Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2 Φεβ 2015

2 Μια στάλα παράδεισος (Κεφάλαιο 4)



Τρέχω. Γύρω μου σκοτάδι. Και βροχή. Τρέχω. Δεν ξέρω που πάω ή από πού ήρθα. Δεν ξέρω καν το λόγο που τρέχω. Απλώς τρέχω. Τρέχω μέσα στην βροχή. Για να γλιτώσω. Τρέχω για να προλάβω. Μοναδικοί ήχοι, τα ποδοβολητά μου στην πνιγμένη άσφαλτο και η απεγνωσμένη μου ανάσα. Δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα. Το σκοτάδι είναι πηχτό. Και όσο τρέχω τόσο βυθίζομαι στο χάος. Τα άκρα μου όμως έχουν δική τους θέληση.
Τρέχω. Και όσο τρέχω ο φόβος μεγαλώνει.
«Κάσι. Κάσι» Το όνομά μου αντιλαλεί στο κενό.
Θέλω να φωνάξω πως είμαι εδώ. Μα δεν έχω φωνή. Και ο Νικ συνεχίζει να με καλεί προκαλώντας μου μια ηχητική παραζάλη.
Σκοντάφτω σε κάτι σκληρό και πέφτω σε μια λακκούβα που ξεχειλίζει νερά. Τα τρεμάμενα χέρια μου επιχειρούν να στηρίξουν το σώμα μου, για να βγω από την τρύπα, μα είναι αδύναμα. Εγώ είμαι αδύναμη. Αξιολύπητη…
Μια ανοιγμένη παλάμη μπαίνει στο οπτικό μου πεδίο. Μια προσφορά βοηθείας. Υψώνω το βλέμμα αναζητώντας το πρόσωπο του άντρα και μια άγνωστη, μα οικεία αντρική φωνή πλημμυρίζει τον κόσμο μου: «Κασσάνδρα…»
«Ήσυχα», προσθέτει ο Νικ με έναν απαλό συριγμό, καθώς τα βλέφαρά μου πεταρίζουν στο σκοτάδι.
«Ένας εφιάλτης ήταν. Όλα είναι εντάξει τώρα. Είσαι ασφαλής»
Αγκαλιάζει το σώμα μου για να με συγκρατήσει και παραμερίζει μερικές τούφες που ήρθαν μπροστά στο πρόσωπό μου. Ως αποτέλεσμα ο ρυθμός της αναπνοής μου επιβραδύνεται και το μυαλό μου συνέρχεται από το μούδιασμα του πανικού.
«Είσαι μαζί μου τώρα». Σαν σκιά μέσα στο σκότος το πρόσωπο του εμφανίζεται μπροστά μου και πιέζω τα χείλη μου να σχηματίσουν ένα μικρό χαμόγελο για χάρη του.
Τα μάτια μου συνηθίζουν γρήγορα την έλλειψη φωτός. Αναγνωρίζω το δωμάτιο του. Δεν θυμάμαι πως βρέθηκα στο κρεβάτι του. Μαντεύω πως με μετέφερε αφού αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του, με το τρίξιμο των ξύλων που καίγονταν στην φωτιά να με νανουρίζει.
«Γύρισε η Κρίσταλ;»
«Εδώ και αρκετή ώρα. Δεν την βρήκε», προφέρει διστακτικά.
Το τέρας του πανικού αναδεύεται μέσα μου.
Ο συριγμός συνοδεύει το δάχτυλο που ακουμπά τρυφερά τα χείλη μου. «Είσαι μαζί μας τώρα. Κανείς δεν θα σε βλάψει όσο είσαι μαζί μας».
Γνέφω νιώθοντας έναν κόμπο στο στομάχι. Ο Νικ χαϊδεύει το μάγουλό μου και αφήνω την μορφή του να με μαγέψει, για να ξεφύγω από το τρόμο.
Μαλλιά μαύρα σαν την νύχτα στο λευκό φόντο του προσώπου του. Δυο μάτια πράσινα, σκοτεινά και επικίνδυνα. Αυτό είχα σκεφτεί θυμάμαι την πρώτη φορά που αντίκρισα τον Νικόλαο Χαρδέλη. Σκοτεινός και επικίνδυνος. Προκαλεί και μόνο που υπάρχει. Το βλέμμα του αποτελεί υπόσχεση για μια βουτιά στην αμαρτία. Σε έναν κόσμο πέρα από τα στενά όρια των πρέπει και των κανόνων. Πέρα από όσα με πονούν και με πληγώνουν.
Κάθε θηλυκό θα σκότωνε για ένα τέτοιο βλέμμα. Για να γευτεί την κάψα των χειλιών του. Και ο Νικ διάλεξε εμένα. Το κορίτσι που ζούσε πάντα στο περιθώριο. Το κορίτσι που ποτέ κανείς δεν επέλεξε. Που όλοι έτρεχαν μακριά αφήνοντάς την μόνη στο χάος των οραμάτων της. 
«Τι συμβαίνει;»
«Δεν θα πάψω ποτέ να είμαι ένα φρικιό».
«Δεν είσαι φρικιό Κάσι» αγκαλιάζει το πρόσωπό μου. «Είσαι μια οπτασία. Μοναδική. Απλώς δεν το έχεις συνειδητοποιήσει ακόμη».
Βουλιάζω στο μαξιλάρι τραβώντας την κουβέρτα μέχρι το στήθος μου.
«Ίσως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, μα είπες ότι είδες "άλλο ένα όραμα". Είδες κάτι όταν σε άγγιξαν εκείνοι οι άντρες;»
Ανατριχιάζω στην μνήμη που μου ξυπνά η ερώτησή του.
«Είδα… είδα και τους τρεις. Φαίνεται πως χρωστούν λεφτά σε κάποιον. Μαφιόζο, άνθρωπο της νύχτας, πες το όπως θέλεις. Θα τους σκοτώσει».
«Και πως αισθάνεσαι για αυτό;»
«Νιώθω… Δεν ξέρω».
«Ξέρεις. Ξέρεις Κάσι. Απλά δε θέλεις να το παραδεχτείς». Χαϊδεύει το πηγούνι μου αναγκάζοντάς με να τον κοιτάξω κατάματα. «Νιώθεις δικαίωση. Νιώθεις πως θα πάρουν αυτό που τους αξίζει για αυτό που σου έκαναν, για αυτό που κάνουν. Δεν φαίνονταν και πολύ καλοί άνθρωποι. Ήταν τρία αποβράσματα. Ίσως πωλούσαν και ναρκωτικά σε παιδάκια. Έμοιαζαν για τέτοιοι τύποι, έτσι; Μέσα σου χαίρεσαι για τον θάνατό τους».
«Εγώ…»
«Δεν είναι ντροπή Κάσι. Τους αξίζει. Τους αξίζει ο θάνατος. Τους αξίζει η τιμωρία. Μην νιώθεις ένοχη για τα συναισθήματά σου».
Τα μάτια μου βουρκώνουν και χύνονται αναγνωρίζοντας πως έχει δίκιο για τα συναισθήματά μου. Για την ακρίβεια αν μπορούσα θα τους σκότωνα η ίδια. Και μόνο που σκέφτομαι τα χείλη αυτού του σιχάματος να με αγγίζουν…
Απομακρύνομαι ενστικτωδώς όταν ο Νικ εναποθέτει ένα φιλί στο μέτωπό μου. Για μια στιγμή ανταλλάσουμε σαστισμένα βλέμματα, ώσπου αναγνωρίζω την παραφροσύνη μου και κουρνιάζω στην αγκαλιά του για να κρυφτώ από τον κόσμο.
«Ο Πάνος όμως όχι. Εκείνος δεν το άξιζε» προφέρω ύστερα από λίγο.
«Ίσως ναι, ίσως και όχι. Δεν ξέρεις τι ζωή είχε κάνει αυτός ο άνθρωπος. Όπως και να έχει, ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Εκείνος έκανε τις δικές του. Είναι η σειρά σου. Δεν μπορείς να τρέχεις μακριά από αυτό που είσαι Κάσι. Πρέπει να πάρεις την ζωή σου στα χέρια σου».
«Δεν μπορώ…»
«Μπορείς» με διακόπτει. «Είσαι δυνατή. Το ξέρω. Και έχεις εμένα και την Κρίσταλ. Δεν θα σε αφήσουμε μόνη σου».
«Δεν μπορώ να ελέγξω τα οράματά μου», ψελλίζω αντιλαμβανόμενη την ανικανότητά μου να τον πείσω.
«Μπορείς. Και θα το κάνεις. Πάψε πια να είσαι έρμαιο των αποφάσεων που παίρνουν οι άλλοι για εσένα. Πάλεψε και διεκδίκησε αυτά που αξίζεις. Γιατί αξίζεις πολλά Κασσάνδρα».
Κασσάνδρα…
Η ονειρική φωνή ψιθυρίζει μέσα μου πνίγοντας κάθε μου σκέψη.
«Είσαι ακόμη αναστατωμένη. Καλύτερα να το συζητήσουμε ξανά το πρωί, που θα είσαι πιο ψύχραιμη. Ξεκουράσου τώρα». 
Συμφωνώ κουνώντας ασυναίσθητα το κεφάλι. Τυλίγομαι με τα σκεπάσματα επιτρέποντας τους να μου δημιουργήσουν μια ψευδαίσθηση προστασίας. Αισθάνομαι το χέρι του Νικ στον λαιμό μου και έπειτα τα χείλη του. Στρέφομαι προς το μέρος του, για να συναντήσω το φιλί του. Και αυτό βαθαίνει παίρνοντας θάρρος.
«Νικ…» Αποτραβιέμαι διστακτικά.
«Καταλαβαίνω», ψιθυρίζει.
«Συγγνώμη. Που δεν είμαι όπως με θες».
Η δήλωση μου τον αιφνιδιάζει.
«Στο χέρι σου είναι να γίνεις Κάσι» προφέρει κοντά στο αυτί μου με μια φωνή, που θα μπορούσε να μαγεύσει και θηρία. «Καληνύχτα», συμπληρώνει πιο ψυχρά και ξαπλώνει γυρνώντας μου την πλάτη.
Ίσως μου έχει θυμώσει. Ίσως δεν θέλει να με φέρει σε δύσκολη θέση. Όποιος και αν είναι ο λόγος η απομάκρυνση του εντείνει το κενό και την παγωνιά της μοναξιάς μέσα μου. Μαζεύομαι κοντά στο σώμα του αποζητώντας την ζεστασιά του. Ένα λεπτό αργότερα τα στρώματα αναδεύονται και βρίσκομαι ξανά στην αγκαλιά του απολαμβάνοντας την επαφή στο γυμνό του στέρνο.
«Σε ευχαριστώ», ψελλίζω κλείνοντας τα μάτια στην ασφάλεια του.
«Πάντα θα είμαι εδώ για εσένα. Κοιμήσου Κασσάνδρα», ψιθυρίζει στοργικά και η τελευταία στιγμή του εφιάλτη με χτυπά ξανά.
Κασσάνδρα…
Δεν πρόλαβα να δω καθαρά την μορφή του άντρα που θέλησε να με βοηθήσει. Το πρόσωπό του παραμένει θολό και απροσδιόριστο πίσω από την βροχερή σκιά της νύχτας και ενός τρομακτικού ονείρου. Μια εικόνα όμως χαράχτηκε μέσα μου. Δυο γαλαζοπράσινοι κύκλοι. Δυο μικρές θάλασσες στον καλοκαιρινό ήλιο. Δυο μάτια καθαρά σαν την λάμψη ενός αγγέλου…


Maria Mous

2 σχόλια:

  1. δεν υπαρχουν πια λογια καθε κεφαλαιο σου ειναι καλυτερο απο το προηγουμενο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σε ευχαριστώ Ελίζα μουυυυ (k) Κάθε φορά που βλέπω το σχόλιο σου μου φεύγει ένα άγχος :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή