Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

8 Νοε 2015

4 Ο πατέρας των λύκων (Κεφάλαιο 1)



Ο Μιχάλης καθόταν στο γεμάτο από κόλλες χαρτιών, γραφείο του. Στο μυαλό του τριγύριζαν σκέψεις, όμως καμία από αυτές δεν του έλεγε πως έχει περάσει πάλι η ώρα και έπρεπε να γυρίσει σπίτι. Ξαφνικά ακούστηκαν βήματα στο διάδρομο και μπήκε, χωρίς να χτυπήσει την πόρτα, ο Παναγιώτης.
«Κύριε Διοικητά, ανοίξτε την τηλεόραση στον τοπικό σταθμό. Έχουμε θέμα.»
Σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, πετάχτηκε πάνω ο Μιχάλης, έπιασε το κοντρόλ της τηλεόρασης και έβαλε γρήγορα τον τοπικό σταθμό των Δελφών.

«…σκιά εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα, χωρίς ο ιδιοκτήτης του πτηνοτροφείου να προλάβει να δει εάν ήταν άνθρωπος ή ζώο» είπε η δημοσιογράφος, ενώ η σκηνή μεταφέρθηκε στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη του πτηνοτροφείου, που όπως φαίνεται είχε χτυπηθεί από κάποιον άγνωστο.

«Είχα φύγει με το φορτηγάκι της δουλειάς γύρω στις έξι και μισή και επέστρεψα περίπου στις εννιά γιατί είχα ξεχάσει τα κλειδιά του προσωπικού μου αυτοκινήτου στο γραφείο μου. Άκουσα τις κότες αναστατωμένες στην δυτική πτέρυγα και πήγα να δω τι συμβαίνει. Ο φράκτης ήταν σπασμένος και στο δωμάτιο επικρατούσε ένα χαμός από τις κότες που φαίνονταν πως έτρεχαν να σωθούν. Σκόνη και πούπουλα παντού, δεν μπόρεσα να δω καλά. Ήταν και σκοτάδι. Κάποιος ή κάτι με αντιλήφθηκε και έφυγε αμέσως από το σημείο που μπήκε. Προσπάθησα να το ακολουθήσω, αλλά δεν πρόλαβα. Χάθηκε.»

«Αυτά μας είπε ο ιδιοκτήτης του πτηνοτροφείου, ο οποίος έκανε απολογισμό πως έχασε πάνω από 30 κότες. Στον χώρο δεν βρέθηκε κανένα ίχνος από την αστυνομία, η οποία ενημέρωσε πως πρόκειται πιθανόν για κάποιο πεινασμένο ζώο του δάσους».

«Που έγινε αυτό, Παναγιώτη; Γιατί δεν ειδοποιηθήκαμε εμείς;» ρώτησε ο Μιχάλης.
«Στο Κροκί κύριε διοικητά» απάντησε «Δεν είναι δική μας δικαιοδοσία. Πάει το τμήμα των Δελφών εκεί»

«Σωστά. Ώστε έφτασε εκεί πάνω τώρα, ε;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο διοικητής του τμήματος.

«Λέτε να είναι ο ίδιος κύριε διοικητά;» απόρησε ο Παναγιώτης με τα μάτια του να ανοίγουν διάπλατα.

«Πολύ πιθανόν Παναγιώτη. Δηλαδή, για να σου πω την αλήθεια, θέλω να πιστεύω ότι είναι ο ίδιος. Καλύτερα να έχεις έναν μπελά στο κεφάλι σου, παρά δύο» απάντησε ο Μιχάλης.
«Σωστά… Λέτε να φεύγει μακριά από εδώ;»

«Μακάρι, αλλά πολύ φοβάμαι πως θα επιστρέψει, όπως κάνει πάντα.»

Ο Μιχάλης σηκώθηκε και πλησίασε στον τοίχο όπου είχε αναρτήσει έναν μεγάλο χάρτη της περιοχής. Πήρε μια πινέζα με κόκκινο κεφάλι από ένα δοχείο που βρισκόταν στο τραπεζάκι μπροστά από τον τοίχο και την καρφίτσωσε στο Κροκί. Άλλες δύο παρόμοιες υπήρχαν γύρω από τη πόλη των Δελφών, ενώ πάνω από δέκα υπήρχαν στην Αράχοβα. Ο διοικητής του αστυνομικού σταθμού της Αράχοβας σημάδευε με κόκκινες πινέζες τα χτυπήματα σε ιδιοκτησίες. Υπήρχαν και δύο μπλε πινέζες, μία στην Αράχοβα και μία στους Δελφούς. Με αυτό το χρώμα ο Μιχάλης σημάδευε τις οπτικές επαφές που μαρτυρούσαν κάτοικοι της περιοχής. Για έναν περίεργο λόγο, ποτέ όσοι είχαν υποστεί υλικές ζημιές, δεν είχαν οπτική επαφή με τον δράστη. Είτε αυτός ήταν άνθρωπος, είτε κάποιο ζώο όπως υποστηρίζουν όλοι.
«Αύριο θα μιλήσω ξανά στον Γιώργο, Παναγιώτη να δω τι θα μου πει πάλι.»

«Στον Διοικητή της Λιβαδειάς κύριε Διοικητά;» ρώτησε με ο Παναγιώτης, φανερά ταραγμένος.

«Ναι, στον κο Γεωργακόπουλο. Πρέπει να δούμε πως θα λυθεί το θέμα» είπε ο Μιχάλης με αποφασιστικό ύφος.

«Τι να σας πω κύριε διοικητά, όπως νομίζετε. Ξέρετε όμως ότι…» Ο Παναγιώτης δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και τον διέκοψε ο Μιχάλης υψώνοντας τον τόνο της φωνής του.

«Ναι, ξέρω πολύ καλά. Όμως δεν γίνεται να κάνουμε τα στραβά μάτια Παναγιώτη. Κάτι πρέπει να γίνει. Και αν δεν γίνει από τον Γεωργακόπουλο, θα πάμε παραπάνω.»

Ο Παναγιώτης δεν απάντησε, μόνο κούνησε το κεφάλι, γνωρίζοντας πως όχι μόνο δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσει κάποιος τον Μιχάλη, αλλά ίσως να έμπλεκε και σε περαιτέρω προβλήματα. Όμως δεν είχε το σθένος να του τα πει, ξανά.

«Είναι ώρα να πάτε σπίτι να ξεκουραστείτε κύριε διοικητά» του είπε.

Ο Μιχάλης τον κοίταξε με ένα καλοσυνάτο βλέμμα και του χαμογέλασε.
«Πάντα με φροντίζεις Παναγιώτη. Μια μέρα θα στο ανταποδώσω αυτό, με όλη μου τη καρδιά.»

Ο Παναγιώτης ανησυχούσε ιδιαίτερα για την υγεία του Μιχάλη. Δούλευε πολύ σκληρά τα τελευταία δύο χρόνια, από τότε που εμφανίστηκαν αυτές οι αναταράξεις στην περιοχή. Πολλές φορές έμενε και κοιμόταν στο γραφείο του, για να είναι πάντα εκεί όταν υπάρξει κάποιο νεότερο. Αυτό όμως τον οδήγησε στο να παρατήσει τον εαυτό του. Σε αυτό ήρθε να προστεθεί και το εγκεφαλικό επεισόδιο που έπαθε πριν από έξι μήνες. Μετά από μια τηλεφωνική του συνομιλία με τον Διοικητή της Λιβαδειάς, τον Γεωργακόπουλο, ο Μιχάλης στράβωσε το στόμα. Ο Παναγιώτης τον είδε, αλλά υπέθεσε ότι έκανε απλά κάποιον μορφασμό, καθώς ο Διοικητής της Λιβαδειάς δεν τον άκουγε σε αυτά που έλεγε. Έφυγε κουτσαίνοντας και πήγε στο αυτοκίνητό του.

«Πάω… να… πάρω… λίγο… αέρα» είπε με μεγάλα διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις. Ο διοικητής του τμήματος της Αράχοβας, έφτασε στο βενζινάδικο λίγο πιο κάτω από τον σταθμό και ζήτησε από τον υπάλληλο να το γεμίσει. Ο ιδιοκτήτης του βενζινάδικου τον είδε και του είπε αμέσως...

«Μιχάλη, πρέπει να πας αμέσως σε γιατρό. Μπορείς να οδηγήσεις ή να σε πάω εγώ;». Ο διοικητής επέμεινε ότι μπορεί, όμως λιποθύμησε επιτόπου. Τελικά ο γιατρός διέγνωσε ελαφρύ εγκεφαλικό, όμως θα μπορούσε να είχε χάσει τη ζωή του εάν αργούσε πέντε λεπτά ακόμα να τον δει.

Από τότε ο Παναγιώτης δεν άφηνε πολλή ώρα μόνο του τον Μιχάλη. Ήταν και μια παράκληση που του έκανε η γυναίκα του, η κυρία Χαραλαμπία. Πολύ συμπαθητική κυρία, πάντα κομψή και προσεκτικά ντυμένη ώστε να μην αφήσει ούτε ένα σχόλιο να διαρρεύσει εναντίων της. Ο Παναγιώτης δέχτηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα να τον προσέχει, με έναν όρο όμως, να μην του ζητήσουν ποτέ να επιβάλλει στον διοικητή του τι να κάνει. Βέβαια με τον καιρό, του έλεγε κάποια πράγματα, κυρίως όμως σε συμβουλευτικό ύφος, όπως τώρα που του ζήτησε να πάει σπίτι. Δεν θα τολμούσε ποτέ όμως να του ζητήσει να μην παρευρεθεί σε μία έρευνα ή να μην αναλάβει μια υπόθεση ή ακόμα να μην μένει ως αργά στο γραφείο χωρίς να υπάρχει λόγος. Αυτός είναι ο Παναγιώτης.

Ο Μιχάλης πήρε το παλτό του, το φόρεσε με αργές κινήσεις ενώ στο μυαλό του στριφογύριζαν διάφορα. Ο Παναγιώτης τον παρακολουθούσε, αλλά δεν επενέβαινε. Ο διοικητής φόρεσε το καπέλο του, καληνύχτισε τον Παναγιώτη και προχώρησε αργά στο διάδρομο. Έφτασε στην έξοδο και αφού καληνύχτισε τον φρουρό είπε...

«Εντάξει Παναγιώτη, έφτασα στο αυτοκίνητο. Μπορείς να πηγαίνεις και πρόσεχε.»


Ήταν η κουβέντα που έλεγε πάντα όταν έφευγε. Ήξερε ότι τον ακολουθούσε ο Παναγιώτης, έτσι δεν χρειαζόταν να γυρίσει να τον δει για να του μιλήσει. Και η τελευταία κουβέντα, το «πρόσεχε», είχε μεγάλη σημασία όποτε την έλεγε. Για ιδιαίτερο λόγο…

Αντώνης Κατσαρός

4 σχόλια:

  1. Μυστήριο, ενδιαφέρον και καλογραμμένο. Ανυπομονώ για το υπερφυσικό κομμάτι που είμαι σίγουρη οτι υπάρχει!! (h)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σε ευχαριστώ πολύ :) Ε, αν κρίνουμε από εξώφυλλο και τίτλο της ιστορίας... θα έχει κάτι τις από υπερφυσικό :P

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ καλό. Ανυπομονώ να διαβάσω τη συνέχεια :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ ενδιαφέρον, και πολλά ακόμα να αποκαλυφθούν.. Μπράβο σου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή