Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Ιουλ 2015

0 Χωρίς Αντάλλαγμα (Κεφάλαιο 4)


Χτύπησε βιαστικά την πόρτα και είδε αμέσως τη νονά του να ορμάει και να χώνεται στην αγκαλιά του. Είχε καιρό να την επισκεφθεί παρά τα επίμονα τηλεφωνήματά της. Μπήκαν στο μικρό καθιστικό και εκείνη έτρεξε να φέρει αμέσως γλυκίσματα και καφέ. 
“Νονά δεν θέλω τίποτα μόνο να σου μιλήσω.” είπε με κατσουφιασμένη φωνή. 
“Είσαι μικρό παιδί πρέπει να τρως καλά, άσε που έχεις μείνει ο μισός. Δεν ακούω κουβέντα.” απάντησε ξέγνοιαστη από την κουζίνα και σε λίγο έκανε την εμφάνισή της με έναν δίσκο γεμάτο κουλουράκια και κούπες καφέ. 

“Πώς και μας θυμήθηκες παλιόπαιδο;” ρώτησε περιπαιχτικά, αφού δεν φάνηκε να έχει καταλάβει την άσχημη ψυχολογική διάθεση του Οδυσσέα, που πάντα είχε ένα τέτοιο σοβαρό και θλιμμένο ύφος. 
“Νονά πρέπει να μιλήσουμε, ίσως εσύ ξέρεις, είναι σοβαρό!” 
“Τι έπαθες παιδάκι μου;” ρώτησε και άφησε κάπως άτσαλα το δίσκο πάνω στο μικρό τραπεζάκι μπροστά από τον πράσινο παλιό ξεθωριασμένο καναπέ. 
“Ξέρω για τη μαμά, πήγα και τη βρήκα!” 
“Τι είναι αυτά που λες αγόρι μου;  Ποια βρήκες; Πού βρήκες;” 
“Χριστίνα Ιωαννίδου. Πες μου δεν την ξέρεις; Μόνο εσύ μπορείς να μου πεις την αλήθεια.” 
“Αχ μικρέ μου! Την ξέρω που να μην την ήξερα.” 
“Ώστε το παραδέχεσαι λοιπόν;” 
“Αφού μου είπες πως ξέρεις και την βρήκες, από εμένα περίμενες;”
“Γιατί τόσα χρόνια μου λέγατε ψέμματα; Γιατί ρε νονά; Πες μου!”
“Εσύ γιατί λες βρε γλυκέ μου; Πήγες και την βρήκες είπες; Και τι έγινε; Τι σου είπε;”
“Ότι δε με ξέρει, να φύγω, πως δεν είμαι παιδί της!”
“Είδες γιατί δεν σου λέγαμε τίποτα λοιπόν; Μη μας κατηγορείς και ειδικά τον πατέρα σου που έχει κάνει τόσα για σένα.”
“Ο πατέρας μου, ο πατέρας μου! Φτάνει πια, τι έχει κάνει για μένα. Μόνο ψέμματα μου έχει πει, τίποτε άλλο.” Ο Οδυσσέας έτρεμε ολόκληρος.
“Έπρεπε να μου είχατε πει την αλήθεια, δεν είμαι δα πια κανένα μωρό. Ας μου λέγατε πως η μάνα μου δεν θέλει να με δει!”
Η νονά είχε μείνει σκυφτή ενώ δάκρυα είχαν γεμίσει τα μάγουλά της, έβηξε απαλά και ύστερα μίλησε.
“Ήξερα, πως αργά ή γρήγορα θα έφτανε αυτή η στιγμή, ήταν σίγουρο.”
“Νονά, μ' αγαπάς;”
“Μα φυσικά, και το ρωτάς;”
“Ε τότε σε παρακαλώ, εξήγησε μου τα πάντα. Όλα όσα έχουν συμβεί, όλη την αλήθεια. Για την μάνα μου, αυτήν την Φανή και την περιουσία που μου άφησε, τα ψέμματα σας μαζί με τον πατέρα. Όλα! Αν μ' αγαπάς, μόνο αυτό θέλω.”
Η νονά κρατούσε ήδη σφιχτά τα χέρια του.
“Εντάξει λοιπόν, θα τα μάθεις όλα. Ήρθε η ώρα, άλλωστε είσαι κοτζάμ άντρας πλέον. Αν και πάλι εμένα θα κυνηγάει ο πατέρας σου, αλλά δεν βαριέσαι.”
“Ευχαριστώ νονά, σε ευχαριστώ.” και την φίλησε γλυκά στο μάγουλο νοιώθοντας την πικρή γεύση των δακρύων που κυλούσαν πριν λίγο πάνω του.
Η νονά σηκώθηκε και έπιασε ένα βιβλίο απ' την βιβλιοθήκη της, το κράτησε σφιχτά πάνω της και ύστερα το ακούμπησε πάνω στα πόδια του Οδυσσέα.
“Αυτό εδώ λέει τα πάντα, στο χαρίζω αλλά με τη μόνη προϋπόθεση, πως θα μείνεις εδώ να το διαβάσεις!”
“Ότι πεις, δεν το κουνάω από εδώ πέρα, αρκεί να μάθω την αλήθεια.”
Η νονά τον πλησίασε και τον φίλησε στο μέτωπο και του χάιδεψε για λίγο τα μαλλιά.
“Μετά απ' αυτό θα αναθεωρήσεις πολλά πράγματα, θα είσαι ένας άλλος άνθρωπος και ελπίζω να μας συγχωρέσεις όλους.” είπε και απομακρύνθηκε.

Ο Οδυσσέας άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει την πρώτη σελίδα: 

Άλλη μια φορά αν και ξαπλωμένος εδώ και ώρα στο κρεβάτι ένιωθε ξανά την αδυναμία να κοιμηθεί. Η σκέψη του παρασυρόταν από το βουητό του ανεμιστήρα που τον χτυπούσε όλο το βράδυ και διασκορπιζόταν σε ολόκληρο το δωμάτιο. Ο ανεμιστήρας ήταν μια, κάποια λύση για τα καυτά αθηναϊκά βράδια, όμως ο Λεωνίδας δεν τον είχε για αυτό. Το βουητό του ανεμιστήρα, σκέπαζε όλους τους υπόλοιπους ήχους, οι οποίοι θα χαλούσαν την προσπάθειά του να βυθιστεί στα όνειρά του. Έτσι είχε βρει αυτό το τέχνασμα, αλλά κατά βάθος γέλαγε τον εαυτό του, αφού ήξερε πως για μια ακόμα φορά δεν θα έκλεινε μάτι πριν τα ξημερώματα. Και για τις λίγες ώρες που θα κατάφερνε να ενδώσει στα όνειρά του και θα λύγιζε απ' την ανίκητη δύναμη του ύπνου, θα ονειρευόταν ξανά αυτήν όπως κάθε βράδυ. Μόλις ανοίξει τα μάτια του, λουσμένος άλλη μια φορά από ιδρώτα, θα δει τις ακτίνες του ήλιου να τρυπώνουν στο δωμάτιο απ' τα γερασμένα παντζούρια και να ξαπλώνουν πάνω στο πάτωμα. Σηκώθηκε μηχανικά απ' το κρεβάτι και άνοιξε τα παντζούρια βγαίνοντας στο μικρό μπαλκονάκι, που αν και μικρό ήταν μια καλή παρηγοριά ανάμεσα στην πνιγμένη πολυκατοικίες γειτονιά. Από αυτό το μπαλκονάκι μπορούσε να βλέπει μακριά και να παίρνει ανάσα απ' τον πνιγμό που του προκαλούσε ο συνωστισμός των άχαρων παλιών πολυκατοικιών. Ο Λεωνίδας άλλωστε ήταν παιδί από την επαρχία και ποτέ του δεν είχε κρύψει την απέχθειά του για την πυκνοκατοικημένη πρωτεύουσα και την προτίμησή του να χτίσει τη ζωή του σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου οι ρυθμοί είναι πιο ανθρώπινοι και οι άνθρωποι με τη σειρά τους πιο φιλικοί. Απ' τη στιγμή βέβαια που ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει συμβιβάστηκε με την ιδέα πως για τα επόμενα χρόνια η Αθήνα θα είναι το σπίτι του, πόσο μάλλον απ' την στιγμή που η οικονομική κρίση εμφανίστηκε στη ζωή μας και κατέστησε τις ευκαιρίες εργασίας στην επαρχία όνειρο θερινής νυκτός. Όχι πως στην Αθήνα τα πράγματα είναι καλύτερα, κάθε άλλο, απλώς εκεί εδρεύουν όλες οι εφημερίδες στις οποίες θα μπορούσε να δουλέψει μετά το τέλος των σπουδών του. Για καλή του τύχη έτσι και έγινε, αφού κάνοντας την πρακτική του σε μια από αυτές τις εφημερίδες, έπεισε πως αξίζει μια θέση και εργάζεται εκεί, εδώ και τρία χρόνια. Μην φανταστείτε καμία σπουδαία θέση, ή τίποτα καλά λεφτά. Μια απ' αυτές τις βαρετές δημοσιογραφικές θέσεις χαρτούρας, στις οποίες υπάρχεις για να μην χρειάζεται να κάνει τίποτα ο προϊστάμενος. Ή τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, αφού η μόνη ουσιαστική δουλειά αυτών των προϊσταμένων είναι να σου λένε τι πρέπει να κάνεις. Κι όμως τον Λεωνίδα δεν τον πείραζε, από μικρός ονειρευόταν την ευκαιρία να είναι κομμάτι μιας εφημερίδας, έστω και αν πάντα στα όνειρά του οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. 

Αφού έκατσε μερικά λεπτά στο μικρό μπαλκόνι κοιτώντας προς τον λαμπερό χρυσαφένιο ήλιο που ακτινοβολούσε ενέργεια, είπε καλημέρα στον εαυτό του και ετοιμάστηκε βιαστικά για εκείνο το ραντεβού που κανονίστηκε εντελώς ξαφνικά χθες μετά απ' τις επίμονες προσπάθειές του. Ήθελε επιτέλους να ξεκαθαρίσει με αυτό το θέμα και αν δεν μάθαινε την αλήθεια δεν θα μπορούσε ποτέ να το αφήσει πίσω του και να αλλάξει σελίδα στη ζωή του, η οποία εδώ και μερικές βδομάδες είχε μείνει τόσο στάσιμη, κολλημένη στον βούρκο των εξελίξεων. Ήταν σε μια ηλικία άλλωστε που έπρεπε να κάνει τα πράγματα που ήθελε και όχι να βαλτώνει κάθε μέρα και περισσότερο εξαιτίας αυτής της κατάστασης. Σήμερα όμως ξεκινούσε με την ελπίδα πως θα μάθαινε ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει, γιατί στην πραγματικότητα δεν είχε ιδέα περί τίνος πρόκειται. 

Κατέβηκε αργά τις στενές σκάλες και έκλεισε με δύναμη την βαριά σιδερένια εξώπορτα, προχώρησε λίγα βήματα μέσα στη βουή των μποτιλιαρισμένων αθηναϊκών δρόμων ώσπου να φτάσει στην στάση. Περίμενε υπομονετικά το τρόλεϊ, υπήρχε βέβαια και η λύση του μετρό, όμως ο Λεωνίδας ποτέ του δεν είχε καταφέρει να εξοικειωθεί με την ιδέα του ταξιδιού κάτω απ' την γη σαν τα ποντίκια. Ένιωθε δύσπνοια και μόνο στην ιδέα. Ήθελε να νιώθει πάντα πως μπορεί, σε κάθε περίπτωση να φύγει και στους υπόγειους σταθμούς του μετρό ένιωθε εγκλωβισμένος. Άλλωστε, με μια τέτοια ηλιόλουστη μέρα η μετακίνηση με το τρόλεϊ ήταν τόσο ευχάριστη. Ο χρόνος δεν είχε σημασία άλλωστε, αφού είχε ξεκινήσει δυο ώρες νωρίτερα για μια διαδρομή, το πολύ μισής ώρας. Ανοίγοντας οι κίτρινες πόρτες του τρόλεϊ προτίμησε να μείνει όρθιος και να αφήσει τις λιγοστές κενές θέσεις για κάποιον που πραγματικά τις χρειαζόταν. Καθ' όλη τη διαδρομή παρατηρούσε τους γύρω του, πείθοντας ακόμα πιο έντονα τον εαυτό του πως η Αθήνα είναι η πόλη των τρελών. Ήταν ένα παιχνίδι που του άρεσε να παίζει και κυλούσε πιο γρήγορα τον χρόνο στα βαρετά στριμωγμένα ταξίδια που έκανε καθημερινά μέχρι την εφημερίδα. Κατέβηκε απ' το τρόλεϊ ,την ώρα που δύο γιαγιάδες συναγωνίζονταν για το πόσες φορές προσπάθησαν να τις κλέψουν αυτό τον μήνα και ένας παππούς με τη μαγκούρα στο χέρι παινευόταν για την ηρωική του μάχη με έναν κλέφτη, που υπό τον φόβο της μαγκούρας το έβαλε στα πόδια. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο αυθεντικές ιστορίες με μπόλικο αλατοπίπερο υπερβολής, μπορείς να ακούσεις σε κάθε διαδρομή με τα υπερβολικά γεμάτα μέσα μεταφοράς. Και βέβαια ,την σημερινή εποχή της ραγδαίας οικονομικής κρίσης ακόμα πιο απολαυστικές είναι οι κενές πολιτικές διαμάχες της τρίτης ηλικίας, που ενώ είναι η ίδια που έχει ψηφίσει άπειρες φορές τις κυβερνήσεις, οι οποίες μας οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση, πάντα βγάζουν την ουρά τους απέξω και κατηγορούν όλους τους υπολοίπους. 


Προτίμησε να περπατήσει για λίγο στο κέντρο και να αφήσει τον ήλιο να τον συντροφεύσει στην βόλτα του. Τι και αν γύρω του υπήρχε τόσος κόσμος, όλοι ήταν τόσο μα τόσο ξένοι, βουτηγμένοι στα δικά τους προβλήματα και σκέψεις. Έφτασε στην καφετέρια, όπου ήταν κλεισμένο το ραντεβού, ευτυχώς ήταν νωρίς ακόμα και τα περισσότερα τραπέζια ήταν αδειανά. Έτσι βρήκε την ευκαιρία και έκατσε σε θέση, που του επέτρεπε να θαυμάζει την Ακρόπολη. Ένιωσε για ακόμα μια φορά τόση ντροπή, που αν και τόσα χρόνια στην Αθήνα, ποτέ του δεν την επισκέφθηκε παρά μόνο την θαύμαζε από μακριά. Ζήτησε ένα καφέ και χώθηκε στις σελίδες μιας εφημερίδας, που βρήκε παρατημένη σε ένα διπλανό τραπέζι.  

Τάσος Σκλάβος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου