Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Νοε 2015

7 Σπασμένος Καθρέπτης (Διήγημα)


«Ουσιαστικά βλέπουμε μια μέση πυρηνική οικογένεια του 21ου αιώνα στο αστικό περιβάλλον. Ακολουθούμε τις ζωές των γονιών και των τριών παιδιών, βλέπουμε τα μυστικά τους και ζούμε τις συνέπειες των πράξεών τους. Το έργο δεν είναι μαύρη κωμωδία, όπως έχει χαρακτηριστεί από πολλούς, αλλά δράμα με πολλές αστείες στιγμές. Η ιστορία είναι σκοτεινή και γι αυτό φωτίζεται από συχνές δόσεις χιούμορ.»
«Από τα λίγα που άφησες να εννοηθούν σίγουρα είναι κάτι που θα ‘θελα να δω.»

«Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Όπως πάντα δουλεύουμε με μια σταθερή ομάδα τεχνικών, σκηνοθετών και ηθοποιών, όμως φέτος, για πρώτη φορά, φτιάχνουμε την παράστασή μας πάνω στο σενάριο μιας νέας σεναριογράφου. Το κείμενο μας παρέσυρε από την πρώτη στιγμή και δεν μπορούσαμε παρά να το κάνουμε πραγματικότητα. Φυσικά όλοι γνωρίζετε την Ελίζαμπεθ Κότιλαρντ μέσα από τα βιβλία της, όμως αυτή είναι η πρώτη δουλειά της στο θέατρο και σας διαβεβαιώνω ότι δεν θα σας απογοητεύσει. Πότε το έκανε άλλωστε;»
Καλεσμένοι και παρουσιαστές γέλασαν με το αστείο, το ίδιο παρακινήθηκε να κάνει και το κοινό με το άναμμα της αντίστοιχης λάμπας στον τοίχο. Η Σέι Χάρις ήταν η μόνη που δεν ακούστηκε. Αρκέστηκε απλά να μείνει ακουμπισμένη στην γωνία της και να χαμογελάσει στραβά στην γοητεία που έβγαζε ο συνεργάτης της στον φακό και μάγευε τα πλήθη. Γυναίκες και άντρες –κυρίως γυναίκες όμως, τον παρακολουθούσαν με ανοιχτό το στόμα καθώς εκθείαζε το καινούριο θεατρικό της παραγωγής «Μακόι και Μπελ» και σίγουρα πείθονταν όλο και περισσότερο δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο να πληρώσουν για να το δουν.
Η Σέι ήξερε πολύ καλά ότι ο Μάικλ ήταν καταπληκτικός στην δουλειά του. Η ίδια τον είχε προσλάβει και ήταν ο καλύτερος υπεύθυνος επικοινωνίας που είχε περάσει ποτέ από την εταιρία. Επίσης ήξερε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον ακολουθεί σε κάθε δημόσια εμφάνιση και συνέντευξη που κανόνιζαν πριν την πρεμιέρα, όμως ο στόχος της ήταν σοβαρός και απόλυτος. Είχε σχέδιο στην ζωή της και η προαγωγή που περίμενε έπρεπε να έρθει πριν το τέλος του επόμενου χρόνου, οπότε δεν θα άφηνε τίποτα στην τύχη. Στο κάτω κάτω το ήξερε: το «Σπασμένος Καθρέπτης» θα της άνοιγε τους δρόμους που ήθελε. Μπορεί σαν έργο να μην ήταν τίποτα ιδιαίτερο, όμως η προώθηση και η οργάνωση είχαν σημασία και σε αυτά ήταν καλή.
«Και πότε επιτέλους θα μπορούμε να δούμε το πολυσυζητημένο έργο σας;» ρώτησε τον Μάικλ η παρουσιάστρια. Η Σέι είχε την εντύπωση ότι η ερώτησή της ήταν κάτι περισσότερο από επαγγελματική. Για την ακρίβεια έβαζε το χέρι της στην φωτιά ότι θα ερχόταν στην πρεμιέρα για να προσπαθήσει να ξεμοναχιάσει τον Μάικλ. Δεν θα ‘ταν ούτε η πρώτη και σίγουρα ούτε η τελευταία.
«Δύο Ιανουαρίου στο Βασιλικό Θέατρο του Γιόρκ. Η πρεμιέρα θα είναι στις εννέα και μισή το βράδυ. Δυστυχώς τα εισιτήρια έχουν εξαντληθεί, αλλά όσοι ανυπομονείτε να δείτε την παράσταση μπορείτε να έρχεστε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή εφτά και δέκα το βράδυ. Κρατήσεις, όπως πάντα, είτε απ’ το ίδιο το θέατρο, είτε από επιλεγμένα καταστήματα και φυσικά απ’ το ίντερνετ για το κοινό μας που είναι πιο εξοικειωμένο με την τεχνολογία.» αστειεύτηκε και πάλι, χαρίζοντας απλόχερα ένα αστραφτερό χαμόγελο σε όσους τον κοιτούσαν μπροστά ή πίσω από τις κάμερες.
Η συνέντευξη τελείωσε και αφού η Σέι μίλησε για λίγο με τον Μάικλ για την εκπομπή που μόλις είχαν κάνει, επέστρεψε σπίτι, στον Στίβεν.
Ζούσαν στο ίδιο σπίτι εδώ και δύο χρόνια και ήταν μαζί τρία πριν την μετακόμιση. Ο Στιβ το είχε προτείνει και η Σέι, που δεν ήθελε να τον χάσει, δέχτηκε. Είναι δύσκολο να βρεις κάποιον να σε καταλαβαίνει και να σε σέβεται και το ήξερε πολύ καλά. Εκείνος αναγνώριζε ή τουλάχιστον υπέμενε την μανία της για επαγγελματική καταξίωση και δεν το έβρισκες συχνά αυτό σε έναν άντρα. Εκτός αυτού κάποιος έπρεπε να ασχολείται με το σπίτι και ο Στίβεν που είχε μια στήλη σε αντρικό περιοδικό και δεν χρειαζόταν να πάει συχνά στο γραφείο ήταν ο κατάλληλος γι αυτή την δουλειά.
Έτσι η Σέι είχε έναν άντρα δίπλα της· έναν όμορφο, γυμνασμένο, έξυπνο άντρα, έναν άντρα αστείο, που την καταλάβαινε και ήταν καλός στο κρεβάτι και μπορούσε να κυνηγήσει την καριέρα της παράλληλα. Το σχέδιό της πήγαινε όπως ακριβώς το είχε στο μυαλό της. Για να συνεχίσει να συμβαίνει αυτό όμως έπρεπε να πάρει την προαγωγή και να παντρευτεί τον Στιβ πριν εκείνος βαρεθεί και φύγει. Τρίτη και φαρμακερή λένε. Αν έλεγε όχι σε ακόμα μία πρόταση γάμου ο τέλειος άντρας που είχε δίπλα της δεν θα έμενε άλλο να την περιμένει. Τώρα αν θα ήταν σωστό ή λάθος ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούσαν να ξέρουν, όμως για την οργανωτική και επιτυχημένη Σέι το σχέδιο ήταν συγκεκριμένο και θα το πετύχαινε. Ήθελε δουλεία και οικογένεια μαζί και αυτό θα έπαιρνε.
Παρότι είχε πολλά να κάνει μέχρι την βραδιά της πρεμιέρας, όπου θα έβγαιναν οι πρώτες κριτικές και εκείνη θα είχε μια εικόνα για το πώς είχε πάει η παράσταση και κατά συνέπεια για το αν θα έπαιρνε την πολυπόθητη προαγωγή –για το οποίο οριστική απάντηση θα έδιναν τα κέρδη των «Μακόι και Μπελ» από το θεατρικό, κατάφερε να ισορροπήσει κάπου ανάμεσα στο χαρούμενο δυήμερο που είχε ετοιμάσει ο Στίβεν για εκείνη στις εικοσιπέντε και τις είκοσι έξι Δεκεμβρίου και στις προετοιμασίες που έτρεχαν. Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη περίοδος, εννιά μέρες πριν την πρεμιέρα δεν θα προλάβαινε ούτε να φάει, όμως την ημέρα των Χριστουγέννων και την Boxing Day δεν θα έβρισκε και πολύ κόσμο να δουλεύει, οπότε απλά προσπάθησε να χαλαρώσει. 
Αναγκάστηκε βέβαια να περάσει την εικοστή πέμπτη με τους γονείς του Στίβεν, όμως ανταμείφτηκε στο αυτοκίνητο κατά την επιστροφή και μετά στο σπίτι πολλές φορές συνεχόμενα. 
Στις είκοσι επτά όμως επέστρεψε στη δουλειά. Δεν είχαν μείνει και πολλές εργάσιμες μέρες πριν την πρεμιέρα, οπότε στο θέατρο τώρα γίνονταν μόνο πρόβες, τις οποίες παρότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να παρακολουθήσει, ήθελε πάντα να επιβλέπει. Πέρασε λίγες ώρες στο γραφείο και τελικά κατέληξε στην δεύτερη σειρά των καθισμάτων, δίπλα στον σκηνοθέτη, να βλέπει για χιλιοστή φορά την μεταφορά του «Σπασμένος Καθρέπτης» στην σκηνή.
«Είναι πραγματικά καλό.» ψιθύρισε στον Κέβιν που δεν είχε και πολλά να σχολιάσει πάνω στο έργο πια. Στις τελευταίες πρόβες απλά έλεγε ένα δυο πράγματα και συνέχιζε να παραμένει σιωπηλός, καθώς οι ηθοποιοί ήδη είχαν πιάσει το νόημα. Ήταν καλός σκηνοθέτης και μαζί είχαν συγκεντρώσει μια επίσης εξαιρετική ομάδα ηθοποιών που τους έβγαζε πάντα ασπροπρόσωπους. 
«Στο ‘χα πει. Το σενάριο ήταν πολύ καλό. Νομίζω ήρθε η ώρα να παραδεχτείς ότι είχες άδικο.»
«Δεν είχα πρόβλημα με το κείμενο, με την σεναριογράφο είχα. Το ξέρεις ότι δεν μ’ αρέσει να δουλεύω με καινούριο κόσμο.» ψιθύρισε προσπαθώντας να μην ενοχλήσει τους ηθοποιούς που έπαιζαν πάνω στη σκηνή. «Δεν ξέρεις τι προβλήματα μπορεί να προκύψουν.»
«Το ξέρω.» της απάντησε ο Κέβιν το ίδιο χαμηλόφωνα. «Και πάντα προσέχεις τους συνεργάτες σου.» συνέχισε με νόημα και χάιδεψε τους μηρούς της. 
«Το κάνεις να ακούγεται βρώμικο. Έτσι μόνο εσένα προσέχω.» τον διαβεβαίωσε.
«Και το εκτιμώ.» συνέχισε εκείνος και πήγε το χέρι του πιο πάνω.
«Τώρα όμως δουλεύουμε, οπότε ας το αφήσουμε για κάποια άλλη στιγμή.»
«Μπορείς να δουλέψεις.» της είπε και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από το εσώρουχό της. «Δεν σε ενοχλώ σε τίποτα.»
Όπως και ο Στιβ, έτσι και ο Κέβιν, ήξεραν πώς να την ικανοποιήσουν, όμως εννοούσε αυτό που είχε πει και παρότι δεν τον σταμάτησε αμέσως, όταν τα πράγματα άρχισαν να ξεφεύγουν από τον έλεγχό της, απομάκρυνε το χέρι του και κατέβασε την φούστα της.
«Σήμερα έχω να πάω σε ένα δείπνο με το αφεντικό μου και τον Στίβεν και αύριο θα είμαι στο γραφείο όλη μέρα, αλλά στις είκοσι εννιά μπορούμε να βρεθούμε για λίγο μετά την πρόβα τζενεράλε σπίτι σου να το γιορτάσουμε.» του είπε και επέστρεψε στην εταιρία.
Και δεν του είχε πει ψέματα. Όντως το πρόγραμμά της ήταν φορτωμένο και δεν θα είχε καθόλου προσωπικό χρόνο για δύο εικοσιτετράωρα, όμως η ημέρα της τελικής πρόβας ξημέρωσε και εκείνη, με τον ενθουσιασμό δεκαοκτάχρονου που την πλημύριζε κάθε φορά που οι προετοιμασίες της παράστασης έφταναν στο τέλος τους, ντύθηκε και πήγε στο θέατρο για να συντονίσει τα πράγματα.
Οι τεχνικοί ήταν όλοι στη θέση τους, οι ηθοποιοί είχαν μαζευτεί από ώρα, όπως ακριβώς είχε απαιτήσει και αυτή και όλες τις προηγούμενες φορές, τα σκηνικά είχαν στηθεί και οι υπεύθυνοι από την «Μακόι και Μπελ» είχαν έρθει για να πάρουν μια ιδέα απ’ αυτό που είχε ετοιμάσει. 
Όλοι μαζί κάθισαν στην πρώτη σειρά, συμπεριλαμβανομένων του σκηνοθέτη και της σεναριογράφου και είδαν ολόκληρο το έργο, αυτή τη φορά με κοστούμια, φώτα και μουσική υπόκρουση. 
Η παράσταση έφτασε στο τέλος της, οι εκπρόσωποι της εταιρίας ήταν κατευχαριστημένοι και όταν έφυγαν η Σέι μάζεψε την ομάδα της -ηθοποιούς, σεναριογράφο και σκηνοθέτη- στην σκηνή για τα τελευταία σχόλια. Είχαν ακόμα μία εργάσιμη μέρα μπροστά τους για να προετοιμάσουν την σκηνή για την πρεμιέρα και να κάνουν κάποιες μικροαλλαγές πριν αποσυρθούν στα σπίτια τους για το διήμερο της παραμονής και της πρωτοχρονιάς, οπότε όπως και η πρόβα τζενεράλε έγινε λίγο νωρίτερα, έτσι και ο λόγος εμψύχωσης που έβγαζε κάθε φορά.
«Τα πήγατε καταπληκτικά παιδιά.» τους είπε κοιτώντας τους έναν έναν όταν μαζεύτηκαν όλοι γύρω της πάνω στην σκηνή. «Οι καλεσμένοι μας σήμερα το βρήκαν εκπληκτικό.» συνέχισε και άρχισε να χτυπάει παλαμάκια, κάνοντας το κοινό της να μιμηθεί την κίνησή της. «Αυτή η παράσταση θα είναι η καλύτερη που ανεβάσαμε ποτέ.» ολοκλήρωσε μέσα σε ένα χαμό από φωνές και ζητωκραυγές. «Είμαστε όλοι έτοιμοι για την πρεμιέρα, οπότε επιστρέψτε σπίτια σας και να έχετε μια πολύ όμορφη καινούρια χρονιά.»
Οι ηθοποιοί άρχισαν να απομακρύνονται, μέχρι που τους σταμάτησε.
«Και πριν το ξεχάσω, Μάκβεθ!»
Όλοι γέλασαν, εκτός από την σεναριογράφο που αναφώνησε και την κοίταξε με τρόμο. Η Σέι δεν της έδωσε σημασία, ο Κέβιν όμως πήγε κοντά της και την ρώτησε να είναι καλά.
«Είναι γρουσουζιά να λες αυτό το όνομα στο θέατρο.» φώναξε εκνευρισμένη.
Η Σέι γύρισε προς το μέρος της και την παρατήρησε προσεκτικά. Μιλούσε σοβαρά.
«Πρέπει να εξαγνίσουμε τον χώρο τώρα.»
«Θα αστειεύεσαι βέβαια.» της είπε εκείνη χωρίς να πιστεύει στα αφτιά της.
«Άσχημα πράγματα συμβαίνουν σε όσους λένε το όνομα του σκοτσέζου βασιλιά στο θέατρο.»
«Του Μάκβεθ εννοείς.» την διόρθωσε αρχίζοντας να εκνευρίζεται.
«Μην το λες!» της φώναξε η Ελίζαμπεθ Κότιλαρντ αμέσως.
«Ξεκινάω όλες τις παραστάσεις μου με αναφορά στον Μάκβεθ. Είναι παράδοση πια. Σε διαβεβαιώνω πως τίποτα κακό δεν θα συμβεί.»
«Σταμάτα να το λες!» συνέχισε να ωρύεται η συγγραφέας. «Πρέπει να κάνεις το τελετουργικό της κάθαρσης.»
«Το τελετουργικό της κάθαρσης.» επανέλαβε η Σέι προσπαθώντας να μην ακουστεί πολύ ειρωνική.
«Πρέπει να κάνεις τρεις στροφές γύρω απ’ τον εαυτό σου και να…»
«Ξέρω το τελετουργικό της κάθαρσης.» την διέκοψε. «Σε αυτή την σκηνή όμως δεν πιστεύουμε σε δεισιδαιμονίες, καλά θα κάνεις να το βάλεις στο μυαλό σου.»
«Δεν είναι δεισιδαιμονίες. Μάγισσες καταράστηκαν το έργο και τον συγγραφέα που τους έκλεψε τα λόγια και τα έβαλε στο κείμενο.»
«Όσο έβγαλες εσύ το «Σπασμένος Καθρέπτης» από το μυαλό σου, άλλο τόσο και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ το «Μάκβεθ», έχεις τον λόγο μου.» της είπε και κατέβηκε από την σκηνή. 
Είχε κανονίσει να βρεθεί με τον Κέβιν σπίτι του και καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό της για να κατευθυνθεί προς το γνώριμο διαμέρισμα, είχε ήδη ξεχάσει το συμβάν.
Άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά της και περίμενε τον σκηνοθέτη να έρθει. Δεν είχε πολύ χρόνο στην διάθεσή της, οπότε όταν ο Κέβιν έφτασε στο σπίτι, αμέσως γδύθηκε και τον πλησίασε. Ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και έφερε τα χέρια της στην ζώνη του για να τον απαλλάξει απ’ αυτή όταν εκείνος άρχισε να μιλάει.
«Η Ελίζαμπεθ είναι πολύ αναστατωμένη με ό, τι έγινε.» της εξήγησε. 
«Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν ακόμα άνθρωποι στον εικοστό πρώτο αιώνα που πιστεύουν σε τέτοια πράγματα.» μουρμούρισε ανάμεσα στα φιλιά τους, βάζοντας παράλληλα τα δάχτυλά της μέσα στο παντελόνι του.
«Καταλαβαίνω τι λες, όμως είναι σε έξαλλη κατάσταση.»
«Δικό της πρόβλημα.» του απάντησε και τον έσπρωξε στο κρεβάτι για να ανέβει πάνω του.
«Σέι, νομίζω ότι πρέπει να την ηρεμίσεις. Δεν θα είναι καλό για την παράσταση αν η σεναριογράφος είναι σε φάση απόλυτης φρίκης.»
«Εντάξει, θα κάνω το τελετουργικό κάθαρσης που θέλει αύριο.» προσπάθησε να σταματήσει την συζήτηση και βγάζοντας ένα προφυλακτικό από το κομοδίνο του το φόρεσε.
«Δεν γίνεται. Το τελετουργικό πρέπει να γίνει αμέσως αφότου αναφερθεί το όνομα. Αύριο δεν θα πιάνει.»
«Τι στο διάολο θες να κάνω τότε, Κέβιν;» του φώναξε τώρα εντελώς εκνευρισμένη με τις συνεχείς διακοπές του. «Το είπα, έχει πρόβλημα, τελείωσε. Ας το ξεπεράσει. Δεν θα το παίξω σαμάνος που εξαγνίζει τα εχθρικά πνεύματα επειδή εκείνη ζει ακόμα στον μεσαίωνα.»
«Μην εκνευρίζεσαι, μωρό μου.» είπε εκείνος για να την ηρεμίσει και άρχισε να την φιλάει στον λαιμό. Ξεκίνησε να χαϊδεύει το στήθος της και με μια κίνηση ανέβηκε από πάνω της, συνεχίζοντας ό, τι είχε αρχίσει εκείνη. «Απλά ζήτησέ της συγγνώμη μήπως ηρεμίσει.»
«Να ζητήσω συγγνώμη;» τσίριξε και σηκώθηκε από το κρεβάτι, σπρώχνοντας τον από πάνω της. «Να ζητήσω συγγνώμη για ποιο πράγμα; Είναι παράδοσή μας από την πρώτη παράσταση που ανεβάσαμε, τον ίδιο το Μάκβεθ. Κανείς δεν είχε ενοχληθεί ποτέ, όλες οι παραγωγές ήταν επιτυχημένες και δεν έχει υπάρξει κανένα πρόβλημα. Αν εκείνη είναι τόσο παρανοϊκή για να το δει δεν βλέπω τι μπορώ να κάνω εγώ και μια συγγνώμη μου.»
«Εγώ με το μέρος σου είμαι, το ξέρεις, αλλά καταλαβαίνεις κι εσύ ότι όπως όλοι μας, έτσι και η Ελίζαμπεθ, πρέπει να είναι σε ετοιμότητα για τις συνεντεύξεις της πρεμιέρας.»
Η Σέι καταλάβαινε ότι της μιλούσε λες και ήταν μικρό παιδί που έπρεπε να συνετιστεί και δεν της άρεσε καθόλου αυτό, ειδικά τώρα που είχε βγει ήδη απ’ τα ρούχα της. Ο τόνος τους την έκανε να θυμώσει ακόμα περισσότερο.
«Τότε ηρέμισέ την εσύ, θα βρεις τον τρόπο.» σχεδόν έφτυσε τα λόγια και αφού φόρεσε γρήγορα το φόρεμά της, πήρε τα παπούτσια της στα χέρια και προχώρησε μέχρι την πόρτα, πριν την σταματήσει ο Κέβιν.
«Είσαι λογικός άνθρωπος Σέι. Απλά ρώτησέ τη τι θέλει για να ηρεμίσει. Έχει πολλές παραξενιές· βρες τον τρόπο να την ξεθυμώσεις για το καλό του έργου.» της είπε φέρνοντας τα χέρια του αργά προς το μέρος της για να την ακουμπήσει.
«Όπως είναι τα πράγματα τώρα, θα προτιμούσα να δω την παράσταση να κατεβαίνει από το πρώτο βράδυ παρά να της ζητήσω συγγνώμη.» απάντησε μέσα από τα δόντια της και έφυγε.

˙~˙~˙

Ο εκνευρισμός δεν την είχε αφήσει μέχρι το επόμενο μεσημέρι που επέστρεψε στο θέατρο για να επιβλέψει τις τελευταίες αλλαγές. Όταν όμως διαπίστωσε ότι όλα πήγαιναν ρολόι και η παρουσία της δεν ήταν πια απαραίτητη –όπως συνέβαινε και όλες τις υπόλοιπες φορές την τελευταία εργάσιμη πριν την πρεμιέρα- κατάφερε να ηρεμίσει κάπως.
Όχι πως πίστευε ότι κάτι θα μπορούσε να πάει στραβά εξαιτίας του ατυχούς συμβάντος με την ηλίθια συγγραφέα, αλλά γιατί με όλα τα υπόλοιπα να πηγαίνουν ρολόι είχε ένα λιγότερο πράγμα για το οποίο έπρεπε να ανησυχεί. Τώρα το μόνο που έμενε ήταν να έρθει στα συγκαλά της η Ελίζαμπεθ και να αφήσουν το όλο θέμα να ξεχαστεί. Όπως και να ‘χε όμως ήταν αποφασισμένη να μην κάνει πίσω. Θα ντρεπόταν να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέπτη αν τελικά ενέδιδε στο παγανιστικό τελετουργικό της.
Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να επιστρέψει στο γραφείο για να κάνει την τελευταία επιβεβαίωση με τους δημοσιογράφους που θα κάλυπταν την πρεμιέρα. Έπειτα θα μπορούσε να επιστρέψει σπίτι.
Το τηλέφωνο χτύπησε και εκείνη το σήκωσε αμέσως περιμένοντας οποιονδήποτε άλλο πέρα απ’ αυτόν που όντως έπαιρνε.
«Παρότι διαφωνώ με όλα» ξεκίνησε να λέει η εκνευριστική φωνή από την άλλη μεριά της γραμμής και η Σέι δεν χρειάστηκε να κοιτάξει την αναγνώριση κλήσης για να καταλάβει ποιος ήταν που ετοιμαζόταν να της κάνει κήρυγμα. «μία συζήτησή μου με τον Κέβιν με έκανε να δω ότι μία απ’ τους δύο μας πρέπει να φερθεί σαν επαγγελματίας, οπότε ας είμαι εγώ αυτή.»
Η Σέι κρατήθηκε για να μην πει τίποτα. Δεν ήταν μόνο ο τόνος της σεναριογράφου και τα λεγόμενά της που την έκαναν να τρέμει από τα νεύρα, αλλά και το γεγονός ότι ο Κέβιν είχε συζητήσει μαζί της. Δεν ζήλευε, απλά…
«Μην ανησυχείς. Το μεταξύ μας θέμα και η γρουσουζιά που κρέμεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας δεν θα μπει στη μέση της προώθησης. Τουλάχιστον όχι από την δική μου την μεριά.» συνέχισε η φωνή στο αφτί της.
«Πολύ ευγενικό από μέρους σου, Ελίζαμπεθ.» απάντησε τελικά η Σέι χωρίς να καταφέρει να κρύψει την ειρωνεία στα λόγια της που είχαν ποτιστεί με χολή.
«Παρόλα αυτά» σχεδόν την διέκοψε «για το καλό της δικής σου παράστασης πρέπει να κάνεις κάτι για να ξορκίσεις τα κακά πνεύματα.»
«Ευχαριστώ πολύ, αλλά θα τα καταφέρουμε και χωρίς ξόρκια.»
«Η μεγάλη παράδοση του θεάτρου…»
«Μην λες σε μένα για το θέατρο!» της φώναξε «Μεγάλωσα στα παρασκήνια και ξέρω περισσότερα για αυτό από τον οποιονδήποτε φαντασμένο σκηνοθέτη, σεναριογράφο ή ηθοποιό. Κράτα τις ανησυχίες σου για τον εαυτό σου και κάνε αυτό για το οποίο πήρες να με ενημερώσεις: φέρσου επαγγελματικά!»
Φωνές ακούστηκαν την ίδια στιγμή που η Ελίζαμπεθ Κότιλαρντ άρχισε να λέει κάτι με ένα ψευτοθιγμένο τόνο στη φωνή της. 
«Πρέπει να κλείσω.» της είπε διακόπτοντάς τη και χωρίς να περιμένει απάντηση πέταξε το κινητό στην τσάντα της και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες που οδηγούσαν στα καμαρίνια.
Η ενδυματολόγος ήταν πεσμένη στο πάτωμα σπαράζοντας. Μέσα σε λίγες στιγμές σχεδόν είκοσι άτομα, όσοι δηλαδή ήταν εκείνη την ώρα στο θέατρο, είχαν μαζευτεί γύρω της και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Η Σέι κάλεσε ένα ασθενοφόρο και έπειτα προσπάθησε να καταλάβει τι είχε γίνει. 
«Είχα ανέβει σε ένα σκαμνί να πάρω το κουτί με τα κουμπιά από το πάνω ράφι και έπεσα. Δεν ξέρω πως έγινε. Την μία στιγμή ήμουν όρθια και την άλλη στο πάτωμα.» εξήγησε η Σόφι κλαίγοντας απ’ τον πόνο. «Έχω περάσει την μισή μου ζωή ανεβοκατεβαίνοντας το ίδιο σκαμνί, δεν μπορώ να καταλάβω. Ηλίθια!» φώναξε στον εαυτό της και κοπάνισε το χέρι της στο κεφάλι της, στέλνοντας ένα κύμα πόνου στο ήδη τραυματισμένο πόδι της από το τράνταγμα. 
«Έλα, σταμάτα.» προσπάθησε να την ηρεμίσει η Σέι, πιάνοντας παράλληλα τα χέρια της. «Συμβαίνουν αυτά. Ούτε το χτύπημά σου θα είναι τίποτα το σοβαρό. Δύο παυσίπονα αργότερα δεν θα το νιώθεις καν.»
Το ασθενοφόρο έφτασε, η Σόφι πήγε στο νοσοκομείο και αμέσως μπήκε στο χειρουργείο για να βάλουν στην θέση του το κόκαλο στο σπασμένο πόδι της. Η Σέι περίμενε μέχρι να τελειώσει η εγχείριση για να βεβαιωθεί πως όλα είχαν πάει καλά και τελικά επέστρεψε στο γραφείο. 
«Πήγα να δω την Σόφι.» της είπε ο Κέβιν όταν τελικά απάντησε το τηλεφώνημά του.
«Ξύπνησε απ’ τη νάρκωση;» 
«Πριν από λίγο. Δεν νιώθει και πολλά απ’ τα τόσα παυσίπονα, οπότε μέχρι στιγμής είναι καλά.»
«Ωραία. Θες κάτι άλλο;» τον αποπήρε η Σέι.
«Ήθελα να δω τι κάνεις.»
«Γιατί έπεσα κι εγώ και δεν το ξέρω;» είπε και παρότι έκανε απελπισμένες προσπάθειες να συγκρατήσει τον εκνευρισμό της απέναντί του, δεν μπορούσε. 
«Έχεις κάτι;»
«Σαν τι να χω;»
Δεν ήθελε να νομίζει ο Κέβιν πως την πείραξε που είχε μιλήσει με την Ελίζαμπεθ, γιατί προφανώς κάτι τέτοιο δεν είχε αντίκρισμα στην πραγματικότητα, όμως η επιθετικότητα προς εκείνον ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει. 
«Ακούγεσαι περίεργη.»
«Έχω δουλειά Κέβιν.»
«Εντάξει, δεν θα σε απασχολήσω άλλο. Απλά ήθελα να σου πω ότι με όλα αυτά που έγιναν η Ελίζαμπεθ…»
«Μην τολμήσεις να συνεχίσεις. Λες και δεν έχω αρκετά προβλήματα με την ενδυματολόγο μου στο νοσοκομείο, πρέπει να σκέφτομαι και την παρανοϊκή συγγραφέα;»
«Ηρέμισε, δεν θα σου πω τίποτα. Της φάνηκε λίγο περίεργο το ατύχημα της Σόφι, αυτό είναι όλο. Έχει ανησυχήσει.»
«Τότε πήγαινε να την ηρεμίσεις, είσαι καλός σε αυτό.» απάντησε και του το ‘κλεισε.
Δεν συνήθιζε να τσακώνεται με τον Κέβιν, από την άλλη όμως ούτε εκείνος έπαιρνε συχνά το μέρος άλλων, ειδικά όταν οι άλλοι είχαν άδικο. Παρόλα αυτά είχε όντως σοβαρά πράγματα μέσα στο κεφάλι της που και εκείνος και η σεναριογράφος δεν την απασχόλησαν την υπόλοιπη μέρα. Μέχρι το βράδυ είχε καταφέρει να καλύψει όλες τις υποχρεώσεις της, οπότε τουλάχιστον αυτό ήταν κάτι.

˙~˙~˙

Την επόμενη μέρα, παραμονή πρωτοχρονιάς, την πέρασε σπίτι με τον Στίβεν. Ήταν λίγο πριν την αλλαγή της μέρας όταν το τηλέφωνό της χτύπησε.
«Σέι, ο Νταν τράκαρε με το αυτοκίνητο. Είναι στο νοσοκομείο που πήγαν την Σόφι.» ακούστηκε η φωνή του Κέβιν από την άλλη μεριά της γραμμής. 
Εκείνη ντύθηκε γρήγορα και μαζί με τον Στίβεν έσπευσαν στο νοσοκομείο για να δουν τον πρωταγωνιστή του έργου που βρισκόταν στην εντατική. 
«Τι συνέβη;» απαίτησε να μάθει απ’ όποιον είχε απαντήσεις να της δώσει.
«Ήμασταν στον δρόμο και πηγαίναμε σε ένα πάρτι. Κάποιο πρόβλημα υπήρχε με τα φρένα του είπε η αστυνομία.» εξήγησε η κοπέλα του Νταν. «Εγώ δεν χτύπησα πολύ.» συνέχισε, δείχνοντας το χέρι της που ήταν σε νάρθηκα και τις μικρές γρατζουνιές στο πρόσωπό της. «Ο Νταν όμως δεν φορούσε ζώνη.»
Οι γιατροί βγήκαν τελικά και τους εξήγησαν πως είχε η κατάσταση. Τα τραύματά του ήταν σοβαρά και υπήρχε περίπτωση να μην βγάλει τη νύχτα. 
Ο χρόνος άλλαξε και λίγο μετά τις δύο η Ελίζαμπεθ έκανε την εμφάνισή της στο νοσοκομείο. Η Σέι προσπάθησε να μείνει μακριά της, όμως η σεναριογράφος δεν είχε το ίδιο πράγμα στο μυαλό της.
«Τι άλλο θες να γίνει για να πειστείς;» την ρώτησε θυμωμένα μεν, χαμηλόφωνα δε.
«Ελίζαμπεθ, δεν έχω την όρεξή σου. Πήγαινε να ενοχλήσεις κάποιον άλλο.»
«Δύο άνθρωποι είναι στο νοσοκομείο εξαιτίας σου. Τι παραπάνω πρέπει να συμβεί για να καταλάβεις.»
«Χαμήλωσε την φωνή σου.» της είπε με νόημα η Σέι και την τράβηξε απ’ το μπράτσο μερικά μέτρα πιο μακριά όταν η συζήτησή τους έπεσε στην αντίληψη των υπολοίπων. «Παρ’ το απόφαση, ό, τι έγινε ήταν σύμπτωση. Και η Σόφι και ο Νταν θα γίνουν καλά. Έχουμε άτομα για να τους αντικαταστήσουν. Όλοι θα είναι χαρούμενοι στο τέλος. Εσύ κοίτα να πας σε κανένα γιατρό, γιατί η παράνοιά σου έχει ξεπεράσει τα όρια.»
«Σε είχα προειδοποιήσει ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε.» συνέχισε εκείνη με πείσμα. «Κακά πράγματα συμβαίνουν σε όσους αναφέρουν το όνομα του σκοτσέζου βασιλιά στο θέατρο.»
«Για όνομα του Θεού, Μάκβεθ, πες το!» φώναξε με νεύρα η Σέι, λαμβάνοντας μία έντονη επίπληξη από μια νοσοκόμα. «Δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα το όνομα, Ελίζαμπεθ. Σταμάτα να ασχολείσαι με παραμύθια και επέστρεψε στον πραγματικό κόσμο.»
«Κορίτσια ηρεμίστε.» τις πλησίασε ο Κέβιν.
«Όλα θα πάνε όπως τα έχω προγραμματίσει. Αν περιμένεις από μια πρεμιέρα μου να πάει στραβά, περιμένεις τσάμπα.» δήλωσε η Σέι και άρχισε να περπατάει μακριά τους.
«Σε τι έργο θα κάνεις πρεμιέρα, Σέιλαν;» ακούστηκε η φωνή της Ελίζαμπεθ πίσω της.
«Συγγνώμη;»
«Ποιο έργο θα ανεβάσεις; Εγώ αρνούμαι να δώσω δικό μου θεατρικό όταν τέτοια πράγματα συμβαίνουν γύρω μου.»
«Τι πράγμα;»
Η Σέι, θεωρητικά τουλάχιστον, θα μπορούσε να είναι πιο εκνευρισμένη. Τέτοιου είδους συμπεριφορές ήταν που την έφτανε στα όριά της, όμως αυτό που μόλις είχε πει η Ελίζαμπεθ την είχε πιάσει απροετοίμαστη και παράλληλα την είχε σοκάρει, οπότε ο εκνευρισμός δεν ήταν το μόνο συναίσθημα μέσα της και γι αυτό τον λόγο δεν υπήρχε πολύς χώρος για θυμό. Αυτό όμως θα άλλαζε πολύ σύντομα.
«Πέρα απ’ το ότι δεν θέλω να συνδυαστεί το όνομά μου με την αποτυχία που πρόκειται να είναι η παράστασή σου μετά τα τελευταία, δεν έχω σκοπό να συνεχίσω να βλέπω συνεργάτες μου να τραυματίζονται επειδή εσύ είσαι πολύ ξεροκέφαλη για να παραδεχτείς το λάθος σου και να αλλάξεις την κατάσταση.»
Η Σέι ένιωσε τα δάχτυλά της να συναντούν το ένα το άλλο καθώς οι παλάμες της έκλειναν σε μπουνιές. Το οπτικό της πεδίο άρχισε να θολώνει από μια μαύρη σκιά που κάλυπτε τα πάντα. Ήθελε να αφήσει τον εαυτό της ελεύθερο να χτυπήσει το κεφάλι της Ελίζαμπεθ στο μαρμάρινο πάτωμα, ενώ παράλληλα ένιωθε παγωμένη από τον ίδιο της τον θυμό. Μερικές στιγμές πέρασαν και το αίσθημα αυτό συνέχισε να αυξάνεται μέσα της αντί να την εγκαταλείπει. 
Όταν άρχισε να περπατάει προς το μέρος της ούτε η ίδια δεν ήξερε ποιος ήταν ο λόγος.
«Άκουσε τι θα γίνει.» της είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε και πραγματικά έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες να κρατήσει την μανία της μέσα στο σώμα της. Αν την άφηνε ελεύθερη η Ελίζαμπεθ θα κατέληγε σε διπλανά κρεβάτια με την Σόφι και τον Νταν. «Δεν θα πω σε κανέναν τι έγινε μόλις τώρα. Θα το ξέρουμε μόνο εγώ και συ.» συνέχισε να λέει παρότι ήταν και ο Κέβιν μάρτυρας στην συζήτησή τους. «Σαν να μην έγινε ποτέ. Θα μας αφήσεις να ανεβάσουμε το μαλακισμένο έργο σου και εγώ και η εταιρία μου, σαν δώρο ή κίνηση καλής θέλησης ή όπως σκατά θες να το πεις, δεν θα σου κάνουμε μήνυση, δεν θα σε πάμε στα δικαστήρια και δεν θα σου πάρουμε ό, τι έχεις και δεν έχεις για το συμβόλαιο που θες να σπάσεις. Έγινα κατανοητή;»
Ο λόγος της θα ταίριαζε να απαγγελθεί φωνάζοντας και βρίζοντας, όμως η Σέι είπε τα λόγια της τελείως ήρεμα ή τουλάχιστον χαμηλόφωνα, γιατί ήρεμη, με τα νεύρα που είχε, δεν ήταν για κανένα λόγο.
Η Ελίζαμπεθ, όπως και ο Κέβιν, έμεινε να την κοιτάζει αμίλητη, μέχρι που τελικά ένευσε καταφατικά, αφήνοντας την Σέι να επιστρέψει σπίτι της. 
«Τι συνέβη με εκείνη την γυναίκα στο νοσοκομείο;» την ρώτησε ο Στιβ όταν τελικά ξάπλωσαν.
Όταν η Σέι του εξήγησε, εκείνος την ρώτησε αν πίστευε ότι υπήρχε έστω και μία πιθανότητα η σεναριογράφος να έχει δίκιο για το τελετουργικό.
«Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνω. Όλα αυτά είναι τυχαία.» τον διαβεβαίωσε.
«Δεν ξέρω… Δεν λέω ότι όντως οι μάγισσες καταράστηκαν το έργο και με ξέρεις, δεν είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν σε τέτοια πράγματα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.»
Με αυτή την σκέψη κοιμήθηκαν, για να ξυπνήσουν την επόμενη μέρα από ένα ακόμα τηλεφώνημα. Ο Νταν δεν είχε βγάλει τη νύχτα.
Η κηδεία δεν μπορούσε να γίνει την πρώτη ημέρα του χρόνου, οπότε το επόμενο πρωί, την ημέρα της πρεμιέρας, όλος ο θίασος, οι φίλοι και η οικογένεια του Νταν μαζεύτηκαν στο ίδιο νεκροταφείο για να τον θάψουν. Λίγα λεπτά πριν τελειώσει η κηδεία, η Σέι ένιωσε το κινητό της να δονείται μέσα στην τσάντα της. Το αγνόησε, όμως αυτό συνέχισε να χτυπάει, αναγκάζοντας τη να απαντήσει. Ήταν από την εταιρία της και απ’ ότι φαίνεται το Βασιλικό Θέατρο του Γιόρκ είχε πιάσει φωτιά.
Χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, έφυγε και πήγε να επιθεωρήσει την ζημιά. Ευτυχώς τίποτα ιδιαίτερο δεν είχε καεί. Βέβαια η πυρκαγιά είχε ξεκινήσει από τα καμαρίνια της σκηνής που θα ανέβαινε το δικό της έργο, όμως την είχαν προλάβει και παρότι τώρα υπήρχε μια πολύ ευδιάκριτη τρύπα στον τοίχο, η παράσταση θα μπορούσε να ανέβει.
Τελικά η πυροσβεστική έφυγε, οι εργάτες που είχαν κληθεί από την διεύθυνση του θεάτρου είχαν φτιάξει προσωρινά το καμένο κομμάτι του κτηρίου και οι τεχνικοί που θα προετοίμαζαν τον χώρο για το βράδυ της πρεμιέρας κατέφθαναν.
Η Σέι πήρε ένα λεπτό για να σκεφτεί όλα αυτά που είχαν συμβεί. Πρώτα η Σόφι και το πόδι της, μετά ο Νταν, έπειτα η φωτιά. Η Ελίζαμπεθ τα είχε προβλέψει όλα. Φυσικά δεν είχε μιλήσει για συγκεκριμένα περιστατικά, όμως όπως είχε πει: «κακά πράγματα συμβαίνουν σε όσους αναφέρουν το όνομα του σκοτσέζου βασιλιά στο θέατρο».
Μπα, δεν υπήρχε περίπτωση. 
«Από πότε άρχισες να πιστεύεις σε δεισιδαιμονίες;» επέπληξε τον εαυτό της. «Αυτά είναι για τους αγράμματους και τους ηλίθιους. Εσύ είσαι έξυπνη και μορφωμένη. Πάντα ακολουθείς την λογική.»
Όπως είχε πει και ο Στίβεν όμως, δεν μπορούσε να είναι εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι δεν συμβαίνει κάτι άλλο… κάτι που δεν μπορούσε να φανταστεί. Το γεγονός ότι το μυαλό της δεν μπορούσε να το συλλάβει δεν συνεπαγόταν το ότι δεν ήταν και δυνατό…
Ίσως αν δοκίμαζε το τελετουργικό… Μια άκακη κίνηση θα ήταν. Κανείς δεν θα χρειαζόταν να το μάθει. Αν όλα ήταν στο μυαλό της δεν θα υπήρχε πρόβλημα, αν όμως συνέβαινε κάτι άλλο θα ήταν καλυμμένη. 
Μόνο μερικές στροφές γύρω από τον εαυτό της χρειάζονταν. Μερικές στροφές και…
«Όχι!» φώναξε, κάνοντας δύο ηλεκτρολόγους που έστηναν μια σκάλα να γυρίσουν και να την κοιτάξουν.
Όχι, θα ντρεπόταν να αντικρίσει τον εαυτό της αν το έκανε. 
Η φωνή της συνείδησης της όμως έκανε τον συνήγορο του διαβόλου μέσα στο κεφάλι της.
Και αν έχει δίκιο η Ελίζαμπεθ; Και αν όντως εσύ φταις για όλα αυτά. Εσύ και ο Μακ… ο βασιλιάς; Μπορείς να πάρεις και άλλους ανθρώπους στον λαιμό σου; Μπορείς να σκοτώσει και κάποιον άλλο;
Η Σέι δεν ήθελε να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση και παρότι κατάφερε να πείσει τον εαυτό της ότι όχι, προφανώς και δεν θα έβαφε τα χέρια της κι άλλο με αίμα, το γεγονός ότι έφυγε από το θέατρο χωρίς να κάνει τίποτα μίλησε πιο δυνατά από την κάθε διαβεβαίωση που θα μπορούσε να δώσει στον οποιονδήποτε.
Στο γραφείο διπλοτσέκαρε ό, τι είχε ήδη κανονίσει τις προηγούμενες μέρες και τελικά επέστρεψε σπίτι για να ντυθεί και να γυρίσει στο θέατρο. Μαζί με τον Στίβεν πήγαν στα παρασκήνια δύο ώρες πριν αρχίσει να καταφθάνει ο κόσμος. Η Σέι αναγκάστηκε να ασχοληθεί με κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες και έτσι ο Στιβ έμεινε με τον Κέβιν.
Η ώρα της πρεμιέρας είχε έρθει. Όλοι μαζεύτηκαν μέσα στην αίθουσα και ο σκηνοθέτης, σαν μια θλιβερή πινελιά της τελευταίας στιγμής, ανέβηκε στην σκηνή για να μιλήσει πριν ξεκινήσει το έργο.
«Η αποψινή παράσταση είναι αφιερωμένη στον συνεργάτη μας Ντάνιελ Ρόμπετς. Ο Νταν μας άφησε χθες τα ξημερώματα. Όλος ο θίασος έχασε έναν εξαίρετο φίλο και ο κόσμος του θεάτρου έναν άριστο ηθοποιό.»
Ο Κέβιν επέστρεψε στην θέση του και το έργο ξεκίνησε. Περίπου σαράντα λεπτά είχαν περάσει όταν η αυλαία έπεσα, τα φώτα άνοιξαν και η αστυνομία εμφανίστηκε για να εκκενώσει το κτήριο. Όταν όλο το θέατρο άδειασε, η Σέι κατάφερε να μάθει τι συνέβαινε και εκνευρισμένη επέστρεψε πίσω στον Κέβιν και τον Στίβεν που την περίμεναν εναγωνίως.
«Έγινε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα για βόμβα.» φώναξε, χαμηλώνοντας αμέσως μετά την φωνή της όταν κατάλαβε ότι μπορούσαν να την ακούσουν όσοι από τους καλεσμένους της πρεμιέρας δεν είχαν φύγει. «Είναι γελοίο. Δεν υπάρχει βόμβα μέσα σε αυτό το κτήριο.»
Και ακριβώς όπως είχε προβλέψει, όταν οι πυροτεχνουργοί της αστυνομίας έκαναν τον έλεγχό τους διαπίστωσαν ότι το θέατρο ήταν καθαρό και αφού ζήτησαν συγγνώμη για την ακύρωση της παράστασης –παρότι «έτσι έπρεπε να γίνει»- έφυγαν και με όλο το κοινό πλέον να έχει αποχωρήσει, η πρεμιέρα μετατέθηκε για την επόμενη μέρα.

˙~˙~˙

Το μεσημέρι της δεύτερης πρεμιέρας το τηλέφωνο της Σέι χτύπησε και πάλι, αυτή την φορά από την αστυνομία.
Όταν έφτασε στο τμήμα της είπαν ότι είχαν βρει τον άντρα που είχε κάνει την κλήση για την βόμβα το προηγούμενο βράδυ και την ρώτησαν αν θα έκανε μήνυση. Εκείνη συμπλήρωσε όλα τα χαρτιά, ώστε από την δίκη που θα ακολουθούσε να αποζημιωνόταν η εταιρία της για την χθεσινή ζημιά και λίγο πριν φύγει ζήτησε να δει τον άντρα. Δεν ήταν εύκολο, αλλά τελικά της έδωσαν δύο λεπτά μαζί του.
«Γιατί το έκανες;» ήταν το μόνο πράγμα που ήθελε να μάθει.
«Φαντάζομαι θα στα είπαν όλα.»
Όντως της τα είχαν πει όλα, ακριβώς όπως τα είχε πει αυτός σε εκείνους. Η επιχείρηση για την οποία δούλευε αυτός ο άντρας, ο Νικ Κέιν, ήταν η μεγαλύτερη ανταγωνίστρια της «Μακόι και Μπελ».
«Ναι, αλλά τίποτα δεν μου βγάζει νόημα. Γιατί να τα κάνετε όλα αυτά;»
«Για να ακυρωθεί η πρεμιέρα.» της είπε απλά, λες και ήταν αυτονόητο.
Η Σέι φυσικά ήταν ανακουφισμένη που δεν έφταιγε ο σκοτσέζος βασιλιάς για ό, τι είχε γίνει, αν και είχε αρχίσει να το αμφισβητεί τελευταία, όμως και πάλι δεν μπορούσε να καταλάβει.
«Στείλατε έναν άνθρωπο στο νοσοκομείο, σκοτώσατε άλλον έναν, βάλατε φωτιά σε ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της χώρας, πήρατε τηλέφωνο για να προειδοποιήσετε για μια ψεύτικη βόμβα… Άξιζαν να γίνουν όλα αυτά για ένα απλό σαμποτάζ;»
Ο άντρας μπροστά της έμοιαζε πραγματικά μπερδεμένος με όσα είχε ακούσει.
«Σκοτώσαμε;» την ρώτησε με τα μάτια του καρφωμένα πάνω της. «Εμείς μόνο για τη βόμβα πήραμε.»

Εύη Φρυγανά

7 σχόλια:

  1. Tι cliffhanging ήταν αυτό;; @-) Δεν μου το βγάζεις απο το μυαλό οτι πίσω απ'όλα ήταν αυτή η τρελο-Ελίζαμπεθ!
    Όσο υπερφυσικό κι αν θες να το κάνεις εσύ :p

    Πολύ ωραίο διήγημα Εύη!! Για άλλη μια φορά μας άφησες ικανοποιημένους! Συγχαρητήρια! (h)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ, ευχαριστώ :) Να και η πρώτη θεωρεία συνωμοσίας! Well done Salala (o) :>)

      Διαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εγώ αυτό σκεφτόμουν! Η τρελή τα κάνει όλα!!!
      Ωραία ιστορία!!!

      Διαγραφή
    2. Μαζευτείτε παιδιά και γράψτε fanfiction για το διήγημα :-)

      Διαγραφή
  3. Βιβακι μου, μου αρεσει πολυ!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή