Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Μαρ 2015

0 Lilith:The dark side of the moon (Κεφάλαιο 27) "B-Day Boy"


Damien's POV

Εφτά ώρες αργότερα και πάλι με είχε καταφέρει. Είχα γυρίσει όλα τα μπαρ της περιοχής -τα καλά να μένεις σε μια ελίτ περιοχή, τα μπαρ δεν κλείνουν ποτέ- είχα τραφεί από δυο υπέροχες υπάρξεις και σε κάθε ποτήρι, σε κάθε σταγόνα αίματος ένιωθα και χειρότερα για τον τρόπο που της είχα μιλήσει. Ήμουν πολύ απότομος και απόλυτος. Εκείνη δεν είχε την δική μου ζωή. Φυσικά και όλα αυτά που της είχα πει της φάνταζαν εξωπραγματικά. Ήμασταν τελείως διαφορετικοί. Κομμάτια διαφορετικού κόσμου και όμως τόσο ίδιοι. Η γλυκύτητα και η κατανόηση που έραιναν κάθε συμπεριφορά μου φάνταζε στα μάτια μου απόκοσμη. Ύπουλη, σαν να ήθελε κάτι να κερδίσει από μένα και όμως ποτέ δεν μου είχε ζητήσει τίποτα. Αισθανόμουν μεγάλο καθίκι. Και φυσικά την είχα χτυπήσει ξανά. Αυτός ήμουν εξάλλου. Ένα κτήνος που έβρισκε την έλλειψη αντίδρασης της ως πάτημα για να ξεσπάω τα νεύρα μου ανενόχλητος. Μισούσα τον εαυτό μου χρόνια τώρα αλλά πλέον είχα ξεπεράσει και τα ελάχιστα όρια που είχα θέσει στον εαυτό μου και αυτό με έκανε να σιχαίνομαι να κοιτάξω τον εαυτό μου. Και να 'μαι λοιπόν για μια ακόμα φορά έξω από την πόρτα της σαν δαρμένο σκυλί. Μάλλον σαν διεστραμμένος μαζοχιστής που γούσταρε το μαρτύριο που επέβαλε μόνος του στον εαυτό του. Κοίταξα την λευκή πόρτα και δίστασα. Και να την αντίκριζα τι θα έλεγα? Άλλη μια συγνώμη που θα εννοούσα μεν αλλά θα είχε αξία? Ή ίσως μια υπόσχεση ότι θα κρατούσα τα χέρια μου μακριά της που δεν θα κράταγα. Έγειρα πάνω στην πόρτα ανήμπορος.
Γιατί έπρεπε να γίνονται έτσι κάθε φορά τα πράγματα μεταξύ μας? Γιατί ήθελε να με μάθει και να βουτηχτεί πιο βαθιά στην κόλαση που ήδη βρισκόταν μαζί μου? Γιατί δεν μπορούσα απλά να την αγνοήσω? Το είχα κάνει χιλιάδες φορές με ομολογουμένως τεράστια επιτυχία αλλά πάντα μαζί της κάτι δεν ήταν σωστό. Δεν μπορούσα να αγνοήσω καμία από τις λέξεις που έβγαιναν από αυτό το κολασμένο στόμα της, πράγμα που με ερέθιζε. Από όλες τις πλευρές, πράγμα πρωτάκουστο. Καμία γυναίκα δεν είχε καταφέρει να με συγκινήσει με τον τρόπο που κατάφερνε εκείνη απλά με ένα τίναγμα των μαλλιών της. Ξεφύσηξα ηχηρά και ξεκλείδωσα γρήγορα πλήρως έτοιμος –ή έτσι ήθελα να πιστεύω- για να την αντιμετωπίσω άλλα ήμουν τελείως απροετοίμαστος για το θέαμα που αντίκρισα μόλις έκλεισα την πόρτα και μπήκα στο σαλόνι. Μπαλόνια και γιρλάντες κοσμούσαν όλο το σαλόνι. Μια μεγάλη τούρτα ήταν στο τραπέζι δεξιά μου και ήμουν σίγουρος ότι τα μάτια μου είχαν ξεκολλήσει από το κρανίο μου και το σαγόνι μου είχε γίνει ένα με το πάτωμα. Η Λίλιθ εμφανίστηκε από το πουθενά ξαφνικά ντυμένη με ένα ροδακινί κοντό φόρεμα με πέτρες κεντημένες στο μπούστο. Και πάνω που νόμιζα ότι θα σταματούσε να με εκπλήσσει με το πόσο όμορφη μπορεί να έδειχνε μέσα σε ένα φόρεμα! Βλακείες! Μου σφύριξε δυνατά με την σφυρίχτρα που είχε στο στόμα της και χαρίζοντάς μου ένα τεράστιο λαμπερό χαμόγελο.
«Μην φωνάξεις και μην τσαντιστείς. Ξέρω ότι δεν είχα κανένα δικαίωμα και ότι δεν θες κανείς να ανακατεύεται στην ζωή σου αλλά μου μάτωσες την καρδιά με αυτά που είπες νωρίτερα. Μου είπες ότι ποτέ δεν έκανες πάρτι και ότι ποτέ δεν γιόρτασες οπότε σου έφτιαξα εγώ ένα και μπορείς να γιορτάσεις μαζί μου. Ξέρω ότι δεν είναι τέλειο και του λείπουν πολλά πράγματα και ότι δεν είμαι και η καλύτερη παρέα...» Δεν την άφησα να τελειώσει. Ξυπνώντας από το σοκ και μην μπορώντας να πιστέψω τι είχε κάνει για μένα έκλεισα την απόσταση που μας χώριζε, την έσφιξα πάνω μου και την φίλησα. Μπορεί να έφταιγε το αλκοόλ ή το ότι έφτιαξε ένα πάρτι για μένα ή απλά ήταν μια φτηνή δικαιολογία για να την ξαναφιλήσω. Δεν ήμουν σίγουρος. Γι' αυτό που ήμουν σίγουρος όμως ήταν ότι τη στιγμή που τα χείλη μου άγγιξαν τα δικά της τίποτα άλλο δεν με ένοιαζε. Τι είχαμε πει, που ήμασταν, ποιοί ήμασταν. Την φιλούσα ξανά και ανάθεμα και αν δεν ήταν όπως το θυμόμουν. Τα χείλη της ήταν βελούδινα και η μυρωδιά της μοναδική. Τα χέρια μου κρατούσαν απαλά το υπέροχο πρόσωπό της και δεν μπορούσα να σταματήσω να την φιλάω ακόμα και αν καταστρεφόταν ο κόσμος εκείνη την στιγμή. Ένιωσα την έκπληξή της όταν όρμησα πάνω της όμως το επόμενο λεπτό άφηνε έναν απαλό αναστεναγμό και κλείνοντας τα μάτια της με φίλησε πίσω. Γαμώτο μου! Πως μπορούσε να μου φέρεται συνέχεια σαν εκείνο το φιλί στην λίμνη να μην ήταν τίποτε και την ίδια στιγμή να ανταποκρίνεται έτσι? Έφερε τα χέρια της πάνω από τα δικά μου και μου χάιδεψε απαλά τις αρθρώσεις μου. Ήταν τόσο γλυκιά, τόσο απαλή και τόσο όμορφη. Ήταν το μόνο φως στην σκοτεινή μου ζωή. Δεν μπορούσα να την χάσω. Δεν ήθελα να την χάσω. Απομακρύνοντας απρόθυμα τα χείλη μου από τα δικά της, της χάιδεψα το μάγουλο και την είδα να ανοίγει τα μάτια της και να μου χαμογελάει ντροπαλά.
«Ευχαριστώ.» της είπα απαλά συνεχίζοντας να την χαϊδεύω. Την είδα να κοκκινίζει ελαφρά και να κατεβάζει το βλέμμα της στο πάτωμα. Φεύγοντας από την αγκαλιά μου και παίρνοντας ένα μεγάλο πακέτο από το τραπέζι, το έβαλε στα χέρια μου.
«Χρόνια πολλά. Δεν ήξερα τι να σου πάρω μέχρι που έφτασα έξω από το μαγαζί. Είδα ότι δεν έχετε καθόλου φωτογραφίες στο σπίτι σου. Δεν είναι ωραίο. Τις καλύτερες αναμνήσεις μας πρέπει να τις αποτυπώνουμε. » Την κοίταξα περίεργος και ξετύλιξα το κουτί. Μια μαύρη επαγγελματική μηχανή ήταν τυλιγμένη κάτω από το γαλάζιο χαρτί. Γύρισα να την κοιτάξω με σηκωμένο το ένα φρύδι.
«Τα μαγαζιά ήταν κλειστά τόσο πρωί.» Μου χαμογέλασε αινιγματικά και προχώρησε προς το τραπέζι αργά.
«Δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει λίγος ψυχαναγκασμός?» Βλέποντας την απορία να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο μου, συνέχισε. «Απλά έπεισα τον ιδιοκτήτη να ανοίξει λίγο νωρίτερα.» μου είπε ανασηκώνοντας τους ώμους της.« Ελπίζω να σου αρέσει.» Κοίταξα το αντικείμενο στα χέρια μου και της χαμογέλασα.
«Είναι υπέροχο. Ευχαριστώ.» μουρμούρισα. Την είδα να ξανά έρχεται με άλλο ένα πακέτο στα χέρια.
«Ένα δεν είναι ποτέ αρκετό.» Μου έκλεισε το μάτι πονηρά και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν ότι ήθελα να την πάρω πάνω στο τραπέζι. Σύνελθε αγόρι μου! «…Και κάτι μου λέει ότι θα θέλεις να κρατάς τις φωτογραφίες για τον εαυτό σου. Αυτό είναι ένα άλμπουμ. Μου το κάνανε δώρο στα δικά μου γενέθλια αλλά εσύ το χρειάζεσαι περισσότερο.»
«Δεν ήταν ανάγκη Λίλιθ…» άρχισα αλλά με σταμάτησε με μια κίνηση του χεριού της.
«Κουβέντα. Όλοι, και εννοώ όλοι, δικαιούνται πάρτι και τούρτα και ποτά. Ποτά δεν έχω αλλά και το αναψυκτικό καλό είναι.» Με κοίταξε απολογητικά και της χαμογέλασα. «Τουλάχιστον σου αρέσει?» με ρώτησε ανοίγοντας τα χέρια και δείχνοντας μου την πρόχειρη διακόσμηση.
«Είναι υπέροχο. Δεν έχω λόγια..»
«Ωραία γιατί είναι ώρα για τούρτα!» φώναξε χαρούμενα αρπάζοντας το μεγάλο μαχαίρι και στάθηκε μπροστά από την τούρτα. Κόκκινο γλάσο κάλυπτε την επιφάνεια της –αν κρίνω από το χρώμα στα σημεία που της είχαν ξεφύγει- σοκολατένια τούρτα. Την κοίταξα με ενδιαφέρον. Όχι για το γλυκό αλλά για το κόκκινο σιρόπι που έσταζε κάνοντας το να μοιάζει με αίμα. «Δεν θέλω σχόλια. Πρώτη φορά φτιάχνω τούρτα.» μου είπε πεισμωμένα σουφρώνοντας τα χείλη της. Εκείνη την είχε φτιάξει? Πόση ώρα έλειπα ρε φίλε? 2? 3 ώρες? Μόνο με αυτό ασχολιόταν από την στιγμή που έφυγα? Πήρε την τούρτα στα χέρια της και με ένα βλεφάρισμα φλόγες φούντωσαν από τα φυτίλια των κεριών. Πάγωσα. «Μην ρωτήσεις.» είπε και ύστερα άρχισε να μου τραγουδάει το τραγούδι γενεθλίων. Δεν ήταν όμως καθόλου συνηθισμένο. Όχι επειδή ήμασταν διαφορετικοί, ούτε και γιατί η Λίλιθ μου άναψε τα κεριά με μαγεία αλλά γιατί ήταν το πρώτο μου πάρτι και ειλικρινά δεν ήθελα άλλο. Η μελωδική φωνή της, πιο υπέροχη και από αυτή των αγγέλων, η παρουσία της, το ενδιαφέρον της, γενικά εκείνη το έκαναν μοναδικό όπως εκείνη. Δεν ήθελα κανένας να βεβηλώσει αυτή την ανάμνηση αυτή με ένα απαίσιο πάρτι. Χαμογέλασα. «Κάνε μια ευχή και φύσα.» είπε τελειώνοντας.
 «Δεν πιστεύω σε αυτά.» της είπα ειλικρινά.
«Σε τίποτα δεν πιστεύεις εσύ αλλά αυτό δεν με πτοεί. Ευχήσου και φύσα!» Η απαίτηση της διαταγή μου. Ευχήθηκα με όλη μου την ψυχή αυτό που ποθούσα περισσότερο και φύσηξα, σβήνοντας τα κεριά.
«Καλό αγόρι. Τώρα, ας την δοκιμάσουμε.» Πιάνοντας το μαχαίρι ξανά το βύθισε στην σάρκα του σοκολατένιου κέικ. Όμως μια λάθος κίνηση και το δέρμα στο δάχτυλο της σκίστηκε. Και Θεέ μου η μυρωδιά. Ότι πιο μεθυστικό και ποθητό είχα μυρίσει ποτέ. Έκλεισα τα μάτια απολαμβάνοντας αυτή την ονειρεμένη μυρωδιά και ένιωσα τις φλέβες στα μάτια μου να εμφανίζονται. Έπρεπε να είναι παράνομο να κατέχει μια ύπαρξη τόσα μεθυστικά πράγματα. Κατάπια το σάλιο που είχε συγκεντρωθεί στο στόμα μου και ανοίγοντας τα βλέφαρα μου είδα το ματωμένο δάχτυλό της σε απόσταση αναπνοής από τα χείλη μου.
«Θες λίγο?» Με ρώτησε με τον σαγηνευτικό της τόνο και όπως πάντα έπιασε. Το να την αφήσω να πιεί το αίμα μου ήταν κάτι που όφειλα να κάνω μετά τις αποτρόπαιες πράξεις μου αλλά εκείνη, να στέκεται οικειοθελώς μπροστά μου και να μου προσφέρει το αίμα της, με ξεπερνούσε. Ήταν κάτι που συνήθιζαν να κάνουν οι βρικόλακες με τους ανθρώπους εραστές τους για να εντείνουν τον έρωτα τους, και τα ζευγάρια βρικολάκων για να βαθύνουν τον δεσμό τους αλλά εμείς δεν ήμασταν τίποτα από αυτά.. «Το ξέρω ότι το θες. Το βλέπω στα μάτια σου. Θα είναι το μυστικό μας, όμως βιάσου γιατί η πληγή θα…» Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της και η γλώσσα μου είχε ήδη απομακρύνει τις πρώτες σταγόνες αίματος από το δάχτυλό της. Η γεύση… Δεν είναι κάτι που μπορώ να περιγράψω… Δεν έχω γευτεί κάτι παρόμοιο σε όλη μου την ζωή και βάζω στοίχημα το κεφάλι μου ότι κανείς δεν έχει γευτεί ποτέ. Σαν.. Σαν σπάνια σοκολάτα και ακριβό κρασί… Σαν ουράνιο τόξο μετά την μανιασμένη καταιγίδα… Ρούφηξα λίγο ακόμα κατευθείαν από την πηγή πριν την ακούσω να αναστενάζει χαμηλά και χάσω και την λίγη αυτοσυγκράτηση που είχα. Τα χείλη μου το επόμενο δευτερόλεπτο ήταν στα δικά της, τα χέρια μου να σηκώνουν το σώμα της και να την καθίζουν στο τραπέζι ενώ τα δικά της στα μαλλιά μου τραβώντας με πιο κοντά. Την ξάπλωσα πίσω και ανέβηκα πάνω της. Δεν έφερε καμία αντίρρηση και για μια στιγμή μου θύμισε την πρώτη μας γνωριμία στην λίμνη. Μετά η θολούρα στο μυαλό μου εντάθηκε και το φιλί μας βάθυνε. Τα χείλη μου κατέβηκαν αργά στον λαιμό της. «Δάγκωσέ με.» Η φωνή της ίσα που ακούστηκε ανάμεσα στα κοφτά βογκητά και τις βαθιές μας ανάσες. Ένιωσα τους κυνόδοντές μου να μπήγονται στην φλέβα του λαιμού της και τα πόδια της τυλίχτηκαν στην μέση μου. Ω, γλυκιά ηδονή… Το τηλέφωνο κατάφερε να μας βγάλει από τον ερωτικό παροξυσμό που είχε καταλάβει και τους δυο μας και μας επανέφερε στην πραγματικότητα. Ορκίζομαι, δεν ξέρω τι θα είχε γίνει αν δεν είχαμε σταματήσει. Ή θα την είχα αφαιμάξει, πράγμα που θα με έκανε να αυτοπαλουκωθώ μετά ή θα είχα , με διαφορά, την πιο αισθησιακή και καλύτερη ερωτική εμπειρία που είχε την τύχη να έχει ποτέ άντρας. Σήκωσα το ακουστικό γρήγορα.
«Ναι.» μούγκρισα. Μάλλον ήμουν πιο δυσαρεστημένος από ότι νόμιζα για την διακοπή.
«Χρόνια πολλά μικρέ.» η ευγενική και ήπια φωνή από την άλλη γραμμή με ξάφνιασε.
«Ελάιζα?» ρώτησα αν και ήξερα ήδη ότι ήταν εκείνος.
«Τόσο δύσκολο είναι να με πεις θείε?» Κούνησα το κεφάλι μου δραματικά μεν, γελώντας δε. Το μόνιμο παράπονό του.
«Τι κάνεις θείε Ελάιζα? Που βρίσκεσαι?» Τον άκουσα να γελάει με την απάντηση μου και δεν μπορούσα να του κρατήσω κακία για ότι διέκοψε.
«Καλά είμαι αγόρι μου. Στην Λουσιάνα επισκέπτομαι κάτι φίλους. Εσύ? Έμαθα ότι ο πατέρας σου σε έστειλε στην Νέα Υόρκη με την κόρη του Σαλβατόρε.» Ο Ελάιζα, πέρα από την μοναδική οικογένεια που αναγνώριζα, ήταν και ένας από τους 2 ανθρώπους που μπορούσα να εμπιστευτώ. Ο άλλος ήταν ο κολλητός μου. Όμως η τόσο ταραγμένη κατάσταση απαιτούσε συζήτηση ωρών πρόσωπο με πρόσωπο και αρκετό αλκοόλ. Τώρα δεν ήταν η στιγμή να ανοιχτώ.
« Ναι είμαι στην Νέα Υόρκη με την Λίλιθ.» Πρώτη φορά χρησιμοποιούσα το όνομα της αντί για κάποιον χαρακτηρισμό. Η βραδιά ήταν γεμάτη εκπλήξεις! «Γυρίζω όμως την άλλη βδομάδα πίσω στο Μίστικ Φολς. Λες να μπορέσεις να βρεις λίγο χρόνο να τα πούμε? Θέλω πολύ να σε δω.» Ίσως ήταν το ιδανικότερο να περάσω λίγο χρόνο με τον θείο μου. Θα μπορούσε να με συμβουλέψει κατάλληλα και ίσως να μπορούσε να με βοηθήσει να ξεμπλέξω αυτό το ακατάστατο κουβάρι συναισθημάτων που είχα γίνει.
«Για τον μονάκριβο ανιψιό μου τα πάντα και το ξέρεις. Θα μιλήσουμε. Τώρα πρέπει να κλείσω Ντέιμιεν. Τα χαιρετίσματα μου στην δεσποινίδα και μετεβίβασε την επιθυμία μου να την γνωρίσω αν το επιθυμεί. Και πάλι χρόνια πολλά και ευτυχισμένα.»
«Ευχαριστώ θείε. Θα το μεταφέρω. Καλά να περάσεις.» Δεν πρόλαβα να κλείσω το ακουστικό πριν ακούσω την φωνή της πίσω μου.
«Ορίστε κινούμενη γκρίνια. Δεν είσαι μόνος σου. Ο θείος σου σε θυμάται. Και η μαμά μου.» Γύρισα και την κοίταξα. Τα μαλλιά της ακατάστατα, το φόρεμα της στραβό, το μακιγιάζ της μουτζουρωμένο και τα χείλη της πρησμένα από τα φιλιά μας. Της χαμογέλασα στραβά και είδα να γλυκαίνει και άλλο το βλέμμα της. Σέρβιρε την τούρτα που εκ θαύματος υποθέτω δεν είχα πετάξει στο πάτωμα πάνω στην ορμή μου. Καθίσαμε ήσυχα και τρώγαμε συζητώντας, αποφεύγοντας επικίνδυνα θέματα όπως τι είχε συμβεί πριν λίγο ή τι θα συνέβαινε αν δεν σταματούσαμε από το τηλέφωνο.
«Ίσως έπρεπε να σε είχα ειδοποιήσει για το τι μπορεί να κάνουν λίγες σταγόνες από το αίμα μου.» είπε ξαφνικά και με πάγωσε. Αυτό έφταιγε για την αλαφιασμένη μου συμπεριφορά? «Υπάρχουν διαφορετικές αντιδράσεις ανάλογα το είδος και τον οργανισμό. Στους βρικόλακες εντείνει την δύναμή τους αλλά τους μπερδεύει το μυαλό, οι άνθρωποι τρελαίνονται, σε λύκους δεν το έχω δοκιμάσει και από ότι φαίνεται στα υβρίδια τους αυξάνει την ερωτική επιθυμία.» Σκέφτηκα λίγο αυτό που έλεγε. Δεν αισθανόμουν πειραματόζωο αλλά αντίθετα είχα χαρεί που το δοκίμασε μαζί μου και όχι με κανέναν άλλον. Ίσως ο άλλος να μην είχε δείξει τόση αυτοσυγκράτηση και να την είχε σκοτώσει. Ανατρίχιασα και μόνο στην ιδέα. Όμως…
«Δεν νομίζω ότι φταίει το αίμα σου για αυτό που πάθαμε.» Με κοίταξε σοβαρά και χαμήλωσε το κεφάλι.
«Ούτε εγώ.» είπε τελικά. «Κάπου όμως πρέπει να ρίξω το φταίξιμο. Η εναλλακτική με τρομάζει.» μου εκμυστηρεύτηκε και δεν μπορούσα να πω ότι εκπλησσόμουν. Αισθανόμουν το ίδιο ακριβώς.
«Στο αίμα σου λοιπόν.» είπα σηκώνοντας το ποτήρι με την πορτοκαλάδα μου. Μου χαμογέλασε γλυκά.
«Στο αίμα μου.» ψιθύρισε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. Είχε δίκιο. Καλύτερα να το ρίχναμε εκεί. Η εναλλακτική ήταν επικίνδυνη για όλους μας…



Nadia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου