Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9 Δεκ 2015

0 Η Τελετή (Κεφάλαιο 19)

   
  Φτάσαμε σε μια περιοχή του βασιλείου που δεν είχα ξαναδεί. Αντί για κακοφτιαγμένα σπιτάκια εδώ υπάρχει χλιδή και η περιοχή είναι γεμάτη ακριβά εστιατόρια και μαγαζιά. Προχωράμε όλο και πιο βαθιά και παρόλο που είναι βράδυ, ο κόσμος λούζεται με ατελείωτο φως και μουσική. Περνάμε μπροστά από μια χαρτοπαικτική λέσχη ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων που την μοιάζει και πέντε άντρες μέσα φαίνεται να παίζουν ξύλο αντί για χαρτιά. 

"Μην δίνεις σημασία. Θα τα βγάλουν πέρα μόνοι τους." μου λέει ο Ντάνιελ και μου πιάνει το χέρι αφού πρόσεξε ότι ήμουν έτοιμη να μπουκάρω για να τους σταματήσω. Προχωράει και με τραβάει από το χέρι. "Έλα ας τους." συνεχίζει και ακολουθώ.
   
      Το βλέμμα μου πέφτει σε μια βιτρίνα με φορέματα. Η κούκλα στο κέντρο φοράει το φόρεμα που φοράω εγώ τώρα. Κοιτάζω την τιμή και πήγε να μου έρθει εγκεφαλικό από τα πολλά νούμερα που βλέπω. Κοιτάζω μέσα και θα ορκιζόμουν ότι τα μισά και βάλε φορέματα από εκεί μέσα τα έχω ξαναδεί στην ντουλάπα μου και στης Κάσιας.
 
"Σε εσένα πέφτει πολύ πιο όμορφο." ακούω τον Ντάνιελ να λέει. Μάλλον είχα κολλήσει λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε.
 
      Προχωράμε μερικά στενά ακόμα και εγώ χάνομαι μέσα στα φώτα και στην χλιδή της περιοχής. Ο Ντάνιελ έχει πάρει ένα ύφος λες και το ευχαριστιέται που εγώ τα έχω χάσει τελείως. Σταματάμε μπροστά από ένα τεράστια εστιατόριο γεμάτο με κόσμο και συγκεκριμένα ζευγαράκια κάθε ηλικίας. Στο βάθος του φαίνεται μια μεγάλη πίστα χορού που έχουν ανέβει πάνω ζευγαράκια και χορεύουν ο ένας απαλά στην αγκαλιά του άλλου. Σε παρακαλώ όχι εδώ, όχι εδώ..... Προσεύχομαι από μέσα μου αλλά που τέτοια τύχη?

"Μετά από εσάς." μου λέει ο Ντάνιελ και μου κάνει μια γοητευτική υπόκλιση μπροστά από την είσοδο. Διστάζω για λίγο και μετά μπαίνω μέσα αργά.
"Σε ποιο όνομα παρακαλώ?" μας λέει ο κύριος που βρίσκεται στην ρεσεψιόν.
"Μπόροβιτς" λέει ο Ντάνιελ και εμφανίζεται ένας νεαρός.
"Στο 108" λέει και ο νεαρός κάνει υπόκλιση για καλωσόρισμα και μας είπε να τον εξακολουθήσουμε.

    Μας πηγαίνει σε ένα τραπέζι στο κέντρο ακριβός μπροστά από την πίστα. Τέλεια! καλύτερη θέση δεν γίνεται! Λέω ειρωνικά στον εαυτό μου και κάθομαι στην θέση που μου τράβηξε ο Ντάνιελ. Κοιτάζω γύρο μου. Όλα είναι τέλεια. Σαν να βγήκαν από παραμύθι. Χαμηλός φωτισμός, απαλή μουσική, κεράκια.... Όλα τέλεια!

"Λοιπόν? Πώς σου φαίνεται?" το περιπλανώμενο βλέμμα μου τώρα έχει κολλήσει πάνω του. Νιώθω τις παλάμες μου να ιδρώνουν κα τα μάγουλά μου να έχουν πάρει φωτιά. Μπορεί να είμαι βασίλισσα αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχω μάθει σε τέτοια χλιδή να ζω. Η μητέρα μου μας μεγάλωσε ταπεινά όπως έζησε και εκείνη. "Λοιπόν?" επαναλαμβάνει και μου κουνάει το χέρι.
"Ε, εγώ... Είναι υπέροχα." Ο Ντάνιελ βάζει τα γέλια με την αντίδρασή μου.
"Ποιος να φανταζόταν ότι μια βασίλισσα θα σκάλωνε μπροστά στην πολυτέλεια!" μου λέει και συνεχίζει να γελάει. Το βλέμμα μου σοβαρεύει.
"Σου έχω δήξει ποτέ μου ότι ζω έτσι?" του απαντάω και δείχνω γύρο μου με το βλέμμα μου.
"Η αλήθεια είναι πως όχι." μου απαντάει και μου χαμογελάει γλυκά.
     Εμφανίζεται ένα άλλος νεαρός ντυμένος στα λευκά με μαύρη ποδιά στην μέση και δύο καταλόγους στο χέρι.
"Τι θα πιείτε?" λέει και είναι έτοιμος να σημειώσει. Ο Ντάνιελ του είπε κάτι ακαταλαβίστικα. Κρασί ήταν? Ημερομηνία λήξης? Ποτό? Δεν κατάλαβα...
"ένα διπλό ουίσκι." είπα και αμέσως γύρισαν και με κοίταξαν και οι δύο με απορία. Ο Ντάνιελ γέρνει προς το μέρος μου.
"Μόλις παρήγγειλα ένα ολόκληρο μπουκάλι κρασί." μου ψιθυρίζει στο αυτί. ΑΧΑ! Τελικά κρασί ήταν! Το ήξερα!
"Δεν πειράζει θα το χρειαστώ!" του απαντάω και γύρισα και χαμογέλασα στον σερβιτόρο. Αυτός ευχαρίστησε και έφυγε.
"Έχεις ξανά πιει ποτέ σου?" μου λέει με ανήσυχο ύφος.
"Μερικές φορές στα πάρτι του Βίκτωρ." του απαντάω αι του χαρίζω ένα τεράστιο χαμόγελο. Με κοιτάζει λίγο δύσπιστα και μετά από λίγο μου φιλάει το χέρι.
  
     Σε λίγο ήρθε άλλος σερβιτόρος με το ποτό μου και το κρασί και ρώτησε το θα φάμε. Ο Ντάνιελ είπε πάλι τρις τέσσερεις ακαταλαβίστικες λέξεις και εγώ παρήγγειλα μια μακαρονάδα με τέσσερα τυριά. Και μόνο στην ιδέα η κοιλιά μου ουρλιάζει. Είχα ΠΟΛΥ καιρό να φάω βαριά. Ή τέλος πάντων κάτι με πολλά λιπαρά και θερμίδες. Λόγο άσκησης έχω αυστηρό διατροφολόγιο και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις το χαλάω. Μετά όμως από τόσα χρόνια υγιεινής διατροφής έχει γίνει και αυτό που θα προτιμούσα για να φάω. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μου έχει λείψει και το "βαρύ" φαγητό. Τι σκέπτομαι? Μόνο το φαγητό με απασχολεί?

"Θες να χορέψουμε?" ρωτάει ο Ντάνιελ και περιμένει να του προσφέρω το χέρι μου.
"Είναι πολύ νωρίς ακόμα." βρίσκω να πω ως δικαιολογία. Η στιγμή που έλπιζα να μην έρθει ποτέ μόλις ήρθε.
"Έλα τώρα η πίστα είναι γεμάτη! Τι φοβάσαι?" μου λέει ειρωνικά και μου κλίνει το μάτι.
"!ον δεν φοβάμαι! και 2ον ακριβός! Η πίστα είναι γεμάτη! Γιατί δεν περιμένουμε να αδειάσει λίγο? Ε?" λέω φανερά στρεσαρισμένη. Ο Ντάνιελ σοβαρεύει.
"Τατιάνα? Τι συμβαίνει?" πίνω μια γουλιά από το ποτό μου και νιώθω μέσα μυ να καίγομαι. Είχα ξεχάσει πόσο ωραία είναι αυτή η αίσθηση!
"Δεν μπορώ....Δεν ξέρω..." λέω και το βλέμμα μου πιάνει πάτο. Ο Ντάνιελ κάνει λίγο το σώμα του πίσω.
"Περίμενε.... Είπες μόλις τώρα ότι δεν ξέρεις να χορεύεις ή κάνουν πουλάκια τα αυτιά μου?!" λέει έκπληκτος.
"Δεν ξέρω να χορεύω! Τι δεν καταλαβαίνεις?" του λέω γεμάτη θυμό.
"Ωραία! Καιρός να μάθεις!"
"Μα..." πήγα να πω αλλά με διέκοψε.
"Εμπιστευτούμε." μου λέει και μου δίνει πάλι το χέρι του. Πίνω με μιας το υπόλοιπο ποτό μου και του δίνω το δικό μου. Στην αρχή έκαψε λίγο.... Σιγά-σιγά όμως αρχίζω και ζαλίζομαι. Όχι αρκετά βέβαια για να μην ανταποκριθώ στα "μαθήματα" χορού μου. Είναι εύκολο. Πολύ εύκολο. Ώσπου η μουσική μπαίνει πιο δυναμικά και βλέπω του ανθρώπους γύρο μου να λικνίζονται σε έναν γρήγορο αλλά γοητευτικό χορό θανάτου και έρωτα. Μπήκε ένα δυναμικό πολύ ταγκό. Ο Ντάνιελ ζωηρεύει και με και με κωλάει απότομα πάνω του. Έχω κοκαλώσει.
"Απλός ακολούθησέ με." λέει και αρχίζει να με στριφογυρίζει στην ατελείωτη πίστα. Εγώ απλός όπως είπε τον ακολουθώ.
      Καθώς όμως τα δευτερόλεπτα περνούσαν εγώ έκανα όλο και περισσότερες σβούρες και δεν μπορούσα να δω πια κόσμο γύρο μου. Μπορώ μόνο να δω τον Ντάνιελ και να συγχρονιστώ με την μουσική που ακούω. Συνέχεα φεύγω και ξανά βρίσκομαι στα χέρια του. Πότε πιάνω μόνο το ένα χέρι πότε μα βαστάνε και τα δύο παθιασμένα. Ναι είναι ένας ερωτικός και τελείως διεργετικός χορός. Βρίσκομαι στην αέρα και μετά ολόκληρη στο πάτωμα ανάμεσα στα πόδια του.
    Η μουσική σταματάει και εγώ σταματάω απότομα κολλημένη πάνω στο κορμί του Ντάνιελ και βρισκόμαστε κούτελο με κούτελο κοιτάζοντας ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου. Βαριανασάνουμε και χειροκροτήματα και ζητωκραυγές ακούγονται γύρο μας. Ο Ντάνιελ μου χαμογελάει και εγώ κοιτάζω γύρο μου. Όλοι μας κοιτάζουμε και φαίνεται να απολαμβάνουν το θέαμα.
    Ξαφνικά κοκαλώνω και το βλέμμα μου σταματάει στην είσοδο. Ο Ντάνιελ με παρατηρεί.

"Τι έγινε?" μου λέει ανήσυχος. Δεν του απαντάω. Απλός κοιτάω. Θα ορκιζόμουν ότι άκουσα πυροβολισμούς. Όμως αυτό είναι αδύνατον! Δεν έχουμε πρόσβαση σε τέτοια πράγματα! Βλέπω φώτα από αμάξι να έρχονται όλο και πιο κοντά με πολύ γρήγορο ρυθμό. Και αμάξι της αυλής να ήταν αποκλείεται να πήγαινε τόσο γρήγορα! με το ζόρι που μετακινούμαστε με αυτά!
"Πέστε όλοι κάτω!" ουρλιάζω και αμέσως η αίθουσα περιβάλλεται από φωνές και πυροβολισμούς. Ναι είχα δίκιο. Όπλα και γρήγορα αμάξια, πώς γίνεται αυτό? Αμέσως αδρεναλίνη απλώνεται σε όλο μου το σώμα και η ζαλάδα έχει εξαφανιστεί. Φτιάχνω ένα παγόβουνο μπροστά μου εφόσον όποιοι και αν είναι αυτοί τώρα σημαδεύουν εμένα. Ρίχνω μπουνιά στον πάγο μπροστά μου και διαλύεται σε μυτερά όπλα που κατευθύνονται προς το αμάξι με αποτέλεσμα να σπάσει ένα παράθυρο.
"Πάμε να φύγουμε!" ακούω να φωνάζει αυτός με το όπλο και το αμάξι φεύγει βολίδα. Βγαίνω απευθείας έξω και τους ρίχνω δύο πύρινες μπάλες. Τους πέτυχα αλλά τις σβήσανε πριν προλάβουν να εξαπλωθούν. Μέσα σε δευτερόλεπτα έχουν εξαφανιστεί. Από το εστιατόριο ακούγετε μια αντρική φωνή.
"Δεν το πιστεύω! Είναι τρίτη φορά αυτόν τον μήνα!" πλησιάζω και τότε ο κύριος μου πιάνει το χέρι.
"Ποιοι είναι αυτοί? Τι συνέβη?" ρωτάω ενώ τον διέκοψα από κάτι που πήγε να μου πει.
"Δεν ξέρουμε ονόματα. Αλλά τους πληρώνει ο Κάσφιντζερ για να μου καταστρέψουν το μαγαζί και αν αναγκαστώ να τον κλείσω."
"Αντίπαλο μαγαζί." μου ψιθυρίζει ο Ντάνιελ για να καταλάβω τα λεγόμενά του.
"Που βρήκε τα όπλα? Που βρήκε τέτοια μηχανή για αμάξια?" ρωτάω εξεταστικά τον άντρα.
"Δεν ξέρω. Πολλοί λέει ότι ήταν ανάμεσα με τους ανθρώπους και ότι όταν γύρισαν τα έφεραν μαζί τους. Άλλοι λένε ότι έχουν επικοινωνία "απέξω". Πουλάς προστασία? Προσλαμβάνεσαι!" μου απαντάει με τρεμάμενη φωνή.
"Τι? Όχι!" του λέω και τραβάω το χέρι μου.
"Σε παρακαλώ θα πληρώσω όσο χρειαστεί."
"Κοίτα δεν μπορώ να σου πουλήσω προστασία αλλά σου υπόσχομαι ότι δεν θα χρειαστείς ποτέ σου κιόλας. Πάμε Ντάνιελ!" λέω και κάνω στροφή να φύγω.
"Μα δεν φάγαμε ακόμα!" μου λέει και δείχνει μετά δυο του χέρια το τραπέζι που καθόμασταν.
"Θα σου πάρω πασατέμπο στον δρόμο!" του λέω ειρωνικά και με μεγάλη απογοήτευση με ακολουθεί. Η αλήθεια είναι ότι θα πέθαινα για εκείνη την μακαρονάδα αλλά τώρα έχω άλλα στο νου μου.

...

    Αρχίζω και προχωράω στους δρόμους με γοργό βήμα. Ο Ντάνιελ πασχίζει από πίσω μου να με προλάβει.
"Περίμενε! Που πάμε?!" μου φωνάζει και αμέσως σταματάω. Το μυαλό μου δουλεύει με τρελούς ρυθμούς αλλά παρόλο αυτά πράγματι δεν ξέρω που ακριβός πάω. Σταματάει δίπλα μου και μου πιάνει το χέρι.
"Που βρίσκεται το μαγαζί αυτού του Κόσφιγκερ?" τον ρωτάω με αυστηρό τόνο.
"Κάσφιντζερ." με διορθώνει. "Είναι λίγα τετράγωνα παρακάτω." τα μάτια μου αμέσως γυαλίζουν και ξεκινάω να πηγαίνω προς την κατεύθυνση που μόλις μου έδειξε ο Ντάνιελ.
"Ει! Περίμενε! 'Ότι και αν σκέπτεσαι είναι τρελό και επικίνδυνο!" τον ακούω να φωνάζει ενώ τρέχει ξοπίσω μου.
"Τότε μην έρθεις!" σταματάω ένα δευτερόλεπτο και τον κοιτάω ειρωνικά. Με τραβάει από το χέρι και με αναγκάζει να σταματήσω.
"Αυτό μην το ξαναπείς ποτέ." μου λέει φανερά νευριασμένος. Συσπάτε για λίγο ένα χαμόγελο στα χείλη μου και συνεχίζω την πορεία μου.
"Τότε βοήθησέ με." του απαντάω και δεν λέει τίποτα.

    Μετά από μερικά τετράγωνα φτάνουμε σε ένα εστιατόριο παρόμοιο με αυτό που ήμασταν πριν λίγο. Δεν έχει πίστα χορού αλλά το κλήμα είναι καταπληκτικό.
"Γιατί κάποιος που έχει ένα όμορφο και φιλήσυχο εστιατόριο να θέλει αν κάνει κακό σε κάποιον άλλον? Και κυρίως πώς?" λέω στον Ντάνιελ μη μπορώντας να βγάλω άκρη στα ερωτήματά μου.
"Αυτό που βλέπεις είναι κάλυψη. Το ζουμί βρίσκεται πίσω από αυτήν την πόρτα." μου λέει και μου δείχνει μια μαύρη πόρτα βαθιά στην μεγάλη αίθουσα. Δίπλα της στέκεται ένας πανύψηλος φουσκωτός τύπος με μαύρο σακάκι.
"Και εσύ που το ξέρει?" κοιτάζω εξεταστικά τον Ντάνιελ με την άκρη του ματιού μου.
"Ξέρεις πριν από εσένα είχα και μια ζωή!" μου λέει υπεροπτικά. Στρώνει το κοστούμι του και μπαίνει μέσα γεμάτος αέρα με ψηλά το κεφάλι. Τον ακολουθώ.

    Φτάνουμε μπροστά από τον γίγαντα που φιλάει την πόρτα. Μόλις είδε τον Ντάνιελ το βλέμμα του άνοιξε.
"Βρε, βρε για δες ποιος μας θυμήθηκε!" λέει ο άντρας στον Ντάνιελ με ένα τεράστιο χαμόγελο και κάνουν μια δυνατή χειραψία. Και μόνο που είδα αυτή την κίνηση το χέρι μου πόνεσε. Κάτι είπανε, δεν πολύ κατάλαβα και του άνοιξε την πόρτα. Άμεσος μουσική πετάχτηκε από μέσα και μυρωδιά τσιγάρου και άλλων διαφόρων ξεχύθηκαν μπροστά μας.
"Καλή διασκέδαση." λέει ο άντρας και πάω να περάσω. Με σταματάει βάζοντας το χέρι του στην κοιλιά μου σαν εμπόδιο.
"Η δεσποινίς?" μου λέει ο άντρας και εγώ κοκαλώνω.
"Είναι μαζί μου." του λέει ο Ντάνιελ και του κλίνει το μάτι. Ο άντρας με κοιτάζει εξεταστικά από πάνω μέχρι κάτω.
"Πόσα παίρνεις κουκλίτσα μου? Να σε προτιμήσουμε καμιά φορά." λέει και πιάνει μια μπούκλα που έχει πέσει από τον κότσο μου και την χαϊδεύει. Ο Ντάνιελ αμέσως ταράζεται και μπαίνει στην μέση ενώ εγώ είχα κάνει τα χέρια μου γροθιές και πιέζομαι τόσο πολύ που τα δάχτυλά μου έχουν ασπρίσει.
"Είναι για την κύριο Κάσφιντζερ." λέει επιφυλακτικά.
"Εντάξει. Όταν τελειώσει μαζί της μπορεί να την πάρω και εγώ μια βόλτα." λέει αυτός όλο νόημα στον Ντάνιελ και τώρα οι γροθιές αυτού έχουν γίνει άσπρες.
"Θα δούμε." λέω και κάνω στροφή να φύγω. Με σταματάει αυτός ο χιμπατζής.
"Τελικά πόσα παίρνεις κούκλα μου δεν μου είπες." επιμένει. Βάζω ένα γοητευτικό χαμόγελο στα χείλη  μου και τον πλησιάζω αργά.
"Θες να σου πω πόσα δίνω αντί για πόσα παίρνω?" του λέω και τον έχω πλησιάσει τόσο πολύ που νιώθω την ανάσα του. Ο Ντάνιελ μόνο που δεν έβγαλε καπνούς. Αυτός νεύει θετικά.
"ΤΟΣΑ!" του φωνάζω και του δίνω μια γονατιά κάτω από την ζώνη. Αυτός βγάζει μια πνιχτή φωνή και πέφτει στα γόνατα. Παίρνω το κεφάλι του και το χτυπάει στον τοίχο και αυτός πέφτει αναίσθητος στο πάτωμα. Τινάζω πίσω τα μαλλιά μου και μπαίνω μέσα στο δωμάτιο.
"Τι έκανες? Θα μας πετάξουν έξω με τις κλοτσιές μόλις συνέλθει, στην καλύτερη περίπτωση!" μου φωνάζει ο Ντάνιελ για να τον ακούσω μέσα σε αυτήν την εκκωφαντική μουσική που μας περιτριγυρίζει.
"Μέχρι να συνέλθει θα έχω τελειώσει." του λέω στον ίδιο τόνο.

     Γύρο μας υπάρχουν παντού μαυροντυμένοι άνθρωπο και ιερόδουλες. Πολλές! Ο ένας χτυπάει πάνω στο κορμί του άλλου με τον ρυθμό της μουσικής. Γιατί σίγουρα αυτό το πράγμα δεν το λες χορό.
"Εκεί είναι." μου λέει ο Ντάνιελ δείχνοντας με το βλέμμα του έναν χώρο με τρις καναπέδες και έναν άντρα να κρατάει στα χέρια του δύο ξανθιές ημίγυμνες γυναίκες, καπνίζοντας βασιλικά ένα πούρο. Πριν ξεκινήσουν οι καναπέδες, μπροστά τους, βρίσκονται δύο άντρες παρόμοιοι με αυτόν στην πόρτα.
"Τον ξέρεις?" ρωτάω τον Ντάνιελ.
"Πλάκα μου κάνεις? Είμαστε φιλαράκια!" μου απαντάει και αρχίζω και σκέπτομαι την επόμενή μου κίνηση.
"Ωραία. Θα με συστήσεις σαν μία...μία ξέρεις εσύ τι, για να μπορέσω να τον πλησιάσω. Ότι και αν δεις παίξ’ το αδιάφορος." του λέω και με κοιτάει γεμάτος αμφιβολία. Μετά από λίγο αναστενάζει.
"Καλά" λέει και με πιάνει από τον καρπό και με τραβάει κοντά του για αν τον ακολουθήσω. Φτάνουμε μπροστά του και οι δύο μπράβοι μας κλείνουν τον δρόμο.
"Κύριε Μπόροβιτς! Χρόνια και ζαμάνια!" λέει ο Κάσφιντζερ και σηκώνεται όρθιος. Οι δύο άντρες αμέσως παραμερούν.
"Τζόναθαν!" λέει ο Ντάνιελ και ανοίγει τα χέρια του.
"Παρακαλώ περάστε!" λέει αυτός ο Τζόναθαν και ας δείχνει ευγενικά τους καναπέδες.
"Τζόναθαν να σου γνωρίσω την Σίσσυ. Είναι εξαιρετικό κομμάτι." του λέει και του κλίνει το μάτι. Ο Τζόναθαν μου δίνει το χέρι του και εγώ του ανταποκρίνομαι με ένα αληθινό χαμόγελο. Όχι γιατί χάρηκα για την γνωριμία. Αλλά γιατί ο Ντάνιελ με σύστησε με αυτό το όνομα. Ο Τζόναθαν κάτι ψιθύρισε στις δύο γυναίκες και αυτές έφυγαν. Μου κάνει νόημα να καθίσω δίπλα του και εγώ πηγαίνω.
"Λοιπόν τα λέμε μετά τα νέα μας. Η μικρή από εδώ φαίνεται να χρειάζεται επειγόντως προσοχή." λέει ο Ντάνιελ και φεύγει κύριος, χωρίς πάντα να με χάσει από τα μάτια του.
"Από που σε φέρανε εσένα?" και τώρα τι λέμε? Τι εννοεί από που με φέρανε?
"Από εδώ είμαι." του λέω και καλά ντροπαλά.
"Και πώς και δεν σε έχω ξαναδεί?" με ρωτάει.
"Είμαι καινούρια." του λέω μέσα από χαζό χαχανητά.

    Ξαφνικά με πιάνει από την μέση και όρχησε να με φιλάει αχόρταγα στον λαιμό και στον ώμο. Μου έρχεται αναγούλα αλλά κρατιέμαι ακόμα. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Ντάνιελ να κατεβάζει το ένα ποτό μετά το άλλο με μιας και να τον καρφώνει με το βλέμμα του. Το χέρι του ακουμπάει το μπούτι μου στο σκισμένο σημείο του φορέματος και σιγά-σιγά ανεβαίνει όλο και πιο πολύ ώσπου τον σταματάω.

"Τι έγινε? Μου είσαι ντροπαλό?" μου λέει αυτός ο να μην πω με ένα τεράστιο χαμόγελο. Χαχανίζω και τραβιέμαι λίγο.
"Μας βλέπουν. Δεν υπάρχει κάποιο πιο ήσυχο μέρος να τα πούμε?" του λέω σαν χαζοχαρούμενο.
"Να τα πούμε θες? Έλα στον μπαμπά." μου λέει ενώ σηκώνεται όρθιος και ανοίγει μια μικρή πόρτα ακριβός δίπλα μας. Στον παππού έπρεπε να πει καλύτερα.
   
     Μπαίνουμε μέσα και ο χώρος είναι ημιφωτισμένος με ένα γραφείο στα αριστερά και ένα τεράστιο σιδερένιο κρεβάτι δεξιά. Στον κέντρο, μπροστά μου, έχει ένα παλιό τζάκι χτυσμένο με μια δερμάτινη ψηλόμεση πολυθρόνα. Αυτός κάνει έναν σάλτο και προσγειώνεται στο κρεβάτι. Εγώ κλείνω την πόρτα πίσω μου και κλειδώνω. Βάζω το κλειδί προκλητικά στο στήθος μου και μα τους Θεούς τον άκουσα να μου γρυλίζει. Ανεβαίνω πάνω του και τον πλησιάζω στο αυτί.

"Παίζεις βρόμικα Τζόναθαν?" του λέω και τότε αυτός χωρίς να πει τίποτα πετάγεται και βάζει το χέρι του κάτω από το κρεβάτι. Τραβάει μια βαλίτσα και από μέσα της βγάζει ένα μαστίγιο, ένα μάτσο χειροπέδες και κάτι άλλα που δεν ξέρω καν τι είναι και κάτι μου λέει ότι δεν θέλω κιόλας.
    Του χαμογελάω και τον δένω με τις χειροπέδες στο κρεβάτι. Του σκίζω τα ρούχα και τον αφήνω με τα εσώρουχα. Αυτός είναι αναψοκοκκινισμένος και περιμένει. Βάζω το πόδι μου πάνω στο κρεβάτι και αυτός με κοιτάζει σαν σκυλάκι που του προσφέρουν κόκαλο. Από την καλτσοδέτα μου βγάζω ένα μικρό μπουκαλάκι. Αυτός σοβαρεύει.

"Τι είναι αυτό?" με ρωτάει παραξενεμένος.
"Μην ανησυχείς δεν θα πονέσεις. Ακόμα." του λέω και το υγρό που βρίσκεται μέσα του παίρνει μορφή μυτερού πάγου μέσα στα χέρια μου.
"Βοή..." πάει να φωνάξει και του κλείνω το στόμα.
"Α,α,α... Δεν παίζεις σωστά. Κοίτα να δεις πώς θα παίξουμε. Εγώ θα κάνω ερωτήσεις και εσύ θα μου απαντάς. Για κάθε λάθος απάντηση θα σου χαρίζω και ένα καινούριο σημάδι. Οκ?" του λέω παιχνιδιάρικα. Αυτός νεύει αργά, θετικά. "Λοιπόν. Ποιοι είναι αυτοί που έκανα σουρωτήρι σήμερα το εστιατόριο πιο κάτω?"
"Δεν ξέρω."
"Λάθος απάντηση. Ουπς." του λέω και του σκίζω το πόδι. Αυτός ουρλιάζει από τον πόνο αλλά δεν πρόκειται να τον ακούσει κανείς εκεί έξω.
"Αλήθεια λέω! Δεν ξέρω ονόματα! Εγώ απλός τον πληρώνω και αυτοί κάνουν ότι του πω." λέει ενώ κλαψουρίζει σαν μωρό.
"Που μπορώ να τους βρω?" του λέω και τώρα η φωνή μου έχει αγριέψει και το παγωμένο στιλέτο στα χέρια μου σημαδεύει την "οικογένειά" του.
"Σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι έξω από το χωριό, Κοντά στις πύλες!" λέει σπαστά την κάθε του λέξη.
"Ωραία. Αν ξαναμάθω ότι πίσω από οποιαδήποτε επίθεση κρύβεσαι εσύ, Δεν θα την γλυτώσεις με μια γρατζουνιά." του λέω απολιτικά και καρφώνω το στιλέτο εκεί που στόχευε. Αυτός βγάζει μια τεράστια κραυγή και εγώ βάζω τα γέλια αφού ο πάγος είναι ακριβός ανάμεσα από τα πόδια του, αλλά όχι πάνω του. Ανοίγω την πόρτα και πάω προς τον τι-τζέι του "πάρτι". Κάτι του είπα και μετά βρήκα τον Ντάνιελ στον μπαρ. Η μουσική σταματάει.
"Τι έγινε?" μου λέει ψιθυριστά ο Ντάνιελ.
"Ο κύριος Κάσφιντζερ κερνάει όλους σας ποτό στο γραφείο του!" ακούγεται ο ντι-τζέι να λέει από το μικρόφωνό του. Βάζω τα γέλια και κοιτάω τον Ντάνιελ.
"Τι με κοιτάς δεν θα [ας για δωρεάν ποτό?" του λέω μέσα από τα χαχανητά μου. Ο Ντάνιελ με κοιτάζει με επιφύλαξη και πάει στο γραφείο. Μετά από δυο λεπτά βγαίνει μέσα από τον κόσμο που στριμώχνεται μετάξι του για να δει το θέαμα. Με πλησιάζει.
"Ουάου.... Είσαι μία....." μου λέει και με φιλάει με πάθος.
"Έλα πάμε πριν με πιάσουν." του λέω όταν χωριστήκαμε και φύγαμε τρέχοντας. Βγαίνουμε από την αίθουσα και βλέπουμε τον άντρα στην είσοδο να κρατάει το κεφάλι του και να διαφωνεί με δύο άλλους τύπους. Το βλέμμα του πέφτει πάνω μας.
"Αυτή είναι!" φωνάζει και με δείχνει στου άλλους δύο με το δάχτυλό του. Χαμογελάω και βάζω τα χέρια μου μπροστά μου και το ένα πόδι πίσω μου για αντίσταση. Οι δύο άντρες που είναι έτοιμοι να έρθουν πάνω μου τινάζονται στον αέρα όπως και ο άλλος. Τραβάω από το χέρι τον Ντάνιελ και αρχίζουμε να τρέχουμε στους δρόμους. Στρίβουμε σε ένα σκοτεινό σοκάκι και σταματάμε για να πάρουμε μια ανάσα.
"ΟΥΟΟΥ!!! Να το ξανακάνουμε!" φωνάζει ο Ντάνιελ και ξεσπάμε σε ατελείωτα γέλια. "Λοιπόν τι έχει σειρά?" μου λέει μόλις ηρέμισε και άρχισε να τρίβει τα χέρια του. Δεν λέω τίποτα. Γυρνάει να με κοιτάξει και αμέσως σοβαρεύει. "Οχ, όχι... Δεν μου αρέσει αυτό το βλέμμα." του χαμογελάω. "Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το βλέμμα!" επαναλαμβάνει με μεγαλύτερο τόνο.
"Τι είναι η ζωή χωρίς δράση?" του λέω ειρωνικά ενώ σηκώνομαι όρθια.
"Τι είναι η ζωή αν είσαι νεκρός θες να πεις?!" μου λέει αυτός ακλουθώντας με. Παίρνω φόρα και ακουμπάω τα χείλη μας απαλά σε ένα μακροχρόνια φιλί. "ΟΚ." ήταν η επόμενη απάντησή του και ξεκινήσαμε για την κρυψώνα αυτών τον εγκληματιών...


Voula GK

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου