Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28 Νοε 2015

0 Το παράθυρο (Κεφάλαιο 2)

 «Πάρε τα κουλά σου από τις τσίχλες μου βλαμμένε» φώναξε η Ελένη μαζεύοντας τις τσίχλες της.
«Τσιγκούνα» απάντησε ο Πέτρος και άρχισε να την γαργαλάει προσπαθώντας να κλέψει έστω και μια από εκείνες τις γευστικές τσίχλες μανταρίνι που κουβαλούσε η Ελένη.
«Ε! Κάντε λίγη ησυχία. Δεν μπορώ να ακούσω» είπε η Ήρα νευρικά.
«Έλεος με τα πουλιά ρε συ Ήρα…και αύριο εδώ θα είναι δε θα φύγουν!»
«Εγώ μπορεί να μην είμαι όμως οπότε σιωπή».
«Ναι ρε παιδιά δεν ήρθαμε για να φάμε τσίχλες αλλά για να χαλαρώσουμε λίγο!» πετάχτηκε ο Κώστας που ξάπλωνε στα δροσερά χόρτα δίπλα από την Ήρα.
«Και μαντέψτε ποιος συμφωνεί πάντα με την Ήρα! Αναρωτιέμαι τι κρύβεις πίσω από όλα αυτά!» ειρωνεύτηκε ο Πέτρος.
«Εγώ λέω να πάμε να πάρουμε καμιά μπύρα και να αφήσουμε τα παιδιά μόνα να απολαύσουν τα πουλάκια!» είπε η Ελένη και άρπαξε τον Πέτρο απ’το χέρι τραβώντας τον.
«Ε! Περιμένετε! Θέλω κι εγώ μια μπύρα!»

  «Θα σου πάρουμε, μην ανησυχείς! Μη βιαστείτε, θα αργήσουμε!» είπε η Ελένη. Άρπαξε μαζί της τον Πέτρο και έτρεξαν μακριά από τη λίμνη, γελώντας πονηρά.
Η Ήρα έγειρε λίγο το κεφάλι της, θέλοντας να κοιτάξει διακριτικά το όμορφο αγόρι που στεκόταν δίπλα της. Ο ήλιος έλαμπε πίσω από το κεφάλι του, κάνοντας τα μαλλιά του να χρυσαφίζουν έτσι όπως χόρευαν ανέμελα πάνω στον άνεμο. Το είδωλό του αντικατοπτριζόταν αγγελικά στο νερό, με μικρά κυκλικά σχέδια. Ένα περιστέρι στάθηκε δίπλα στην Ήρα και άρχισε να κελαηδάει όσο πιο όμορφα μπορούσε, σαν να τραγουδούσε ένα ρομαντικό τραγούδι. Τα πούπουλά του ήταν ξανθά, με μικρά καφετί σχεδιάκια και μια μικρή μαύρη λεπτομέρεια λίγο πάνω από το μάτι του. Στα φτερά του σχηματίζονταν γκρίζες ανταύγειες και φαίνονταν σαν να άλλαζαν σχέδια όταν το πουλί φτερούγιζε. Αφού τραγούδησε στους όμορφους νέους, πέταξε μακριά. Την ίδια στιγμή, ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε αργά από τα χόρτα και άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. Το σώμα του ήταν μυώδες και καλοσχηματισμένο, κάνοντας την Ήρα να ανατριχιάσει στην όψη του, μιας και τέτοια σώματα πάντα της τραβούσαν το ενδιαφέρον και έφερναν στην επιφάνεια τον ερωτισμό της. Τα μάτια του ήταν μαύρα και μεγάλα και τα φρύδια του έμοιαζαν να είναι θυμωμένα αλλά αυτό ήταν που του έδινε ένα εντυπωσιακό, άγριο ύφος καθώς ετοιμαζόταν να δροσιστεί στη λίμνη.
  Μόλις έμεινε μόνο με το εσώρουχο, γύρισε να κοιτάξει την Ήρα, και βούτηξε στο νερό. Εκείνη ανασηκώθηκε για να τον κοιτάξει, με σκοπό να του φωνάξει που την είχε κάνει λούτσα αλλά δεν τον είδε στην επιφάνεια. Ανήσυχη, αποφάσισε να πάει πιο κοντά και να κοιτάξει μέσα στο νερό. Αφού σηκώθηκε αργά-αργά, πλησίασε τη λίμνη και έσκυψε για να κοιτάξει μέσα αλλά δεν έβλεπε τίποτε, παρά μόνο μικρά και λίγο μεγαλύτερα ψάρια που κολυμπούσαν. Φοβισμένη πλέον, αφού περίμενε μερικά δευτερόλεπτα, έβγαλε τα κοσμήματά της και βούτηξε με τα ρούχα στο δροσερό νερό. Αφού πήρε μια βαθιά ανάσα, πήρε φόρα και βυθίστηκε μέσα. Τα μάτια της ίσα που έβλεπαν στον γύρω χώρο, όταν μια μαύρη σκιά ήρθε καταπάνω της και την έσπρωξε ξανά στην επιφάνεια. Μόλις κατάφερε να αναπνεύσει, άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε μπροστά της, μα κανένας δεν ήταν εκεί. Γύρισε ξανά και ξανά αλλά δεν υπήρχε κανένας. Με μια δεύτερη ανάσα βυθίστηκε πάλι μέσα στο νερό και συνέχισε να ψάχνει το όμορφο αγόρι. Είδε να περνάει ξυστά από δίπλα της για ακόμη μια φορά αυτή η μαύρη σκιά και τεντώνοντας το χέρι της, τη χτύπησε δυνατά στην κοιλιά. Με έναν απότομο πήδο βγήκε ξανά στην επιφάνεια και κολύμπησε γρήγορα προς την ακτή. Ήταν μια απόσταση μικρότερη του ενός λεπτού μα σε εκείνη έμοιασε σαν ώρα. Είχε τρομοκρατηθεί από το περίεργο εκείνο ον. Ή μήπως τον φίλο της που της έκανε πλάκα; Όποιος και να ήταν πάντως, είχε πετύχει τον στόχο του. Φθάνοντας στα χόρτα, ένα χέρι την έπιασε από τους καρπούς και την τράβηξε έξω.

«Είσαι καλά; Σε έψαχνα!»
«Κώστα;; Μα…εγώ σε έψαχνα! Μέσα στο νερό!» φώναξε η Ήρα γουρλώνοντας τα μάτια της.
«Στο νερό; Μα δε μπήκα καθόλου στη λίμνη».
«Τι λες; Αφού έβγαλες και τα ρούχα σου και πήδηξες μέσα! Και μετά εγώ ήρθα…»
«Ήρα , Ήρα, ηρέμησε! Ίσως σε χτύπησε ο ήλιος» είπε ανήσυχα ο Κώστας διακόπτοντας την Ήρα.
«Ο ήλιος; Μα… όχι… είμαι πολύ καλά!»
«Κοίτα, δεν ξέρω τι συνέβη αλλά εγώ ήμουν εδώ όλη την ώρα και συ ξάπλωνες δίπλα μου. Σε κάποια φάση όμως που άνοιξα τα μάτια μου είχες εξαφανιστεί!»

Η Ήρα κοιτούσε τον Κωνσταντίνο σαν να ήταν τρελός, ενώ ταυτόχρονα το μυαλό της έκανε σενάρια πως ίσως οι φίλοι της της έκαναν κάποια πλάκα, όπως μάλιστα είχε σκεφτεί και προηγουμένως. Κακόγουστη μεν, αλλά πλάκα. Κάτι που θα την καθησύχαζε, αν το άκουγε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, άρπαξε τα πράγματά της και ξεκίνησε να φεύγει, αφήνοντας το αγόρι μόνο του.
  Γύρω από τη λίμνη υπήρχαν πολλά πυκνά δέντρα με μεγάλα, μακριά κλαδιά. Παρόλο που ήταν άνοιξη, τα περισσότερα δέντρα εκεί γύρω ήταν μαραμένα και χωρίς φύλλα στα κλαδιά τους, κάτι που έκανε το μέρος ανατριχιαστικό. Στη διαδρομή της, η Ήρα αγκάλιασε τα χέρια της για να ζεστάνει το βρεγμένο κορμί της, ενώ προσπαθούσε ταυτόχρονα να βρει τον σωστό δρόμο της επιστροφής. Δυστυχώς, κάθε φορά που επισκεπτόταν τη λίμνη, ήταν μαζί με τους φίλους της, οι οποίοι γνώριζαν καλά τον συγκεκριμένο δρόμο. Τώρα όμως, ήταν μόνη.
   Δεν θα είχε περάσει ούτε δεκάλεπτο, όταν μια ξαφνική μπόρα άρχισε να χτυπάει και να ταρακουνάει τα πάντα μέσα στο πυκνό δασάκι. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και σε συνδυασμό με τα μεγάλα δέντρα, όλο το μέρος έμοιαζε με ένα καλοστημένο σκηνικό για ταινία θρίλερ.


«Ήρα! Ήρα! Μας ακούς;»
«Ελένη;»
«Είσαι καλά;» ρώτησε η Ελένη.
«Ναι, καλά είμαι. Αλλά γιατί ρωτάς;» απάντησε νευρικά η Ήρα χαϊδεύοντας το πονεμένο της κεφάλι.
«Γιατί ρωτάω; Είσαι σίγουρα καλά;»
«Τι πάθατε;»
«Εμείς τι πάθαμε; Λιποθύμησες!»
«Πότε;»
«Μέσα στη λίμνη. Όταν σε είδα ήσουν ήδη λιπόθυμη. Ευτυχώς που σε είδα εγκαίρως!» είπε ο Κώστας καθισμένος δίπλα στη μισοπνιγμένη κοπέλα.
«Τι…» τρέκλισε η Ήρα.
«Έλα σήκω να σε πάμε σπίτι σου» είπε ο Κωνσταντίνος.

   Ανίκανη να αρθρώσει έστω και μία λέξη, η Ήρα ακολούθησε τους φίλους της στον δρόμο για το σπίτι. Περνώντας μέσα από το δάσος, προσπαθούσε να αναγνωρίσει αυτό το μέρος που είχε «ζήσει», αλλά τίποτε δεν της έμοιαζε οικείο. Τα δέντρα ήταν γεμάτα φύλλα και κάποια άλλα ήταν φορτωμένα με καρπούς. Ο ήλιος έλαμπε και όλο το κλίμα ήταν ό,τι πιο όμορφο και χαλαρωτικό για μια τέτοια μέρα στη λίμνη. Όμως, όσο η Ήρα θυμόταν τη μια μετά την άλλη σκηνή, που αμέσως μετά συνέβαινε πάντα κάτι αλλόκοτο, τόσο λιγότερο όμορφη γινόταν η μέρα. Και όσο περισσότερο το σκεφτόταν τόσο πιο απίθανο της φαινόταν η συγκεκριμένη σκηνή να ήταν αληθινή. Χωρίς λέξη, ούτε και κάποια αντίδραση στα λόγια των φίλων της, προχώρησε γρηγορότερα ως το σπίτι της και έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω της. Εκεί, μπροστά από την τηλεόραση, καθόταν ο πατέρας της με μια μπύρα στο χέρι και έβλεπε τις ειδήσεις, κάτι το οποίο συνέχισε να κάνει χωρίς να τον νοιάζει ιδιαιτέρα το πού είχε πάει η κόρη του. Η Ήρα μπήκε ακεφα μέσα στο δωμάτιό της και αφού άλλαξε ρούχα, έπεσε στο κρεβάτι της.
   Πάνω από το κεφάλι της, στην οροφή του κρεβατιού, υπήρχε μια τεράστια αφίσα Iron Maiden και γύρω-γύρω απ' αυτήν, πολλά μικρά αυτοκόλλητα αστεράκια. Το δωμάτιο ήταν γενικά σκουρόχρωμο σε αποχρώσεις γκρι, μπορντό και μαύρο. Τα έπιπλα ήταν όλα γκρι και λίγο μαυρισμένα από τη σκόνη. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, το πρώτο πράγμα που έβλεπες ήταν το παράθυρο με το πεζούλι και το μπλε μαξιλάρι να στέκεται πάνω του. Στα δεξιά, ένα μεγάλο γραφείο γεμάτο βιβλία και τετράδια, ενώ η βιβλιοθήκη από δίπλα ήταν γεμάτη γυάλες με μικρά και μεγαλύτερα ψαράκια. Στα αριστερά, υπήρχε το κρεβάτι και μια μικρή πορτούλα, που οδηγούσε στην προσωπική τουαλέτα της Ηρας, η οποία ήταν γεμάτη σαπούνια-συλλογές και τα σχετικά. Δίπλα από την εξώπορτα του δωματίου, υπήρχε ακόμη μία πόρτα, χρώματος ροζ, η οποία οδηγούσε στο δωμάτιο της μικρής Αλίκης. Ωστόσο, η Ήρα δεν έμπαινε ποτέ εκεί μέσα, διότι απεχθανόταν το ροζ.

   Κοιτάζοντας, λοιπόν, τη μεγάλη της αφίσα, η Ήρα έκλεισε τα μάτια της και ο γλυκός ύπνος ηρθε αμέσως να την πάρει. Για κακή της τύχη όμως, δεν μπορούσε ούτε στον ύπνο της να ηρεμήσει, καθώς κλείνοντας τα μάτια της, μια άσχημη μορφή εμφανίστηκε και στήθηκε μπροστά της. Ήταν μια γυναίκα, ηλικιωμένη και με πολύ ασύμμετρα χαρακτηριστικά. Έτσι φαινόταν τουλάχιστον, γιατί το πρόσωπό της ήταν κάπως αλλοιωμένο. Η γυναίκα έκανε λίγα βήματα και αφού ψιθύρισε μερικές λέξεις, άφησε μπροστά στην Ήρα μια μικρή κούκλα. Ήταν η αγαπημένη κούκλα της μητέρας της, μόνο που στο όνειρο ήταν μισοκαμένη και με ένα μόνο χέρι. Η Ήρα πήρε το θάρρος να κάνει κι αυτή μερικά βήματα προς την άγνωστη γυναίκα, με σκοπό να πάρει στα χέρια της την κούκλα. Όσο πλησίαζε, όμως, τόσο πιο πολύ απομακρυνόταν η κούκλα. Το τοπίο γύρω της ήταν όλο μαύρο αλλά όσο περπατούσε φώτιζε και εμφανίζονταν μερικά δέντρα. Εκνευρισμένη πλέον, η Ήρα άρχισε να τρέχει, προσπαθώντας να πιάσει την κούκλα αλλά τότε μια περίεργη μελωδία από πιάνο άρχισε να παίζει γύρω της. Όλο το τοπίο άλλαξε μονομιάς και η Ήρα βρέθηκε στο δάσος όπου είχε χαθεί όσο ήταν λιπόθυμη στις όχθες της λίμνης. Μόνο που δεν βρήκε εκεί μόνο τα δέντρα, αλλά και πολλές μικρές κούκλες, όμοιες με εκείνη που κυνηγούσε, κρεμασμένες από τον λαιμό πάνω στα κλαδιά.

Αγγελική Ι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου