Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

8 Νοε 2015

0 Χωρίς Αντάλλαγμα (Κεφάλαιο 8)



Ο Νίκος δεν ήταν κάποιος τυχαίος, ήταν ο παιδικός φίλος του, ο οποίος τώρα με την κρίση, είχε αποφασίσει, να γυρίσει πίσω στο χωριό, μετά τις σπουδές του στη γεωπονική και να προσπαθήσει, να στήσει τη ζωή του μακρυά από τη βρώμικη Αθήνα, στο χωριό τους. Ο Λεωνίδας τον ζήλευε για αυτή του τη γενναιότητα, διότι γνώριζε τις δυσκολίες, του να ζει ένας νέος άνθρωπος σε ένα μικρό χωριό. Του άρεσε αυτός ο τυφλός ρομαντισμός του φίλου του, που απαρνήθηκε τον εύκολο τρόπο ζωής και παλεύει για μια άλλη ζωή, ουσιαστικότερη, σε ένα χωριό, κυρίως γερόντων, χωρίς τις στοιχειώδεις υποδομές και μέσα, αλλά με μόνο όπλο την μεγάλη αγάπη για τον τόπο του και την ελπίδα για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι, να τον σαγήνευε κι εκείνον η ιδέα, να γυρίσει εκεί, που μεγάλωσε και ονειρεύτηκε. Είχε κάποιες λίγες φορές, ανοίξει μία τέτοια συζήτηση με τη Χριστίνα, η οποία έκλεινε ορμητικά κάθε τέτοια κουβέντα.

“Θα πρέπει, να είσαι τρελός, μου φαίνεται. Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Δεν σπουδάσαμε, για να γυρίσουμε πίσω στο χωριό. Άλλωστε, όλα είναι πολύ καλύτερα εδώ στην Αθήνα. Έχεις πολύ περισσότερες επιλογές και ευκαιρίες” δήλωνε με τόσο απόλυτο τρόπο, που τον αποθάρρυνε, να μπει στον κόπο, να ξανανοίξει μια ανάλογη συζήτηση. Ίσως, είχε έρθει η ώρα, να κάνει μόνος του αυτό το αποφασιστικό βήμα, παρακινούμενος και απ' τον Νίκο, που του είχε προτείνει, να δουλέψουν μαζί εκεί, καθώς σκόπευε, να επεκτείνει τις δραστηριότητές του. Τα πράγματα βέβαια μέσα του, ήταν ακόμα τόσο μπερδεμένα και δεν ήθελε ποτέ να παίρνει αποφάσεις εν θερμώ, από τη στιγμή μάλιστα, που υπήρχε στο μυαλό του, η υποψία, πως η Χριστίνα μπορεί, να είναι έγκυος. Προς στιγμήν, ήθελε, απλά έρθει, για να αλλάξει παραστάσεις και να σκεφτεί, τίποτα παραπάνω.

“Μάνο, πρέπει, να οριστεί η ημερομηνία του γάμου σας με τη Χριστίνα” είπε ο Ηλίας και σηκώθηκε από το γραφείο, πλησιάζοντας την πολυθρόνα στην οποία καθόταν ο γιος του.
“Πατέρα, δεν θέλω, να παρεξηγηθείς, αλλά δεν βρίσκω κανένα λόγο, να βιαστούμε τόσο” αντέτεινε ο Μάνος με τρεμάμενη φωνή.
“Πρέπει, να καταλάβεις πως είναι αναγκαίο, να παντρευτείτε, πριν γεννηθεί το παιδί. Δεν γίνεται αλλιώς. Και επιτέλους, πρέπει να σοβαρευτείς και να πάψεις, να με εκθέτεις, τόσο εμένα, όσο και τη Χριστίνα”.
“Μα πατέρα...” προσπάθησε, να απαντήσει ο Μάνος.
“Έτσι, έχει η κατάσταση και πρέπει, να το δεχτείς, άλλωστε πλέον, είναι πολύ αργά. Έχω ήδη δώσει το δελτίο τύπου με την αναγγελία των γάμων σας στα μέσα. Σε λίγη ώρα, θα είναι το πρώτο θέμα συζήτησης. Θα κάνει και πολύ καλό στην εικόνα μας. Πίστεψε με. Μόνο κερδισμένοι θα βγούμε από αυτό το γάμο”.
Ο Μάνος πετάχτηκε ταραγμένος από τη θέση του και βγήκε από το γραφείο, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω του. Δεν μπορούσε, να καταλάβει την εμμονή του πατέρα του ή μάλλον, κάτι υποπτευόταν. Εκτός αυτού, ο Μάνος φοβόταν τόσο τη δέσμευση και παρότι έβρισκε τη Χριστίνα ποθητή και του άρεσε αρκετά, ήξερε πως δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στους τόσους άλλους γυναικείους πειρασμούς, που περιτριγυρίζουν ένα πλούσιο και επιτυχημένο άντρα, ακόμα και αν αυτός είναι παντρεμένος. Έπρεπε, να πάει, να το συζητήσει με τη Χριστίνα, αν και ήξερε, πως πλέον ήταν μάταιος κόπος. Ο πατέρας του, ίσως μαζί με τη Χριστίνα, είχε πάρει την απόφασή του και είχε καταφέρει, να τους φέρει όλους προ τετελεσμένων γεγονότων. Ο Μάνος δεν ήταν χαζός, κάθε άλλο, όπως αποδείκνυαν και οι πλούσιες σπουδές στο εξωτερικό. Μπορούσε εύκολα, να καταλάβει πότε μια γυναίκα έτρεφε αισθήματα για αυτόν και πότε νοιαζόταν αποκλειστικά και μόνο για τα χρήματα. Ήταν σίγουρος ή σχεδόν σίγουρος πως η Χριστίνα δεν ήταν μαζί του για αυτό, όμως ένιωθε, πως ούτε τον αγαπά. Μάλλον και η ίδια ήταν τόσο μπερδεμένη, που προσπαθούσε, να κρύψει τα συναισθήματά της και να δείχνει ερωτευμένη. Στο μυαλό του, είχε πάντοτε το φόβο του πατέρα του, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση, να έρθει σε ρήξη μαζί του και να χάσει όλα τα προνόμια, που είχε τόσο καιρό. Ήξερε κατά βάθος, ότι έχοντας πατήσει τα 35 και χωρίς, να έχει δουλέψει ποτέ στην εταιρεία, είχε απογοητεύσει τον πατέρα του και παράλληλα δοκίμαζε την υπομονή του. Μήπως αυτό ήταν το αντίτιμο για την καλοπέραση, που γεύτηκε τόσα χρόνια; Αν και ήταν πλέον σίγουρο, πως με γυναίκα και παιδί, θα αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων, να αρχίσει, να συμμετέχει ενεργά στην εταιρεία. Μόλις μπήκε σπίτι, κατευθύνθηκε κατευθείαν προς το δωμάτιό της, όπου βρήκε τη Χριστίνα ξαπλωμένη, να διαβάζει.
“Πρέπει, να μιλήσουμε” της είπε με κοφτή φωνή.
“Χμ.. τα ξέρω! Ήδη βαράνε τα τηλέφωνα, για να μας συγχαρούν και όλοι ζητάνε, να σου μιλήσουν” απάντησε, δείχνοντας τελείως ατάραχη και ευχαριστημένη.
“Μα δεν μπορώ, να καταλάβω, γιατί έπρεπε, να βιαστούμε τόσο ενώ είμαστε τόσο λίγο μαζί. Δεν ξέρω καν, αν είμαι έτοιμος για αυτό το βήμα. Νιώθω τόσο πιεσμένος” συνέχισε ο Μάνος που και μόνο από τη φωνή του, μπορούσες, να καταλάβεις, πόσο ευάλωτος ένιωθε. Η Χριστίνα, τον πλησίασε, ακούμπησε απαλά την πλάτη του και κάθισε ακριβώς δίπλα του.
“Αγάπη μου, εγώ νόμιζα πως θα χαιρόσουν. Περιμένουμε το παιδάκι μας και μην ανησυχείς! Όλα θα πάνε καλά. Ότι και να συμβεί, θα το αντιμετωπίσουμε μαζί” απάντησε με ζεστασιά, ενώ, ο Μάνος είχε βάλει το κεφάλι του, μέσα στην αγκαλιά της. Εκείνη έσκυψε και τον φίλησε τρυφερά στην προσπάθειά της, να τον ηρεμήσει. Αυτός χαμογέλασε ανεπέστητα και άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά της. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή, ήταν, που είχε καταλάβει πως όλα πλέον είναι προδιαγραμμένα και δεν ωφελεί σε τίποτα, να συνεχίσει, να διαμαρτύρεται. Αντίθετα, το καλύτερο, που είχε, να κάνει, ήταν να συμβιβαστεί με τα γεγονότα και να προχωρήσει στη νέα του ζωή.


Ο Λεωνίδας έφτασε βράδυ στο χωριό, μα ήδη τον περίμενε αναμμένο το τζάκι στο παλιό πέτρινο σπίτι του παππού του. Μπορεί ο καιρός στην Αθήνα να ήταν ακόμα καλοκαιρινός και οι θερμοκρασίες υψηλές, στο ορεινό όμως χωριουδάκι το κρύο δεν αστειευόταν και το τζάκι ήταν απαραίτητος σύμμαχος. Με το που κατέβηκε απ' το αμάξι, ο καπνός που ξεπετιόταν απ' την καμινάδα του τράβηξε αμέσως την προσοχή. Έριξε μια δυο διερευνητικές ματιές γύρω του και με το λιγοστό φως που υπήρχε κατάλαβε πως σχεδόν τίποτα δεν είχε αλλάξει στο μικρό χωριό του. Βλέπετε στα χωριά ο ουρανός σκοτεινιάζει πολύ περισσότερο σε σχέση με την Αθήνα, όπου το υπερβολικό νέφος κρατάει τον ουρανό πιο γκριζωπό ακόμα και τις νύχτες. Το χωριό όμως βάφεται κάθε που πέφτει το ηλιοβασίλεμα με πίσσα. Όλα του φαίνονταν άγγιχτα, λες και ο χρόνος είχε ξεχάσει να επισκεφθεί το απομακρυσμένο του χωριό στο αιώνιο δρομολόγιο του.
“Τι ειρωνεία!”σκέφτηκε. Συλλογιστικέ πόσο είχε αλλάξει ο ίδιος όλα αυτά τα χρόνια, πως από ένας ξέγνοιαστος έφηβος είχε μεταλλαχθεί σε έναν μεστό άνδρα γεμάτο προβλήματα, βυθισμένο στην ρουτίνα του. Όχι πως τον είχαν πάρει και τα χρόνια, μόλις είχε πατήσει τα είκοσι εφτά και δεν διέφερε και τόσο εμφανισιακά από εκείνον τον έφηβο που γυρνούσε σε αυτό το χωριό. Η αλλαγή ήταν κυρίως εσωτερική,ψυχική. Γρήγορα έφερε στο νου του πόσο πιο αργά κυλάει ο χρόνος στο χωριό σε αντίθεση με τους εξαντλητικούς τρελούς ρυθμούς της μεγαλούπολης. Μάλλον η ζωή του παραέτρεξε γρήγορα στην Αθήνα

“Ε, Λεωνίδα! Τι θα γίνει ρε; Θα έρθεις ή θα κάτσεις εκεί έξω; Πως το βλέπεις;” ακούστηκε μια βαριά φωνή που έκοψε τις σκέψεις του.
“Έρχομαι, έρχομαι...” απάντησε και ανέβηκε τα μικρά σκαλοπατάκια ώσπου έφτασε στην εξώπορτα.
“Σκέφτηκα πως θα ήθελες να βρεις το τζάκι αναμμένο. Καλά, που μου είχες αφήσει το κλειδί” είπε ο Νίκος και τον αγκάλιασε δυνατά.
“Δεν χρειαζόταν, να μπεις στον κόπο” του απάντησε ο Λεωνίδας χωρίς πάντως, να φαίνεται, ότι το εννοεί. Περισσότερο με ευγένεια.
“Τώρα ήρθες στο χωριό, άσε αυτές τις πρωτευουσιάνικες ευγένειες και έλα να κάτσουμε στη φωτιά. Ήρθε απότομα ο χειμώνας εδώ φέτος”.

Ο Λεωνίδας σκέφτηκε πόσο δίκιο είχε ο φίλος του. Πόσο να τον είχε αλλάξει η Αθήνα άραγε; Πόσο του είχε λείψει αυτή η ευθύτητα; Τα σταράτα λόγια του χωριού; Κάθισαν στο παλιό τραπεζάκι, πλάι στο τζάκι και άρχισαν, να τρώνε τις μπριζόλες, που είχε ψήσει ο Νίκος και είχαν γεμίσει με τη μυρωδιά τους ολόκληρο το σπίτι. Είχαν τόσα να πουν. Έπρεπε να αναπληρώσουν το κενό χρόνων, αν και μιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο, η απρόσωπη επικοινωνία δεν ήταν αρκετή, για να πουν όλα αυτά που ένιωθαν. Όσο περνούσε η ώρα και λιγόστευε το κρασί από την παλιά κανάτα, τόσο βαθιά και συναισθηματική γινόταν η συζήτηση. Ο Λεωνίδας άνοιξε την καρδιά του, του είπε όλα όσα είχαν συμβεί με τη Χριστίνα και φαινόταν πόσο βαθιά είχε πληγωθεί. Το πρωινό τους βρήκε αποκοιμισμένους στον παλιό, φθαρμένο καναπέ, δίπλα στο τζάκι, που είχε ήδη σβήσει και μόνο οι στάχτες, είχαν απομείνει μάρτυρες της χθεσινής βραδιάς. Όταν ξύπνησε, ήταν μόνος στο σπίτι, σκεπασμένος με μία μάλλινη κουβέρτα και μπορούσε, να ακούσει τις χορωδίες των πουλιών, που κελαηδούσαν ακατάπαυστα. Είχε ξεχάσει αυτό το μαγευτικό ήχο, όπως και τη μυρωδιά, που αφήνει η βροχή, όταν πέφτει πάνω στο χώμα. Μια μικρή μπόρα, είχε περάσει πριν από λίγο και στη συνέχεια, τη σκυτάλη στον ουρανό, πήρε μία ανελέητη μάχη μεταξύ του ήλιου και των σύννεφων. Τα σύννεφα ταξίδευαν αργά πάνω από το χωριό, λες και θαύμαζαν από ψηλά τις πράσινες ομορφιές του και έκρυβαν τις ακτίνες του ήλιου, ο οποίος με τη σειρά του, έψαχνε χαραμάδες ανάμεσά τους, για να περάσουν οι ακτίνες του.

Βγήκε από το σπίτι και κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά. Ο χωμάτινος δρομάκος είχε ακόμα τα απομεινάρια της βροχής και λάσπωνε τα παπούτσια του. Ο Νίκος δεν φαινόταν πουθενά, θα είχε πάει μάλλον ήδη για τις πρωινές δουλειές, αφού εδώ, η ζωή ξεκινάει πολύ νωρίτερα από ότι στην Αθήνα. Ο Λεωνίδας δεν έχασε χρόνο. Είχε περιέργεια, να περιτριγυρίσει στο χωριό, να ψάξει για κάποια αλλαγή, κάπου που ο χρόνος θα είχε αφήσει το στίγμα του. Έφτασε πρώτα στη μικρή, πέτρινη εκκλησίτσα με τις μεγάλες μουριές στο πλακόστρωτο προαύλιο της και την παλιά μπρούτζινη καμπάνα, να δεσπόζει αγέρωχη, ψηλά στο καμπαναριό. Θυμήθηκε πόσο έντονα, μαζί με το Νίκο, όταν μικροί άκουγαν τον ήχο της καμπάνας, διότι, αν δεν ήταν Κυριακή ή κάποια μεγάλη γιορτή, σίγουρα χτυπούσε για κακό. Κάποιος θα είχε πεθάνει. Αυτός ήταν ο λόγος, που ένα ψυχρό ρίγος τον διαπέρασε, μόλις αντίκρισε την καμπάνα.

Έτσι χτυπούσε κι εκείνη την ημέρα, στην τελευταία του επίσκεψη στο χωριό. Μόνο, που εκείνη η φορά ήταν πολύ άσχημη. Ίσως για αυτό, του πήρε τόσο καιρό, μέχρι να μπορέσει, να το επισκεφτεί ξανά. Ήταν η μέρα, που αποχαιρέτησε ένα πολύ αγαπημένο του πρόσωπο. Εκείνον, που τον μεγάλωσε και ήταν το στήριγμα του, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Οι γονείς του είχαν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, όταν ήταν πολύ μικρός. Έτσι, αυτός που τον μεγάλωσε, ήταν ο παππούς του. Από εκείνη την ημέρα, πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, ο Λεωνίδας ήταν ένας δυστυχέστερος άνθρωπος. Του κόστισε πάρα πολύ, όμως η γνωριμία του με τη Χριστίνα, ήταν αυτή, που είχε παίξει καταλυτικό ρόλο στο να επουλώσει τις πληγές του και να βρει ξανά τον εαυτό του.

Συγκινημένος, συνέχισε, περνώντας από τη χωμάτινη αλάνα, όπου, όταν ήταν μικροί, μαζεύονταν μαζί με τα άλλα παιδιά και άρχισαν το παιχνίδι. Έκατσε στο παλιό, σαπισμένο παγκάκι και προσπαθούσε, να ανακαλέσει στη μνήμη του, όλους τους παλιούς του φίλους, που τον συντρόφευαν κάθε απόγευμα εκεί. Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε πάνω από είκοσι παιδιά, που με τις φωνές, τα γέλια και τα κλάματά τους, ξεσήκωναν το μικρό χωριό. Σήμερα, ζήτημα, να ζουν εκεί τρία-τέσσερα από τα παιδιά αυτά και να περνούν σχεδόν όλη τους την ώρα, δουλεύοντας στη διπλανή, μικρή πόλη, που βρισκόταν και το σχολείο τους. Όλοι οι υπόλοιποι κατοικούσαν μακρυά και επισκέπτονταν το χωριό το Πάσχα ή τα καλοκαίρια. Ακούμπησε στιγμιαία τα χέρια του στο υγρό, ακόμα από τη βροχή, παγκάκι και ξάφνου, ήρθε στη μνήμη του, το πρώτο του φιλί. Πόσο χαζός, πρέπει να έδειχνε μετά από αυτό; Και πόσο κόκκινο, πρέπει να είχε γίνει το πρόσωπό του; Δεν το θυμόταν, αλλά ήταν σίγουρος, πως έτσι έπρεπε να είχε συμβεί. Προχώρησε μέσα από τα μικρά μονοπατάκια, που διασχίζουν τα χωράφια και ήδη τα δέντρα θρηνούσαν για τα κιτρινισμένα φύλλα τους, τα οποία ήταν έτοιμα, να τα αποχωριστούν, όπως ο γονιός αποχαιρετά τα παιδιά του. Ήταν εδώ, που μαζί με το Νίκο, έτρωγαν στα κρυφά σύκα, αχλάδια, αμύγδαλα και ότι άλλο έβρισκαν, μουσκεμένοι μετά από ώρες παιχνιδιού με την άσπρη, φθαρμένη μπάλα, που του είχε πάρει δώρο τα Χριστούγεννα ο παππούς του. Φοβόντουσαν, μήπως τους δει κανείς, να τρώνε τους καρπούς των δέντρων και φωνάξει την αστυνομία. Πόσο όμορφη ήταν αυτή η αφέλεια; Και τι γλυκές ήταν αυτές οι τύψεις, αμέσως, μόλις είχαν χορτάσει την πείνα τους; Άφησε πίσω τα δέντρα, να συνεχίσουν το φθινοπωρινό ταξίδι της θλίψης τους και προχώρησε μέσα στα λασπωμένα δρομάκια, ανάμεσα στα παλιά χαμόσπιτα. Από, όπου πάντα, πεταγόταν μια μαυροντυμένη γιαγιά και τους ρώταγε “Τι κάνετε;” φωνάζοντας τα πάντα με τα ονόματα των γονιών τους, αντί για τα δικά τους. Ύστερα, τους καλούσαν, να μπουν και τους φίλευαν ότι είχαν πρόχειρο. Το χωριό δεν ήταν δα και τόσο μεγάλο. Ένας μικρός κύκλος ήταν αρκετός, για να τον διασχίσεις όλο. Τελευταίος του σταθμός σε αυτό το ταξίδι αναμνήσεων, το παλιό και εγκαταλελειμμένο καφενείο. Εδώ χτυπούσε κάποτε δυνατά η καρδιά του χωριού, αφού, δεν υπήρχε χωρικός, που να μην περνούσε από αυτό πρωί ή και βράδυ, για να γευτεί το καφεδάκι του, να παίξει χαρτιά και να σχολιάσει τα νέα.
Σήμερα, κλειστό και εγκαταλελειμμένο. Τα μικρά, στρογγυλά τραπέζια του σκονισμένα, αγκαλιά με τις ξύλινες καρέκλες, είναι άδεια και διαμαρτύρονται. Θυμούνται τις ένδοξες εποχές, που έζησαν, ενώ τώρα στέκουν εκεί ακούνητα και αραχνιασμένα.

“Είδες, πως κατάντησε το καφενείο;”. Ο Λεωνίδας γύρισε και αντίκρισε την Ασπασία, την κοπέλα του Νίκου. Παρέμενε το ίδιο φρέσκια και γεμάτη ζωή, όπως ακριβώς τη θυμόταν και ο Λεωνίδας από την εφηβεία. Τότε, που περπάταγαν με τον Νίκο πάνω από μία ώρα, μέχρι το διπλανό χωριό, για να τη συναντήσει. Όσο περισσότερο την κοιτούσε, καταλάβαινε, πόσο πολύ έμοιαζαν με το φίλο του, πόσο ταιριαστό ζευγάρι ήταν, σε αντίθεση με εκείνον και τη Χριστίνα.

“Κάποιοι άνθρωποι είναι γραφτό, να είναι μαζί” σκέφτηκε σιωπηλά, κοιτάζοντας την.
“Ήρθα, να πιούμε καφέ, αλλά είχες ήδη φύγει. Ο Νίκος είναι στα χωράφια και θα αργήσει ακόμα. Πάμε, να κάτσουμε σπίτι. Μάλλον θα βρέξει πάλι” είπε και έδειξε τα γκρίζα σύννεφα, που είχαν καλύψει τελείως τον ήλιο και στριφογύριζαν απειλητικά πάνω από το χωριό, έτοιμα, να ξεφορτωθούν το βαρύ φορτίο τους. Στο σπίτι των παιδιών, μοσχοβολούσαν φρεσκοψημένα κουλουράκια και ζεστός καφές. Το σπίτι, μπορεί εξωτερικά, να ήταν ίδιο, εσωτερικά όμως, δεν είχε καμία σχέση με το παλιό αχούρι, που θυμόταν. Έμοιαζε με ένα μοντέρνο, διαμέρισμα της Αθήνας και ήταν πλήρως εξοπλισμένο.
“Κάναμε ανακαίνιση.. δεν θα μπορούσε, να γίνει αλλιώς. Ειδικά, από τη στιγμή, που αποφασίσαμε, πως θα βάλουμε μπρος για οικογένεια” είπε η Ασπασία, βλέποντας την έκπληξη του Λεωνίδα.
“Χαίρομαι που τα πάτε τόσο καλά και είστε ευτυχισμένοι” απάντησε.
“Εντάξει, δεν είναι και εύκολα, μην φανταστείς. Είναι δύσκολα εδώ στο χωριό, αλλά τουλάχιστον, έχουμε ο ένας τον άλλο” είπε με ένα απαλό χαμόγελο στα χείλη.
“Εσύ, πως και μας επισκέφτηκες; Σε τι οφείλουμε την τιμή;” πρόσθεσε προσεχτικά, δείχνοντας πως δεν γνώριζε τίποτα από όσα είχαν συμβεί. Ο Νίκος δεν είχε πει λέξη, όπως του είχε ζητήσει. Ακόμα και στην κοπέλα, που ήταν έτοιμος, να παντρευτεί. Ο Λεωνίδας δεν είχε καμία όρεξη, να αφηγηθεί ξανά τα πάντα. Έτσι πετάχτηκε μέχρι το αυτοκίνητο και έδωσε στην Ασπασία, να δει τα περιοδικά με τις φωτογραφίες της Χριστίνας και του Μάνου.

“Μα πως είναι δυνατόν; Πότε πρόλαβαν και έγιναν όλα αυτά; Γιατί δεν μας είπες τίποτα;” αναφώνησε και μπορούσες, να δεις παντού την αγανάκτηση πάνω της. Αν και είχε δει μόνο δυο..τρεις φορές τη Χριστίνα, της είχε φανεί πολύ εντάξει άτομο και έδειχνε, να πέφτει κυριολεκτικά από τα σύννεφα.
“Ασπασία, εσύ, που είσαι γυναίκα, θα ξέρεις καλύτερα..Πες μου, σου φαίνεται πως έχει παχύνει κάπως;” ρώτησε με αγωνία.
“Καλά αυτό είναι το πρόβλημά σου;” απάντησε εκείνη, που δεν είχε καταλάβει το λόγο της ερώτησης.
“Ασπασία, νομίζω ότι η Χριστίνα είναι έγκυος και δεν ξέρω..σκέφτομαι μήπως το παιδί είναι δικό μου”.

Η Ασπασία τον κοίταξε γεμάτη έκπληξη, δίχως, να απαντήσει κάτι, άλλωστε δεν ήξερε τι θα έπρεπε να απαντήσει. Έστριψε ξανά το βλέμμα της πάνω στις φωτογραφίες, προσπαθώντας, να διαπιστώσει, αν όντως η Χριστίνα ήταν έγκυος.
“Δεν την ξέρω και τόσο καλά. Όμως, αν είναι έγκυος, όπως πιστεύεις, θα μαθευτεί πολύ γρήγορα..λίγο υπομονή χρειάζεται. Κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, να κρυφτεί” είπε προσπαθώντας, να δικαιολογηθεί και έκλεισε τα περιοδικά.
“Βοήθησε με τώρα, να στρώσω τραπέζι, γιατί όπου να 'ναι, θα γυρίσει ο Νίκος. Και έχουμε κάτι, που θέλουμε, να σου πούμε” και έχωσε μερικά μαχαιροπίρουνα στο χέρι του.



Τάσος Σκλάβος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου