Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15 Μαΐ 2015

4 Όμορφοι Δαίμονες (Κεφάλαιο 1)



Ισμήνη

   Βροχή. Και πάλι. Μερικές φορές προσπαθούσα να θυμηθώ αν είχα ζήσει έστω και μια μέρα σ’ αυτήν εδώ την πόλη χωρίς να βρέχει. Σίγουρα θα υπήρχε, αλλά οι βροχερές ημέρες υπερτερούσαν τόσο πολύ αριθμητικά που επισκίαζαν τις υπόλοιπες. Κι όταν αναφέρομαι στις υπόλοιπες, δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ηλιόλουστες μέρες με τα πουλιά να κελαηδούν καθώς διασχίζουν τον καταγάλανο ουρανό· αναφέρομαι σε ημέρες μουντές, με την ομίχλη να κατεβαίνει χαμηλά και να  καταφέρνει να τρυπώνει σχεδόν σε κάθε στενό της πόλης, την υγρασία να κολλά πάνω στο δέρμα σου, και… στην καλύτερη των περιπτώσεων τα γκρίζα σύννεφα να παίζουν ένα ασταμάτητο κρυφτό με τον κουρασμένο ήλιο, του οποίου οι ακτίνες ήταν θαμπές όταν με κόπο κατάφερναν να ξεγλιστρήσουν από τη φυλακή τους. Αυτά ήταν τα Γιάννενα, αλλιώς γνωστά και ως το Λονδίνο της Ελλάδας. Όμορφα μεν, βροχερά δε.
   Οι ψιχάλες της βροχής άρχισαν να δυναμώνουν, επιτίθονταν στη λεοπάρ ομπρέλα μου αδίστακτα, αφήνοντας πίσω τους έναν εκκωφαντικό ήχο, που ομολογώ πως δεν άρεσε καθόλου στ’ αυτιά μου. Στραβομουτσούνιασα, αλλά συνέχισα να περπατάω. Είχα δώσει ραντεβού μπροστά από το Δικαστικό Μέγαρο και είχα ήδη αργήσει. Κάπου μακριά από δω ο νυχτερινός ουρανός φωτίστηκε από μια σειρά επιβλητικών κεραυνών· έμοιαζαν με ραγίσματα πάνω σε κοφτερά κομμάτια γυαλιού. Μακάρι να βρισκόμουν σπίτι μου, φορώντας τις αγαπημένες μου πυτζάμες, ξαπλωμένη στον  άνετο καναπέ μου. Δεν είχα καμία όρεξη για αχαλίνωτο  κλάμπινγκ, αλλά το είχα υποσχεθεί και οι συνέπειες του να αθετήσω την υπόσχεσή μου στο συγκεκριμένο άνθρωπο ήταν χειρότερες από το αχαλίνωτο κλάμπινγκ το ίδιο. Οπότε δυστυχώς, δεν είχα άλλη επιλογή. Σταμάτησα να σκέφτομαι πόσο άσχημα ήμουν σίγουρη ότι θα περνούσα και επικέντρωσα την προσοχή μου σ’ αυτά που συνέβαιναν γύρω μου. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι μανιασμένους οδηγούς που προσπαθούσαν – μάταια – να φτάσουν σπίτι τους όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ενώ οι πεζοί έτρεχαν βιαστικά ψάχνοντας για ένα προσωρινό κατάλυμα. Ένα θολό τοπίο βυθισμένο σε μια απέραντη μελαγχολία. Κάθε μέρα η ίδια εικόνα.                      
   Περίπου πέντε λεπτά αργότερα περνούσα απέναντι τον γλιστερό δρόμο προκειμένου να φτάσω στο Δικαστικό Μέγαρο. Τα αυτοκίνητα ήταν σταματημένα λόγω του κόκκινου χρώματος του φωτεινού σηματοδότη, ενώ από το δρόμο αναδίδονταν η χαρακτηριστική μυρωδιά της μουσκεμένης ασφάλτου. Μπορούσα μ’ ευκολία να διακρίνω τη Δάφνη να με περιμένει ανυπόμονα, κραδαίνοντας την μεγάλη της ομπρέλα πάνω από τα άψογα πιασμένα της μαλλιά. Σάρωνε το χώρο με τα μάτια της προκειμένου να με εντοπίσει· απορώ πως δεν με είχε προσέξει ακόμα. Φορούσε ένα κολλητό μαύρο φόρεμα, που αναδείκνυε τις αισθησιακές της καμπύλες, μαύρα μποτάκια και το αγαπημένο της μαύρο δερμάτινο. Ήταν όμορφη. Πριν προλάβω να θυμηθώ το δικό μου είδωλο στον καθρέπτη και βυθιστώ μέσα στην ανασφάλεια μου, εκείνη σήκωσε το ελεύθερο χέρι της και με χαιρέτησε από μακριά. Το πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα κράμα ανακούφισης και χαράς. Ανακούφιση που τελικά είχα αποφασίσει να εμφανιστώ - και δεν της το είχα ακυρώσει μ’ ένα βιαστικό τηλεφώνημα της τελευταίας στιγμής, και χαρά γιατί θα βγαίναμε οι δυο μας μετά από πολύ καιρό Ήταν Νοέμβριος· ένας μήνας χωρίς εξεταστική, χωρίς ιδιαίτερο διάβασμα και πίεση, αλλά εγώ αρνούμουν κατηγορηματικά να εγκαταλείψω το σπίτι για βόλτες, κλάμπινγκ και καφέ όπως έκαναν οι υπόλοιποι συμφοιτητές μου, και – για να είμαστε ειλικρινείς – όπως έκαναν και όλοι οι υπόλοιποι φοιτητές της Ελλάδας… για να μην  πω του κόσμου. Η δικαιολογία που χρησιμοποιούσα ήταν πως ήμουν άρρωστη, αδιάθετη, συναχωμένη. Όταν καταλάβαινα πως το παράκανα  παρουσιάζοντας τον εαυτό μου τόσο φιλάσθενο, άλλαζα ρότα και κατέφευγα σε μια πιο ειλικρινή δικαιολογία· στο γνωστό και δοκιμασμένο “δεν έχω όρεξη ρε, ίσως κάποια άλλη φορά. Συγγνώμη ” . Φυσικά, κανένα από τα παραπάνω δεν ήταν η αλήθεια.
   Αμέσως μόλις πάτησα το πόδι μου στο πεζοδρόμιο, η Δάφνη περπάτησε γρήγορα προς το μέρος μου. Μου χαμογέλασε πονηρά, σαν να ήξερε κάτι που εγώ αγνοούσα. Το γνώριζα αυτό το χαμόγελο και ομολογώ πως δεν μου άρεσε καθόλου. Ήταν το χαμόγελο του σκανταλιάρικου παιδιού που περίμενε να ανακαλύψεις την τελευταία αταξία που έχει κάνει. Δεν ήθελα να ξέρω τι είχε στο μυαλό της. Ήμουν σίγουρη πως ό,τι κι αν ήταν δεν θα με έβρισκε σύμφωνη. Την κοίταξα σοβαρά, ελπίζοντας πως θα καταλάβαινε ότι δεν ήμουν και πολύ στα κέφια μου. Προσποιούμενη ότι δεν είχε προσέξει τον τρόπο που την είχα κοιτάξει, έσκυψε ελαφρώς και με φίλησε σταυρωτά. Κάτι ήθελε να μου ζητήσει και στοιχημάτιζα ακόμη και τη ζωή μου. Τόσο σίγουρη ήμουν.
   « Στις ομορφιές σου είσαι πάλι, Σαραφιανού. » Είπε τελικά, κλείνοντάς μου το μάτι. Το πονηρό χαμόγελό της άρχισε να ανθίζει στις γωνίες του προσώπου της και πάλι. Ασυναίσθητα, τα μάτια μου πλανήθηκαν στα ρούχα που τόσο βιαστικά είχα πετάξει επάνω μου περίπου μισή ώρα πριν. Ένα μαύρο, στενό ψηλοκάβαλο τζιν με τόσα σκισίματα που σου δημιουργούσε την εντύπωση πως έβλεπες περισσότερο δέρμα παρά ύφασμα, ένα γκρι αμάνικο μπλουζάκι των Nirvana με το γνωστό “ γελαστό πρόσωπο ” του συγκροτήματος σταμπαρισμένο στο μπροστινό μέρος, τα πανύψηλα μποτάκια μου, τα οποία ήταν κατάμαυρα με ασημένια καρφιά να κοσμούν το πίσω μέρος τους μέχρι το τέλος του τακουνιού, και το μαύρο μου δερμάτινο. Λένε πως τα ρούχα που επιλέγεις αντανακλούν τον εσωτερικό κόσμο και τη διάθεση σου. Δυστυχώς, δεν θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο. Μετά από εκείνα τα δευτερόλεπτα που ξόδεψα παρατηρώντας το ντύσιμό μου, στράφηκα στην Δάφνη.
   « Τι θέλεις; » Ρώτησα μετά από μια βαθιά εκπνοή απελπισίας. Εκείνη με κοίταξε δήθεν ξαφνιασμένη, ίσως και λιγάκι ενοχλημένη.
   « Τίποτα! » Απάντησε, προσπαθώντας να διατηρήσει ένα σοβαρό ύφος, αλλά μπορούσα να καταλάβω πως με το ζόρι κρατιόταν για να μην γελάσει. Ύψωσα το φρύδι μου και μέσα στο χρονικό διάστημα των τριών δευτερολέπτων άρχισε να γελάει, καλύπτοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της.
   « Τελευταία σου ευκαιρία. Τι θέλεις; » Ξαναρώτησα, αυτή τη φορά όμως σε πιο χαρούμενο τόνο. Η Δάφνη συνέχιζε να γελά ενοχικά, κι εγώ άρχιζα  – δυστυχώς –  να καταλαβαίνω που το πήγαινε. Αφού πήρε δύο βαθιές ανάσες και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μην υποκύψει ξανά στην τόσο αδικαιολόγητη –  φαινομενικά – ευθυμία της, μου ξεφούρνισε αυτό που δεν ήθελα να ακούσω.
   « Θέλω να πάμε στο Ρεντ. »
   Το Ρεντ ήταν δίχως αμφιβολία το χειρότερο κλαμπ της πόλης. Ήθελες να δεις κάποιον που τον απέφευγες εδώ και πολύ καιρό; Θα ήταν εκεί. Ήθελες απεγνωσμένα να ξαναδείς τον κούκλο φοιτητή κάποιου άλλου τμήματος, που είχες βάλει στο μάτι; Θα ήταν εκεί. Ήθελες να περάσεις το βράδυ σου σε ένα μαγαζί ασφυκτικά γεμάτο με υπερφίαλους εκπροσώπους και των δύο φύλων, με τατουάζ, μπλούζες ανεξήγητα κολλητές, φορέματα τόσο κοντά που δεν έπρεπε πλέον να ονομάζονται φορέματα, και υπερβολικά μακιγιάζ; Το Ρεντ, λοιπόν, ήταν για ‘σένα.  Το αποκαλούσα “ σφηκοφωλιά των φελλών  ” , γιατί αυτό ακριβώς ήταν· ένα μέρος όπου όλοι οι φελλοί επέπλεαν παρέα στα βαθιά νερά της ανθρώπινης ηλιθιότητας – που μεταξύ μας τελειωμό δεν είχε – , με τα κεντριά τους παρατεταμένα και έτοιμα να σε τσιμπήσουν με το παραμικρό.
   « Δεν υπάρχει περίπτωση! » Η απάντησή μου ήταν κατηγορηματική. Δεν άφησα κανένα περιθώριο για περαιτέρω συζήτηση επί του θέματος, αλλά η Δάφνη δε φάνηκε να πτοείται.
   « Μου το χρωστάς. Μετά από τόσο καιρό που έχουμε να βγούμε, μου το χρωστάς.» Ήταν έξυπνη και ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να πει για να με πείσει. Όσο κι αν ήθελα να το αρνηθώ, η αγαπημένη μου φίλη είχε δίκιο. Όχι μόνο είχαμε καιρό να βγούμε, γιατί εγώ χρησιμοποιούσα τις καθόλου πειστικές δικαιολογίες μου ακόμα και σ’ εκείνη, αλλά στο παρελθόν σχεδόν κάθε φορά που βγαίναμε, παραγκώνιζε τις δικές της επιθυμίες και πηγαίναμε εκεί που ήθελα εγώ. Ήταν εγωιστικό και διόλου σωστό εκ μέρους μου. Συλλογίστηκα για μερικά κρίσιμα δευτερόλεπτα κι έπειτα κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου. Προφανώς θα το μετάνιωνα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά.
   « Πάμε να πάρουμε ταξί. » Συμπλήρωσα, παρατηρώντας το όμορφο χαμόγελο που σιγά – σιγά απλώνονταν στο πρόσωπό της.
   « Είσαι η καλύτερη φίλη του κόσμου. » Είπε, με τόση βεβαιότητα στη φωνή, που έκανε την καρδιά μου να φτερουγίσει. Ό,τι κι αν πίστευα εγώ για τον εαυτό μου, η καλύτερή μου φίλη έδειχνε πως είχε άλλη άποψη… κι αυτό ήταν παρήγορο. Μου έδωσε ένα απρόσμενο φιλί στο μάγουλο και οι ομπρέλες μας συγκρούστηκαν μεταξύ τους· παγωμένες ψιχάλες νερού κύλησαν πάνω στο μαύρο μου δερμάτινό και έβρεξαν τις άκρες των μαλλιών μου, που είχα με τόσο κόπο ισιώσει λίγες ώρες πριν. Αντί να παραπονεθώ, της χαμογέλασα και άρχισα να περπατώ προς τα σκούρα πράσινα  ταξί που στέκονταν ακίνητα κάτω από τη δυνατή βροχή.

* * *

   Έξω από την κεντρική πόρτα του Ρεντ, είχε σχηματιστεί μια μακριά ουρά ανθρώπινων σωμάτων, μικρές και μεγάλες παρέες που περίμεναν με ανυπομονησία τον μεσήλικα πορτιέρη με τα πολύχρωμα τατουάζ να τους επιτρέψει να εισέλθουν. “ Τέλεια ” , σκέφτηκα ενοχλημένα. Σαν να μην έφτανε που θα περνούσα το Σαββατόβραδο μου στη “ σφηκοφωλιά ” , έπρεπε να περιμένω πίσω απ’ όλους αυτούς κι από πάνω! Για να είμαι ειλικρινής βέβαια, η ουρά προχωρούσε γρήγορα, οπότε προσπάθησα να καταπιέσω την επιθυμία μου να ξεστομίσω κάποιο πικρόχολο και καθόλου ευγενικό σχόλιο. Μου ήταν δύσκολο μιας και δεν μπορούσα να καταλάβω α) γιατί περιμέναμε και β) πώς ήταν δυνατόν ένα ανθρώπινο ων να συνδυάζει άσπρο κολάν, μαύρη μπλούζα με χρυσά γράμματα και μαύρες μπότες ρωσίδας καμπαρετζούς.
   Είχαμε πλησιάσει αρκετά κοντά στην είσοδο και μπορούσα πλέον να ρίξω μια πιο προσεκτική ματιά στα τατουάζ του πορτιέρη. Γρήγορα κατάλαβα πως το μόνο πράγμα που έλειπε από πάνω του ήταν η μάνα μου να κάνει θεαματική έξοδο μέσα από μια τεράστια τούρτα γενεθλίων. Δεν είμαι υπερβολική. Καθόλου υπερβολική. Ο τύπος δεν είχε ίχνος καθαρού δέρματος! Και δεν ήταν η ποσότητα των τατουάζ του που με πείραζε, αλλά η ποιότητα. Καρχαρίες, ινδιάνοι, φτερά, κορώνες, κόκκινα χείλη και λατινικοί αριθμοί, σε συνδυασμό με ρήσεις σπουδαίων ανθρώπων τις οποίες είμαι σίγουρη πως δεν καταλάβαινε, αλλά πίστευε ακράδαντα πως πρόσθεταν κάτι σοφιστικέ στην εικόνα του.
   « Πες μου σε παρακαλώ ότι έχουμε κάπου να καθίσουμε. »
   « Ο Πάνος μας κράτησε δυο θέσεις στο μπαρ. » Το πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα όμορφο χαμόγελο αμέσως μόλις ανέφερε το όνομά του ακαταμάχητα γοητευτικού μπάρμαν. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί πέρυσι το καλοκαίρι και μετά από πολλά ραντεβού και συζητήσεις είχαν αποφασίσει να είμαι μαζί. Ήταν καλό παιδί και απ’ ότι μου έλεγε η Δάφνη ήταν ευγενικός και την έκανε να γελάει. Κι εμένα, ως καλύτερη της φίλη, αυτό ήταν που με ενδιέφερε… να την βλέπω χαρούμενη.
   Η μεγάλη γυάλινη πόρτα του Ρεντ άνοιξε μπροστά μας και ο μεσήλικας πορτιέρης μας έκανε νόημα να περάσουμε μέσα. Το εσωτερικό του ήταν όπως ακριβώς το θυμόμουν · ο μινιμαλισμός ήταν πιθανόν μια λέξη που οι διακοσμητές δεν είχαν ξανακούσει ποτέ τους. Οι τοίχοι ήταν κόκκινοι και διακοσμημένοι με τόσα πολλά κάδρα τραγουδιστών και ηθοποιών του Χόλυγουντ  που το κόκκινο φαινόταν ελάχιστα! Οι κορνίζες των κάδρων ήταν είτε χρυσές, είτε μαύρες, ενώ πολύχρωμα φωτάκια και πολυέλαιοι κρέμονταν από παντού. Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι καναπέδες και τα σκαμπό των σταντ ήταν όλα διαφορετικού χρώματος και υλικού. Δέρμα, βελούδο και συνθετικό σε ό, τι χρώμα μπορείς να φανταστείς! Από το παιχνιδιάρικο ροζ μέχρι το μουντό μαύρο και από το γήινο καφέ έως το ιριδίζον γαλάζιο. “Ο ναός της κακογουστιάς”. Αυτό ήταν το δεύτερο όνομα που είχα δώσει στο Ρεντ μετά από τη “ σφηκοφωλιά των φελλών ”.Τολμώ να πω πως συχνά βρίσκομαι σε δίλλημα σχετικά με το ποιο από τα δυο να επιλέξω, αλλά σχεδόν πάντα υπερισχύει η “ σφηκοφωλιά ”. Ίσως να μπορούσα να παραβλέψω την άθλια διακόσμηση που περισσότερο ταίριαζε σε τσίρκο παρά σε κλαμπ, όμως δεν θα μπορούσα να κάνω το ίδιο και με τους θαμώνες του.      
   Αν και ήταν ακόμα νωρίς το μαγαζί ήταν σχεδόν γεμάτο. Όποιος δεν είχε κάνει κράτηση δεν θα έβρισκε σε καμία περίπτωση τραπέζι. Κρίνοντας από την ουρά που είχε σχηματιστεί έξω, σήμερα – όπως και κάθε φορά – το Ρεντ θα φιλοξενούσε περισσότερο κόσμο απ’ όσο ίσως θα έπρεπε. Η σημερινή θα ήταν μια από εκείνες τις βραδιές όπου δεν μπορείς ούτε καν να μετατοπίσεις το βάρος σου από το ένα πόδι στο άλλο χωρίς να κινδυνεύεις να πατήσεις κάποιον, ή να σκοντάψεις πάνω στο πόδι κάποιου άλλου. Νομίζω πως δεν υπάρχει κάτι που να το μισώ περισσότερο από αυτό. Προσπάθησα να κρύψω την αγανάκτησή μου, καθώς η Δάφνη έψαχνε τον Πάνο πίσω από το μακρύ, μαρμάρινο, υπερυψωμένο μπαρ. Όταν τον βρήκε, σήκωσε το χέρι της κι εκείνος της χάρισε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο. Τα δόντια του ήταν κάτασπρα, άστραφταν ακριβώς όπως και στις ηλίθιες διαφημίσεις οδοντόπαστας. Μας έκανε νόημα να πλησιάσουμε, κι εγώ ακολούθησα την Δάφνη ασυναίσθητα, ενώ το μόνο πράγμα που μπορούσα να σκεφτώ ήταν ότι είχε κάνει λεύκανση. Όταν πλησιάσαμε αρκετά, σιγουρεύτηκα. Το ξαφνικό ενδιαφέρον μου για τα δόντια του Πάνου εξανεμίστηκε, όταν συνειδητοποίησα ότι η Δάφνη κάθισε στο κίτρινο βελούδινο σκαμπό της. Ακολούθησα το παράδειγμά της και σκαρφάλωσα με δυσκολία στο δικό μου. Ήταν ένα μαύρο δερμάτινο και ταίριαζε απόλυτα με τα ρούχα μου.
   « Ωραία ρούχα Ισμήνη! Σκέφτεσαι να περάσεις απ’ το “ κερί ” μετά να υποθέσω; » Ήξερα ότι ο Πάνος με πείραζε. Όπως επίσης ήξερα ότι προσπάθησε να το κάνει να ακουστεί προσβλητικό, αλλά για ‘μένα ήταν περισσότερο φιλοφρόνηση παρά προσβολή. Το “ κερί ” ήταν ένα από τα λίγα ροκ μπαρ της πόλης. Μάζευε τύπους και τύπισσες με σκισμένα παντελόνια και μπλουζάκια συγκροτημάτων, μακριά μαλλιά βαμμένα σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και σκουλαρίκια στα πιο απίστευτα μέρη του σώματος.
   « Δυστυχώς, αυτή είναι μια ευχαρίστηση που δεν μπορώ να προσφέρω σήμερα στον εαυτό μου. Φαίνεται πως θα πρέπει να υποστώ την παρέα σου απόψε, αγαπητέ φίλε Πάνο. » Τα χείλη μου σχημάτισαν το πιο κοροϊδευτικό μου χαμόγελο κι εκείνος γέλασε δυνατά, ενώ η Δάφνη μου έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα. Δεν χρειαζόταν να ανησυχεί, δεν είχα σκοπό να κάνω τη ζωή του κόλαση όπως είχα κάνει με τόσους και τόσους πρώην της, ούτε θα έβγαζα όλη την αρνητική μου ενέργεια πάνω του. Κατά ένα περίεργο τρόπο τον συμπαθούσα. Η Δάφνη βέβαια λέει ότι δεν συμπαθώ ούτε τ’ άντερα μου, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια! Συμπαθώ συχνά ανθρώπους… όταν δεν μιλάνε πολύ, ή όταν μιλάνε μόνο γι’ αυτά που ξέρουν, ή όταν δεν μιλάνε καθόλου. Μήπως έχει δίκιο; Όχι. Όχι. Δεν μπορεί να είμαι τόσο ξινή… ή μήπως μπορεί;
   « Ό,τι πεις, φρικιό. » Ο Πάνος μου έβγαλε τη γλώσσα και περίμενε εναγωνίως την απάντησή μου.
   « Πάνο! » Η Δάφνη έριξε και σε αυτόν ένα προειδοποιητικό βλέμμα κι έπειτα με κοίταξε παρακλητικά. Τα αμυγδαλωτά της μάτια σχεδόν με ικέτευαν να μην δώσω συνέχεια, αλλά δεν θα της έκανα τη χάρη. Θα απαντούσα.
   « Φρικιό είσαι! Κλαρινογαμπρέ της συμφοράς! »   Χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα, άρπαξα έναν μικρό πάκο με χαρτοπετσέτες από τη μέσα πλευρά του μπαρ και τις πέταξα στα μούτρα του. Αντί να νευριάσει, ο Πάνος μου έκανε μια κοροϊδευτική γκριμάτσα και μετά στράφηκε στην Δάφνη…
   « Μα πώς την αντέχεις;! »
   « Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ. » Η Δάφνη του απάντησε ξεφυσώντας. Έμοιαζε απηυδισμένη με την περίπτωσή μου και η αλήθεια είναι πως δεν την αδικώ.
   « Ευχαριστώ πολύ παιδιά! Να ‘στε καλά! » Είμαι δύσκολος άνθρωπος και το ξέρω, αλλά δεν μου αρέσει να το ακούω από τους άλλους. Για κάποιον λόγο με ενοχλεί. Με ενοχλεί τόσο πολύ, που μερικές φορές μου είναι σχεδόν αδύνατον να βγάλω τα λόγια τους απ’ το μυαλό μου. Βέβαια, η Δάφνη ποτέ δεν θα έλεγε κάτι για να με πληγώσει και ο Πάνος έκανε πλάκα για να με πειράξει. Το κακό όμως είναι, πως πίσω από κάθε αθώα πλάκα που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι, πάντα κρύβεται ένα κομμάτι αλήθειας. Άλλοτε είναι μικρότερο και άλλοτε μεγαλύτερο, αλλά υπάρχει. Και δυστυχώς το γνωρίζω πολύ καλά. Οι δυο τους γέλασαν με την αντίδρασή μου· θα πρέπει να έδειχνα σαν πεντάχρονο παιδάκι που κρατούσε μούτρα σε κάποιον που δεν του έκανε τα χατίρια. Ευχόμουν να ήξεραν πώς ένιωθα πραγματικά, να μπορούσα να τους πω όλα αυτά που τόσον καιρό κρατάω κρυμμένα.
   Ο Πάνος τεντώθηκε πάνω από το μπαρ κι έδωσε ένα τρυφερό φιλί στην Δάφνη . Εκείνη του χαμογέλασε με τα μάγουλά της κατακόκκινα κι έπειτα του ψιθύρισε κάτι τόσο χαμηλόφωνα που δεν μπόρεσα να ακούσω λέξη.
   « Κι εμείς σ’ αγαπάμε Ισμήνη. » Η φωνή του ήταν ειλικρινής, πράγμα το οποίο με εξέπληξε. Τον κοίταξα προσεκτικά για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθώντας να βρω κάτι που να μαρτυρούσε το αντίθετο. Αλλά τίποτα. Ο Πάνος ούτε γέλασε, ούτε ξεστόμισε κάποιο από τα γνωστά του αστεία. Συνέχιζα να τον κοιτάζω όπως κοιτάζει η μητέρα μου έναν πανάκριβο πίνακα ζωγραφικής, ψάχνοντας απεγνωσμένα ένα ψεγάδι για να κάνει μια καυστική υπόδειξή στον κακόμοιρο πωλητή που είχε την ατυχία να την εξυπηρετεί. Η στάση του δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο. Υποθέτω πως όσο κι αν προσπαθούμε να τους διώξουμε μακριά, μερικοί άνθρωποι εξακολουθούν να μας αγαπούν. Και μας αγαπούν γι’ αυτό που πραγματικά είμαστε. Αγαπούν όλες μας τις πλευρές· τις όμορφες, τις άσχημες, τις καλές και τις κακές. Αγαπούν ακόμη και τον μικρό, αντιπαθητικό και κακότροπο εαυτό μας, ο οποίος μερικές φορές βάζει και τους ίδιους σε μπελάδες με τα κατορθώματά του. Αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, πρέπει να έχουμε δίπλα μας... τους αληθινούς μας φίλους.  Πριν προλάβω να του απαντήσω, ο Πάνος εξαφανίστηκε προς την άλλη μεριά του μπαρ με την υπόσχεση ότι θα επέστρεφε όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
   Με μια γρήγορη ματιά τριγύρω, αμέσως διαπίστωσα πως το Ρεντ είχε πλέον γεμίσει επικίνδυνα. Αν ήθελα να φτάσω μέχρι την εξώπορτα ή έστω μέχρι το μπάνιο θα μου έπαιρνε σίγουρα 10 λεπτά. Η σκέψη με τρομοκράτησε. Ξαφνικά ένιωσα εγκλωβισμένη· κλειδωμένη σ’ ένα μικρό κλουβί παρέα με δεκάδες αρπακτικά έτοιμα να μου επιτεθούν. Κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια να ηρεμίσω. Εισέπνεα και  εξέπνεα βαθιά, αλλά ο κόπος μου ήταν μάταιος· το οξυγόνο δεν έφτανε στα πνευμόνια μου. Ο καπνός απ’ τα τσιγάρα με έπνιγε, ενώ το κεφάλι μου άρχισε να βαραίνει και οι αισθήσεις μου να εξασθενούν. Η κρίση πανικού μου ολοένα και φούντωνε όταν η Δάφνη παρατήρησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
   « Είσαι καλά; » Με ρώτησε, κοιτάζοντάς με εξεταστικά. Η φωνή της ήταν ντυμένη με ανησυχία. Ενδιαφέρονταν στ’ αλήθεια για ‘μένα, ό,τι κι αν της έκανα, όσο άδικη κι αν ήμουν μαζί της ορισμένες φορές.
   « Ναι, μια χαρά. Απλά είχα καιρό να βγω και είχα ξεχάσει πως είναι. » Ξεστόμισα την πρώτη δικαιολογία που μου ήρθε στο μυαλό. Ήταν τόσο χαρούμενη που της είχα κάνει το χατίρι και ήμουν εδώ μαζί της που δεν μου πήγαινε η καρδιά να της το χαλάσω. Την είχα αφήσει να πιστεύει πως είχα ξεπεράσει την αγοραφοβία μου, και πως οι κρίσεις πανικού ήταν τώρα πια ένας κακός εφιάλτης που ανήκε στο παρελθόν. Δεν ήθελα να ανησυχεί για ‘μένα, ούτε να νιώθει την ανάγκη να με νταντεύει κάθε φορά που βγαίναμε έξω. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δίκαιο γι’ αυτήν. Θα της στερούσα την όμορφη ξεγνοιασιά της, που τόσο πολύ αγαπώ. Αυτό ήταν κάτι που δεν θα μπορούσα να κάνω ποτέ σε κανέναν, και πόσο μάλλον  σ’ εκείνη.
   Ήπια λίγο νερό και συνέχισα τις εισπνοές. Το νερό πάντα με βοηθούσε να κατευνάσω τον δαίμονα της αγοραφοβίας. Μετά από τόσα χρόνια που βασανιζόμουν από κρίσεις πανικού είχα μάθει όχι να τις ελέγχω πλήρως, αλλά να αποφεύγω τουλάχιστον το λιποθυμικό επεισόδιο. Δεν τα κατάφερνα πάντα, αλλά νομίζω πως στη συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε να βάλλω τα δυνατά μου. “ Όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά. Δεν είσαι φυλακισμένη και προς Θεού δεν κοιτάζουν όλοι εσένα! ” Επαναλάμβανα νοερά στον εαυτό μου όλες εκείνες τις λέξεις που πίστευα πως θα με έκαναν να νιώσω καλύτερα. Ευτυχώς έδειχνε να έχει κάποιο αμυδρό αποτέλεσμα.
   Μια ώρα μετά, αφού είχα καταναλώσει μια τεκίλα σανράιζ και τρεις μπύρες ένιωθα καλύτερα. Εκτός απ’ το νερό, το ποτό βοηθούσε εξίσου. Θόλωνε τις σκέψεις μου και με ζάλιζε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σε τίποτα... ούτε καλό, αλλά ούτε και κακό. Χαμήλωνε τις άμυνες μου και άφηνε ελεύθερο τον πραγματικό μου εαυτό. Ελεύθερο παρέα με τους αδίστακτους δαίμονες του.  
   Στο Ρεντ επικρατούσε το χάος. Κοπέλες με κοντά φορέματα χόρευαν πάνω στα τραπέζια, ενώ μπανιστιρτζήδες όλων των ηλικιών τις κοίταζαν από κάτω. Τους έτρεχαν τα σάλια σαν να ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν γυναίκα. Αξιολύπητοι. Όλοι.
   « Τι κάνει ο Ιάσωνας; » Η ερώτηση της Δάφνης με ξάφνιασε. Προσπαθούσε να δείχνει αδιάφορη, όμως εγώ την ήξερα πολύ καλά για να μπορώ να καταλάβω ότι είχε σκοπό να οδηγήσει την κουβέντα κάπου που δεν θα μου άρεσε καθόλου.
   « Να σου θυμίσω ότι έχουμε χωρίσει; Έχεις κενά μνήμης απ’ ότι φαίνεται. » Ήμουν περισσότερο απότομη απ’ όσο θα έπρεπε, το ξέρω. Λίγο το ποτό, λίγο εκείνη που δεν μου έλεγε ευθέως αυτό που είχε στο μυαλό της… δεν ήμουν και άνθρωπος με αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση η αλήθεια να λέγεται.
   « Εκείνος όμως θέλει να τα ξαναβρείτε. » Τα λόγια της εκφράστηκαν με βεβαιότητα. Έμοιαζε να είναι απολύτως σίγουρη ότι ο Ιάσωνας με ήθελε πίσω. Και μόνο μια λογική εξήγηση υπήρχε για τόση σιγουριά. Είχε μιλήσει μαζί του.
   « Σε πήρε τηλέφωνο. » Δεν χρειαζόταν να ρωτήσω, ήξερα ότι είχα δίκιο.
   « Αν σήκωνες το τηλέφωνό σου δεν θα χρειαζόταν να πάρει εμένα. » Έκανε μια παύση με την ελπίδα ότι θα απαντούσα. Όταν κατάλαβε πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει, συνέχισε. « Γιατί δεν του δίνεις μια ευκαιρία; » Το αίμα στις φλέβες μου κόχλασε από θυμό. Ήξερε ίσως περισσότερο απ’ τον καθένα τον λόγο για τον οποίο μια δεύτερη ευκαιρία στον Ιάσωνα δεν ήταν ένα πιθανό μελλοντικό σενάριο.
   « Γιατί τόσο αυτός όσο και οι φαντασμένοι γονείς του με βλέπουν σαν μια καλή επένδυση! Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η συγχώνευση των εταιριών μας. » Αυτή ήταν η αλήθεια. Οι γονείς του είχαν βάλλει στο μάτι την εταιρία του πατέρα μου εδώ και πάρα πολύ καιρό και χρησιμοποιούσαν κάθε θεμιτό κι αθέμιτο μέσο για να πετύχουν το σκοπό τους. Η μητέρα μου, φυσικά, έβρισκε τον Ιάσωνα εξαιρετικό και ήταν απαρηγόρητη όταν της ανακοίνωσα ότι χωρίσαμε. Η απέχθειά μου για εκείνον είχε μεγαλώσει τόσο πολύ που ακόμα και η απλή αναφορά στο όνομά του με αηδίαζε. Η Δάφνη άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, αλλά το δολοφονικό μου βλέμμα την έκανε να σωπάσει.
   Σύντομα, τα πάντα γύρω μου άρχισαν να στροβιλίζονται. Αδυνατούσα να καταλάβω αν ήταν από το αλκοόλ ή απλά ένα ακόμα σύμπτωμα της αγοραφοβίας που προσπαθούσα απεγνωσμένα να καταπιέσω, αλλά για ένα πράγμα ήμουν σίγουρη· έπρεπε να φύγω από εκεί μέσα, έπρεπε να το είχα κάνει μια ώρα πριν. Όταν η άκρη του ματιού μου έπιασε τον Πάνο να περπατά προς το μέρος μας από την άλλη άκρη του μπαρ, ήξερα πως αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Περίμενα να πλησιάσει αρκετά, ώστε η Δάφνη να μην έχει μάτια για κανέναν άλλον κι έπειτα πήρα το κουρασμένο μου ύφος.
   « Ζαλίζομαι λίγο, νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να φύγω. » Είχα τύψεις που θα την άφηνα, αλλά τουλάχιστον δεν της έλεγα ψέματα. Απλά αποφάσισα να μοιραστώ τη μισή αλήθεια.
   « Θα έρθω μαζί σου. » Η αντίδρασή της δεν με εξέπληξε καθόλου. Δεν θα με άφηνε ποτέ να φύγω μόνη μου αν ένιωθε πως δεν ήμουν καλά.
   « Όχι, δεν χρειάζεται. Μείνε με τον Πάνο. Εμείς θα τα πούμε αύριο. » Τα φρύδια της υψώθηκαν σε ένα δύσπιστο συνοφρύωμα, αλλά στο τέλος κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Κατέβηκα από το σκαμπό με την ίδια δυσκολία που το είχα ανέβει και φόρεσα το δερμάτινό μου. Την αγκάλιασα και της έδωσα ένα αποχαιρετιστήριο φιλί στο μάγουλο, ενώ εκείνη μου ζήτησε να προσέχω. Ήταν περισσότερο διαταγή παρά επιθυμία, η αλήθεια είναι. Δεν μπορώ να πω πως με ενόχλησε, βέβαια. Ανησυχούσε και το γνώριζα πολύ καλά. Αφού της άφησα χρήματα για να πληρώσει και χαιρέτησα τον Πάνο, κατευθύνθηκα προς την έξοδο.
   Αναγκάστηκα να σπρώχνω όποιον έβρισκα μπροστά μου για να καταφέρω να βγω από το μεθυσμένο πλήθος, που χόρευε κι έπινε ασταμάτητα. Τα σώματά τους έμοιαζαν με σκληρούς συμπαγείς τοίχους που απειλούσαν να με κρατήσουν εγκλωβισμένη εκεί μέσα. Ήμουν κοντή, πολύ κοντή· ακόμα και με τα ψηλά μποτάκια που φορούσα δεν μπορούσα να διακρίνω την έξοδο πια. “Γαμώτο!” φώναξα, αλλά κανένας δεν φάνηκε να το προσέχει. Ο φωτισμός ήταν ιδιαίτερα χαμηλός και δεν έβλεπα που πατούσα, κάποια στιγμή αισθάνθηκα σπασμένα κομμάτια γυαλιού κάτω από τα μποτάκια μου και κοίταξα το πάτωμα προσπαθώντας να τα αποφύγω. Άδικος κόπος· δεν έβλεπα τίποτα. Σήκωσα το κεφάλι μου και συνέχισα να περπατώ προς την κατεύθυνση που θεωρούσα πως θα έβρισκα την έξοδο. Καθώς έσπρωχνα τον κόσμο, ζητώντας συγγνώμη δεξιά κι αριστερά ελπίζοντας πως θα με άκουγαν, ένιωσα ένα νέο κύμα ζάλης να μου επιτίθεται. Το πάτωμα άρχισε να σείεται κάτω από τα πόδια μου, ενώ όσες αναπνοές κι αν έπαιρνα αισθανόμουν πως το οξυγόνο δεν έφτανε ποτέ στα πνευμόνια μου. Δεν ήταν το ποτό. Ήταν η αγοραφοβία. Έπρεπε να βγω έξω.

   Λίγα λεπτά αργότερα η μεγάλη γυάλινη πόρτα εμφανίστηκε μπροστά μου. Ήμουν μόλις πέντε μέτρα μακριά, αλλά δεν είχα κουράγιο να κάνω ούτε βήμα παραπάνω.   “ Λίγα βήματα ακόμη. Λίγα βήματα ακόμη και θα την φτάσεις. ” Οι αναπνοές μου γίνονταν όλο και πιο γρήγορες, όλο και πιο ακανόνιστες, σαν τον χτύπο της καρδιάς ενός ετοιμοθάνατου. Ένιωθα πως τα πόδια μου ζύγιζαν τόνους, τα έσερνα πάνω στο ολισθηρό πάτωμα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να συνεχίσω να προχωρώ μπροστά. Όταν τελικά έφτασα, ο μεσήλικας πορτιέρης με τα ηλίθια τατουάζ άνοιξε την πόρτα και ο ψυχρός αέρας του Νοέμβρη αγκάλιασε το σώμα μου με τα αόρατα πλοκάμια του. Βγήκα έξω και ανέπνευσα βαθιά. Τόσο βαθιά που ένιωσα το οξυγόνο να απλώνεται μέσα μου από την κορφή ως τα νύχια. Άφηνε μια αίσθηση αναζωογόνησης πίσω του. Με κάθε λεπτό που περνούσε, ο χτύπος της καρδιάς μου άρχισε να βρίσκει το φυσιολογικό ρυθμό του, ενώ οι αναπνοές μου γίνονταν πιο σταθερές. Η ζαλάδα και η αδυναμία, ωστόσο, συνέχιζαν να με βασανίζουν. Έκλεισα τα μάτια και έφερα στο μυαλό μου το μοναδικό μέρος που με έκανε να αισθάνομαι ήρεμη. Εκεί που δεν με ενοχλούσε κανείς, εκεί που ήμουν πάντα μόνη.  Μόνη, παρέα με τους δαίμονες μου και τα φωτεινά αστέρια στον μουντό νυχτερινό ουρανό. 

Αντιγόνη Γ.

4 σχόλια:

  1. Για πρώτο κεφάλαιο, περίμενα κάτι πιο grande αλλά μου άρεσε. Και άλλο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχεις απόλυτο δίκιο! Αυτό συμβαίνει γιατί αρχικά είχα γράψει το πρώτο και δεύτερο κεφάλαιο σαν ένα, αλλά αναγκάστηκα να το χωρίσω στα δυο γιατί ήταν πολύ μεγάλο. Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ για το σχόλιο σου!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ωραίο! Νομίζω πως γράφεις πολύ ωραία, συνέχισε να ξετυλίγεις την ιστορία σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ! Εύχομαι να σου αρέσει και η συνέχεια!!! :)

      Διαγραφή