Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Φεβ 2015

0 Η Τελετή (Κεφάλαιο 6)


     Προχωράμε μέσα στα δέντρα ώσπου φτάνουμε σε ένα γνώριμο σημείο. Σε μια μικρή όμορφη λιμνούλα. Πετάει τα παπούτσια της και πέφτει μέσα στο νερό. Χαμογελάω που την βλέπω έτσι μούσκεμα με τα ρούχα αλλά αυτό το χαμόγελο φεύγει κατευθείαν φέρνοντας στην ανάμνησή μου την τελευταία φορά που ήρθα εδώ.

«Έλα! Μην φοβάσαι! Δεν θα πάθεις τίποτα για μια βουτιά!» μου φωνάζει κάνοντάς μου νόημα να μπω. Το σκέπτομαι για λίγο. Διστάζω. Αλλά μετά από μερικά παρακαλετά βουτάω μέσα. Τα χαχανητά μας ηχούν σε όλο το δάσος.

«Σ' ευχαριστώ» της λέω τόσο σιγά σαν να το λέω περισσότερο στον εαυτό μου πάρα σε εκείνη. Μου χαμογελάει και αρχίζει να μου ρίχνει νερό.
   

      Παίρνω βαθιά ανάσα και βουτάω μέσα, μέχρι τον πάτο. Μετά από λίγο συνειδητοποιώ ότι αναπνέω χωρίς πρόβλημα. Κοιτάω πάνω και βλέπω την Κάσια να είναι έτοιμη να με υποδεχτεί στην επιφάνεια με μια μεγάλη μπάλα νερό. Είπα να της κάνω πλακά και κάθομαι λίγο παραπάνω εδώ κάτω. Είναι τόσο γαλήνια. Κλείνω τα μάτια μου και ακούω τους ήχους του νερού. Χαλαρώνω. Όλο αυτό το σκοτάδι που με κυρίευε πριν αρχίζει και εξαφανίζεται. Ξαφνικά ουρλιαχτά αντηχούν μέσα στο κεφάλι μου. Προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου αλλά δεν μπορώ. Χτυπιέμαι. Νιώθω να πνίγομαι. Στο μαύρο των βλεφάρων μου σχηματίζονται εικόνες. Παιδιά, γέροι και γονείς.. Δεν μπορώ να καταλάβω. Φωνάζουν για βοήθεια. ένας άντρας κάνει μια ένεση σε ένα κοριτσάκι και αυτή πέφτει ανέστιτη. Που την πάει?

«ΟΧΙ! ΠΕΡΙΜΕΝΕ!» φωνάζω και τρέχω να τον προλάβω. Τέσσερα χέρια μια πιάνουν και με τραβάνε. Ώσπου. ώσπου βλέπω πάλι το φως του ηλίου πίσω στην άυλη. Το δυνατό φως με κάνει να κλείσω για μια ακόμα φορά τα μάτια μου. Το κεφάλι μου πονάει. οι φωνές χάνονται και η Κάσια μπροστά μου με κοιτάζει τρομοκρατημένη.

«Είσαι καλά?» μου λέει παίρνοντας το πρόσωπό μου στα χέρια της.

«ΕΕΕ. ναι καλά είμαι.» πιάνω το κεφάλι μου και συνεχίζω. «Κάσι ηρέμισε.. Μπορώ να αναπνέω μέσα στο νερό τώρα πια. το ξέχασες?» της λέω προσπαθώντας να φανώ ήρεμη. Τι ακριβός να της έλεγα? Ότι βλέπω όραμα που δεν βγάζουν νόημα?

«Μα φαινόσουν ότι πνίγεσαι..» λέει και μετά από λίγα δευτέρα με κοιτάζει θυμωμένη βαθιά μέσα στα μάτια. «Επίτηδες το έκανες για να με τρομάξεις! Χαζή! Μην το ξανακάνεις! Δεν έχω συνηθίσει ακόμα τις δύναμης σου!» Χμ!.. δεν είσαι και η μονή.. Είμαι μπερδεμένη.. Τι συμβαίνει? Κοιτώ γύρο μου και στο οπτικό μου πεδίο πέφτουν οι φιγούρες του Μπράντον και του Ματ. Τώρα μάλιστα! Αυτοί μου έλειπαν!

«Τι θέλετε εδώ?» λέω αγριεμένη

«Σε έσωσα καλή μου» λέει ο Μπράντον.

«Χα ας γελάσω! Εγώ σε έσωσα!»

   Οχ, όχι πάλι! Δεν τους μπορώ άλλο. Μένω πάλι ανάμεσα τους να τους βλέπω να λογομαχούν. Ουπς! Επιτέλους λίγη δράση. Ο Ματ έδωσε μπούνια στον Μπράντον. Η αδερφή μου, μου λέει ιρανικά: «Δεν θα κανείς κάτι?» ένα σαρδόνιο χαμόγελο έρχεται στα χείλη μου.

«Θα μπορούσα.. Αλλά δεν θέλω.» λέω και κοιτάζω τα δυο σκυλιά να τρώγονται μεταξύ τους. Ο Μπράντον ρίχνει μια μπούνια στο στομάχι του Ματ και πέφτει μέσα στην λίμνη.
«Οκ σταματήστε!» λέω ήρεμη. Αλλά εκείνοι συνεχίζουν. Θα πνίγουν και οι δυο έτσι όπως πάνε!
« Σταματήστε!» φωνάζω με όλη μου την δύναμη αλλά τίποτα.

     Προσπαθώ να μπω ανάμεσά τους χωρίς να χρησιμοποιήσω τις δύναμης μου γιατί στο τέλος θα τους πνίξω εγώ! Πάω να πιάσω από τον ώμο τον Ματ αλλά πριν προλάβω να κουνηθώ, από το πουθενά μου έρχεται μια μπούνια. Ζαλίστηκα και πέφτω κάτω. Αυτόματα βάζω το χέρι μου στην μύτη μου η όποια αιμορραγεί. Σταμάτησαν να παλεύουν και με κοιτούν  και οι δυο με γουρλωμένα τα μάτια.

«Πώς τόλμησες να την χτυπήσεις?!» βρυχάται ο Ματ.
«Εσύ φταις παλιό καθήκι!» και συνεχίζουν. Βάζω τις φωνές και αέρας δυνατός τους κτυπάει. Ο ένας βρέθηκε πάνω σε ένα δέντρο και ο άλλος με καρφωμένο το κεφάλι του σε έναν θάμνο.

    Το βάζω στα ποδιά με θυμό να με έχει κατακλίσει. Τους μισώ όλους! ΟΛΟΥΣ! Λέω από μέσα μου. Κλίνομαι σε ένα δωμάτιο στο γυμναστήριο οπού το είχε φτιάξει η μητέρα μου για την Κάσι, σε περίπτωση που ξεσπούσε πάλι. Κλειδώνομαι και αρχίζω να κάνω κύκλους. Μισώ τον Ματ, μισώ τον Μπράντον, μισώ την Κάσι, αυτήν την χωριάτισσα, τον Άντονι. Όλους. 
Στέκομαι στην μέση του δωματίου.... Μισώ τον εαυτό μου..

    Ποσά σε μια μέρα? Γιατί? Τι έκανα? Γιατί το έκανα? Είμαι άραγε άρρωστη και επικίνδυνη? Τα μάτια μου θολώνουν από τα δάκρυα. Δεν βλέπω. Μονό νιώθω και ακούω. Νιώθω να καίγομαι. Νιώθω το δέρμα μου να φεύγει σαν να ξεφλουδίζει. Ακούω φωνές από έξω και κάποιον να φωνάζει βοήθεια. Νιώθω σαν ραδιενεργή κύματα να βγαίνουν από μέσα μου. Σφραγίζω τα μάτια μου όσο ποιο δυνατά μπορώ και  προσπαθώ να το ελέγξω. Ακούω χιονοθύελλες και ανεξέλικτους άνεμου. Ένας τρομερά δυνατός ήχος διαπερνά τα αυτιά μου και μετά.. Μετά τίποτα... καμία εικόνα.. Κανένας ήχος... μονό ένα τρομερό σφύριγμα μέσα στο κεφάλι μου.
    Ανοίγω τα μάτια μου και νιώθω να είμαι στην αγκαλιά κάποιου. Κάποιος με μεταφέρει. Που με πάει? Όταν μπορώ να δω καθαρά βλέπω το πρόσωπο του Ματ να με κοιτάζει και κάτι μου λέει. Αλλά δεν ακούω τίποτα. Φαίνεται πάντως τρομοκρατημένος. Αρχίζω και χτυπιέμαι.

«Άφησε με κάτω!» ουρλιάζω και καταφέρνω να πέσω από τα χέρια του. Κλείνω τα μάτια για να ετοιμαστώ να έρθω αντιμέτωπη με το σκληρό πάτωμα. Δεν νιώθω τίποτα. Για δύο δευτερόλεπτα πάω να ανοίξω τα μάτια μου αλλά ένα εκτυφλωτικό φως δεν μου το επιτρέπει. Για δύο δευτερόλεπτα νιώθω ανυπόφορη ζεστή και κρύο ταυτόχρονα. Για δύο δευτερόλεπτα κενό.. Ανοίγω τα μάτια μου και αντί να βρίσκομαι στην κρύα άσφαλτο το πρόσωπο μου ακουμπάει το δροσερό γρασίδι.

«Που είμαι?»

     Το μυαλό μου παίρνει χίλιες στροφές. Τι έγινε μόλις τώρα? Μήπως πάλι λιποθύμησα? Και να λιποθύμησα, πως βρέθηκα εδώ? Μου ήρθε η εικόνα του βιβλίου με το προειδοποιητικό μήνυμα. «Κίνδυνος.. Περιέργων δυνάμεων.» Λες να τηλεμεταφέρθηκα? «Αποκλείεται» λέω στον εαυτό μου και κάνω μια προσπάθεια να σηκωθώ. Άμεσος ένας τρομερός πόνος διαπερνά όλο μου το σώμα. Γονατίζω και σκύβω το κεφάλι κάτω για να αποδιώξω αυτό το τρομερό συναίσθημα.

   Φέρνω τα χέρια μου κοντά στο πρόσωπο μου και παρατηρώ ότι είναι γεμάτα πληγές. Ανακάθομαι στο απαλό γρασίδι που αυτή την στιγμή το νιώθω σαν βελόνες πάνω στο κορμί μου και κοιτάζω το υπόλοιπο σώμα μου. Το ίδιο παντού. Πιάνω το πρόσωπο μου και μορφάζω κατευθείαν από το τσούξιμο. Πως έγινε αυτό? Μα τι ρωτάω? Λες και δεν ξέρω τι έγινε. Μπορεί να μην έβλεπα αλλά ένιωθα τι έκανα στον εαυτό μου. Τόση δύναμη? Τόσος θυμός βγήκε από μέσα μου με την μορφή καταστροφής. Τα χέρια μου τρέμουν και νιώθω ενέργεια να ρέει ακόμα μέσα μου. Εξετάζω το περιβάλλον γύρο μου.
    
     Βρίσκομαι πίσω από ένα δέντρο, μπροστά από ένα ποταμάκι. Άμεσος εικόνες από τις αναμνήσεις μου παίρνουν μορφή μπροστά μου.  Είμαι εγώ με την Κάσι και κρυβόμαστε από την μητέρα μου. Χαχανητά και σκουντήματα αναμεταξύ μας. Ακούμε τα βήματα της να έρχονται γοργά προς το μέρος μας. Ήξερε που βρισκόμασταν. Πάντα ήξερε. Συνήθως έκανε και καλά ότι δεν μας βρίσκει και έψαχνε σε άκυρα σημεία. Αυτή τη φορά όμως κάτι άλλαξε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μας έπιασε και τις δύο και εμείς πήγαμε να τρέξουμε για να μην είμαστε οι επόμενες που θα «φιλάμε». Μας έσφιξε από τα μπράτσα και μας έβαλε να κάτσουμε.

«Σςςςς. μην κουνηθείτε από εδώ κορίτσια. Η μαμά έχει να πάει κάπου. Αλά υποσχεθείτε μου ότι δεν θα κουνηθείτε από εδώ. Τατιάνα αν δεις κανέναν να έρχεται προς τα εδώ πάρε την αδερφή σου και τρέξτε.» μας λέει με φοβισμένη αλλά σταθερή φωνή. Άμεσος παγώσαμε και νεύσαμε θετικά. Τότε χωρίς δεύτερη λέξη εκείνη τρέχοντας μας άφησε πίσω της. Μετά από λίγη ώρα ήρθε και μας πήρε. Ήταν ιδρωμένη και ένα τεράστιο κάψιμο κυριαρχούσε σε όλο της το χέρι.
    
      Νωρίτερα είχα προσέξει δυο άντρες να μας ακολούθου αλλά σαν μικρή , αφελής και καλοπροαίρετη που ήμουν για όλο τον κόσμο δεν έδωσα σημασία. Την επομένη μέρα αποφασίστηκε ότι ως μελλοντική βασίλισσα θα πρέπει να μάθω να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, και έτσι ξεκίνησαν οι προπονήσεις μου. Ήταν η τελευταία φορά που βγήκα από την αυλή.

    Βλεφαρίζω για να επανέλθω στο σήμερα. Σε αυτό ακριβός το δέντρο ήταν η τελευταία φορά που έπαιξα πότε μου. Νιώθω ευτυχισμένη που βγήκα επιτέλους από την «φυλακή» μου και ήρεμη γιατί βρίσκομαι  σε ένα τόσο όμορφα οικείο περιβάλλον. Τα μάτια μου κλίνουν καθώς χαλαρώνω. Ποσό θέλω να ξεκουραστώ.. ακούω χτυπήματα λίγο πιο πέρα στο νερό που κυλάει δίπλα μου. Δεν γίνεται να κλίσω τα μάτια μου τώρα που ξέρω ότι κάποιος είναι κοντά μου και μπορεί να απειλεί την ζωή μου. Ακουμπώ την πλάτη μου στον κορμό του δέντρου και ένας ακόμα οξύς πόνος διαπερνά το κορμί μου. Σφίγγω τα μάτια μου και δαγκώνω τα χείλη μου με δύναμη.

« Δεν υπάρχει περίπτωση να τα παρατήσω τώρα!» ψιθυρίζω στον εαυτό μου και χαλαρώνω τα μάτια μου.

      Συγκεντρώνομαι στο άκουσμα του ήρεμου τρεχούμενου νερού και στο γαλήνιο θρόισμα των φύλλων. Παίρνω βαθιά ανάσα και νιώθω σαν τα πάντα γύρο μου να έχουν σταματήσει. Ανοίγω τα μάτια μου και ο πόνος εξαφανίζεται. Κοιτάζω τα χέρια και το σώμα μου με γουρλωμένα μάτια. Δεν μπορώ να το πιστέψω! Όλα τα εγκαύματα και οι πληγές εξαφανίστηκαν! Θεραπεύτηκα? Μα πώς?

    Η σκηνή που ήμουν στο γυμναστήριο και που θα ορκιζόμουν ότι το χέρι μου είχε σπάσει εμφανίζεται πάλι μπροστά μου. Τώρα μάλιστα! Τηλεμεταφέρομαι και θεραπεύομαι! Μετά τι? Θα παριστάνω και το μέντιουμ? Ένας ακόμα ήχος σαν κάτι να σκάει στο νερό με βγάζει από τις σκέψεις μου. Σηκώνομαι χωρίς να φύγω από την κάλυψή μου πίσω από το δέντρο και κοιτάζω διστακτικά. Στην απέναντι όχθη του ποταμού βλέπω ένα αγόρι κοντά στην ηλικία μου να πετάει βότσαλα στο νερό κάπως θυμωμένα. Μένω να τον κοιτάζω καθώς το θέαμα που βλέπω δεν μου επιτρέπει να πάρω τα μάτια μου από πάνω του.

    Είναι καστανόξανθος με μάτια τόσο γαλανά που σε κάνουν να χάνεσαι μέσα τους. Σαν δυο καταγάλανους  ωκεανούς. Έχει έντονες ωραίες γωνιές και το σώμα του φαίνεται γυμνασμένο κάτω από αυτό το άσπρο μπλουζάκι. Άθελά μου βγαίνει ένας αναστεναγμός από τα χείλη μου και αέρας ανέμισε στα μαλλιά του που ήταν λίγο μακριά.

«Ποιος είναι εκεί?» τον ακούω να φωνάζει απειλητικά με μια τόσο ωραία φωνή. Σύνελθε Τατιάνα! Τι έπαθες? Κατσαδιάζω τον εαυτό μου και κλίνω τα μάτια μου προσπαθώντας να ελέγξω τα συναισθήματα μου. Οι άνεμοι ηρεμούν. Σιωπή. Ακούω τα βήματα του γοργά να απομακρύνονται. Ένας ακόμα αναστεναγμός βγαίνει από μέσα μου. Ηρεμία. Ακουμπώ το εξουθενωμένο σώμα μου κάτω και τα μάτια μου αρχίζουν να κλίνουν. Προσπαθώ να τα κρατήσω ανοιχτά. Μάταια όμως..


Voula GK

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου