Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6 Δεκ 2015

0 Η Τελετή (Κεφάλαιο 18)


    Δεν έχει χτυπήσει ακόμα το ξυπνητήρι και χτυπάει η πόρτα του δωματίου μου. Δεν πρόλαβα να απαντήσω και μπαίνει μέσα ο Ντάνιελ. Βλέπει ότι έχω ξυπνήσει και εκσφενδονίζεται χωρίς να πει τίποτα και με φιλάει λες και έχει να με δει χρόνια. Όταν σταματάει μου λέει γλυκά καλημέρα και με ξαναφιλάει στο μέτωπο. 

"Καλημέρα." του απαντάω με την γλυκιά φωνή του ύπνου. "Τι είναι αυτό?" λέω και του δείχνω τον σάκο που έχει παρατήσει μπροστά από την πόρτα.
"Τι θες να φοράω τα δικά σου ρούχα?" μου λέει ειρωνικά. Γουρλώνω τα μάτια μου.
"Γιατί έφερες τα ρούχα σου Ντάνιελ?" απομακρύνεται για να με κοιτάξει καλύτερα.
"Εσύ γιατί λες?" μου λέει με μια αμφισβήτηση στην φωνή του. Δεν απάντησα. Τι είναι πάλι αυτό? Κάτι σαν να συζούμε που λέμε? Δεν ήμουν έτοιμη. Ξαφνιάστηκα και τώρα φέρομαι σαν ηλίθια. Φανερά θυμωμένος ο Ντάνιελ σηκώνεται όρθιος.
"Συγνώμη δεν έπρεπε..." μου λέει και κατευθύνεται προς τον σάκο του. Πετάγομαι αμέσως.
"Όχι. Όχι, καλά έκανες, απλός δεν ξέρω τι να πω!" του λέω ενώ του γραπώνω το χέρι. Δεν είμαι σίγουρη αν το θέλω πράγματι πάντως. Γυρνάει και με κοιτάει με ένα βλέμμα σαν να μου λέει  "Οκ, ας το πιστέψω τώρα." Του χαμογελάω και η έκφρασή του μαλακώνει. Χτυπάει η πόρτα.

"Περάστε!" λέω
"Όχι μισό!" φωνάζει ο Ντάνιελ και τρέχει να πάρει κάτι. Όποιος και αν είναι αγνοεί την εντολή του Ντάνιελ και μπαίνει μέσα. Ήταν ο Βίκτωρ. Αμέσως τινάζομαι και τον αγκαλιάζω.
"Ουόου! Δεν περίμενα να με υποδεχτείς τόσο έξαλα!" λέει και με κοιτάζει από πάνω έως κάτω. Τότε ο Ντάνιελ μπαίνει ανάμεσά μας δίνοντάς μου κάτι. Είναι η ρόμπα μου. Ουπς! Ήμουν ακόμα με τα εσώρουχα. Την σφίγγω γύρο μου και μπαίνω ανάμεσά τους καθώς νιώθω τον Ντάνιελ να είναι έτοιμος να γαβγίσει.
"Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς." λέω στον Βίκτωρ.
"Τι? Τον περίμενες κιόλας?!" πετάγεται ο Ντάνιελ. Μπορεί να είναι τουλάχιστον ένα κεφάλι πιο κοντός από τον Βίκτωρ αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα να τα βάλει μαζί του.
"Ναι. Νόμιζα ότι ξεκινάγατε στις 5¨00 όπως έκανες και εσύ παλιά. Αλλά μάλλον έκανα λάθος." μου λέει ενώ κοιτάζει τον Ντάνιελ και μόνο που δεν πετάνε σπίθες ο ένας στον άλλον.
"Λοιπόν. Ντάνιελ ο κολλητός μου ο Βίκτωρ. Βίκτωρ το αγόρι μου ο Ντάνιελ." λέω αμήχανα ενώ κάνω στην άκρη για να χαιρετηθούν.
"Κολλητός ε?" λέει ο Ντάνιελ καθώς δίνουν τα χέρια.
"Και όχι μόνο." είπε ειρωνικά ο Βίκτωρ. Αμέσως πατάω το πόδι του Βίκτωρ και μόρφασε από τον πόνο. Ρίχνω ένα μηχανικό χαμόγελο στον Ντάνιελ.
"Εννοεί ότι είμαστε παιδικοί φίλοι. Μαζί μεγαλώσαμε." λέω στον Ντάνιελ και του πιάνω το χέρι.
"Λοιπόν.... Είναι νωρίς ακόμα και πρέπει αν ετοιμαστώ."
"Α δεν έχω πρόβλημα περιμένω εδώ." λέει ο Βίκτωρ και στρογγυλοκάθισε στο κρεβάτι. Ο Ντάνιελ τον καρφώνει εξοργισμένος με το βλέμμα του.
"Ή μπορεί να πας έξω να μας περιμένεις." προσθέτει απολιτικά ο Ντάνιελ.
"Ή μπορείς να έρθεις μαζί μου να μου κάνεις παρέα! Έχουμε πολλά να πούμε για την Τάτι μας από εδώ!" είπε ο Βίκτωρ και άρχισε να σπρώχνει τον Ντάνιελ προς τα έξω. Τον κοιτάζω έξαλλη ενώ φεύγει και εκείνος μου έριξε το βλέμμα που λέει "άσε με να παίξω λίγο ακόμα" και η πόρτα πίσω τους κλίνει.

    Έκανα το πιο γρήγορο μπάνιο της χρονιάς, έβαλα ότι βρήκα μπροστά μου και τρέχω να τους βρω. Που έχουν πάει? Δεν του βρίσκω πουθενά! Όποιον ρωτάω δεν τους έχει δει καθόλου. Έχοντας ψάξει όλο το σπίτι πάω στην τάξη μου όπου μάλλον έχω αργήσει γιατί είναι είδη όλοι εκεί εκτός του Ντάνιελ φυσικά.

" Που είναι η ομαδάρα μου? Για πείτε τι κάνατε χτες?" του είπα με ένα τεράστιο χαμόγελο.
"Μάθαμε για την γη και την φωτιά." Είπε ο Τζέιμς.
"Δύο στοιχεία σε δώδεκα ώρες? Γιατί?" ρώτησα απορημένη ενώ το βλέμμα μου πέφτει πάνω στην Άναμπελ.
"Γιατί με την φωτιά ήταν όλα αρκετά εύκολα και ο Στρατηγός είπε ότι δεν έχουμε χρόνο για να τα μαθαίνουμε όλα τα στοιχεία ένα- ένα." της χαμογελάω γλυκά και δεν παίρνω τα μάτια μου δευτερόλεπτο από πάνω της. Ησυχία. Τότε έρχεται και πέφτει στην αγκαλιά μου.
" Σ' ευχαριστώ." μου λέει ήρεμα και απομακρύνεται. Της χαμογελάω κι τότε μπαίνουν επιτέλους μέσα ο Ντάνιελ και ο Βίκτωρ. Ο Βίκτωρ έχει το συνηθισμένο ευγενικό του χαμόγελο. Ο Ντάνιελ είναι ήρεμος. Κάτι που δεν περίμενα καθόλου. Περίμενα να έβγαζε καπνούς από τα αυτιά ή να με χώριζε επιτόπου. Αναστέναξα ανακουφισμένη και γύρισα προς την ομάδα μου.

"Παιδιά από εδώ ο Βίκτωρ. Είναι παιδικός μου φίλος και ένα από τους καλύτερους δαμαστές τριών στοιχείων που έχω ποτέ γνωρίσει. Σήμερα το μάθημά μας θα γίνει έξω." Λέω και όλοι αρχίζουν και βγάζουν κραυγές ανυπομονησίας. Πηγαίνω κοντά στον Ντάνιελ.
"Όλα καλά?" του ψιθυρίζω.
"Τέλεια." μου λέει χωρίς να με κοιτάξει και βγαίνει έξω ακλουθώντας τους υπόλοιπους. Γραπώνω τον Βίκτωρ από τον Γιακά της μπλούζας του.
"Τι του είπες?" του ψιθυρίζω εκνευρισμένη.
"Σου έχω πει ποτέ πόσο όμορφη είσαι όταν νευριάζεις?" μου απαντάει με ένα ειρωνικό χαμόγελο και βγαίνει έξω.
"Λοιπόν. Εγώ και ο Βίκτωρ θα σας δείξουμε κάποιες κινήσεις και μετά θα προσπαθήσετε όλοι να τις εφαρμόσετε." λέω και παίρνω θέση μάχης απέναντι από τον Βίκτωρ. "Πάμε!" φωνάζω και αυτός για ένα δευτερόλεπτο κλίνει τα μάτια του. Τον κοιτάζω εξεταστικά ώσπου μαύρα σύννεφα περικυκλώνουν τον χώρο στον οποίο βρισκόμαστε σκοτεινιάζοντας τα πάντα.
"Μήπως δεν βιάζεσαι λίγο?" του λέω και αυτός μου κάνει νόημα με το χέρι του να του επιτεθώ.

    Τρέχω προς τα πάνω του ώσπου μια αστραπή χτυπάει μπροστά μου και εγώ πέφτω κάτω. Σηκώνομαι με μια κίνηση και χαμογελάω. Μέσα από τα σύννεφά του δημιουργώ έναν μικρό αλλά δυνατό ανεμοστρόβιλο και τον παίρνει και τον σηκώνει. Μια κλούβα από πέτρες τον περικυκλώνουν και τον προστατεύει από τον δυνατό άνεμο. Αρχίζω και του ρίχνω φωτιά σαν φλογοβόλου ώσπου δεν άντεξε άλλο την ζέστη και η ασπίδα του υποχωρεί. Βρίσκω την ευκαιρία και καρφώνω τα χέρια μου στο έδαφος και χοντρές ρίζες του ασφαλίζουν τα πόδια. Αυτός παίρνει όλο το νερό που έχει μέσα του το φυτό αφήνοντας τις ρίζες ξεραμένες και έτσι εύκολα τις σπάει και ελευθερώνεται. Ρίχνει το νερό πάνω μου με πολύ δύναμη. Ρίχνω αέρα αλλά δεν ήταν αρκετά δυνατός για να μπορέσω να αποφύγω όλο το νερό και έτσι με παίρνει λίγο στο μπράτσο κάνοντάς με να μορφάσω από τον πόνο. Τον κοιτάω αγριεμένη και του ρίχνω ένα στραβό χαμόγελο..

"Οχ, όχι.... μην τολμ..." πήγε να πει και τότε η γη με καταπίνει ολόκληρη. "Κι όμως τόλμησε...." φυσικά δεν βλέπω αλλά ακούω πολύ καλά. "Το ξέρεις ότι το σιχαίνομαι όταν το κάνεις αυτό!" τον ακούω να φωνάζει δίνοντάς μου έτσι ακριβέστερα στοιχεία για την τοποθεσία του. Πήγαινα προς το μέρος του και ακούω τα βήματά του. Ακούω νερό. Κάτι με αρπάζει από τα μαλλιά και με αναγκάζει αν σταματήσω. "Αχά! Σε έπιασα!" μετά από αυτά του τα λόγια κατάλαβα ότι βρίσκομαι ακριβός από κάτω του.
"Και εγώ έπιασα εσένα!" φωνάζω ενώ βγάζω τα χέρια μου στην επιφάνια και τον πιάνω από τα πόδια.
      Τον τραβάω και όσο εκείνος βουλιάζει γρήγορα στο χώμα εγώ βγαίνω προς τα έξω. Ώσπου εγώ βρίσκομαι στην επιφάνια, που τώρα την λούζει ο ζεστός ήλιος, και αυτός από τον λαιμό και κάτω στο χώμα. Κοπανιέται για να ελευθερωθεί αλλά δεν καταφέρνει τίποτα καθώς τον πάγωσα και είναι αδύνατον να κουνηθεί. Χειροκροτήματα και σφυρίγματα ακούγονται. Κοιτάζω γύρο μου και συνειδητοποιώ ότι είχαμε όχι επτά αλλά εκατοντάδες άτομα να μας παρακολουθούν. Βγήκαν και οι υπόλοιπες τάξεις φαίνεται να δούνε το σόου.

"Η πριγκίπισσα πάντα θα νικάει το σκυλόψαρο." του λέω ενώ με μια κίνηση του ποδιού μου εκτινάζεται στην επιφάνια.
"Πρόσεχε γιατί το σκυλόψαρο δαγκώνει!" μου λέει και μου δίνει το χέρι του. Ο Ντάνιελ ήρθε δίπλα μου.
"Οχ όχι...." τον ακούω να λέει ενώ πιάνει την μακριά κοτσίδα μου που τώρα πια δεν είναι τόσο μακριά όσο πριν.
"Σορρυ." μου λέει ο Βίκτωρ με ένα χαμόγελο του κουταβιού όταν τον κοίταξα απολιτικά. Χαλάρωσα και του χαμογέλασα ειρωνικά.
"Να σε δω πώς θα τα βγάλεις πέρα μαζί του!" λέω και δείχνω τον Ντάνιελ ο οποίος έμεινε να κοιτάει τα μαλλιά μου. Στραβοκατάπιε. Δεν είπε τίποτα και πήρε θέση μπροστά στην ομάδα μας. Όλοι οι υπόλοιπο σιγά -σιγά εξαφανίστηκαν και εγώ συνέχυσα το μάθημά μου γεμάτη ικανοποίηση αλλά είχα και την αίσθηση την απώλειας ταυτόχρονα.

                        ...

    Γυρνάω στο δωμάτιο με τον Ντάνιελ. Κάθετε σε μια πολυθρόνα δίπλα από το παράθυρο και κοιτάζει έξω το σούρουπο.
"Για πόσο καιρό ακόμα?" μου λέει χωρίς να με κοιτάξει.
"Για πόσο καιρό ακόμα τι?" τον ρωτάω και τότε γυρνάει και με κοιτάζει.
"Για πόσο καιρό ακόμα είσαι αναγκασμένη να μαθαίνεις αυτά τα παιδιά να πολεμάνε? Για πόσο καιρό ακόμα πρέπει να κρυβόμαστε?" σηκώνεται όρθιος και μου πιάνει το χέρι.
"Δεν με αναγκάζει κανείς. Εγώ το επέλεξα... Όσο για το άλλο άμα σε ενοχλεί τόσο τότε δεν θα κρυβόμαστε έτσι και αλλιώς οι περισσότεροι το ξέρουν...." του είπα γλυκά. Μου φιλάει τα χέρια.
"Τότε πάμε μια βόλτα στο χωριό σνα κανονικό ζευγάρι." μου λέει ενώ με παίρνει αγκαλιά.
"Γιατί έχουμε πάει ποτέ και σνα μην κανονικό ζευγάρι? Πρέπει να καταλάβεις όμως ότι οτιδήποτε έχει σχέση μαζί μου δεν είναι κανονικό" του λέω ευγενικά. "Αλώστε δεν μπορώ να φύγω από την αυλή."
"Φυσικά και μπορείς. Είσαι η βασίλισσα. Σε παρακαλώ, για ένα βράδυ μόνο. Έχω μπουχτίσει μέσα σε αυτούς τους τέσσερεις τοίχους." αποτραβιέμαι και τον κοιτάζω.
"Μέσα σε αυτούς του τέσσερεις τοίχους βρίσκομαι και εγώ..." του λέω αγριεμένη.
"Αυτό ξέρει είναι το μόνο που με κρατάει. Κοίτα, ξέχνα το. Απλός κάντο..... Παρακαλώ?" Αχ αυτά τα μάτια... Δεν μπορώ να τους αντισταθώ πόσο μάλλον όταν με κοιτάνε με αυτόν τον τρόπο.
"Καλά..." λέω και παίρνω βαθιά ανάσα. Από την χαρά του με σήκωσε ψηλά και με έκανε δυο σβούρες.
"Ντύσου ,στολίσου και φεύγουμε." λέει και παίρνει το σάκο του και αρχίζει και ψαχουλεύει κάτι.
     Βάζω ένα τζιν και μια γλυκούλα μπεζ μπλούζα που πέφτει στο πλάι. Η πόρτα του μπάνιου ανοίγει και βγαίνει ο Ντάνιελ από μέσα με τα μαλλιά του να δείχνουν ατημέλητα και ταυτόχρονα καλοφτιαγμένα, φορώντας ένα μαύρο καλό παντελόνι και ένα ημιδιαφανές κομψό πουκάμισο. Έμεινα για λίγο να τον κοιτάζω.
"Έτσι θα έρθεις?" πριν προλάβει να ολοκληρώσει έχω πετάξει από πάνω μου το τζίν και την μπλούζα και έχω ανοίξει την ντουλάπα με τα φορέματα.
"Θα σου διαλέξω εγώ ρούχα." μου λέει και αρχίζει να ψάχνει τον ντουλάπα μου. Μετά από λίγο βγάζει ένα κόκκινο υπερβολικά εφαρμοστό φόρεμα που από την μέση και κάτι πάλι καλά είναι σχετικά αέρινο.
      Το βάζω και το παρατηρώ πάνω μου. Όπως πρόσεξα είναι πολύ εφαρμοστό από την μέση και πάνω. Τόσο πολύ που διαγράφεται πάνω στο ύφασμα ο αφαλός μου. Ένα  όχι και τόσο έντονο σκίσιμο μέχρι λίγο πιο πάνω από το γόνατό μου κάνει την εμφάνισή του καθώς το περιεργάζομαι. Είναι πολύ λίγο εξόπλατο και έχει έντονο μπούστο. Νιώθω να προκαλώ με αυτό το φόρεμα και πάω να το βγάλω.

"Μην τολμήσεις! Είσαι υπέροχη!" ακούω τον Ντάνιελ να λέει από την άλλη άκρη του δωματίου. μου αφήνει μπροστά μου ένα ζευγάρι χρυσά ψηλοτάκουνα πέδιλα και πάει να βάλει τα παπούτσια του. Κατσουφιάζω με την αμφίεσή μου αλλά δεν λέω τίποτα και πάω να βαφτώ. Βάζω ένα μακρύ λεπτεπίλεπτο χρυσό σκουλαρίκι και έξι μικρά βραχιόλια που είναι όλα ενωμένα μαζί έχοντας έξι διαφορετικές αποχρώσεις του χρυσού. Ο Ντάνιελ μου ανοίγει την πόρτα και μου κάνει υπόκλιση για να περάσω.
"Πρέπει να περάσουμε πρώτα από το γραφείο του Άντονι." λέω και στρίβω στην γωνία.
"Είναι ανάγκη?" δεν προλαβαίνει να διαμαρτυρηθεί και έχω είδη μπει μέσα. Ο Άντονι σηκώνεται όρθιος και με κοιτάει με αποδοκιμαστικό βλέμμα.
"Που πάτε? λέει άναυδος από την εμφάνισή μου.
"Βόλτα στο χωριό. Θέλω το κλειδί του βασιλικού χρηματοκιβωτίου."
"Βάλαμε στην θέση της κλειδαριάς κωδικό και τον ξέρει μόνο η δεσποινίς Κάσια καθώς έκανε η ίδια την αντικατάσταση με κάτι εφευρέσεις που βρήκε στο εργαστήρι του πατέρα σας. Αλλά δεν μπορείτε να πάτε. Πόσο μάλλον ντυμένη έτσι.....Θα έπρεπε...." αρχίζει να ψέλνει πάλι.
"Ευχαριστώ." λέω και φεύγω αφήνοντάς τον να μιλάει μόνος του. Χτυπάω την πόρτα της Κάσιας και ανοίγει ο Κρίστιαν. Πισωπατάει λίγο και με κοιτάει.
"Ουάου...." λέει φανερά εντυπωσιασμένος.
"Ευχαριστώ. Η Κάσια?" του χαμογελάω γλυκά. Κάνει στην άκρη για να μπω. Η Κάσια ήταν στο γραφείο μπροστά από έναν......υπολογιστής είναι αυτό? Τρομερό! Δεν είχα δει ποτέ μου έναν από κοντά! Μπορεί μα βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα αλλά εμείς δεν έχουμε όλο αυτόν τον εξοπλισμό που έχουν οι άνθρωποι. Λίγοι έχουν κινητά και αυτά είναι αρχαιολογίες και σπάνια πιάνει κανείς σήμα. Η Κάσια γυρνάει με κοιτάει και ανοίγει διάπλατα το στόμα της. Μετά από λίγο σοβαρεύει.
"Τι?" της λέω απότομα.
"Είσαι θεά! Αλλά τα μαλλιά σου..." μου λέει και μου δείχνει τον καθρέπτη. Κάθε φορά που κάποιος αναφέρει τα μαλλιά μου νιώθω λες και δίνει χαστούκι στον Ντάνιελ. Τον νιώθω να τα χαϊδεύει. Τα είχα ακόμα άλυτα.
    Παίρνω το κοτσιδάκι που έχω στα χέρια μου και τα φτιάχνω μια τέλεια αλογοουρά. Τα παρατηρώ και δεν βλέπω και τεράστια διαφορά με πριν. Το πολύ μια παλάμη. Έτσι και αλλιώς είχαν μακρύνει υπερβολικά και έπρεπε να τα πάρω λίγο.
"Λοιπόν προς τι όλο αυτό?" ρωτάει ο Κάσια δείχνοντας εμένα.
"Θα πάμε μια βόλτα με τον Ντάνιελ και θέλω τον κωδικό του χρηματοκιβωτίου." της λέω και της χαμογελάω ευγενικά.
"Μπαμπά." μυ λέει εκείνη και μου κλείνει το μάτι.
"Ευχαριστώ." της αποκρίνομαι και φεύγω.
"Με αριθμούς δεν είναι ο κωδικός? Το εννοούσε μπαμπά?"
"Ναι είναι κωδικός το μπαμπά πίστεψέ με!" του λέω και ξαναμπαίνουμε στο δωμάτιό μου. Πατάω ένα κουμπί κάτω από το κομοδίνο μου και το κάδρο στο προσκέφαλο του κρεβατιού ανοίγει.
"Κλείσε το στόμα σου. Κυκλοφορούν μύγες." ψιθυρίζω στον Ντάνιελ και βάζω τα γέλια από την έκφρασή του.
"Μα πώς? Δεν είναι αρκετά μεγάλο και αλώστε συνέχεα δεν μπαίνουν και βγαίνουν χρήματα από εκεί μέσα? Εννοώ ότι όλο και κάποιον θα είχα παρατηρήσει να μπαίνω-βγαίνει εδώ μέσα!" βάζω τα γέλια και αφού πατάω έναν κωδικό το τζάκι απέναντι μας ανοίγει στα δύο. Τώρα το στόμα του έχει πιάσει πάτο.
"Πολλοί βάζουν χρήματα ως φόρους και τέτοια αλλά κανείς δεν παίρνει. Υπάρχουν δύο είσοδοι για να μπεις. Η μία είναι αυτή και η άλλη είναι στα μπουντρούμια. Είσοδοι για έσοδα υπάρχουν σχεδόν σε όλη την αυλή." του λέω καθώς κατευθύνομαι προς το πέρασμα.
    Κατεβαίνουμε κάτι σκάλες και μετά από λίγο βρισκόμαστε μπροστά σε εκατομμύρια χρυσό και χρεώματα.
"Αυτό είναι νέο σύστημα για αυτό δεν ξέρει κανείς προς το παρόν τον κωδικό. Πρέπει να το έβαλαν όσο είχα εξαφανιστεί. Κάθε μήνα ο Άντονι έρχεται και παίρνει χρήματα και τα δίνει σε συντάξεις, επιδόματα, σε διάφορα έξοδα της πόλης και μερικά σε φιλανθρωπίες. Ευτυχώς είναι πολύ λίγες." συνεχίζω να λέω ενώ παίρνω πέντε δέσμες χρημάτων και τις βάζω στην τσάντα μου.

"Τι θα τα κάνεις όλα αυτά τα λεφτά? Είναι πάρα πολλά!" μου λέει ενώ τρέχει από πίσω μου. Το τζάκι κλείνει το ίδιο και το κάδρο και μετά από το παραλήρημα που τον έπιασε επιτέλους φύγαμε.

Voula GK

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου