Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

21 Νοε 2015

0 Ο πατέρας των λύκων (Κεφάλαιο 2)



Στη Λιβαδειά ο Γιώργος καθόταν στο γνωστό μπαρ, το οποίο επισκεπτόταν κάθε νύχτα για να πιει το ποτό του. Συνήθως όμως, δεν σταματούσε ποτέ σε ένα μόνο.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας ψηλός και αδύνατος άντρας. Φορούσε ένα σκούρο πράσινο βαρύ παλτό, μακρύ μέχρι το γόνατο. Στο λαιμό του είχε τυλιγμένο ένα κασκόλ, το οποίο έβγαζε όσο πλησίαζε τον Γιώργο. Έκατσε δίπλα του ξεκουμπώνοντας το παλτό του και τον κοίταξε.
«Πάλι εδώ Γιώργο;» του είπε κοιτάζοντάς τον εξερευνητικά ενώ με το άλλο του χέρι ακούμπησε το παλτό του στο διπλανό σκαμπό.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί σου φαίνεται παράξενο, Χάρη. Έχει σχεδόν τρία χρόνια που όποτε έρχεσαι με βρίσκεις εδώ και ακόμα σου προκαλεί έκπληξη;» είπε γελώντας ο Γιώργος.
Ο Χάρης έκανε νόημα στον μπάρμαν που στεκόταν μπροστά από το ταμείο του εκείνη τη στιγμή, χτυπώντας έναν λογαριασμό. Εκείνος τον είδε και του ένεψε καταφατικά. Ήταν μια κίνηση που επαναλαμβανόταν πάρα πολύ συχνά και ο μπάρμαν γνώριζε πολύ καλά τι ήθελε να πιεί ο Χάρης. Όπως και για τους περισσότερους πελάτες του.
«Έχουμε τίποτα Γιώργο;» ρώτησε αμέσως μετά ο Χάρης.
Εκείνος τον κοίταξε, ανοίγοντας το πακέτο του με τα τσιγάρα και ενώ έβγαζε ένα του απάντησε
«Τα γνωστά. Τίποτα συνταρακτικό».
«Άκουσα για νέα υπόθεση στην Αράχοβα» ξεκίνησε να λέει ένα λεπτό αργότερα ο Χάρης.
«Ω, σε παρακαλώ. Αυτή η υπόθεση με έχει κουράσει αφάνταστα. Διάφορα γίνονται εκεί πάνω, όπως θεωρώ ότι παρόμοια περιστατικά θα γίνονται σε όλη την Ελλάδα. Κλέφτες μπαίνουν σε περιουσίες, άγρια ζώα μπαίνουν για να βρουν τροφή, λογικά δεν είναι όλα αυτά;» απάντησε ο Γιώργος με σκοπό να αποφύγει την επόμενη ερώτηση.
«Ναι, λογικά. Ο διευθυντής μου με πιέζει να πάω εκεί πάνω και να μάθω περισσότερα πράγματα. Η εφημερίδα μας θέλει να βγάλει ρεπορτάζ» είπε ο Χάρης κοιτάζοντας το ποτό του, το οποίο είχε φέρει στο μεταξύ ο μπάρμαν.
«Και ποια εφημερίδα δεν ψοφάει για ένα ρεπορτάζ που θα πουλήσει, ρε Χάρη; Λες και είσαι χθεσινός στο επάγγελμα. Ξέρεις πολύ καλά πόσο μισώ τους δημοσιογράφους, όμως εσένα σε ξέρω από παιδί και σε συμπαθώ μόνο και μόνο γι’ αυτό το λόγο. Έχω γνωρίσει δημοσιογράφους που προσπαθούν να δημιουργήσουν θέμα από εκεί που δεν υπάρχει, απλά και μόνο για να πουλήσουν λίγες φυλλάδες παραπάνω. Κυκλοφορούν πολλοί τέτοιοι εκεί έξω. Και ξέρεις πολύ καλά τι παθαίνουν στο τέλος όλοι αυτοί» απάντησε αγαναχτισμένος ο Γιώργος.
«Ναι Χάρη, τα ξέρω αυτά. Όμως δέχομαι πιέσεις, ο διευθυντής μου…» ο Χάρης πήγε να απαντήσει, όμως ο Γιώργος δεν τον άφησε να ολοκληρώσει.
«Στο κάτω-κάτω, σκέψου τον Μιχάλη. Ξέρεις πόσο τον αγαπάω. Τον έχω βοηθήσει αφάνταστα και έχει φτάσει να είναι διοικητής του τμήματος εκεί πάνω, σήμερα» είπε προσπαθώντας να θίξει το φιλότιμο του Χάρη.
«Και εγώ τον αγαπάω πάρα πολύ τον Μιχάλη. Και με ανησυχεί αφάνταστα που με την κατάσταση της υγείας του, συνεχίζει να δουλεύει μέχρι αργά. Πήγα τους είδα την περασμένη εβδομάδα. Η Χαραλαμπία στέκει μια χαρά και δείχνει δυνατή. Στηρίζει τον Μιχάλη και συνέχεια του λέει να σταματήσει να δουλεύει τόσο σκληρά, όμως αυτός συνεχίζει. Μήπως ρε Γιώργο, μήπως πρέπει να επέμβεις και εσύ λίγο στο θέμα του;» τελείωσε ο Χάρης κοιτώντας τον Γιώργο σαν να τον εκλιπαρούσε για κάτι.
«Αν κάνω κάτι που δεν θα αρέσει στον  Μιχάλη, θα είναι σαν να τον καταδικάσω σε θάνατο. Τον ξέρεις πως είναι. Έτσι και του πω ότι θα τον μεταθέσω από εκεί και να τον πάρω σε άλλο πόστο με γραφειακή δουλειά, θα είναι σαν να τον έχω εξορίσει στην άκρη της γης γι’ αυτόν. Χειρότερο θα είναι, θα επηρεαστεί και ψυχολογικά. Νομίζεις ότι δεν το έχω σκεφτεί;» απάντησε ο Γιώργος.
«Σωστά. Είναι και ισχυρογνώμων σε κάτι τέτοια» συμφώνησε ο Χάρης.
«Αλλά, για να έχουμε και το καλό ερώτημα, πως βρέθηκες εσύ εκεί πάνω;» ρώτησε γεμάτος περιέργεια ο Γιώργος, που ποτέ στην ζωή του δεν άφηνε κουβέντα να πέσει κάτω.
«Σου είπα, ο διευθυντής μου…» δικαιολογήθηκε ο Χάρης.
«Δηλαδή μου λες τώρα ότι δουλεύεις ήδη την υπόθεση;» ρώτησε ο Γιώργος ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.
«Ηρέμησε, ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο χωρίς να σου το πω πρώτα. Ο διευθυντής μου επιμένει να ψάξουμε το θέμα. Του είπα ότι θα πάω, μόνο και μόνο για να τον καθησυχάσω. Πήγα στην Αράχοβα με σκοπό να γυρίσω πίσω με μια ιστορία που δεν θα έχει κανένα ενδιαφέρον για εκείνον. Ήταν και μια καλή ευκαιρία να δω τον Μιχάλη και την Χαραλαμπία. Έγραψα για μια υπόθεση μιας παραβίασης ενός σπιτιού και ήρθα πίσω. Τα έγραψα όσο πιο απλά μπορούσα, παρουσιάζοντας την ιστορία σαν μια απλή, καθημερινή παραβίαση η οποία μάλιστα δεν είχε καν ληστεία μέσα. Ο ληστής δεν πρόλαβε να πάρει κάτι, ίσως γιατί τον εντόπισε ο ιδιοκτήτης και τον τρόμαξε. Αυτό ηρέμησε λίγο τον διευθυντή μου, όμως σήμερα είχαμε το νέο περιστατικό» απάντησε ο Χάρης.
«Και ευτυχώς που πήγα εγώ, Γιώργο» συνέχισε.
«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Γιώργος ρουφώντας μια γουλιά από το ποτό του.
«Αν ήταν άλλος, θα είχαμε ιστορία. Ο Μιχάλης, Γιώργο, λέει πολλά και αυτό δεν είναι καλό» είπε ο Χάρης κοιτάζοντας έντονα τον Γιώργο.
Ο Διοικητής του αστυνομικού σταθμού της Λιβαδειάς, έκανε πως δεν καταλάβαινε. Όμως ήξερε πολύ καλά που το πήγαινε ο Χάρης.
«Πρέπει να του πεις να σταματήσει να μιλάει τόσο πολύ, Γιώργο. Αν ήταν άλλος, θα είχατε προβλήματα σήμερα. Και όσο γίνονται τέτοιες ιστορίες εκεί πάνω, τόσο πιο πολύ μεγαλώνει το ενδιαφέρον από την εφημερίδα. Δεν θα μπορώ να σας καλύπτω για πάντα, Γιώργο. Ίσως να βρεθεί στον δρόμο άλλος συνάδελφος κάποια μέρα. Κοιτάξτε πώς να σταματήσετε την διαρροή των νέων από την περιοχή, για να ξεχαστεί το θέμα» τελείωσε ο Χάρης. Ρούφηξε την τελευταία γουλιά του ποτού του, έβγαλε χρήματα από το πορτοφόλι του, τα ακούμπησε στο μπαρ και άρχισε να φοράει το παλτό του.
«Θα μείνεις;» ρώτησε τον Γιώργο ο οποίος είχε βυθιστεί στις σκέψεις του.
«Ναι, λίγο ακόμα» απάντησε αυτός, χωρίς να τον κοιτάξει.
Ο Χάρης ένευσε καταφατικά. Γνώριζε πολύ καλά την κατάσταση που επικρατούσε στη ζωή του Γιώργου και την προσπάθεια που έκανε καθημερινά, ώστε να λείπει όσο μπορεί περισσότερο από το σπίτι. Δεν άντεχε τη γυναίκα του, αλλά δεν την χώριζε κιόλας, λόγο κοινωνικής θέσης. Το μπαρ είχε γίνει το δεύτερο σπίτι του.
«Καληνύχτα Γιώργο. Θα τα πούμε σύντομα ξανά» είπε ο Χάρης και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Ο Χάρης απλά μουρμούρισε κάτι που έμοιαζε με «καληνύχτα», όμως η νύχτα προβλεπόταν μεγάλη.

Αντώνης Κατσαρός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου