Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28 Φεβ 2015

3 Μια στάλα παράδεισος (Κεφάλαιο 5)



Ναθάνιελ

Αν μπορεί κάτι να με εξοντώσει αυτό είναι αδυναμία να δράσω.
Συνεχίζω τους άκαρπους κύκλους πάνω στην έρημη ταράτσα της- διόλου φτωχικής- οικείας. Κάθε τόσο τα χέρια μου αναζητούν το προστατευτικό κιγκλίδωμα και τα μάτια μου καρφώνονται στην γειτονική βίλα.
Έχουν περάσει σχεδόν δύο ώρες και το φως στο σαλόνι παραμένει ανοιχτό. Το στέρνο μου ανεβοκατεβαίνει έντονα, καθώς η υπομονή μου δοκιμάζεται. Αισθάνομαι το μέταλλο να συμπιέζεται υπό το κράτημά μου. Μόνο όταν ακούω τον κουδουνιστό ήχο της διάλυσης του συνειδητοποιώ πως έχω ανοίξει τα φτερά μου έτοιμος να επιτεθώ.
Παίρνω βαθιές εισπνοές, ώσπου να χαλαρώσουν οι μυς μου. Τουλάχιστον τόσο όσο χρειάζεται για να χαμηλώσω τα φτερά μου. Αν μπορούσα να ορμήσω και να πάρω την προστατευόμενη μου από εκεί μέσα θα το έκανα δίχως κανένα δισταγμό. Μα μου είναι αδύνατον. Όσο η Κασσάνδρα επιλέγει την Κρίσταλ η δαιμονική μαγεία δεν μου επιτρέπει να πλησιάσω περισσότερο την κατοικία της αρχιδαιμόνισσας.
Ξεφυσάω ηττημένος. Χαλαρώνω την λαβή μου και επιθεωρώ την ζημιά που προκάλεσα. Το σίδερο έχει πάρει την φόρμα των γροθιών μου και έχει αποκολληθεί σε δύο διαφορετικά σημεία. Τα δάχτυλά μου διατρέχουν την έκταση της ζημιάς δίχως να αγγίζουν το μέταλλο. Όταν εισέρχεται ξανά στο οπτικό μου πεδίο έχει επανέλθει στη πρότερη κατάστασή του.
«Τα νεύρα σου όλο και χειροτερεύουν». Οι δεκάδες αιώνες εμπειρίας είναι το μόνο που με εμποδίζει από το να τιναχθώ, αιφνιδιασμένος από την παρουσία της. «Για να μην αναφέρω το πόσο απρόσεχτος έχεις γίνει», συμπληρώνει η Κρίσταλ πλησιάζοντάς με.
«Ήμουν αφηρημένος» απαντώ ψυχρά.
«Τι σου έκανε το καημένο το κάγκελο και το διαμελίζεις;» Αναρωτιέται σουφρώνοντας τα χείλη με παράπονο.
«Αυτήν την φορά ξεπέρασες κάθε όριο». Διατηρώ τον τόνο μου σε φυσιολογικά επίπεδα, μα είναι αδύνατον να κρύψω την οργή μου. «Ήξερες πολύ καλά τι θα έκαναν αυτά τα καθάρματα και παρόλα αυτά…»
«Ο Ντομινίκ τους οδήγησε σε εκείνην». Απαντά αδιάφορα.
Με ένα ανάλαφρο σάλτο βρίσκεται σταυροπόδι πάνω σε μια χαμηλή τσιμεντένια κολόνα, από αυτές που στηρίζουν το κιγκλίδωμα. Δαιμονικά φτερά απλώνονται πίσω της απολαμβάνοντας το ελαφρύ αεράκι που παίζει μαζί τους.
«Ο Ντομινίκ δεν κάνει τίποτα δίχως την άδειά σου. Πως μπορείς να ρισκάρεις έτσι την ζωή της;»
«Τώρα γίνεσαι υπερβολικός. Δεν θα την σκότωναν κιόλας». Ατενίζει την θέα.
«Αλήθεια; Να υποθέσω πως το όπλο το είχαν για φιγούρα;»
«Είχαν όπλο;» Στρέφεται με προσποιητή έκπληξη προς το μέρος μου.
«Ένας από αυτούς».
«Μικρό το κακό».
«Κρίσταλ!» Αναφωνώ έξαλλος.
«Χαλάρωσε Νέιθ. Η επέμβασή σου ήταν σωτήρια όπως πάντα. Θα έπρεπε να με ευχαριστείς που σε βοηθάω να φαίνεσαι χρήσιμος σε κάτι».
Την αρπάζω από το καρπό τραβώντας την από το κάθισμά της. Αιφνιδιασμένη παρασύρεται από την ροπή μου και τα πρόσωπά μας να έρχονται σε απόσταση αναπνοής.
«Το αστείο παρατράβηξε. Την επόμενη φορά που θα θέσεις την ζωή της σε κίνδυνο…»
«Τι θα κάνεις; Θα την πάρεις στην αγκαλιά σου και θα πετάξεις στο φεγγαρόφωτο;» Θέλω όσο τίποτα άλλο να βάλω τέλος στην ειρωνεία της. Μα δεν μπορώ… «Όσο η Κασσάνδρα επιλέγει εμένα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Όχι ότι προσπαθείς κιόλας. Δεν σε αναγνωρίζω Ναθάνιελ. Εσύ ήσουν πολεμιστής. Τώρα το μόνο που κάνεις είναι να κρύβεσαι πίσω από την οργή σου. Το παίζεις σκληρός, μα καταβάθως τρέμεις σαν το φύλλο στο βοριά».
«Αρκετά», γρυλίζω.
Αισθάνομαι ένα δυνατό χτύπημα στο κέντρο του στήθους μου. Το έδαφος χάνεται από κάτω μου και προσκρούω στον τοίχο. Δύο μέτρα μακριά από το σημείο που στεκόμουν. Μια άναρθρη κραυγή ξεφεύγει από τα χείλη μου, καθώς ένα φτερό διπλώνει ανάμεσα στο σώμα μου και το συμπαγές εμπόδιο.
Στηρίζομαι στα πόδια μου δίχως να πέσω στο έδαφος και αντιγυρίζω το σκοτεινό βλέμμα της δαιμόνισσας. Και τότε εκείνη στρέφεται αλλού. Αναζητώ αυτό που τράβηξε την προσοχή της και προκάλεσε αυτό το σαρδόνιο χαμόγελο. Δεν είναι δύσκολο να το εντοπίσω. Εξάλλου, ο Ντομινίκ επιθυμεί να κάνει την παρουσία του όσο το δυνατόν πιο ενοχλητική.
Έχω παρακολουθήσει τόσες φορές το σπίτι που ξέρω πολύ καλά κάθε χώρο. Ο δαίμονας στέκεται στο παράθυρο του υπνοδωματίου του. Διατηρεί την ανθρώπινη μορφή του και αυτό με εξοργίζει. Επειδή πίσω του είναι εκείνη. Ένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να την διακρίνει μέσα στο σκοτάδι και από αυτήν την απόσταση, αλλά εγώ δεν είμαι άνθρωπος. Και ο Ντομινίκ φρόντισε να τραβήξει αρκετά τις κουρτίνες, ώστε να φαίνεται η μορφή που έχει πλαγιάσει κάτω από τα σκεπάσματά του.
«Τόσο πολύ σε αναστατώνει;»
«Το ότι η προστατευόμενη μου κοιμάται με ένα δαίμονα; Δεν με αναστατώνει απλώς. Με κάνει έξαλλο. Δεν έχει ιδέα τι είναι στα αλήθεια ο Ντομινίκ».
«Τι θα άλλαζε αν το ήξερε;» Αναρωτιέται κερδίζοντας ένα βλέμμα αποστροφής από μέρος μου. «Όποια μορφή και αν έχει ο Ντομινίκ ξέρει να γίνεται γοητευτικός στις θνητές. Ίσως θα μπορούσε να σου μάθει μερικά κόλπα. Αν του το ζητήσεις…»
«Δεν θα παίξω το παιχνίδι σου». Απαντώ στεγνά και διπλώνω τα χέρια μπροστά στο στήθος μου.
«Αυτό που δεν καταλαβαίνεις Ναθάνιελ, είναι πως έχεις ήδη παίξει. Και έχεις χάσει. Αντί να είσαι δίπλα στην προστατευόμενη σου την αποφεύγεις όπως ο διάολος το λιβάνι» γελάει με το αστείο της. «Γιατί;»
Η απάντηση κάθεται στο λαιμό μου.
«Θα σου πω εγώ γιατί. Την φοβάσαι. Την φοβάσαι γιατί σου θυμίζει το λάθος σου. Σου θυμίζει το ότι στάθηκες αδύναμος. Το ότι ερωτεύτηκες την Κασσάνδρα και μετά την πρόδωσες».
«Πάψε!» Η φωνή μου φτάνει στους ουρανούς.
«Η αλήθεια πονάει. Ναθαναήλ». Το πρόσωπό της βρίσκεται ακριβώς μπροστά μου και προφέρει το πλήρες όνομά μου αργά και καθαρά. «Καιρός να την συνειδητοποιήσεις. Γιατί η αδυναμία σου σε οδήγησε σε ακόμη ένα λάθος. Μα δεν είναι δικό σου λάθος. Όχι. Η ψυχή της Κασσάνδρας δεν έπρεπε να είναι δικό σου βάρος. Εσύ κουβαλάς ήδη βαρύ φορτίο. Εδώ. Και πονάει», ψιθυρίζει με την παλάμη της να ακουμπά στο σημείο που βρίσκεται η καρδιά μου, ενώ εγώ στέκομαι ακίνητος. Ανίκανος να αντιδράσω. «Οι άγγελοι δεν το καταλαβαίνουν. Ο έρωτας είναι απαγορευμένο συναίσθημα για εκείνους. Μα τότε, γιατί εσύ το ένιωσες; Γιατί να υποφέρεις εξαιτίας της; Εξαιτίας της απώλειας. Εξαιτίας της προδοσίας. Υπάρχει και άλλος δρόμος. Ένας δρόμος που θα σου επιτρέψει να γιατρέψεις τις πληγές σου. Ένας δρόμος όπου το πάθος που σε αναγκάζουν να πνίξεις θα σε ανεβάσει ψηλά. Θα κερδίσεις νέα δύναμη, νέα δόξα και πάνω από όλα… θα είσαι ελεύθερος Ναθάνιελ. Ελεύθερος από τον πόνο. Ελεύθερος να βρεις παρηγοριά, σε μια νέα Κασσάνδρα…» η αισθησιακή φωνή της σβήνει με τα χείλη της να χαϊδεύουν τα δικά μου. Ένα φλογερό, ζουμερό μήλο, κόκκινο σαν αίμα, που με προκαλεί να το απολαύσω.
Λένε πως ο πειρασμός είναι γλυκός. Στην περίπτωση της Κρίσταλ είναι φωτιά. Μια πύρινη μανία που απειλεί να με πάρει στην κόλαση. Τα χέρια της τυλίγονται γύρω από τον λαιμό μου και τα φτερά της αγκαλιάζουν την ένωση μας.
«Κάποτε μου είχες πει πως οι κότες δεν ξέρουν να φιλάνε», ψιθυρίζω πάνω στα χείλη της.
«Εσύ όμως δεν είσαι κότα. Τουλάχιστον όχι εδώ». Το χέρι της βρίσκεται ξανά πάνω από την καρδιά μου. Αυτήν την φορά άθελα της αγγίζει το μενταγιόν που κρύβεται κάτω από το πουκάμισό μου. Τα επιδέξια χέρια της ξεκουμπώνουν με ευκολία τα πρώτα κουμπιά αποκαλύπτοντας το ασημένιο κόσμημα. «Είσαι περισσότερα από αυτό», προσδίδει αισθησιασμό στην φωνή της.
«Ίσως και να έχεις δίκιο…»
«Πάντα έχω δίκιο». Με φιλά ξανά.
«Ξέρεις όμως ποιος ήταν;» Διακόπτω αφήνοντας την εκπνοή μου να παίξει με το αυτί της και ένα απολαυστικό γουργουρητό βγαίνει από το λαρύγγι της. «Η Κασσάνδρα. Και εξακολουθώ να πιστεύω ότι φιλούσε καλύτερα από εσένα».
Το γουργουρητό μετατρέπεται σε γρύλισμα, καθώς με σπρώχνει μακριά της. Τα φτερά της τινάσσονται δυνατά και μια ριπή ανέμου με χτυπά. Τα βλέφαρά μου πεταρίζουν και τα φτερά μου τεντώνονται, μα είμαι προετοιμασμένος και δεν αποστρέφω το βλέμμα.
«Πρόδωσες την Κασσάνδρα σου τότε. Τώρα προδίδεις την καινούρια. Καιρός να το αποδεχθείς Ναθάνιελ. Ο παράδεισος δεν κάνει πια για εσένα», λέει με μίσος και με ένα τίναγμα υψώνεται στον σκοτεινό ουρανό αφήνοντας με μόνο.
Έχω συνηθίσει τις κατηγορίες της Κρίσταλ για την υπόθεση της Κασσάνδρας, αλλά και τα πειράγματα για τον τρόπο που χειρίζομαι την περίπτωση της θνητής Κασσάνδρας. Ακόμη και τις σπόντες τους για την σύγχυση που μου προκαλεί το κοινό όνομά τους έχω συνηθίσει. Μα το να με κατηγορεί η Κρίσταλ για την ανικανότητά μου να κερδίσω την ψυχή της προστατευόμενης μου… Αυτό είναι… αδιανόητο. Και το χειρότερο είναι πως έχει δίκιο. Σε όλα όσα είπε.
Ο Ντομινίκ έχει ήδη σφραγίσει τα παραθυρόφυλλά του αφήνοντας στην φαντασία μου να αποκαλύψει όλα όσα συμβαίνουν πίσω τους. Οι γροθιές μου σφίγγονται και η οργή μου θεριεύει όσο σκέφτομαι πως έχει το θράσος να την αγγίζει και να υποκρίνεται πως την αγαπά, ενώ επέτρεψε σε εκείνα τα τέρατα να την εκμεταλλευτούν. Τρελαίνομαι στην ιδέα των όσων θα είχαν συμβεί αν δεν περνούσε από την περιοχή ο Πάνος και αν από θαύμα δεν είχε ακούσει την καθοδήγησή μου, ώστε να επιλέξει τον δρόμο που τον έφερε μπροστά της. Ευτυχώς, από όσο με ενημέρωσε ο Φύλακάς του, που ήρθε να με ευχαριστήσει, η τελευταία αυτή πράξη συνέβαλε, ώστε ο άντρας να κερδίσει μια θέση στον παράδεισο.
Η Κασσάνδρα όμως δεν θα έχει την ίδια μοίρα. Η Κρίσταλ τα κατάφερε πολύ καλά. Με μικρές και έξυπνες κινήσεις πάτησε στους φόβους και στις αδυναμίες της και κατάφερε να εντείνει την επιφύλαξη της απέναντι στους ανθρώπους. Και αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα. Αναγνωρίζω την τακτική της. Την έχω ξαναδεί. Έσπειρε το χωράφι της και έρχεται η ώρα που θα δούμε τους κόπους της να βλασταίνουν. Και εγώ είμαι απλά ο παρατηρητής του θερισμού.
Σηκώνω το μενταγιόν που κρέμεται πλέον μόνιμα στον λαιμό μου και ύστερα υψώνω τα μάτια στον ουρανό. Η νύχτα είναι ήρεμη, μα το φεγγάρι κρύβεται ακόμη πίσω από τα σύννεφα. Αφήνω την υπερόραση μου να το αναζητήσει και τότε αποκαλύπτεται ολόγιομο στην κορυφή του ουράνιου θόλου, με τις λάμψεις εκατοντάδων αστεριών να το πλαισιώνουν.
Πόσο της άρεσε το φεγγάρι… Θαύμαζε ολόκληρη την δημιουργία, μα είχε αδυναμία στο φεγγάρι. Πόσες νύχτες την είχα πιάσει να κατεβαίνει στην Γη, μόνο και μόνο για να το κοιτάξει…
Κασσάνδρα… Προφέρω μέσα μου. Αποζητώντας από το όνομά της την λύτρωση, που ποτέ δεν έρχεται. 


Maria Mous

3 σχόλια:

  1. Απιστευτω κεφάλαιο δεν έχω απλα λόγια ια να περιγράψω πως νιώθω κάθε φορά που διαβάζω ενΑ καινούργιο κεφάλαιο

    ΑπάντησηΔιαγραφή