμους της.
«Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;» Ρωτά ξεκλειδώνοντας.
Θέλω να απαντήσω, αλλά είναι δύσκολο με τα δόντια μου να κροταλίζουν.
«Μα εσύ είσαι μούσκεμα», αναφωνεί. «Γρήγορα μέσα. Θα αρπάξεις καμιά πνευμονία. Αν δεν την έχεις αρπάξει ήδη».
Κλειδώνει βιαστικά πίσω της και με τραβά στο εσωτερικό του σπιτιού. Ορμώ ενστικτωδώς προς το μισοσβησμένο τζάκι του σαλονιού, μα εκείνη με αρπάζει από τους ώμους και με οδηγεί προς την σκάλα.
«Στο δωμάτιό μου. Πρέπει να βγάλεις τα ρούχα σου πρώτα».
«Νικ! Ξύπνα!» Αφήνει ένα δυνατό χτύπημα, καθώς προσπερνάμε βιαστικά την πόρτα του ξαδέρφου της.
«Γρήγορα στο μπάνιο» με διατάζει, μόλις μπαίνουμε στο υπνοδωμάτιό της.
Με βοηθά να βγάλω τα βρεγμένα ρούχα και να σκουπιστώ, ενώ το σώμα μου τρέμει ανεξέλεγκτα.
«Κρίσταλ; Τι συνέβη;»
Η αγουροξυπνημένη φωνή του Νικ έρχεται από το δωμάτιο και η Κρίσταλ τον προστάζει να ανάψει το τζάκι.
«Τι έπαθες τέτοια ώρα μου λες;» Εμφανίζεται στο άνοιγμα της πόρτας τρίβοντας τα μάτια του. Ξαφνικά αυτά καρφώνονται απορημένα στο σώμα, που τρέμει ανεξέλεγκτα κάτω από μια πετσέτα στην αγκαλιά της Κρίσταλ. «Κάσι;»
«Ήρθε με τα πόδια».
Ο Νικ δεν περιμένει να ακούσει περισσότερα. Φεύγει τρέχοντας, ενώ η φίλη μου με οδηγεί στο υπνοδωμάτιο. Ύστερα από μερικά λεπτά βρίσκομαι μπροστά στο τζάκι τυλιγμένη σε μια ζεστή κουβέρτα, φορώντας μια μαύρη φόρμα και ένα πουλόβερ της Κρίσταλ.
«Ευχαριστώ», προφέρω βραχνά όταν ο Νικ μου προσφέρει μια κούπα τσάι.
«Τσακώθηκες με την μητέρα σου;» μαντεύει και κάθεται δίπλα μου.
Επιβεβαιώνω κουνώντας το κεφάλι.
«Σε έδιωξαν από το σπίτι;»
Γνέφω αρνητικά με σκυφτό το βλέμμα. «Όμως θα το έκαναν στο τέλος. Οπότε προτίμησα να φύγω εθελοντικά».
«Έπρεπε να μας τηλεφωνήσεις. Θα ερχόμασταν να σε πάρουμε». Λέει η Κρίσταλ με μια μικρή δόση κατηγορίας και ανησυχίας για την χαζομάρα μου.
«Ετοίμασα βιαστικά την βαλίτσα μου, ενώ τσακωνόμασταν. Εκείνη ήθελε να με σταματήσει, μα από την άλλη είχε τον Μάρκο. Και ξέρω πως στο τέλος υποκύπτει σε ότι πει εκείνος. Δεν είχε νόημα να καθυστερώ άλλο το αναπόφευκτο. Στην βιασύνη μου ξέχασα την τσάντα μου μαζί με το πορτοφόλι και το κινητό μου. Και δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσω να τα πάρω» απολογούμαι.
«Και την βαλίτσα;» προφέρει ο Νικ.
«Η βαλίτσα μου…» το κεφάλι μου τινάζεται συνειδητοποιώντας ξαφνικά την απουσία της. «Την άφησα…» ένα ακόμη τρέμουλο διαπερνά το κορμί μου και τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα.
«Κάσι τι συμβαίνει;»
«Εγώ… Δεν το ήθελα… Δεν…» Ένας λυγμός καλύπτει τα λόγια μου, που μετατρέπονται σε δάκρυα.
«Τι συνέβη;» προφέρει μαλακά ο Νικ.
«Τρεις άντρες… μου επιτέθηκαν. Προσπάθησαν… να με βιάσουν…» κομπιάζω.
Αισθάνομαι τα χέρια του Νικ να με αγκαλιάζουν πάνω από την κουβέρτα και κάποιος μου αποσπά την κούπα με το τσάι πριν χύσω το περιεχόμενο επάνω μου.
«Όλα είναι εντάξει τώρα. Κανείς δεν θα σε πειράξει Κάσι. Όχι όσο είσαι μαζί μας».
Αφήνομαι να ξεσπάσω στην αγκαλιά του ντροπιασμένη και ένοχη. Με την μορφή του Πάνου να εμφανίζεται ξανά και ξανά πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα.
«Πως τους ξέφυγες;» αναρωτιέται η Κρίσταλ. Δεν υπάρχει κατηγορία στον τόνο της, μα το σώμα του Πάνου στην κρύα άσφαλτο αποτελεί καταδίκη από μόνο του.
«Εγώ… Ένας άντρας περνούσε με το αμάξι από τον δρόμο και αντιλήφθηκε την σκηνή. Σταμάτησε και τους φώναξε να με αφήσουν. Εκείνοι τρόμαξαν. Το έβαλαν στα πόδια…»
«Συνέχισε» με παροτρύνει με ένα απαλό άγγιγμα στην πλάτη, όταν μένω σιωπηλή.
Τα δάχτυλά μου γραπώνονται απελπισμένα από την μπλούζα του Νικ, καθώς στο μυαλό μου οι εικόνες ζωντανεύουν.
«Προσπάθησε να με βοηθήσει. Και τότε είδα άλλο ένα όραμα. Είδα πως τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ένιωσα τον θάνατό του. Τρόμαξα και το έβαλα στα πόδια. Και εκείνος με ακολούθησε», τελειώνω σπαράζοντας.
«Και το όραμα σου πραγματοποιήθηκε» μαντεύει η Κρίσταλ.
«Τον λένε Πάνο… Δεν έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να του το πω. Έπρεπε να τον προειδοποιήσω. Εκείνος το μόνο που ήθελε ήταν να με βοηθήσει και εγώ τον οδήγησα στον θάνατο…»
«Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα Κάσι. Το μέλλον χαράζεται από τις επιλογές μας. Εκείνος έκανε τις δικές του. Αυτό που είδες ήταν το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών» λέει απομακρύνοντας τις μισοβρεγμένες ξανθές τούφες από το πρόσωπό μου. «Ακόμη και αν τον προειδοποιούσες δε θα σε πίστευε. Και ακόμη και αν δεν σε κυνηγούσε ο θάνατος θα τον έβρισκε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Είχε έρθει η ώρα του. Για όλους έρχεται. Το ξέρεις αυτό».
Πράγματι το ξέρω. Είναι κάτι που έμαθα καλά μέσα στα δεκαεννέα χρόνια της ζωής μου. Μια ζωή με εμένα άβουλο και ανίκανο παρατηρητή του θανάτου. Θανάτου που ερχόταν για τους ανθρώπους που έκαναν το λάθος να με πλησιάσουν.
«Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα» επαναλαμβάνει η Κρίσταλ.
«Τότε γιατί; Γιατί να τα βλέπω όλα αυτά αν δεν μπορώ να αλλάξω όσα θα συμβούν;» Ξεσπάω την αγανάκτησή μου.
«Τα οράματά σου είναι δύναμη Κάσι. Θα μπορούσες να πετύχεις πολλά με αυτά. Να αλλάξεις ολόκληρη την ζωή σου. Πρέπει όμως να μάθεις να τα ελέγχεις», προφέρει ο Νικ θέλοντας να με ηρεμήσει.
«Προσπάθησα».
«Το αλκοόλ και οι ουσίες καταστέλλουν το χάρισμά σου. Μα σε είχα προειδοποιήσει πως αυτό δεν θα συμβαίνει πάντα», παίρνει τον λόγο η Κρίσταλ.
«Ίσως πρέπει να δοκιμάσω κάτι πιο δυνατό», ψελλίζω ζαρώνοντας και μόνο στην ιδέα.
«Δε θα σου επιτρέψω να το ρίξεις στα ναρκωτικά» υψώνει την φωνή της η Κρίσταλ. Μια ανατριχίλα διαπερνά το σώμα μου, καθώς τα μαύρα μάτια της με προειδοποιούν. «Πάψε να φοβάσαι αυτό που είσαι Κάσι», προσθέτει με συμπόνια.
«Δεν μπορώ Κρίσταλ. Κατάλαβε με. Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν αντέχω άλλο θάνατο», ψελλίζω με νέα δάκρυα να ρέουν στα μαγουλά μου.
«Δεν θα είναι πάντα έτσι. Όπως δεν ήταν έτσι στην αρχή».
«Δεν θέλω άλλα οράματα. Θέλω μόνο να γίνω επιτέλους φυσιολογική».
«Δεν έχει νόημα αυτή η συζήτηση τώρα. Η Κάσι χρειάζεται ξεκούραση. Είχε μια πολύ δύσκολη νύχτα» επεμβαίνει ο Νικ και η ξαδέρφη του συμφωνεί.
«Υπάρχει όμως κάτι που πρέπει να ρυθμίσουμε πρώτα. Έγινε ένα δυστύχημα. Ακόμη και αν ο οδηγός δεν κάλεσε την αστυνομία θα το κάνει κάποιος άλλος όταν δει το πτώμα», λέει στεγνά και οι τρίχες στο δέρμα μου τεντώνονται από ένα ρίγος που κάνει το αίμα στις φλέβες μου να παγώσει. «Που έχεις αφήσει την βαλίτσα σου;»
 «Στο… στο σημείο που μου επιτέθηκαν», τραυλίζω.
«Θυμάσαι που είναι;»
«Νο… νομίζω». 


Maria Mous

1 σχόλιο: