Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15 Ιουλ 2015

2 Χωρίς Αντάλλαγμα (Κεφάλαιο 3)


Δεν θα έχανε χρόνο, θα πήγαινε αμέσως να την βρει, είχε χάσει ήδη τόσα χρόνια, δεν άντεχε ούτε λεπτό περισσότερο. Είχε κατακλυστεί και από μεγάλο θυμό, πώς μπόρεσε ο πατέρας του να του πει πως η μάνα του έχει πεθάνει, να τον αφήσει να ζει σε ένα τέτοιο ψέμα. Ότι και να είχε κάνει, όποια και να ήταν, ήταν η μάνα του και ήθελε να την γνωρίσει. Δεν είχε κανένα δικαίωμα ο πατέρας του να αποφασίσει για αυτόν και να του στερήσει την παρουσία της. Μόλις τη γνώριζε θα πήγαινε να τον βρει και να του πει πως δεν θέλει από εδώ και μπρος καμία σχέση μαζί του, πως δεν υπάρχει για αυτόν όπως και εκείνος τόσα χρόνια είχε εξαφανίσει τη μάνα του.

Μπήκε σε ένα ταξί και του έδωσε τη διεύθυνση. Μέχρι να φτάσει στο Μαρούσι είχε βαλθεί να προετοιμάζεται για το τι θα έλεγε όταν έβλεπε επιτέλους τη μάνα του. Όλα αυτά τα χρόνια είχε προετοιμάσει τόσες φορές αυτές τις λέξεις και τώρα περνούσαν από το μυαλό του δεκάδες περισσότερες, μα καμία δεν του άρεσε. Σε κάτι τέτοιες στιγμές η λογική κρύβεται και η σκέψη μένει αμπαρωμένη μέσα μας σε αντίθεση με το αυθόρμητο συναίσθημα που πηγάζει απ' τα βάθη της ψυχής σαν άγριο ποτάμι.

Ξαφνικά το ταξί φρέναρε και έκοψε στη μέση τις σκέψεις του Οδυσσέα που κοίταξε απ' το τζάμι και κατάλαβε πως είχαν κιόλας φτάσει. Στην προσπάθειά του να ανοίξει την πόρτα διαπίστωσε πως τα χέρια του έτρεμαν, και η καρδιά του όμως δεν πήγαινε πίσω, την ένιωθε να χτυπάει σαν τρελή, και το μέτωπό του να καίει λες και είχε δυνατό πυρετό. Αφού πλήρωσε έσυρε αργά αργά το καροτσάκι του προς την καινούργια κομψή μονοκατοικία που ήταν χτισμένη μέσα σε ένα μικρό οικόπεδο γεμάτο δέντρα. Μπορούσε να διακρίνει το περιποιημένο γκαζόν και ένα ιδιαίτερα ακριβό υπερπολυτελές αυτοκίνητο έξω από το γκαράζ. Η μεταλλική κυπαρισσένια καγκελόπορτα ήταν ανοιχτή και έτσι ο Οδυσσέας πλησίασε προσεχτικά την είσοδο της μονοκατοικίας. Κοντοστάθηκε με το δάχτυλο ακουμπισμένο στο κουδούνι, αλλά χρειάστηκε αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να βρει τη δύναμη να το πατήσει. Ένιωθε άπειρα κιλά ακουμπισμένα στην πλάτη του, το στομάχι του δεμένο κόμπο και μια τεράστια επιθυμία να αντικρίσει τη γυναίκα που τον είχε γεννήσει, τη μητέρα που δεν τον άφησαν να γνωρίσει ποτέ. Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί έκλεινε τα μάτια και προσπαθούσε να φανταστεί το πρόσωπό της, κάθε φορά που τη φανταζόταν του έμοιαζε όλο και πιο όμορφη, και να που τώρα σε λίγες στιγμές θα δει το αληθινό  της πρόσωπο. Άκουσε βήματα να πλησιάζουν, κλειδιά να ξεκλειδώνουν την άσπρη πόρτα και ένιωθε τον ιδρώτα να λούζει κάθε εκατοστό του κορμιού του. Η πόρτα άνοιξε και έμεινε να την κοιτά σαν χαμένος. Σίγουρα δεν την είχε ξαναδεί, την κοίταζε επίμονα όμως δεν του θύμιζε απολύτως τίποτα. Ίσως δεν του θυμίζει κάτι γιατί πάντα ονειρευόταν μια νέα γυναίκα και τώρα στέκει μπροστά του μια όμορφη, με απαλές ρυτίδες στο αδυνατισμένο πρόσωπό της γυναίκα. Τότε ήταν που κατάλαβε πως αυτοί οι δύο είχαν κάτι κοινό, ήταν ολοφάνερο πως είχε πάρει τα όμορφα πράσινα μάτια της μητέρας του.

Η Χριστίνα του χαμογέλασε αχνά και ρώτησε τι ήθελε.
“Είστε η κυρία Χριστίνα Ιωαννίδου;”
“Μάλιστα η ίδια. Τι θα θέλατε;”
“Έχετε παιδιά;”
“Γιατί; έπαθαν κάτι; Τι συνέβη; Πείτε μου.” και το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπό της όπου μαύρα σύννεφα πήραν τη θέση του.
“Όχι , όχι! Τίποτα δεν συνέβη, μην ανησυχείτε.”
“Μα τότε;” 

“Πόσα παιδιά έχετε;”
“Δύο, τον Νικήτα και την Κλεάνθη. Θα μου πείτε γιατί με ρωτάτε επιτέλους;”
“Σίγουρα δεν ξεχνάτε κάποιο;”
Η Χριστίνα χλόμιασε και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της, μένοντας έτσι σαν άγαλμα για λίγο. Ύστερα τον κοίταξε κατάματα και είπε:
“Ο θεέ μου! Μην μου πεις πως είσαι εσύ, μα πώς δεν το κατάλαβα αμέσως; Πώς μπόρεσα;”
Τα μαύρα σύννεφα στο πρόσωπό της είχαν γίνει τώρα καταιγίδα στα μάτια της.
“Μητέρα;” ψέλλισε σιγανά ο Οδυσσέας.
“Μην την λες αυτή τη λέξη. Δεν είμαι άξια να με αποκαλείς έτσι.”
“Δεν είσαι η Χριστίνα Ιωαννίδου; Δεν είσαι η μητέρα μου; Αφού το ξέρω.”
“Αυτή είμαι! Αλλά όχι δεν είμαι η μητέρα σου. Δεν ξέρω ποιος σου είπε κάτι τέτοιο αλλά σε κορόιδεψε. Εγώ έχω μόνο δύο παιδιά, κανένα άλλο.”
“Μα αφού το ξέρω πως είσαι η μητέρα μου, πώς μπορείς να το αρνείσαι; Πώς;”

Ο Οδυσσέας δεν περίμενε τέτοια αντιμετώπιση, πίστευε πως έστω και τώρα, η μάνα του θα τον αγκαλιάσει και θα του ζητήσει ένα συγγνώμη, πως θα του δώσει ένα γλυκό φιλί και θα του πει “Πόσο σ' αγαπώ άγγελέ μου.” Πόσο μα πόσο έξω είχε πέσει.
“Ξέρω πως μάλλον ο πατέρας μου ευθύνεται που δεν σε έχω γνωρίσει, αλλά μην φοβάσαι, δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα.”
“Δεν τον ξέρω τον πατέρα σου και δεν έχω άλλο παιδί. Φύγε σε παρακαλώ μην εμφανιστεί ο άντρας μου και έρθω σε δύσκολη θέση. Ξέχασε με, δεν είμαι εγώ η μητέρα σου, λάθος άνθρωπο βρήκες, λυπάμαι.”
“Και τα μάτια; Κοιτάζω τα μάτια σου και είναι σαν να βλέπω τα δικά μου στον καθρέφτη.”
“Κάνεις λάθος!” και έκλεισε την πόρτα μπροστά στον απογοητευμένο Οδυσσέα.

 Είχε βρει τη μάνα του, όμως αυτή δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί του, και αυτό ήταν ακόμα χειρότερο. Γιατί σίγουρα πονάει να ξέρεις πως η μάνα σου έχει πεθάνει και δεν είχες την ευκαιρία να τη γνωρίσεις ποτέ, αλλά να ξέρεις πως είναι ζωντανή και να μην θέλει να σε ξέρει; Αυτό δεν αντέχεται! Ένιωθε σαν ένα πυρακτωμένο σίδερο να είναι κολλημένο πάνω στο στήθος του, στο σημείο της καρδιάς. Τα όνειρά του είχαν διαλυθεί, γιατί πάντα ονειρευόταν πως κάποια μέρα θα αντάμωνε τη μάνα του, ακόμα και αν ήξερε πως ήταν νεκρή. Και τώρα που είναι μπροστά του, ζωντανή, με σάρκα και οστά, του κλείνει την πόρτα στα μούτρα, τον απαρνιέται και του ζητά να φύγει. Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι, δεν άντεχε. Ούτε στον πατέρα του ήθελε να πάει γιατί δεν ήξερε τι να του πει και πως θα αντιδρούσε αυτός. Του ήταν τόσο δύσκολο να διαχειριστεί την όλη κατάσταση, ίσως ο πατέρας του είχε δίκιο τελικά που δεν ήθελε να γνωρίσει τη μάνα του. Κι όμως, ακόμα και τώρα του ήταν τόσο δύσκολο να τον συγχωρήσει για τα ψέμματά του, ακόμα και αν το έκανε για το καλό του, πάντα θα τον θεωρεί υπεύθυνο που έζησε χωρίς μητέρα.


Έτσι αποφάσισε να πάει στο μόνο πρόσωπο που ένιωθε δικό του και αγαπούσε στην Αθήνα, τη νονά του. Μα πώς δεν το είχε σκεφθεί, η νονά του κάτι θα ήξερε, ήταν στενή φίλη του πατέρα του από τα χρόνια που ζούσε στην Αθήνα και δούλευαν μάλιστα στην ίδια εφημερίδα. Ξεκίνησε λοιπόν για το σπίτι της, σίγουρος πως αν πίεζε λίγο τη νονά του, που του είχε τρελή αδυναμία, κάτι παραπάνω θα κατάφερνε να μάθει. 

Τάσος Σκλάβος

2 σχόλια: