Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Νοε 2015

0 Παιχνίδια Εξουσίας (Κεφάλαιο 12)

Νάιλα
Με πονούσε που δεν μπορούσα να αλλάξω γνώμη στην κόρη μου. Ήταν διατεθειμένη να κάνει τα πάντα προκειμένου να αποτρέψει το Κάιν από το να με βλάψει. Σιχαινόμουν τον έλεγχο που είχε πάνω μας, που εκμεταλλευόταν τις αδυναμίες του ίδιου μας του παιδιού.
Δάγκωσα τα χείλη μου, έκπληκτη που είχα σκεφτεί την αγάπη της Αναλύζας για εμένα ως αδυναμία. Κούνησα το κεφάλι μου και κάρφωσα το βλέμμα μου στο καθρέφτη. Άγγιξα το μάγουλο μου αφηρημένα, ήμουν τριάντα τριών χρονών αλλά ένιωθα σαν γριά. Ήμουν εγκλωβισμένη σε ένα σπίτι που μισούσα, με έναν άντρα που απεχθανόμουν. Το μόνο που μου είχε μείνει ήταν η κόρη μου. Ήθελα να την σώσω, ήθελα να την πάρω μακριά από εδώ, αλλά δεν μπορούσα να βρω τον τρόπο. Ήμουν σίγουρη που όπου και αν πήγαινα ο Κάιν θα με καταδίωκε. Ήμασταν τα αποκτήματα του, τα τρόπαια του και δεν θα μας άφηνε να ξεφύγουμε εύκολα. Άνοιξα το συρτάρι μου και έβγαλα το άρωμα που μου είχε χαρίσει η Μέι την ημέρα που έφυγα από τη Κίνα. Το μπουκαλάκι ήταν σχεδόν άδειο, είχαν περάσει οχτώ χρόνια από τότε και ήμουν πολύ προσεχτική. Το έβαζα συνήθως όταν νοσταλγούσα τις υπέροχες στιγμές που είχε ζήσει εκεί. Νοσταλγούσα τη Μέι, τα πανέμορφα μέρη, τον Λί. Αναστέναξα και έβαλα μερικές σταγόνες από το άρωμα. Ήταν φτιαγμένο από λωτό, γιασεμί και μανόλια. Ο Κάιν μπήκε μέσα στο δωμάτιο μας, το πρόσωπο του έλαμπε από χαρά. Μερικές φορές αυτό το χαμόγελο ήταν σχεδόν... ελκυστικό. Με πλησίασε από πίσω και έσκυψε, μπορούσα να δω το πρόσωπο του από τον καθρέφτη. 
«Η κόρη σου τα πήγε καλά» ψιθύρισε, προσπάθησα να μείνω ανέκφραστη στο άκουσμα ότι η Αναλύζα είχε κλέψει. Ανέμισε ένα κομμάτι χαρτί μπροστά στα μάτια μου.
«Με αυτό εδώ θα καταστρέψω τον Τζόναθαν Ράιντερ» με κάρφωσε με το βλέμμα του, περίμενε κάτι από εμένα. Το δάχτυλα του χάιδεψαν το λαιμό μου πριν τυλιχτούν γύρω του.
«Είναι τόσο όμορφη η κόρη μας, όσο και εσύ αγάπη μου και είστε και οι δυο δικές μου.»
Για πόσο ακόμα; Σκέφτηκε καθώς γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος του. «Άρχοντα μου» ήξερα πόσο του άρεσε να τον αποκαλώ έτσι. Το βλέμμα του βάθυνε και σκοτείνιασε από πόθο. Έβαλε το ένα χέρι του μέσα από τη ρόμπα μου και χάιδεψε τη ρόγα μου.
«Το υποσχέθηκα στην Λίζα, δεν θα σε πονέσω» έσκυψε και ακούμπησε προσεχτικά τα χείλια του στα δικά μου. Πίεσα τον εαυτό μου να μην απομακρυνθεί. Είχε άδικο.
Πονούσα.
Όμως αντίθετα με τους περισσότερους ανθρώπους ο πόνος δεν με έκανε να θέλω να τα παρατήσω. Αντίθετα, με έκανε να θέλω να συνεχίσω. Με έκανε να θέλω να βρω έναν τρόπο να τον σταματήσω.



Τζόναθαν
Χτύπησα τα χέρια μου στο γραφείο.
«Πάλι;» ρώτησα και έσφιξα τα χέρια μου για να σταματήσω το θυμωμένο τρέμουλο. Ο Λάρικ είχε χαμηλωμένο το κεφάλι του, ο Γουίλιαμ είχε σταυρώσει τα χέρια του και κινιόταν στο γραφείο μου, νευρικά.
«Γουίλ σταμάτα να προχωράς τώρα!» τον έδειξα με το δείχτη μου, ήμουν σίγουρος ότι αν δεν έκανε αυτό που του έλεγα θα κατέληγε με ένα μαυρισμένο μάτι.
«Μην ξεσπάς πάνω μου!» φώναξε, έμοιαζε το ίδιο ταραγμένος με εμένα και αυτό παραδόξως με ηρέμησε.
«Μίλησες σε κανέναν Λάρικ;» στράφηκα στον άντρα με τη πεταχτή κοιλιά και τα στρογγυλά μάγουλα που έμοιαζε έτοιμος να κάνει εμετό. Η σοκαρισμένη έκφραση που πήρε μου έδωσε την απάντηση μου και με έκανε να νιώσω άσχημα.
«Εγώ ποτέ... Δούλευα για το πατέρα σας και τώρα για εσάς... Είστε σαν οικογένεια για εμένα!» το πρόσωπο του είχε κοκκινίσει και δεν άντεχα να βλέπω αυτήν την έκφραση προδοσίας.
«Το ξέρω Λάρικ, το ξέρω» έτριψα το μέτωπο μου, είχα να κοιμηθώ εδώ και δύο μέρες. «Μπορεί να μου πει κάποιος πως εδώ και τρεις εβδομάδες μας έχουν κλέψει το εμπόριο καπνού, ήταν πραγματεία έξι μηνών! Πως μπορεί να ήξεραν τα δρομολόγια, την διαδρομή;»
«Κάποιος θα τους το είπε, είναι η μόνη λογική εξήγηση» ο αδερφός μου ανασήκωσε τους ώμους του.
«Οι οδηγοί;» αναρωτήθηκα. Ο Λάρικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Δεν ξέρουν καν τι κουβαλάνε, τα ωράρια μοιράζονται μια ώρα πριν και πάντα σε διαφορετικά άτομα. Ήμαστε προσεχτικοί.» ο στρουμπουλός έμπιστος άνθρωπος μου πιεζόταν να σκεφτεί. Είχε συνοφρυωθεί, όταν ξαφνικά τα φρύδια του ανασηκώθηκαν. Είχε θυμηθεί κάτι.
«Τι είναι Λάρικ;»
«Κύριε Ράιντερ την ημέρα που μου δώσατε τα δρομολόγια, έχασα το χαρτί για μία μέρα, όμως το ξαναβρήκα στο σπίτι σας την επόμενη. Δεν σκέφτηκα να το αναφέρω αφού το χαρτί ήταν στο σπίτι σας. Με συγχωρείτε πάρα πολύ. Καταλαβαίνω τώρα ότι είναι το δικό μου το λάθος.»
«Όχι φίλε μου» μούγκρισα. «Δεν ήσουν αυτός που διάβασε το δρομολόγιο και ύστερα μας έστησε τη παγίδα. Κάποιος όμως που πέρασε από το σπίτι μου με πρόδωσε.» ο Γουίλλιαμ με πλησίασε και με πίεσε στους ώμους.
«Θα τον βρούμε Τζον, να είσαι σίγουρος.»
                                                   ****

Η Αναλύζα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου. Ήταν αναζωογονητικό θέαμα, τα μαύρα της μαλλιά να χαϊδεύουν τα μπορντό σεντόνια, το αραχνοΰφαντο ύφασμα να αγκαλιάζει το σώμα της. Ήθελα να πάω δίπλα της, να την αφήσω να με γδύσει, να την κλείσω στα μπράτσα μου και να εξερευνήσω κάθε εκατοστό του κορμιού της. Τον τελευταίο καιρό η ανάγκη αυτή γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Δεν έβρισκα πια νόημα στο στοίχημα που είχαμε βάλει. Έμοιαζε ασήμαντο σε αυτό που συνέβαινε τώρα, σε αυτό που θα μπορούσε να συμβεί. Έτριψα το κεφάλι μου και κινήθηκα προς τη καράφα με το δυνατό ουίσκι. Το εμπορευόμασταν από τη Σκοτία και ήταν θεσπέσια ποικιλία. Το μυαλό μου ταξίδεψε ξανά προς τη κατεύθυνση των φορτίων. Οι τρεις συνεχόμενες κλοπές αποτελούσαν σοβαρό πλήγμα για τις επιχειρήσεις μου. Και το χειρότερο από όλα, ο προδότης ήταν κάποιος που γνώριζα. Ένα διπρόσωπο καθίκι. Ετοιμάστηκα να κατεβάσω άλλο ένα ποτήρι όταν ένιωσα την Αναλύζα να με αγκαλιάζει, το πιγούνι της πίεσε στο δέρμα ανάμεσα από τις ωμοπλάτες μου.
«Γιατί δεν έρχεσαι στο κρεβάτι;» το χέρι της κατέβηκε στη κοιλιά μου. Ήθελα. Στην πραγματικότητα ήθελα τόσο πολύ να πέσω στο κρεβάτι μαζί της εκείνη τη στιγμή και να χάσω το έλεγχο που δεν εμπιστευόμουν τον εαυτό μου.
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ» ξεστόμισα. Δεν ξέρω γιατί το είπα, δεν ήταν ότι βρισκόμασταν εκεί για να κοιμηθούμε. Τα χέρια της Αναλύζας μου μάλαξαν τους ώμους μου.
«Είσαι πολύ σφιγμένος» η θέρμη χάθηκε από πίσω μου. Την παρακολούθησα με περιέργεια καθώς απομάκρυνε τις πολυθρόνες και άπλωνε μια μαύρη κουβέρτα κοντά στο τζάκι.
«Ξάπλωσε» έδειξε τη κουβέρτα με το δείχτη της. 
Ανασήκωσα τα φρύδια μου.
«Ξάπλωσε» ο τόνος της άλλαξε, έγινε πιο σοβαρός. Κινήθηκα προς το σημείο όπου μου είχε υποδείξει.
«Α και βγάλε το πουκάμισο. Σε θέλω στο πάτωμα, μπρούμυτα» με πληροφόρησε πριν χαθεί στο μπάνιο. Γέλασα καθώς σήκωνα τα χέρια μου για να απελευθερωθώ από το πουκάμισο.
«Τι έχεις στο μυαλό σου και πόσο διαστροφικό είναι;» η κουβέρτα, αν και μαλακή, δεν μπορούσε να αντισταθμίσει το σκληρό πάτωμα. Τα κόκκαλα μου πιέζονταν.
«Νομίζω ότι το κρεβάτι είναι πιο κατάλληλο» παραπονέθηκα. Στηρίχτηκα στις παλάμες μου για να σηκωθώ, αλλά ένιωσα ένα πόδι να με πιέζει στη πλάτη.
«Θέλω το σώμα σου ευθυγραμμισμένο»
Με έσπρωξε ξανά στο έδαφος. Από αυτό το ύψος μπορούσα να δω τους αστραγάλους της να κινούνται. Άρχισε να με περικυκλώνει με αρωματικά κεριά, το άρωμα τους με κατέκλυσε. Ένιωθα τα μηνίγγια μου να σφυροκοπάνε. Η Αναλύζα πάτησε στη πλάτη μου και σηκώθηκε.
«Τι κάνεις;» ρώτησα.
«Θα σου απαλύνω το πόνο, είσαι πολύ σφιγμένος. Ύστερα από τις μαλάξεις θα νιώθεις σαν πουτίγκα δαμάσκηνου» πίεσε τα δάχτυλα του ποδιού της με κυκλικές κινήσεις. Ήθελα να ρωτήσω γιατί συγκεκριμένα δαμάσκηνου αλλά τότε ένιωσα την φτέρνα της να με πιέζει δυνατά. Η αρχική σουβλιά πόνου άρχισε να εξασθενεί αφήνοντας πίσω του ένα υπέροχο μούδιασμα. Ύστερα από δέκα λεπτά, είχα αρχίσει να χαλαρώνω τόσο πολύ που έκλεισα τα μάτια μου χωρίς να το καταλάβω.
«Που το έμαθες αυτό;» ρώτησα καθώς την ένιωθα να μου πιέζει τη βάση της σπονδυλικής μου στήλης. Μου ξέφυγε ένα απαλό βογκητό ευχαρίστησης.
«Στη Κίνα, μου το έμαθε η Μέι» κατάλαβα από το τόνο της ότι δεν είχε σκοπό να μου το εκμυστηρευτεί.
Επικράτησε αμήχανη σιωπή.
«Πρέπει να είναι πολύ ωραία εκεί. Έχω ακούσει ότι τα βουνά φτάνουν τον ουρανό. Ότι τα λιβάδια είναι αχανή και ότι έχει τις πιο ωραίες γυναίκες.» Η Αναλύζα γέλασε, ένιωσα τις πατούσες τις να δονούνται πάνω στη πλάτη μου.
«Τα βουνά δεν φτάνουν στον ουρανό αν και μερικές όταν κατεβαίνουν τα σύννεφα δεν μπορείς να καταλάβεις που αρχίζουν αυτά και που τελειώνει ο ουρανός. Το χειμώνα το χιόνι σκεπάζει τα πάντα και όσο για τις γυναίκες... έχεις δίκιο. Τουλάχιστον για αυτές που γνώρισα εγώ. Έχουν την δική τους κουλτούρα και εκπαιδεύονται από μικρές να προστατεύουν τους εαυτός τους.»
«Πρέπει να σου λείπει» μουρμούρισα. Ένιωθα τα άκρα μου χαλαρά, το μασάζ της είχε αποτέλεσμα. Η πίεση χάθηκε, με βοήθησε να σηκωθώ.
«Έλα να σε πάω στο κρεβάτι» έβαλε το χέρι μου γύρω από τους ώμους της για να με στηρίξει.
«Νιώθω σαν να είμαι υπό την επήρεια ναρκωτικών»
«Έχεις πάρει ποτέ ναρκωτικά;»
«Όχι.»
«Τότε πίστεψε με θα ένιωθες πολύ καλύτερα» Με άφησε στο στρώμα, είχα βγάλει ήδη τα παπούτσια μου, σύρθηκα λοιπόν στο στρώμα.
«Άνα;»
«Ναι;» έσκυψε από πάνω μου.
«Κοιμήσου μαζί μου» την τύλιξα στην αγκαλιά μου και την τράβηξα μου κοντά μου. Την έσφιξα πάνω μου απολαμβάνοντας το φυσικό της άρωμα.
«Αυτό θες;» με ρώτησε. Χαμογέλασα καθώς τα μαλλιά της μου γαργαλούσαν το πρόσωπο.
«Δεν φαντάζεσαι πόσο»


Αναλύζα
Η αναπνοή του Τζόναθαν ήταν ήρεμη και αργή, έδειχνε τόσο ήρεμος όταν κοιμόταν. Ήταν ακόμα πιο όμορφος και κατά κάποιο τρόπο ευάλωτος.
Φοβόμουν.
Θυm;omoyn την τελευταία φορά που είχα φοβηθεί, ήμουν παιδάκι τότε. Όμως μετά μετακομίσαμε στην Κίνα και η Μέι με έμαθε ότι ο φόβος δεν είχε θέση στα συναισθήματα και στην καρδιά μου.
Σήκωσα το χέρι μου και χάιδεψα το μάγουλο του, άφησα ένα απαλό φιλί στα χείλη του και ευχήθηκα να άνοιγε τα μάτια του για να θαυμάσω το χρώμα τους.
Φοβόμουν. Ήξερα ότι ύστερα από αυτήν την νύχτα ήμουν καταδικασμένη. Είχα ερωτευτεί τον Τζόναθαν Ράιντερ.

                                                                          ****
Επέστρεψα στο σπίτι πριν ξυπνήσει. Δεν ήθελα να τον αντικρίσω γιατί ήξερα ότι δεν θα του έλεγα την αλήθεια. Πάντα έβαζα προτεραιότητες στην ζωή μου και σε αυτήν την περίπτωση η μητέρα μου ερχόταν πρώτη, ασχέτως το κόστος για εμένα. Απλά δεν μπορούσα να την αφήσω στο έλεος του πατέρα μου. Εξαιτίας του είχαμε μετακομίσει στη Κίνα, εξαιτίας του η μητέρα μου δεν μπορούσε να κάνει άλλα παιδιά. Ήξερα ότι είχε την ικανότητα να την σκοτώσει, είχε κοντέψει να το κάνει και μια φορά ήταν αρκετή.
                          
Το γραφείο του πατέρα μου ήταν ανοιχτό. Κινήθηκα προς το δωμάτιο μου αλλά κοντοστάθηκα όταν άκουσα το όνομα μου.
«Η Αναλύζα έφερε το πρόγραμμα των φορτίων του μήνα αλλά στο χαρτί υπάρχουν συντεταγμένες, είμαι σίγουρος ότι είναι οι περιοχές που βρίσκονται οι καινούργιες αποθήκες του» χωρίς να καταλάβω είχα βρεθεί κοντά στην πόρτα του γραφείου. Έγειρα λίγο, μόνο για να κοιτάξω. Ο Κάιν μίλαγε σε ένα ψιλόλιγνο μεσήλικα με γαμψή μύτη ο οποίος κουνούσε σοβαρός το κεφάλι του.
«Έχω κανονίσει κάποιες ενέδρες. Αν πετύχουμε, ο Τζόναθαν Ράιντερ θα αποτελεί πια παρελθόν. Το σχέδιο είναι έτοιμο και θα στο δώσω το πρωί της εφόδου.  Ως τότε θα παραμείνει στην ασφάλεια του γραφείου μου.»  Ο Κάιν γέλασε, ακουγόταν πραγματικά ενθουσιασμένος.
«Ποιος είπε ότι οι γυναίκες δεν είναι χρήσιμες όταν ξέρεις πως να τις χειρίζεσαι;»

Τρύπωσα στην ασφάλεια του δωματίου μου και πήρα βαθιές ανάσες. Προτεραιότητες. Η ασφάλεια της μητέρας μου. Το θέμα όμως ήταν μέχρι που μπορούσα να φτάσω για την προτεραιότητα μου. 

Αγγελίνα Παντελή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου