Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27 Νοε 2015

0 Το παράθυρο (Κεφάλαιο 1) - Όνειρα


''Αίματα βρίσκονταν παντού χυμένα στο έδαφος και άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι στους δρόμους. Τα ηχεία έπαιζαν μια σκοτεινή, τρομακτική μουσική που ίσα-ίσα ακούγονταν στα αυτιά μου. Απλά κοιτούσα παγωμένη. Τόσο παγωμένη που με το ζόρι μπορούσα να αναπνεύσω από το φόβο. Ο ουρανός είχε καλυφθεί με μαύρα σύννεφα και τεράστιοι κεραυνοί χτυπούσαν την πόλη. Μια γυναίκα έπεσε πάνω μου καθώς έτρεχε αλλά δίχως ενδιαφέρον ξανασηκώθηκε και συνέχισε να τρέχει στο ατελείωτο δρομάκι. Εγώ ήμουν ακόμα ακίνητη, αμίλητη. Χωρίς να ξέρω τι συμβαίνει· απλά φοβόμουν. Και τότε ήταν που τα σύννεφα έκαναν πέρα και το φεγγάρι κάλυψε τη Νέα Ορλεάνη. Δεν ήταν όμως το καθημερινό, συνηθισμένο φεγγάρι. Ήταν ένα αντικείμενο που πλησίαζε όλο και περισσότερο, όλο και πιο κοντά στο να συνθλίψει την ανθρώπινη ύπαρξη.
«Και μετά;; Τι έγινε μετά Ήρα;» ρώτησε όλο περιέργεια η μικρή Αλίκη.
«Μα δε με άφησες να τελειώσω!»

''Εκεί ήταν που όλοι σώπασαν και στάθηκαν ακίνητοι. Όλοι κοιτούσαν αυτόν τον μεγαλειώδη δολοφόνο. Αλλά όχι! Ξαφνικά σταμάτησε. Έμεινε εκεί. Και ένα σύννεφο ήρθε γρήγορα πάνω από την πόλη και άρχισε να ρίχνει δυνατή βροχή. Οι κάτοικοι άρχισαν να ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο ενώ μερικοί άλλοι έτρεξαν σε καταφύγια, σαν η βροχή να σήμαινε το τέλος. Την ειρήνη. Κάτι που όλοι τους έκαναν λάθος.''

«Κάτσε, περίμενε λίγο. Πώς γύρισε πίσω το σύννεφο; Φυσούσε; Και το φεγγάρι; Δε θα έπρεπε να έχει δημιουργήσει ένα χάος τόσο κοντά που ήταν;» ρώτησε ξανά η Αλίκη με ειρωνεία.
«Ε δεν ήταν αρκετά κοντά!»
«Όσο μακριά κι αν ήταν, υποτίθεται πως αν το φεγγάρι έρθει πιο κοντά θα μας σκοτώσει»
«Δεν είναι έτσι μικρή μου, αν και σίγουρα θα δημιουργούσε χάος, όπως λες» είπε η Ήρα και έπαιξε με μια τούφα από τα μαλλιά της αδελφής της.
«Και μετά;»

''Μετά η βροχή συνεχίστηκε για ώρες δημιουργώντας ένα ποτάμι πάνω στον μεγάλο δρόμο που παράσερνε όποιο αμάξι βρισκόταν πάνω του. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ένας δυνατός αέρας ξεσήκωσε και ξερίζωσε όλα τα δέντρα και πήρε μακριά όσα αντικείμενα μπορούσε να σηκώσει. Υπήρχαν ακόμα και άνθρωποι.''

«Λες χαζομάρες τώρα»
«Γιατί;» ρώτησε παρεξηγημένα η Ήρα.
«Μα…τόσες καταστροφές σε μια μέρα; Αυτό δε γίνεται!»
«Φυσικά και γίνεται. Είναι το τέλος του κόσμου»
«Και που το ξέρεις; Αφού δεν το έχεις ζήσει!»
«Έχω δει ταινίες όμως! Εν πάσει περιπτώσει, ένα απλό όνειρο ήταν! Όλα γίνονται στα όνειρα!»
«Ακόμα και να καβαλήσεις μονόκερο;» ρώτησε ενθουσιασμένα η μικρή Αλίκη και τα μάτια της έλαμψαν.
«Εννοείται μικρή! Όλα! Ακόμα και να φας δύο παγωτά σε μια μέρα!»
«Μπα, αυτό είναι αδύνατον. Η μαμά δε θα με άφηνε ποτέ»
«Τέλος πάντων, αρκετά με τις ιστορίες. Πήγαινε μέσα, έχω να διαβάσω μικρή»
«Καλά…αλλά θέλω να μου πεις τη συνέχεια!»
«Στο υπόσχομαι» είπε σχεδόν βουβά η Ήρα και έκλεισε την πόρτα του δωματίου της.

   Η μικρή Αλίκη δεν μπορούσε να καταλάβει τι σήμαινε το τέλος. Ήξερε τον θάνατο αλλά δεν μπορούσε να τον νιώσει. Άλλωστε, όλα τα παιδιά ζουν σε έναν δικό τους, μοναδικό κόσμο όπου όλα είναι ονειρικά και ιδανικά. Σίγουρα κάπου εκεί μέσα ήταν και η μητέρα της, ολοζώντανη και χαρούμενη. Δυστυχώς, όμως, δεν έχουν όλες οι ιστορίες όμορφο τέλος. Και η ιστορία της μητέρας της Αλίκης και της Ήρας δεν είχε καν όμορφη αρχή.
   Η Ήρα περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα του δωματίου και τότε άνοιξε την μεγάλη της τσάντα και έβγαλε μέσα από μια κρυφή θήκη ένα πακέτο τσιγάρα. Το πήρε στα χέρια της με νευρικότητα και περπάτησε αργά και νωχελικά μέχρι το παράθυρο. Εκεί, σε ένα φαρδύ πεζούλι, με ένα μεγάλο μπλε μαξιλάρι πάνω του, έκατσε η Ήρα και άρπαξε από δίπλα της έναν αναπτήρα. Με μια γρήγορη κίνηση έβαλε το χέρι της πίσω από το καλοριφέρ και έβγαλε ένα σταχτοδοχείο. Ακουμπώντας το σώμα της απαλά στην άκρη του τοίχου, άναψε το τσιγάρο της και το βλέμμα της χάθηκε έξω από το παράθυρο, σε όλη την πόλη. Οι καμπάνες της εκκλησίας ακούστηκαν δυνατά. Η Ήρα τίναξε το τσιγάρο της και μια εικόνα της ήρθε στο μυαλό. Μπροστά της ένα φέρετρο με κόκκινη επένδυση και σκούρο καφέ χρώμα από έξω που γυάλιζε και έκανε μπάμ στο μάτι όποιου έμπαινε στον ιερό χώρο. Μέσα, ξάπλωνε η μητέρα της, όμορφη όπως πάντα, με ένα κατακόκκινο, μακρύ φόρεμα, με δαντελένια μανίκια και χρυσές λεπτομέρειες στο λαιμό. Στα πόδια, φορούσε ένα ζευγάρι χρυσά παπούτσια που όλες θα ζήλευαν. Πίσω της, πολλές ηλικιωμένες, κουτσομπόλες γυναίκες, που ανέλυαν κάθε μικρή λεπτομέρεια στο στολισμό της εκκλησίας και στο ύψος κάθε τακουνιού κάθε νεαρής κυρίας. Εκεί, μπροστά από το φέρετρο, καθόταν η Ήρα, χέρι-χέρι με την μικρή Αλίκη και δίπλα τους ο πατέρας τους με το συνηθισμένο σοβαρό του ύφος. Πολλοί ξένοι περνούσαν από μπροστά τους, δίνοντας ευχές παρηγοριάς και υπομονής. Η μικρή Αλίκη κοιτούσε γύρω της μπερδεμένη, κάνοντας άπειρες ερωτήσεις το δευτερόλεπτο.

«Μπαμπά; Γιατί η μαμά είναι ξαπλωμένη εκεί; Δεν της αρέσει το κρεβάτι που έχουμε στο σπίτι;» ψιθύρισε η Αλίκη
«Όχι αγάπη μου, δεν της αρέσει»
«Και γιατί δεν της παίρνεις τότε ένα καινούργιο;»
«Γιατί δε θέλει. Εκεί είναι πιο άνετα» είπε ο άντρας και ένα δάκρυ ξέφυγε από τα μάτια του
«Μπαμπά μην στενοχωριέσαι! Θα το πάρουμε σπίτι μας ώστε να μπορεί να κοιμάται μαζί μας η μαμά!» είπε χαρούμενα η μικρή Αλίκη και χαμογέλασε πλατιά.


   Η Ήρα γέλασε και τράβηξε κοντά της τη μικρή της αδερφή και την αγκάλιασε κλαίγοντας. Θαύμαζε αυτή την παιδική αθωότητα και ταυτόχρονα τη ζήλευε. Ευχόταν κι αυτή να μην καταλάβαινε. Να νόμιζε πως η μητέρα της απλά είχε πέσει για ύπνο. Μόνο για λίγο, και μετά να ξυπνούσε για να τους φτιάξει πρωινό.
   Ένα ξαφνικό αεράκι συνέφερε την Ήρα, διώχνοντας από το κεφάλι της αυτήν την άσχημη ανάμνηση και φέρνοντας την πίσω στην πραγματικότητα. Το τσιγάρο της είχε μείνει μόνο στάχτες, οι οποίες είχαν πέσει πάνω στο νυχτικό της και αφού τράβηξε κοντά της το τασάκι, το έσβησε τελείως ανάβοντας παράλληλα ένα δεύτερο. Ρούφησε μια δυνατή τζούρα και έκλεισε τα μάτια της, απολαμβάνοντας τη νικοτίνη. Δεν πρόλαβε όμως να πάρει άλλη μια ρουφηξιά και η πόρτα του δωματίου άνοιξε με δύναμη. Ήταν ο πατέρας της, ο οποίος φαινόταν πολύ θυμωμένος. Η Ήρα πέταξε γρήγορα το αναμμένο τσιγάρο στο τασάκι και το έσπρωξε πίσω από το καλοριφέρ όπου το έκρυβε συνήθως. Δε φοβόταν μήπως το καταλάβει ο πατέρας της, διότι το ήξερε ήδη, αλλά δεν ήθελε να την βλέπει να καπνίζει.

«Μην κρύβεσαι, δε με νοιάζει πλέον αν καπνίζεις ή όχι» είπε ο πατέρας των κοριτσιών θυμωμένα.
«Και γώ σ'αγαπώ αλλά τι θες;»
«Σταμάτα να τρομάζεις τη μικρή με τις ηλίθιες ιστορίες σου!»
«Ένα απλό όνειρο της διηγήθηκα! Της εξήγησα ότι…» φώναξε απεγνωσμένα η Ήρα αλλά ο πατέρας της την διέκοψε.
«Πραγματικά δε με νοιάζει τι της εξήγησες. Ούτε αν ήταν όνειρο. Το μόνο που θέλω είναι να έχω την ησυχία μου. Και με τις φοβίες της Άλικης είναι αδύνατον. Κατανοητό;» απάντησε ο πατέρας στρέφοντας το δάχτυλο του προς την Ήρα.
«Ναι, τώρα φύγε. Και καλά κάνω. Δεν πρέπει να νομίζει ότι όλα είναι ωραία σε αυτόν τον κόσμο…» είπε η Ήρα και γύρισε το κεφάλι της προς το παράθυρο με την ελπίδα να την αφήσει ήρεμη ο πατέρας της.


   Με μερικά μουρμουρητά ακόμα, ο πατέρας της έκλεισε την πόρτα με θόρυβο αφήνοντας πίσω του μια μυρωδιά μπύρας και ουισκιού. Φυσικά δεν ήταν πάντα έτσι. Τον τελευταίο μόνο χρόνο φερόταν διαφορετικά. Έβριζε, έπινε και δεν έδινε καμιά απολύτως σημασία στις δυο κόρες του. Παλαιότερα όμως, ήταν ο τέλειος μπαμπάς! Έπαιζε παιχνίδια με την μικρή, τη βοηθούσε με τα μαθήματα και φυσικά ό,τι ήθελε η Ήρα θα ήταν δικό της ως δώρο. Κυρίως όμως, τις έδειχνε διαρκώς ότι τις αγαπούσε και ότι νοιαζόταν γι'αυτές. Αν και τον έβλεπαν λίγες ώρες μέσα στη μέρα, δεν είχαν παράπονο. Η μητέρα τους δε δούλευε λόγω της αρρώστιας και εκείνες δεν μπορούσαν λόγω ηλικίας. Έτσι, κάποιος έπρεπε να φέρνει μερικά λεφτά στο σπίτι. Αν και τα χρήματα δεν ήταν πρόβλημα καθώς ο πατέρας των δυο κοριτσιών ήταν γόνος πλούσιας, πολύ πλούσιας οικογένειας. Μεγαλοεπιχειρήσεις, ακίνητα, και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς. Τα οποία πλούτη, όμως, τα πούλησε ο ίδιος ο πατέρας των κοριτσιών, θρηνώντας για τη νεκρή γυναίκα του.

Φτάνει πια αυτή η κατάθλιψη, σκέφτηκε η Ήρα και σηκώθηκε αποφασιστικά.

   Η Ήρα μουρμούρισε μερικές σκέψεις και πήγε βιαστικά στη ντουλάπα της. Άρπαξε ένα τζιν και μια απλή, μαύρη μπλούζα και έκατσε στο κρεβάτι της για να φορέσει παπούτσια. Το κινητό, το πακέτο με τα τσιγάρα, ένας αναπτήρας, κλειδιά και έφυγε. Ανοίγοντας την εξώπορτα ένιωσε ένα χέρι να την τραβάει πίσω. Ο πατέρας της δεν της επέτρεπε να βγει χωρίς άδεια παρόλο που εκείνη ήταν σε ηλικία να μπει στο κολέγιο.

«Τι θα γίνει ούτε έξω δεν θα μπορούμε να βγούμε τώρα;» είπε ειρωνικά η Ήρα.
«Ποια νομίζεις ότι είσαι και μου μιλάς με τέτοιο τόνο; Θα ζητάς της άδεια μου για να βγεις έξω!»
«Να βγω έξω;»
«Όχι!» φώναξε νευριασμένα ο πατέρας.

   Και ενώ ο πατέρας της πήγε να την τραβήξει μέσα, εκείνη τον κλώτσησε και έτρεξε μακριά από το σπίτι. Μια κακιασμένη φωνή αντήχησε σε όλη τη γειτονιά και όσο απομακρυνόταν η Ήρα, τόσο πιο δυνατά την άκουγε, σαν να την ακολουθούσε. Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο αέρας την χτυπούσε με λύσσα και της δρόσιζε το ιδρωμένο της πρόσωπο ενώ η βροχή την έκανε να νιώθει ανίκητη και άπιαστη. Θυμόταν τις μέρες που έτρεχε για να ξεφύγει από τους φίλους της ενώ έπαιζαν κυνηγητό και άλλα τέτοια παιχνίδια. Δεν σταματούσε να τρέχει μέχρι να κουραστεί τόσο που να της κοπεί η ανάσα. Αλλά εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν την σταματούσε από το να ξεφύγει από τον πατέρα της.

Αγγελική Ι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου