Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Μαΐ 2015

4 Όμορφοι Δαίμονες (Κεφάλαιο 2)


Λούκας

   Όπως συνήθως, το ρετιρέ ήταν έρημο. Η βροχή είχε σταματήσει εδώ και ώρα, όμως τα πάντα γύρω μου ήταν βρεγμένα και η βρόμα της υγρασίας δεν έλεγε να εγκαταλείψει τα ρουθούνια μου. Αυτή πρέπει να ήταν η χειρότερη πόλη της Ελλάδας. Βροχή, υγρασία, συννεφιά. Ξανά και ξανά και ξανά. Άνοιξα την πόρτα της αποθήκης και τράβηξα το ξεχειλωμένο στρώμα του παλιού μου κρεβατιού έξω. Το άλλοτε άσπρο εξωτερικό του κάλυμμα ήταν ξεφτισμένο, γεμάτο λεκέδες από ποτά και τρύπες από σβησμένα τσιγάρα, ενώ το γέμισμα είχε ξεκοιλιαστεί σε αρκετά σημεία. Μερικές φορές μου έκανε εντύπωση το πόσο καταστροφικός μπορούσα να γίνω όταν δεν ήμουν ικανός να ελέγξω τον θυμό μου. Εκείνα τα κρίσιμα λεπτά που το αίμα μου κόχλαζε, η όρασή μου θόλωνε και τα χέρια μου έτρεμαν, φοβόμουν για το πόσο εύκολα μπορούσα να καταστρέψω τα πάντα γύρω μου. Η διαχείριση του θυμού δεν υπήρξε ποτέ το φόρτε μου. Και για να είμαι ειλικρινής… δεν ξέρω αν αυτό θα άλλαζε ποτέ.     
   Πέταξα το στρώμα στα υγρά πλακάκια και κάθισα πάνω του άτσαλα. Κοίταξα τον ουρανό για λίγο· το φεγγάρι κρύβονταν πίσω από τα γκρίζα σύννεφα αφήνοντας με μόνο στο απόλυτο σκοτάδι, κι έπειτα εμφανίζονταν για λίγο μόνο και μόνο για να χαθεί και πάλι. Ασυναίσθητα, το βλέμμα μου έπεσε στην μοναδική μου συντροφιά γι’ απόψε. Το γεμάτο τελάρο με τις μπύρες έστεκε περιμένοντας υπομονετικά στα δεξιά μου. Το είχα αγοράσει πριν  ανέβω εδώ πάνω και είχα σκοπό να πιω τόσο, ώστε να μην θυμάμαι ούτε τ’ όνομά μου στο τέλος.
   Είχε προηγηθεί ένα πραγματικό τηλεφώνημα στοργής από τον πατέρα μου για να μου υπενθυμίσει πόσο άχρηστος, ανάξιος και επαίσχυντος γιος ήμουν στ’ αλήθεια. Μετά από τόσα χρόνια θα περίμενε κανείς πως θα είχα συνηθίσει αυτές τις ιδιόμορφες εκδηλώσεις αγάπης του, αλλά μα το θεό, πάντα έβρισκε νέες προσβολές για να εξαπολύσει. Δεν έμοιαζα καθόλου στον αδερφό μου κι αυτό τον εξόργιζε. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε κι ο ίδιος, ο Κρίς ήταν σοβαρός, μετρημένος, έπαιρνε πάντα σωστές αποφάσεις κι ακολουθούσε στα τυφλά τις συμβουλές του γιατί ήξερε πως αυτό ήταν το καθήκον κάθε σωστού γιου. Ο Κρις ήταν ένας άξιος γιος για τον πατέρα μου. Ένας γιος για τον οποίο μπορούσε να είναι υπερήφανος. Εγώ πάλι όχι και τόσο. Το είχε κάνει σαφές εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο μπήκε στον κόπο να μου τηλεφωνήσει, ωστόσο, ήταν για να μ’ ενημερώσει ότι σε δύο βδομάδες από τώρα έπρεπε να παρευρεθώ σε ακόμη μια δικαστική αίθουσα. Απ’ ότι φαίνεται ο μαλάκας που έδειρα το περασμένο Σάββατο είχε καταθέσει μήνυση. Για τον πατέρα μου αυτό ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Χαρακτηριστικά μου είπε πως αν έχανα τον έλεγχο άλλη μια φορά, θα μ’ έκανε να το μετανιώσω. Αν και μεταξύ μας δεν είχα ιδέα τι παραπάνω μπορούσε να κάνει. Καθημερινά έδειχνε να βάζει τα δυνατά του για να μετατρέψει τη ζωή μου σε κόλαση.
   Έβγαλα ένα φθαρμένο τετράδιο από το μαύρο σακίδιό μου και το άνοιξα για να συναντήσω μια μισό – σκισμένη σελίδα γεμάτη μουτζούρες και άθλιους στίχους που δεν έβγαζαν κανένα νόημα μεταξύ τους. Υποσχέθηκα στα παιδιά πως θα είχα έτοιμο το καινούργιο μας τραγούδι μέχρι αύριο το απόγευμα, αλλά δεν είχα ετοιμάσει ούτε καν το πρώτο κουπλέ ακόμα. Συνήθως οι στίχοι έβγαιναν εύκολα από μέσα μου, αυτή τη φορά, όμως, μου ήταν αδύνατον. Τον τελευταίο καιρό ένιωθα πως δεν υπήρχε τίποτα για το οποίο άξιζε να γράψω. Αφού έκανα άλλη μια αποτυχημένη προσπάθεια να ολοκληρώσω εκείνο το πρώτο κουπλέ, πέταξα το τετράδιο στην άκρη. Ήξερα ότι δεν είχε κανένα νόημα. Αν είχα μάθει ένα πράγμα από την ενασχόλησή μου με τη μουσική τόσα χρόνια, αυτό ήταν ότι η έμπνευση έρχονταν πάντα όποτε ήθελε εκείνη, όχι όποτε ήθελες εσύ. Μπορούσες να μείνεις ξάγρυπνος όλη νύχτα προσπαθώντας να τελειώσεις εκείνο το τραγούδι που σε βασάνιζε, αλλά δεν θα κατάφερνες τίποτα απολύτως αν η έμπνευσή σου είχε χαθεί.
   Ξεφύσηξα απηυδισμένος. Σκατά. Όλα μου πήγαιναν σκατά. Δεν ήμουν από τους ανθρώπους που τους άρεσε να κλαίγονται δεξιά κι αριστερά, πάντα πίστευα πως ήταν ανούσιο. Κανείς δεν μπορούσε να σε βοηθήσει γιατί πολύ απλά κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι περνάς. Αυτοί που χρησιμοποιούσαν τις  γνωστές και άθλιες ατάκες “ ξέρω πως νιώθεις ”,όλα θα πάνε καλά ” ήταν αυτοί που στην πραγματικότητα δεν είχαν την παραμικρή ιδέα γι’ αυτά που είχες μέσα σου. Αυτοί που δεν ενδιαφέρονταν καθόλου και προσπαθούσαν απλά να σε καθησυχάσουν γιατί βαριούνταν μέχρι θανάτου να σε ακούν να μιλάς για τα προβλήματά σου. Οι άνθρωποι που νοιάζονταν στ’ αλήθεια για ‘σένα ήταν ελάχιστοι. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, εκείνοι που σου έδιναν την εντύπωση ότι ενδιαφέρονταν έκαναν απλώς υπομονή γιατί ήθελαν απεγνωσμένα να κερδίσουν κάτι που μόνο εσύ μπορούσες να τους προσφέρεις. Είμαστε μόνοι. Και είτε μας αρέσει, είτε όχι… αυτή είναι η άσχημη αλήθεια.
   Χωρίς δεύτερη σκέψη άρπαξα μια μπύρα από το τελάρο και άφησα την γλουτένη να κυλήσει στο λαρύγγι μου. Το αλκοόλ ήταν ο καλύτερος μου φίλος· όταν τον χρειαζόμουν ήταν πάντα εκεί. Δεν μιλούσε ποτέ, κι όμως, με ηρεμούσε κάθε φορά.  Σε αντίθεση με τους ανθρώπους,  πάντα είχε έναν τρόπο να σβήνει από το μυαλό μου όλα εκείνα που ήταν πολύ οδυνηρά για να θυμάμαι. Έριξα μια τελευταία ματιά στα λιγοστά αστέρια που είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους στο σκούρο μπλε τ’ ουρανού, κι έπειτα, κατέβασα το υπόλοιπο τενεκεδάκι σαν να ήταν νερό.

Ισμήνη
  
   Η εξώπορτα της πολυκατοικίας ήταν κατεστραμμένη· το τζάμι είχε σπάσει σε πολλά σημεία και τα κοφτερά απομεινάρια του έμοιαζαν με πτερύγια πάνω στην βρώμικη πόρτα. Έσπρωξα απαλά με το χέρι μου και οι σκουριασμένοι μεντεσέδες έβγαλαν έναν σιγανό ήχο διαμαρτυρίας. Η οικοδομή ήταν εγκαταλειμμένη εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ήταν παλιά και ένας δυνατός σεισμός του παρελθόντος την είχε καταστήσει άκρως επικίνδυνη για οποιονδήποτε επιθυμούσε να μείνει εκεί μέσα. Έκανα ένα βήμα μπροστά και άφησα το πνιχτό σκοτάδι να με καταπιεί. Δεν μπορούσα να δω τίποτα, αλλά είχα έρθει αρκετές φορές και πλέον γνώριζα καλά τα κατατόπια. Με οδηγό τον τοίχο προσπάθησα να φτάσω τις τσιμεντένιες σκάλες χωρίς να σκοντάψω πάνω σε κανένα γυάλινο μπουκάλι μπύρας ή κάποιο άλλο ξεχασμένο αντικείμενο. Ο τοίχος ήταν γεμάτος μακριές ρωγμές που απλώνονταν πάνω του σαν βαθιές χαρακιές σε μαλακό δέρμα· δεν τις έβλεπα, αλλά τις ένιωθα να γαργαλούν τις άκρες των δαχτύλων μου. Στραβομουτσούνιασα καθώς θυμήθηκα πόσα σκαλοπάτια έπρεπε ν’ ανέβω για να φτάσω στο ρετιρέ. Τα σκαλοπάτια ήταν πάρα πολλά κι εγώ εξακολουθούσα να είμαι πολύ ζαλισμένη. Πήρα μια βαθιά κουρασμένη ανάσα. Είχα αποφασίσει ότι θα ανέβαινα εκεί πάνω και δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο που να μπορούσε να με σταματήσει. Τίποτα.  Αυτό το μέρος ήταν το καταφύγιο μου. Κάθε φορά που η ψυχή μου ήθελε απεγνωσμένα να πετάξει μακριά από τη φυλακή του σώματος της, αυτό εδώ το άθλιο, βρωμερό μέρος μου πρόσφερε τη γαλήνη που αναζητούσα.
   Είχα φτάσει στη μέση περίπου της σκάλας όταν άκουσα έναν κοφτό ήχο σπασίματος να διαταράσσει τη νεκρική σιγή. Είχα πατήσει πάνω σε κάτι. Έβγαλα το κινητό από την τσέπη και πάτησα το πρώτο κουμπί που βρήκα μπροστά μου. Το αχνό φως της οθόνης αποκάλυψε μια σπασμένη σύριγγα. Η άκρη της βελόνας ήταν σκούρα μπορντό, πιθανότατα από το ξεραμένο αίμα του χρήστη της. Παραδίπλα, δύο ακόμα σύριγγες με περισσότερο αίμα και τρία κονσερβοκούτια ήταν σκορπισμένα στο τσιμέντο. ‘’ Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο! ‘’ ψιθύρισα στον ηλίθιο εαυτό μου με τις ακόμα πιο ηλίθιες ιδέες του. Αν πάθαινα κάτι τώρα, οι πιθανότητες να βρεθεί το πτώμα μου ήταν μηδαμινές. Έπρεπε να φύγω, το ήξερα. Κάθε νεύρο του κορμιού μου φώναζε να τρέξω μακριά· να γυρίσω την πλάτη και να μην κοιτάξω πίσω, αλλά εγώ έστεκα κολλημένη εκεί, δίχως να μπορώ να κάνω βήμα. Όχι από φόβο, αλλά από σοκ. Υπήρχε μια γνώριμη φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Δεν μπορούσα να θυμηθώ που την ήξερα, όμως ήταν εκεί· ταξίδευε στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του μυαλού μου αφήνοντας τον σπόρο μιας καταστροφικής ιδέας, που μεγάλωνε τρομερά γρήγορα. Δυνάμωνε με το πέρασμα κάθε δευτερολέπτου και απλώνονταν μέσα μου σαν δηλητήριο.
   Όταν τελικά η φωνή καταλάγιασε, άρχισα να τρέχω απεγνωσμένα μέσα στο σκοτάδι. Όχι προς την έξοδο, αλλά προς τα επάνω. Σκόνταψα αρκετές φορές σε διάφορα αντικείμενα μεταξύ των οποίων υπήρχαν σπασμένα γυαλιά και ξεσκισμένα παπούτσια, όμως δεν σταμάτησα ούτε λεπτό. Ο δαίμονας μέσα στο κεφάλι μου είχε κάνει μια προσφορά τόσο δελεαστική, που ήταν αδύνατον να αρνηθώ.
   Ως συνήθως, η παλιά σιδερένια πόρτα ήταν ορθάνοικτη. Πέρασα μέσα της με τα μάτια μου καρφωμένα απέναντι· εκεί που τα μαύρα προστατευτικά κάγκελα που κάποτε ορθώνονταν κατά μήκος ολόκληρης της αντικρινής πλευράς ήταν πεσμένα στα γλιστερά πλακάκια. Πλησίασα αργά, αδυνατώντας να πάρω το βλέμμα μου από το σημείο όπου τα διαλυμένα πλακάκια του πατώματος σταματούσαν και το απόλυτο κενό ανοίγονταν μπροστά. Ξαφνικά, τα πάντα γύρω μου έμοιαζαν να ακτινοβολούν μ’ ένα λευκό εκτυφλωτικό φως που έκανε την όρασή μου να θολώνει και τα μάτια μου να πονάνε. Δεν ήταν αληθινό, το ένιωθα. Ήταν ένα ακόμα παιχνίδι του μυαλού μου από το οποίο δεν μπορούσα να ξεφύγω. Πήρα μια βαθιά ανάσα και κοίταξα κάτω. Αμέσως, το στομάχι μου ανακατεύτηκε· δεν υπήρχε τίποτα. Τίποτα απολύτως. Αν έκανα ένα βήμα μπροστά θα γινόμουν μια ανάμνηση. Μια θλιβερή, θολή ανάμνηση που μέρα με τη μέρα αργοπέθαινε στο μυαλό όλων όσων είχαν την ευγενή καλοσύνη να θυμούνται ότι υπάρχω εξ’ αρχής. Πόσο καιρό να τους έπαιρνε άραγε να με ξεχάσουν ; Σίγουρα όχι πολύ. Το εκτυφλωτικό λευκό φως είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει μπροστά στα μάτια μου, έπαιρνε τη μορφή αστεριών και τώρα πια δεν έβλεπα τίποτε άλλα παρά μονάχα εκείνα. Ολόκληροι γαλαξίες και περιστρεφόμενοι πλανήτες έκαναν κι αυτοί την εμφάνιση τους σιγά – σιγά στο οπτικό μου πεδίο. Χόρευαν σ’ ένα όμορφο ρυθμικό τραγούδι, που έφτανε στ’ αυτιά μου από χιλιόμετρα μακριά. Ήθελα να βγω από το σώμα μου και να το ακολουθήσω· να τρέξω μακριά από τη φρίκη της ανθρώπινης ύπαρξης και να μην γυρίσω ποτέ. Ένιωθα όπως ακριβώς εκείνη τη φορά που είχα πάρει LSD σ’ ένα άθλιο πάρτι ενός πλουσιόπαιδου της τρίτης Λυκείου. Είχα καταλήξει να χορεύω γυμνή στο σιντριβάνι που κοσμούσε την μπροστινή αυλή της πολυτελούς βίλλας. Όταν ειδοποίησαν τη μαμά μου να έρθει να με πάρει την άλλη μέρα το πρωί, έστειλε τον οδηγό μας γιατί η ίδια δεν μπορούσε να δει τα χάλια μου. Η ντροπή ήταν τόσο μεγάλη που αρνούνταν να βγει από το σπίτι μας για έναν ολόκληρη μήνα. Τώρα όμως, όλα ήταν διαφορετικά. Όταν το κινητό της χτυπούσε μέσα στη νύχτα, θα ερχόταν να με δει για μια τελευταία φορά.
‘’ Πόσο χαζή είσαι; Θα νιώσει ανακούφιση που δεν θα χρειάζεται να σε βλέπει να την γελοιοποιείς άλλο πια . ‘’ Αυτή η φωνή δεν ήταν δική μου. Ο δαίμονας του μυαλού μου είχε επιστρέψει κι έριχνε αλάτι στις ανοιχτές πληγές χρόνων που δεν θα έκλιναν ποτέ.
‘’ Σκάσε! ‘’ Φώναξα, θέλοντας να τον κάνω να σωπάσει.
‘’ Που δεν θα πρέπει να πληρώνει για τους ενοχλητικούς ψυχολόγους και τα ηλίθια φάρμακά σου. ‘’  Τα λόγια του με πονούσαν. Με πονούσαν πολύ, γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως ήταν αλήθεια.
‘’ Που δεν θα πρέπει να προσποιείται ότι ενδιαφέρεται και να λέει συνεχώς ψέματα στους γύρω της για να καλύψει τις δικές σου εξευτελιστικές πράξεις. ‘’
‘’ Σκάσε γαμώτο! ‘’ Δεν είχα ακούσει ποτέ τόση απόγνωση στη φωνή μου. Καυτά δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν τα μάτια μου κι έπειτα να επιτίθενται σαν ορμητικοί καταρράκτες στο πρόσωπό  μου. Ήξερα καλύτερα από τον καθένα πως αν δεν κατάφερνα να διώξω τη φωνή μακριά, οι φωνές θα πλήθαιναν και στο τέλος θα με τρέλαιναν… Αν και καταπώς φαίνεται με είχαν ήδη τρελάνει. Ο μόνος τρόπος να σκοτώσω τους δαίμονές μου ήταν να σκοτώσω εμένα πρώτα. Και αυτό ακριβώς είχα σκοπό να κάνω.
   Χωρίς δεύτερη σκέψη έκλεισα τα μάτια και σήκωσα τα χέρια μου σαν να ήταν φτερά. Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να φαντάζομαι ότι πετάω. Σκαρφάλωνα κρυφά στη σκεπή του σπιτιού μας και καθόμουν εκεί ώρες ατελείωτες, κοιτάζοντας τα πουλιά να σχηματίζουν σμήνη στον πολύχρωμο ουρανό του δειλινού. Μόλις ο μπαμπάς μου το ανακάλυψε μου απαγόρευσε να ανεβαίνω εκεί πάνω, αλλά φυσικά εγώ το έκανα πολλές φορές ακόμα. Εκείνο το μικρό κοριτσάκι ήταν γεμάτο όνειρα· αγαπούσε κάθε ανάσα που έπαιρνε! Ούτε στους χειρότερους εφιάλτες της δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως η ζωή της θα κατέληγε έτσι. Τουλάχιστον η παιδική μου επιθυμία θα πραγματοποιούνταν. Με την εικόνα του εντεκάχρονου εαυτού μου χαραγμένη στο μυαλό μου πήρα μια βαθιά ανάσα και άφησα το σώμα μου να πέσει μπροστά, περιμένοντας το απόλυτο κενό να με καταπιεί. Αντί να νιώσω το αίσθημα της πτώσης, ωστόσο, ένιωσα κάτι να με τραβάει προς τα πίσω σαν μαγνήτης. Στην αρχή αδυνατούσα να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε, μετά από λίγο, όμως, έγινε προφανές· δυο χέρια ήταν τυλιγμένα γύρω μου και με απομάκρυναν γρήγορα από την άκρη του ρετιρέ. Δεν είχα ιδέα ποιος μπορεί να ήταν, δεν με ενδιέφερε ποιος μπορεί να ήταν, το μόνο που ήθελα ήταν να βυθιστώ στο απέραντο σκοτάδι, αφήνοντας το ρυθμικό τραγούδι που εξακολουθούσε να φτάνει στ’ αυτιά μου να με παρασύρει μακριά.
   « Άφησέ με! » Τσίριξα μέσα στην απεγνωσμένη μου προσπάθεια να ξεφύγω από τη φυλακή των δυνατών χεριών.
   « Δεν ξέρω τι προβλήματα έχεις, αλλά το να πηδήξεις από τον έκτο όροφο δεν θα τα λύσει. » Η φωνή ήταν αντρική. Ίσως η ωραιότερη αντρική φωνή που είχα ακούσει ποτέ μου. Είχε τη γλύκα της λιωμένης σοκολάτας γάλακτος και μια αμυδρή βραχνάδα, που έκανε την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Χωρίς προειδοποίηση, ο άγνωστος άνδρας με γύρισε αντικριστά του με τέτοια ευκολία, σαν να ζύγιζα γραμμάρια. Έμεινα ακίνητη στη θέα δυο μεγάλων μπλε ματιών. Δεν ήταν το απειλητικό σκούρο μπλε του βυθού, ούτε το ξεθωριασμένο γαλάζιο της ακτής. Ήταν εκείνο το καθαρό μπλε της θάλασσας που έκανε την ψυχή σου να λαχταρά την κάθε βουτιά σαν να ήταν ανάσα που σε κρατούσε στη ζωή. Ήταν εκείνο το απόκοσμα όμορφο μπλε που σ’ έκανε να ονειρεύεσαι.
   Το αστραφτερό λευκό φως έδειχνε να εξασθενεί μπροστά στο μπλε των ματιών του. Τα λαμπερά αστέρια και οι περιστρεφόμενοι πλανήτες που πριν από λίγο θόλωναν την όρασή μου, έμοιαζαν να στροβιλίζονται τώρα πια γύρω από το κεφάλι του άγνωστου άνδρα σαν σε καρουζέλ, με χάρη, ρυθμό και ένταση. Ξεθώριαζαν αργά, με κάθε βασανιστικό πέρασμα του δευτερολέπτου μέχρι που τελικά χάθηκαν εντελώς, αφήνοντας πίσω τους σύννεφα χρυσόσκονης να αιωρούνται στον αέρα. Προσγειώνονταν απαλά πάνω στα ξανθά του μαλλιά, κάνοντάς τα να στραφταλίζουν . Έστεκα εκεί· παγωμένη σαν άγαλμα, δίχως να βγάζω λέξη.  Ήταν ότι πιο όμορφο είχα δει ποτέ μου. Έμοιαζε με τους αγγέλους στα χαζορομαντικά μυθιστορήματα που διάβαζα όταν ήμουν έφηβη. Εκείνους τους απελπιστικά όμορφους που έσωζαν το κορίτσι των ονείρων τους από τους δαίμονες της σκοτεινής πλευράς. Δεν ήταν αληθινός. Όχι. Δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αληθινός.
   « Είσαι καλά; » Χαμήλωσε το κεφάλι του πιο κοντά στο δικό μου και η μυρωδιά της μπύρας αναμεμιγμένης με τη γλυκιά λεβάντα που ανέδιδε το κορμί του έκανε τη γη κάτω από τα πόδια μου να τρέμει. Εισέπνευσα όσο πιο βαθιά μπορούσα, κι έπειτα έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να διώξω την εικόνα του μακριά. ‘’ Δεν είσαι αληθινός. ‘’ Ψιθύρισα. Αν η ψυχολόγος μάθαινε ότι είχα αρχίσει να βλέπω και να ακούω πράγματα ξανά, είμαι σίγουρη ότι σε λίγο καιρό θα κατέληγα στο ίδρυμα για ψυχικά διαταραγμένους από το οποίο είχα κάνει τόσο κόπο να βγω.
   « Δεν ξέρω τι λες εσύ ‘ Δεσποινίς τρελάρα ’, αλλά εγώ νιώθω πολύ αληθινός. » Η φωνή του έστειλε κύματα ανατριχίλας στη ραχοκοκαλιά μου, και αναπήδησα αμέσως σαν να με είχε μόλις χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Πώς ήταν δυνατόν μια φωνή της φαντασίας μου να ακούγονταν τόσο αληθινή; Πλημμυρισμένη από φόβο γι’ αυτό που επρόκειτο να αντικρίσω, άνοιξα διστακτικά το αριστερό μου μάτι. Ο μυστηριώδης άνδρας εξακολουθούσε να είναι εκεί· με κοίταζε μπερδεμένος, σαν να ήμουν μια μαθηματική εξίσωση που αδυνατούσε να λύσει.
   « Είσαι καλά; » Ξαναρώτησε όταν έκλεισα και πάλι το μάτι μου. Υπήρχαν φορές στη ζωή μου που αδυνατούσα να καταλάβω τι ήταν πραγματικό και τι ψεύτικο. Αυτή εδώ, ήταν μια από εκείνες τις φορές. Το μυαλό μου μπορούσε να δημιουργήσει τις πιο απίστευτες ιστορίες· το έκανε με τέτοιον τρόπο, μάλιστα, που όλα φάνταζαν  πραγματικά. ‘’ Τι θα κάνω γαμώτο; ‘’Φώναξα απεγνωσμένα στον εαυτό μου. Ήμουν έτοιμη να καταρρεύσω στο πάτωμα και ν’ αρχίσω να κλαίω, όταν ένιωσα τα χέρια του πάνω στα μάγουλά μου. Το άγγιγμά του ήταν απαλό, σχεδόν βελούδινο· έκανε το αίμα στις φλέβες μου καίει και τα κύτταρα του κορμιού μου να πάλλονται ασταμάτητα.
   « Όλα θα πάνε καλά. » Η απίστευτη γλύκα της φωνής του έφτανε στ’ αυτιά μου σαν μια από εκείνες τις όμορφες μελωδίες που σου θύμιζαν τα λουλούδια της άνοιξης, τη γεύση της φράουλας και τα χρώματα του ουράνιου τόξου πάνω στο απέραντο μπλε τ’ ουρανού. « Μη φοβάσαι. » Ο αντίχειράς του ταξίδεψε απαλά πάνω στο μάγουλό μου, και ορκίζομαι πως ένιωσα φτερά πεταλούδων να χαϊδεύουν τα τοιχώματα του στομαχιού μου. Ήταν αληθινός! Τίποτε άλλο μέχρι τώρα δεν με είχε κάνει να αισθανθώ έτσι. Ίσως, μάλιστα, να ήταν ότι πιο αληθινό είχα συναντήσει ποτέ μου. Με μια αδύναμη εκπνοή, άφησα τα βαριά μου βλέφαρα ν’ ανασηκωθούν. Τα καστανά μου μάτια συνάντησαν τα δικά του, κι έμεινα αμίλητη να τον παρατηρώ για λίγο. Ήταν αψεγάδιαστος· το ψηλόλιγνο κορμί του ορθώνονταν σαν πύργος πάνω από το δικό μου, κάνοντας με να δείχνω ακόμα πιο μικροκαμωμένη απ’ ότι συνήθως, ενώ το μαύρο σκουλαρίκι που κοσμούσε τα χείλη του ξυπνούσε μια πρωτόγνωρη αίσθηση επιθυμίας μέσα μου. Καθώς τα δευτερόλεπτα περνούσαν, ο παλιός καλός μου εαυτός ανέβαινε στην επιφάνεια. Όταν το μυαλό μου καθάρισε εντελώς και οι δαίμονές μου κλείστηκαν ηττημένοι πίσω στη φυλακή τους, ένιωσα κάτι μέσα μου να σκάει σαν ωρολογιακή βόμβα. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα λόγια που ξέφυγαν από τα χείλη μου...
   « Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου! » Φώναξα την ίδια στιγμή που έσπρωχνα τα χέρια του μακριά. Εκείνος, έδειχνε ακόμα πιο μπερδεμένος απ’ ότι ήταν πριν· τώρα πια με κοιτούσε σαν να ήμουν τρελή. Δεν τον αδικούσα, βέβαια.
   « Είσαι καλ- » Προσπάθησε να με ρωτήσει για πολλοστή φορά, αλλά τον διέκοψα με τρομερή αγένεια.
   « Και σταμάτα επιτέλους να με ρωτάς αν είμαι καλά! Είμαι μια χαρά! » Η αλήθεια είναι πως απείχα χιλιάδες – για να μην πω εκατομμύρια –  έτη φωτός απ’ το ‘ καλά ’, όμως αυτό ήταν κάτι που το ήξερα μόνο εγώ. Κι έτσι ακριβώς έπρεπε να παραμείνει. Τα όμορφα μάτια του μυστηριώδη τύπου με παρατηρούσαν εξεταστικά· από την κορφή ως τα νύχια.  Όταν το βλέμμα του σταμάτησε τελικά στο πρόσωπό μου, αισθάνθηκα ένα κύμα ζέστης να πλημμυρίζει τα μάγουλά μου.
   « Περίεργο αν αναλογιστεί κανείς ότι πριν από μερικά μόλις λεπτά ήσουν έτοιμη να πηδήξεις από τον έκτο όροφο. » Άνοιξα το στόμα μου για ν’ απαντήσω κάτι έξυπνο και καυστικό, αλλά αμέσως συνειδητοποίησα πως δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσα να πω. Με είχε δει. Με είχε δει να αφήνω τον εαυτό μου να πέσει στο κενό. Ό, τι κι αν έλεγα δεν θα ήταν αρκετό για ν’ αναιρέσει αυτό που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια. Μην ξέροντας τι άλλο να κάνω, του γύρισα την πλάτη και σήκωσα το κεφάλι μου στον σκοτεινό ουρανό της νύχτας. Τα αστέρια τρεμόπαιζαν· έχαναν το φως τους για κλάσματα του δευτερολέπτου κι έπειτα συνέχισαν να λαμπυρίζουν πάνω στο βαθύ μαύρο τ’ ουρανού. Δίπλα τους, η σελήνη έδειχνε δυστυχισμένη. Ήταν μόνη, δίχως παρηγοριά. Ο αγαπημένος της ήλιος είχε χαθεί και πάλι, όταν εκείνη άρχισε να καταφθάνει στον ουρανό του λυκόφωτος. Ο έρωτάς τους ήταν καταδικασμένος, μα δεν το έβαζαν κάτω· συναντιούνταν για ένα φιλί στα κλεφτά κάθε μέρα λίγο πριν από τη Δύση.
   « Δεν φοβήθηκες; » Ένιωσα την ανάσα του να γαργαλά το αυτί μου. Είχα βυθιστεί τόσο πολύ στις σκέψεις μου που δεν τον είχα ακούσει να με πλησιάζει. Προφανώς φοβόταν ότι θα έτρεχα και πάλι στο κενό.
   « Ο φόβος δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Μόλις το καταλάβεις, θα είσαι ελεύθερος. » Γύρισα το σώμα μου για να τον αντικρίσω. Αμέσως η ηλίθια καρδιά μου άρχισε να χτυπά ακανόνιστα και τα πόδια μου να τρέμουν. Σκατά. Γιατί μου συνέβαινε αυτό;
   « Μαλακίες. Αν δεν σε τραβούσα πίσω, θα ήσουν νεκρή τώρα. Μοιάζει πολύ αληθινό στα μάτια μου. » Ρουθούνισε ειρωνικά, κάνοντας το αίμα στις φλέβες μου να κοχλάζει από θυμό. Το μισούσα όταν κάποιος με ειρωνεύονταν!
   « Ναι, θα έπεφτα και ναι, θα πέθαινα· αυτό είναι γεγονός. Αλλά γιατί αυτό το γεγονός πρέπει να σου γεννά φόβο; Γιατί ο θάνατος πρέπει να σου γεννά φόβο; Δεν ξέρεις στ’ αλήθεια αν είναι μια άσχημη κατάσταση, σωστά; Ο φόβος δεν είναι αληθινός. Είναι κάτι που εσύ δημιουργείς μέσα στο κεφάλι σου… και μπορείς ν’ απαλλαγείς απ’ αυτόν αν το θέλεις. » Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς. Τα βλέμματά μας έμεναν βυθισμένα το ένα μέσα στο άλλο, καθώς η νεκρική ησυχία άπλωνε τον αόρατο μανδύα της γύρω μας. Όταν κατάφερα να πάρω το βλέμμα μου από το δικό του, παρατήρησα ότι δάγκωνε το σκουλαρίκι του. Ομολογώ πως υπήρχε κάτι τρομερά γοητευτικό σ’ αυτήν του την κίνηση. Με κοίταξε για μια τελευταία φορά πριν τα χείλη του χωριστούν κι αφήσει τα παρακάτω λόγια να αιωρηθούν στον αέρα μεταξύ μας.
   « Είσαι περίεργη... στο έχει πει ποτέ κανείς αυτό; » Θα μπορούσα εύκολα να το πάρω ως προσβολή, αλλά ο τρόπος που το είπε το έκανε ν’ ακουστεί σαν φιλοφρόνηση. « Είμαι ο Λούκας. » Συνέχισε πριν προλάβω να του απαντήσω. Ένα ακαταμάχητο χαμόγελο άρχισε να ανθίζει στις γωνίες του προσώπου του, καθώς έτεινε το χέρι του προς το μέρος μου. Σήκωσα το χέρι μου μηχανικά, αλλά τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στα λακκάκια που χάρασσαν το πρόσωπό του. Το δεξί ήταν πιο βαθύ από το αριστερό και τον έκαναν να μοιάζει με μικρό παιδί έτσι όπως οι ασημένιες δέσμες φωτός του φεγγαριού έπεφταν πάνω του.
   « Χάρηκα, Λούκας. » Του είπα, σφίγγοντάς του το χέρι.
   « Δεν θα μου πεις τ’ όνομά σου; » Ρώτησε, ανασηκώνοντας το φρύδι του. Είχα καταφέρει να επαναφέρω εκείνη την μπερδεμένη έκφραση στο πρόσωπό του για ακόμη μια φορά. Μπορούσα σχεδόν να φανταστώ τις σκέψεις του να γίνονται κουβάρι, προσπαθώντας να με καταλάβει.
   « Δεν το χρειάζεσαι στ’ αλήθεια, σωστά; Είμαστε δυο άγνωστοι σε μια ταράτσα ενός ετοιμόρροπου κτιρίου. Δεν θα με ξαναδείς ποτέ και δεν θα σε ξαναδώ ποτέ. » Αυτή ήταν η αλήθεια. Το όνομα μου θα ήταν ακόμη μια άχρηστη πληροφορία για εκείνον· μια πληροφορία που δεν θα τον ωφελούσε σε τίποτα.
   « Είσαι πολύ περίεργη… μ’ αρέσεις. » Κοκκίνισα σαν παντζάρι, κι ο Λούκας γέλασε δυνατά. Το γέλιο του ήταν μελωδικό, σαν το τραγούδι του αηδονιού και μου θύμιζε το γέλιο του μπαμπά μου όταν μ’ έβλεπε να κυκλοφορώ παντού αγκαλιά με τον Φρεντ τον πιγκουίνο. Ο Φρεντ ο πιγκουίνος ήταν το αγαπημένο μου λούτρινο ζωάκι όταν ήμουν μικρή. Ήταν δώρο του μπαμπά μου και δεν πήγαινα πουθενά χωρίς εκείνον. Δεν είχα ιδέα σε ποιο κουτί ήταν πεταμένος τώρα, αλλά για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ένιωσα πως μου έλειπε.

Λούκας

   Είχε γίνει κατακόκκινη! Είχα πολύ καιρό να δω κοπέλα να κοκκινίζει. Συνήθως, οι κοπέλες με τις οποίες συναναστρεφόμουν εγώ, ήταν αυτές που έκαναν τ’ αγόρια να κοκκινίζουν· όχι το αντίστροφο. Είχε πλάκα να την βλέπω να προσπαθεί να το κρύψει, κατεβάζοντας το κεφάλι της προς τα κάτω κοιτάζοντας δήθεν αδιάφορα τα παπούτσια της. Υπήρχε κάτι παράξενο επάνω της που την έκανε θελκτική στα μάτια μου. Ήταν διαφορετική. Πιθανόν ψυχασθενής, αλλά διαφορετική. Αναρωτιόμουν ποια ήταν η αιτία που την έκανε να νιώθει πως η αυτοκτονία ήταν η μόνη λύση. Ποια θλιβερή ιστορία να κρύβονταν πίσω από τα μάτια της άραγε; Θεέ μου, τα μάτια της! Τα μάτια της ήταν τεράστια· ζεστά, στο χρώμα της γλυκιάς σοκολάτας. Ήταν μικροκαμωμένη, αλλά όχι αδύνατη σαν στέκα. Οι καλοσχηματισμένες καμπύλες της μ’ έκαναν να σκέφτομαι πράγματα που προφανώς δεν θα έπρεπε και τα σαρκώδη χείλη της δεν βοηθούσαν καθόλου ν’ απαλλαγώ από τις διόλου αθώες εικόνες του μυαλού μου. Το κάτω χείλος ήταν πιο γεμάτο από το πάνω και για μια στιγμή φαντάστηκα τον εαυτό μου να το δαγκώνει μετά από ένα παθιασμένο φιλί.
 Σχεδόν σαν να με είχε ακούσει, μου έριξε μια ντροπαλή ματιά και αμέσως μετά απομακρύνθηκε από κοντά μου· κατευθύνθηκε αργά προς το τελάρο με τις μπύρες.
   « Ελπίζω να μη σε πειράζει. » Είπε, δείχνοντας μου την μπύρα στα χέρια της. Δεν περίμενε απάντηση. Κάθισε μαλακά πάνω στο στρώμα μου κι έστρεψε το κεφάλι της στον ουρανό προσποιούμενη πως εγώ δεν υπήρχα. Ήταν όμορφη. Μπορεί να μην  έμοιαζε με τα εκθαμβωτικά μοντέλα στα περιοδικά, αλλά υπήρχε κάτι απίστευτα γοητευτικό επάνω της. Σωριάστηκα δίπλα της και την κοίταξα έντονα, θέλοντας να επαναφέρω αυτό το αξιαγάπητο κοκκίνισμα στα μάγουλά της. Για μερικά λεπτά συνέχισε να προσποιείται πως δεν με είχε δει να την καρφώνω με το βλέμμα μου. Μόλις όμως το κόκκινο χρώμα ζωγράφισε και πάλι όμορφες παπαρούνες πάνω στο δέρμα της, γύρισε αιφνίδια το κεφάλι προς το μέρος μου.
   « Λοιπόν; Γιατί είσαι εδώ πάνω, Λούκας; » Με ρώτησε σε μια προσπάθεια να απομακρύνει την προσοχή μου από πάνω της. Απέτυχε παταγωδώς. « Άστεγος; » Συμπλήρωσε με εμφανή αμηχανία όταν συνειδητοποίησε  πως δεν είχα σκοπό να της απαντήσω σύντομα. Η σύγχυση που άρχισε να απλώνεται σε κάθε εκατοστό του προσώπου της ήταν σχεδόν απολαυστική. Έμοιαζε σαν να βασανίζονταν από όλη αυτή την προσοχή που της έδινα. Αν έλεγα πως δεν το διασκέδαζα, θα ήταν ψέματα.
   « Όχι, όχι άστεγος. Απλά… χαμένος. » Η λέξη ‘’ χαμένος ‘’ άφησε μια πικρή γεύση στο στόμα μου. Την είχα σκεφτεί πολλές φορές, αλλά ήταν η πρώτη φορά που την έλεγα δυνατά. Προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν με ρώτησε τι εννοούσα· έδειχνε να καταλαβαίνει ακριβώς τι ήθελα να πω.
    « Έρχεσαι εδώ πάνω για να μην σε βρει κανείς, ενώ βαθιά μέσα σου το μόνο που πραγματικά εύχεσαι είναι κάποιον να σε ανακαλύψει. » Τα λόγια της με σόκαραν. Βγήκαν από τα χείλη της με απόλυτη φυσικότητα, σαν να έλεγε τ’ όνομά της ή να μιλούσε για το αγαπημένο της φαγητό. Έφερε το τενεκεδάκι της μπύρας στα χείλη της και ήπιε μια μεγάλη γουλιά, δίνοντας μου μ’ αυτόν τον τρόπο τον χρόνο που χρειαζόμουν για να σκεφτώ μια απάντηση. Πώς ήταν δυνατόν να ξέρει κάτι τέτοιο; Κάτι που ούτε εγώ ο ίδιος δεν είχα καταφέρει να παραδεχτώ στον εαυτό μου;
   « Εσύ; Είναι η πρώτη φορά που έρχεσαι εδώ, ‘ κορίτσι δίχως όνομα ’; » Δεν ήξερα τι να της απαντήσω, οπότε αποφάσισα ν’ αλλάξω θέμα. Ήθελα να μάθω πράγματα για εκείνη· ήθελα να μάθω το οδυνηρό γιατί πίσω από την απόπειρα αυτοκτονίας .
   « Όχι. » Συνέχισε να πίνει χωρίς να με κοιτάζει.
   « Προσπαθείς κάθε φορά να σκοτωθείς ή σήμερα ήταν η εξαίρεση; » Είδα μια υποψία χαμόγελου να διαταράσσει το μέχρι τότε ανέκφραστο πρόσωπό της. Έστρεψε  το κεφάλι της προς τα εμένα ξανά, και το χαμόγελο μετατράπηκε σε διστακτικό γέλιο όταν το βλέμμα μου συνάντησε το δικό της. Κάποιος έπρεπε να της πει να γελάει συχνότερα. Ήταν τόσο όμορφη όταν γελούσε!
   « Τις περισσότερες φορές απλά κοιτάζω τον ουρανό. » Το χαμόγελο έσβησε όπως η αδύναμη φλόγα του κεριού στον δυνατό αέρα, και το φάντασμα της μελαγχολίας άρχισε να την στοιχειώνει και πάλι.
   « Θέλω ν’ ακούσω τη θλιβερή ιστορία. » Το έκανα ν’ ακουστεί ως απαίτηση, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια μεγάλη απελπισμένη παράκληση. Ένιωθα πως έπρεπε να μάθω· όχι από περιέργεια, αλλά από κάτι βαθύτερο που φούντωνε μέσα μου με κάθε ανάσα που έπαιρνα.
   « Δεν υπάρχει θλιβερή ιστορία. » Άρπαξε μια δεύτερη μπύρα από το τελάρο και συνέχισε να πίνει.
   « Πάντα υπάρχει μια θλιβερή ιστορία. » Κλώτσησα ένα άδειο τενεκεδάκι στα βρεγμένα πλακάκια κι εκείνο κύλησε αργά μέχρι που τελικά εξαφανίστηκε από το οπτικό μου πεδίο. Δίχως να θέλω να την πιέσω άλλο, ξάπλωσα στο στρώμα και τα μάτια μου συνάντησαν τ’ αστέρια στον ουρανό. Είχα κοιμηθεί αμέτρητες φορές κάτω από το φως τους, αλλά σήμερα έδειχναν πιο όμορφα στα μάτια μου. Βαθιά μέσα μου είχα μια σοβαρή υποψία ότι ο λόγος που τα έβλεπα πιο όμορφα δεν είχε να κάνει μ’ εκείνα, αλλά με την κοπέλα που είχα δίπλα μου. Τα σκούρα της μαλλιά γυάλιζαν κάτω από το φως του φεγγαριού, έμοιαζαν με χειμαρρώδεις καταρράκτες έτσι όπως έπεφταν πάνω στην πλάτη της. Ξάπλωσε δίπλα μου χωρίς να πει λέξη, με το κεφάλι της ν’ ακουμπά ελαφρά πάνω στον αριστερό μου ώμο. Μύριζε βανίλια και γιασεμί. Η μυρωδιά του γιασεμιού ήταν η αγαπημένη της μαμάς μου. Πάντα της πήγαινα μπουκέτα με γιασεμιά όταν επισκεπτόμουν τον τάφο της. Ξαφνικά, ένιωσα πως δεν χρειαζόμουν το αλκοόλ πλέον· μπορούσα να μεθύσω μόνο με το άρωμά της. Εκείνη, με κοίταξε φευγαλέα για μια στιγμή, κι έπειτα άνοιξε το στόμα της για να μου δώσει την απάντηση που τόσο πολύ ήθελα ν’ ακούσω…
   « Απλά δεν είμαι ποτέ χαρούμενη, καταλαβαίνεις; Μερικές μέρες είμαι απλά λιγότερο λυπημένη από τις άλλες. » Η μελαγχολία στη φωνή της έκανε τις τρίχες στο σβέρκο μου ν’ ανασηκωθούν. Δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα πρέπει να ήταν να ζω σε μια τέτοια κατάσταση συνέχεια. Υπήρχαν στιγμές που μισούσα τα πάντα γύρω μου, ναι. Υπήρχαν όμως κι εκείνες οι πολύτιμες στιγμές που έκαναν τα πάντα να μοιάζουν καλά για λίγο. Οι απερίσκεπτες μαλακίες με τους φίλους μου και η μουσική που έβγαζε η κιθάρα μου όταν έπαιζα μαζί της, η γεύση του ποτού και τα ατελείωτα ξενύχτια στα πιο απίθανα μέρη· όλα αυτά μου έδιναν δύναμη να αντέξω τις άσχημες μέρες. Δεν της απάντησα. Ένιωσα πως υπήρχε και κάτι άλλο που ήθελε να βγάλει από μέσα της.
   « Δεν είμαι ποτέ αρκετή για τον τέλειο κόσμο στον οποίο μεγάλωσα. Ό,τι κι αν κάνω είναι λάθος. Είμαι ντροπή· ένα μίασμα που προσπαθούν να κρύψουν  μέχρι να κατορθώσουν να το φέρουν στα μέτρα τους. » Οι φράσεις της περιέγραφαν με απόλυτη ακρίβεια τη σχέση μου με τον πατέρα μου. Το γνώριζα καλά το συναίσθημα της απόρριψης από το οικογενειακό σου περιβάλλον.  Πιθανόν ήταν ένα από τα χειρότερα συναισθήματα που μπορούσε να αισθανθεί κάποιος. Η οικογένεια είναι αυτή που πρέπει να σου μάθει ν’ αγαπάς τον εαυτό σου και να τον δέχεσαι όπως είναι, γι’ αυτό που είναι. Αν όμως αυτή δεν το κάνει, τότε δεν το κάνεις ούτε κι εσύ. Κι αν δεν τον κάνεις εσύ… τότε δεν το κάνει κανένας. Το βλέμμα της εξακολουθούσε να μένει κολλημένο στον ουρανό. Αν και έδειχνε πιο ήρεμη από πριν, υπήρχε μια έκφραση απάθειας στο πρόσωπο της που με τρόμαζε.
   « Προβλήματα στο σπίτι; » Ρώτησα θέλοντας να μάθω όσο περισσότερα πράγματα μπορούσα· όσα περισσότερα θα με άφηνε να ανακαλύψω. Εκείνη, χαμογέλασε λυπημένα στα λαμπερά αστέρια, κι έπειτα μου απάντησε, αφήνοντας μια αθεράπευτα στενάχωρη αίσθηση στην ατμόσφαιρα γύρω μας.
   « Η μαμά μου είναι αδιάφορη πια. Με αντιμετωπίζει ως ένα ακόμα παλιό κόσμημα που έχει πεταμένο κάπου σε μια απ’ τις πολλές μπιζουτιέρες της. Περιμένει υπομονετικά την ώρα και την στιγμή που θα με πουλήσει στον κατάλληλο αγοραστή με την καλύτερη δυνατή τιμή που μπορεί να εξασφαλίσει.  Δεν είναι και τόσο κακό όσο ακούγεται, ξέρεις. Έχω μάθει να ζω με την αδιαφορία της. » Χασμουρήθηκε νυσταγμένα σαν το μικρό παιδί που είχε μείνει ξάγρυπνο περιμένοντας τον Άγιο Βασίλη δίπλα απ’ το Χριστουγεννιάτικο δέντρο για να του πει ευχαριστώ για το φετινό του δώρο. Ήταν φανταστικό το πώς έδειχνε τόσο γλυκιά ακόμα κι όταν χασμουριόταν.
   « Κι ο μπαμπάς σου; » Ευχόμουν ο μπαμπάς της να ήταν καλύτερος από τον δικό μου. Σε κανέναν δεν άξιζε ένας εκμεταλλευτής κρετίνος για πατέρας. 
   « Είναι νεκρός. » Η φωνή της ήταν κενή· κενή από κάθε συναίσθημα. Δεν υπήρχε πόνος, δεν υπήρχε λύπη… δεν υπήρχε τίποτα.
   « Ο δικός μου πατέρας είναι μαλάκας. Αν αυτό σε κάνει να νιώθεις καλύτερα. » Είδα ένα χαμόγελο να τρεμοπαίζει αργά στα χείλη της κι ένα κομμάτι του εαυτού μου ένιωσε ανεξήγητη ικανοποίηση.
   « Η μαμά σου; Είναι κι αυτή έτσι ή εσύ τουλάχιστον είσαι πιο τυχερός από ‘μένα; » Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε βαθιά με τα μεγάλα της μάτια. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, ενώ το ελαφρύ παγωμένο αεράκι του Νοέμβρη έκανε το άρωμα της να ταξιδεύει παντού τριγύρω.
   « Είναι νεκρή εδώ και χρόνια. » Της απάντησα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να κρύψω τον πόνο που δεν μ’ εγκατέλειπε ποτέ όταν μιλούσα για τη μητέρα μου. Τα μάτια μου δεν απομακρύνθηκαν ούτε εκατοστό από τα δικά της. Για λίγα λεπτά δεν μίλησε κανείς. Μείναμε εκεί, ακίνητοι, με τα βλέμματά μας να πετάνε σπίθες σαν να ήθελαν να κατασπαράξουν το ένα το άλλο.
   « Αν η κόλαση υπάρχει στ’ αλήθεια, τότε είναι σίγουρα αυτή εδώ η μίζερη ζωή που μας έχουν μάθει ότι πρέπει ν’ αγαπάμε. » Μου χάρισε ένα τελευταίο μελαγχολικό χαμόγελο κι έπειτα ξάπλωσε και πάλι στο στρώμα. Ήθελα να της πω πως έκανε λάθος. Πως η ζωή δεν είναι κόλαση και όλα θα φτιάξουν στο τέλος, αλλά δεν το έκανα. Αν το έκανα θα της έλεγα ψέματα, και αυτό ήταν κάτι που για κάποιον λόγο δεν είχα τη δύναμη να κάνω. Η ζωή ήταν κόλαση· μια κόλαση μέσα στην οποία ο καθένας από μας έψαχνε απελπισμένα  μια ακτίνα φωτός για να φωτίσει το σκοτάδι του. Έκλεισε τα μάτια της μ’ έναν σιγανό αναστεναγμό κι εγώ συνέχιζα να την κοιτάζω μέχρι που αποκοιμήθηκε δίπλα μου. Περίεργο, αλλά για πρώτη φορά απόψε είδα ένα πέπλο γαλήνης να σκεπάζει το όμορφο πρόσωπό της.

Ισμήνη

   Όταν άνοιξα τα μάτια μου το πρωί όλα έμοιαζαν παράταιρα. Τι δουλειά είχα ακόμα εκεί πάνω; Τα χέρια του Λούκας ήταν περασμένα σφιχτά γύρω από τη μέση μου, ενώ το κορμί του κολλημένο πάνω στο δικό μου. Υπήρχε μια μπορντό μάλλινη κουβέρτα γεμάτη με τρύπες από τσιγάρα ριγμένη επάνω μας. Παράξενο… δεν θυμάμαι να είχαμε κουβέρτα όταν με πήρε ο ύπνος. Έριξα μια ματιά τριγύρω· τα πλακάκια είχαν στεγνώσει από τη χθεσινή βροχή και ο ήλιος επιδίδονταν σ’ ένα ασταμάτητο παιχνίδι κρυφτού με τα γκρίζα σύννεφα. Θα έβρεχε και πάλι.
   Έπρεπε να φύγω από κει πάνω πριν ξυπνήσει ο Λουκ. Το χθεσινοβραδινό ήταν ένα λάθος. Ένα τεράστιο, χοντρό, ασυγχώρητο λάθος. Δεν έπρεπε ποτέ να είχα ανοίξει το στόμα μου και να είχα αφήσει ελεύθερες όλες εκείνες τις πληροφορίες για τη ζωή μου. Του είχα εκμυστηρευθεί πράγματα που δεν τόλμησα ποτέ να πω σε κανέναν… ούτε καν στην Δάφνη. ‘’ Δεν ξέρει καν το όνομά σου ‘’  άκουσα μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου. ‘’ Δεν θα σε ξαναδεί ποτέ ‘’ . Η φωνή είχε δίκιο· δεν θα με ξαναέβλεπε ποτέ. Απομάκρυνα μαλακά τα χέρια του από τη μέση μου κι έπειτα σηκώθηκα από το στρώμα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα.
« Αντίο, Λούκας. » Ψιθύρισα φοβούμενη ότι θα τον ξυπνούσα. Τα ξανθά του μαλλιά ήταν ανάκατα, στεφάνωναν το πρόσωπό του, κάνοντάς τον να μοιάζει με άγγελο. Ήταν πανέμορφος ακόμα κι όταν κοιμόταν. Του έριξα μια τελευταία ματιά, και μετά βάλθηκα να κατεβαίνω τις βρόμικες σκάλες τρέχοντας.

Αντιγόνη Γ.

4 σχόλια:

  1. Μπραβο σου, τα αποδιδεις με ενα πολυ ομορφο τροπο που σε προδιαθετει να συνεχισεις και περιμενεις σαν αναγνωστης την συνεχεια.... Λογικα εξελισσεται σε μια ρομαντικη ιστορια δυο παιδιων αλλα το συνδυαζεις και με ψυχολιγικα και πιο δραματικα γεγονοτα που οσο να πεις σου γεναν το ενδιαφερον για την συνεχεια!! Συνεχισε ετσι περιμενουμε το 3 κεφαλαιο!! ✌

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ ειλικρινά πάρα πολύ για το χρόνο που αφιέρωσες να το διαβάσεις και για το όμορφο σχόλιο σου. Χαίρομαι πάρα πολύ που σου άρεσε και σου υπόσχομαι πως θα βάλλω τα δυνατά μου να μην σε απογοητεύσω στη συνέχεια!!!!

      Διαγραφή
  2. Αγαπητή Αντιγόνη, :-d έχω διαβάσει τα δύο πρώτα κεφάλαια του Όμορφοι Δαίμονες (f) καθώς και λίγο από τις Πύλες του Κάτω Κόσμου και έχω να σου πω ότι η γραφή σου είναι εξαιρετική (h) , θεωρώ τα κείμενά σου πολύ καλοδουλεμένα και τους χαρακτήρες σου συμπαθέστατους. Επίσης λατρεύω τις ατάκες σου σε στιλ quote. (o) Συνέχισε έτσι, κάνεις (χωρίς υπερβολές) απίστευτη δουλειά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητή Πόπη, δεν ξέρω ειλικρινά τι είδους λόγια πρέπει να χρησιμοποιήσω για να σου δείξω πόσο πολύ σ' ευχαριστώ! Καταρχάς, συγγνώμη που δεν σου απάντησα νωρίτερα, αλλά είχα εξεταστική και δεν έμπαινα καθόλου στο blog. Το σχόλιο σου ειλικρινά μου έφτιαξε τη μέρα! Χαίρομαι πάρα πολύ που σου αρέσουν αυτά που γράφω. Σ' ευχαριστώ όχι μόνο για τα καλά σου λόγια, αλλά και για το γεγονός ότι μπήκες στον κόπο και μου άφησες σχόλιο... είναι πολύ σημαντικό για 'μένα. Εύχομαι να σου αρέσει και η συνέχεια. :)

      Αντιγόνη.

      Διαγραφή