Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13 Δεκ 2015

0 Η Τελετή (Κεφάλαιο 20)

   

Αρχίζει και ξημερώνει. Τα πόδια μου με πεθαίνουν. Έχω συνωθήσει κάπως τα τακούνια αλλά όχι τόσο ώστε να αντέξουν τα πόδια μου σε τέτοιο περπάτημα. Πέρα από τις σημερινές μας περιπέτειες η βραδιά ήταν πολύ όμορφη και ρομαντική. Δεν λέω, θα ήταν πολύ ωραίο το δείπνο που σχεδίασε ο Ντάνιελ αλλά αυτή η βόλτα στο ήσυχο χωριό αγκαλιά είναι καλύτερο από κάθε είδος πολυτέλειας που είδα σήμερα.
    Μπροστά μας βρίσκεται το τοίχος που μας προστατεύει. Δεν έχω δει τι υπάρχει πέρα από αυτό και δεν είμαι και τόσο σίγουρη αν θα ήθελα να μάθω. Τα σπίτια του χωριού απέχουν πολύ από εδώ και το μόνο που υπάρχει είναι σπιτάκια για τους φρουρούς εδώ και εκεί. Όλα είναι ξύλινα και δείχνουν εγκαταλελειμμένα. Λίγα μέτρα μακριά μας βρίσκεται μια μικρή καλύβα που φαίνεται όχι τόσο αρχαία όσο οι άλλες. Κάνω νόημα στον Ντάνιελ να κάνει ησυχία και εγώ βγάζω τα παπούτσια μου.
       Πλησιάζω και τεντώνω το κορμί μου για να ακούσω μήπως υπάρχει τίποτα εκεί μέσα. Ακούω βήματα. Δεν ανήκουν σε έναν μόνο άτομο. Πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δύο εκεί μέσα. Κάνω νεύμα στον Ντάνιελ προς την μικρή ξύλινη πόρτα και μπουκάρουμε μέσα. Με το που ανοίγουμε την πόρτα δύο άντρες ξαφνιάζονται και άμεσος παίρνουν θέση μάχης. Το ένα μου χέρι φλέγεται ολόκληρο και στο άλλο αιωρείται μια πέτρα. Ο Ντάνιελ δίπλα μου έχει βγάλει και στα δύο χέρια το γνωστό κόλπο του με το φλεγόμενο στιλέτο. Οι δύο άντρες μπροστά μου είναι έτοιμοι να ρίξουν φωτιά και νερό. Τοyς παρατηρώ και προσέχω ότι φοράνε την στρατιωτική μας φόρμα. Αφήνω κάτω τα "πυρομαχικά" μου και κάνω νόημα στον Ντάνιελ να κάνει το ίδιο.

"Ανάπαυση στρατιώτες." λέω επιβλητικά και ο τύπος με το νερό ανταποκρίνεται άμεσος. Τον έχω ξαναδεί στην αυλή και φαίνεται ότι με αναγνώρισε. Ο άλλος δεν αλλάζει στάση.
"Τι κάνεις?" ακούω αυτόν με την φωτιά στα χέρια του να λέει στον άλλον μέσα από τα δόντια του.
"Είναι η βασίλισσα ηλίθιε!" του λέει, και ο άντρας που ήταν έτοιμος να τίξει παίρνει αμέσως στάση προσοχής.
"Συγνώμη μεγαλειοτάτη." μου λέει και σκύβει το κεφάλι του.
"Δεν πειράζει." του λέω και του κάνω νόημα για να ισιώσει το ανάστημά του. "Αλώστε εγώ μπούκαρα εδώ μέσα." λέω στον εαυτό μου. "Δεν έχετε σκοπιά?" συνεχίζω.
"Αλλαγή βάρδιας μεγαλειοτάτη."
"Έχετε δει εδώ γύρο καμιά ύποπτη κίνηση?" τον ρωτάω.
"Όχι μεγαλειοτάτη." αποκρίνεται ο ίδιος.
"Τα άλλα σπιτάκια σας?"
"Είναι όλα εγκαταλελειμμένα. Χρησιμοποιείται μόνο αυτό και ένα άλλο στην ανατολική πύλη." Τέλει. Αυτό σημαίνει ότι  όπου δούμε κίνηση θα ξέρουμε ότι είναι αυτοί που ψάχνουμε.
"Ευχαριστώ πολύ. Καλή σας μέρα κύριοι." του λέω και βγαίνουμε έξω. "Α, και συγνώμη για την πόρτα." προσθέτω και του δίνω ένα πλατύ χαμόγελο.
"Και τώρα τι?" μου λέει ο Ντάνιελ μετά από περίπου είκοσι λεπτά. Σταματάω απότομα και χαμογελάω.
"Τώρα μπουκάρουμε." του λέω και μένω να κοιτάω μπροστά μου.
"Τι?" με ρωτάει και εγώ τεντώνω το χέρι μου και του δείχνω κάτι μπροστά μας. Έξω από μια καλύβα βρίσκεται παρκαρισμένο ένα αυτοκίνητο με σπασμένο τζάμι και καμένο καπό.
"Ξέρεις τι να κάνεις." του ψιθυρίζω και με τον ίδιο τρόπο μπαίνουμε μέσα. Εκεί βρίσκονται τέσσερεις άντρες καθισμένοι γύρο από ένα τραπέζι με λεφτά.

    Πετάγονται απότομα όλοι μαζί. Ο ένας οπλοφορεί. Ένας άλλος πάει να αρπάξει ένα όπλο από τον πάγκο αλλά τον προλαβαίνει ο Ντάνιελ. Οι άλλοι δύο απλό επιτίθενται. Βάζω την προσοχή μου σε αυτόν με το όπλο. Οι άλλοι τρις πριν προλάβω να κοιτάξω έχουν βγει K.O. φτάνω μπροστά του και τον χτυπάω στον τοίχο. Αυτός προλαβαίνει και με πυροβολεί κοντά στα πλευρά. Η αδρεναλίνη μέσα μου είναι αρκετή ώστε να μην χάσω τον έλεγχο.

"Λάθος κίνηση αγοράκι." του λέω ενώ λιώνω το όπλο που σημαδεύει στο στήθος μου. Το χέρι του αρχίζει να καίγεται μαζί με το λιωμένο σίδερο και αυτός ουρλιάζει από τον πόνο. Του ρίχνω μια μπουνιά τόσο δυνατή που πόνεσε το χέρι μου. Τον χτυπάω με δύναμη στον τοίχο και βάζω το χέρι μου στον λαιμό του. Ατός βήχει.
"Που τα βρήκατε αυτά?" φωνάζω αγριεμένη δείχνοντας με το βλέμμα μου το λιωμένο όπλο. Ο άντρας στρίβει το κεφάλι του λίγο και φτύνει το αίμα που έχει μαζευτεί στο στόμα του. Αρχίζει και γελάει σατανικά φανερώνοντας τα κόκκινα δόντια του.
"Και να σου πω κοριτσάκι μου είναι πάνω από τις δυνάμεις σου." λέει και συνεχίζει να γελάει. Του δίνω μία μπουνιά στο στομάχι και αυτός ζαρώνει.
"Τατιάνα αιμορραγείς." ακούω τον Ντάνιελ να μου λέει φοβισμένος.
"Τι ξέρω. Θα θεραπευτώ σε λίγο." του απαντάω για να τον καθησυχάσω. Γυρνάω πάλι την προσοχή μου στον τύπο που έχω ακινητοποιήσει στον τοίχο.
"Έχεις ιδέα ποια είμαι εγώ?" του λέω εξαγριωμένη.
"Θα έπρεπε?" μου λέει και χαμογελάει. Πώς γίνεται να βρίσκεται σε τέτοιο κίνδυνο και να τα παίρνει όλα τόσο στην πλάκα?
"Τατιάνα Στρίτον σου λέει κάτι?" του απαντάω και του δίνω ένα ειρωνικό χαμόγελο. Τα χείλη του συσπούνται για λίγο αλλά μετά γίνονται όλο και μεγαλύτερα.
"Τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέροντα." μου λέει και εγώ τον πετάω στο πάτωμα.
"Τι εννοείς?" τον ρωτάω έτοιμη να ξανά επιτεθώ.
"Γιατί δεν πας να ρωτήσεις τον σύμβουλό σου?" μου λέει και μετά βήχει φτύνοντας λίγο-λίγο αίμα στο πάτωμα. Ο Άντονι? Τι σχέση έχει με αυτό? Τι εννοεί?
"Μίλα καθαρά!" φωνάζω και η γροθιά μου τυλίγεται στις φλόγες έτοιμη να χτυπήσει. Το χαμόγελό του χάνεται.
"Εννοώ ότι αυτός μας τα προμηθεύει όλα αυτά. Δεν ξέρω λεπτομέρειες!" λέει κάπως φοβισμένος ενώ κρύος ιδρώτας τον λούζει. Αποκλείεται! Λέει ψέματα. ΟΚ, δεν τον συμπαθώ τον Άντονι αλλά δεν είναι προδότης!
"Τατιάνα λέει αλήθεια." νιώθω το χέρι του Ντάνιελ να ακουμπάει τον ώμο μου.
"Ότι και αν ισχύει αυτοί πρέπει να τιμωρηθούν." λέω και ακουμπάω το κεφάλι του άντρα στο πάτωμα. Αυτός βγάζει μια πνιχτή κραυγή και πέφτει αναίσθητος.
"Τι έκανες?!" φωνάζει ο Ντάνιελ. Πηγαίνω και κάνω το ίδιο στους άλλους τρις.
"Μην ανησυχείς, θα ξυπνήσουν σε 24 ώρες μέσα στα κλουβιά τους στην αυλή. Ξέρεις και εμείς αποτελούμαστε από νερό. Είναι δύσκολο αλλά μπορείς να ελέγξεις τον άλλον. Βέβαια αν δεν ξέρεις μπορείς στην καλύτερη να τον σκοτώσεις." του λέω και βγαίνουμε από την καλύβα.
"Στην καλύτερη? Δηλαδή στην χειρότερη τι μπορείς να κάνεις?" μου φωνάζει από πίσω μου.
"Μπορεί να σκοτώσεις τον εαυτό σου." του λέω ξερά. Αρπάζω τα παπούτσια μου από κάτω και συνεχίζω την ποριά μου. Ο Ντάνιελ με παίρνει αγκαλιά και με φιλάει στο μέτωπο.
"Είσαι πολύ επικίνδυνη τελικά. Μήπως θα έπρεπε να φοβάμαι?"
"Μπορεί." του λέω και βάζουμε τα γέλια. Όμως δεν κρατάει πολύ. Το μόνο που σκέπτομαι τώρα είναι: Άντονι και απαντήσεις.

...

 Στο σημείο στο οποίο με πυροβόλησαν πονάει πολύ. Ακουμπάω το χέρι μου εκεί και ακόμα αιμορραγώ. Κρυώνω απίστευτα και το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Νιώθω λες και έχει φύγει όλο το αίμα από το κεφάλι μου και απλός θέλω να ξεκουραστώ. Παραπατάω λίγο και ο Ντάνιελ αμέσως με πιάνει.
"Σίγουρα είσαι καλά?" μου λέει γεμάτος ανησυχία. Δεν θέλω να τον αγχώσω και του χαρίζω ένα πονεμένο χαμόγελο.
"Μια χαρά." του λέω και προοράμε.
    Οι πολίτες αρχίζουν και στήνουν τους πάγκους τους και με το βλέμμα μου πιάνω μια όχι και τόσο γνωστή φυσιογνωμία.
"Κρυώνω." λέω και ο Ντάνιελ σε δευτερόλεπτα έχει βγάλει το σακάκι του και το έχει απλώσει στους ώμους μου. Προχωράω προς τον κύριο που ταχτοποιεί κάτι ωραία κοσμήματα στον πάγκο του.
"Καλημέρα." του λέω με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη.
"Καλημέρα." μου απαντάει ευγενικά και όταν με είδε καλύτερα έμεινε να με κοιτάει. "Κάπου σε ξέρω εσένα νεαρά μου." μου λέει και μετά από μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια του γουρλώνουν. Γελάω και του δείχνω ένα μικρό βραχιόλι που μόλις είχε ακουμπήσει πάνω στον πάγκο του.
"Θα ήθελα αυτό." λέω και αυτός το βάζει μέσα σε ένα μικρό σακουλάκι και μου το δίνει. Το παίρνω και ακουμπάω πάνω στον πάγκο μία δέσμη από χρήματα. "Ευχαριστώ πολύ." του λέω με ένα τεράστιο χαμόγελο και αυτός χάσκει. Δεν περιμένω να πει τίποτα και αμέσως κάνω αναστροφή και βρίσκω μπροστά μου τον Ντάνιελ να με καρφώνει.
"Τι κάνεις?!" μου σφυρίζει μέσα από τα δόντια του και εγώ τον φιλάω.
"Μπορείς να πεις ότι του χρωστάω." του λέω γλυκά και τον τραβάω από το χέρι. "Έλα, χρωστάω και σε άλλους." συνεχίζω και μόνο σηκωτό δεν τον πήρα από εκεί πέρα. Δύο στενά πιο κάτω βλέπω δύο παιδάκια να ζητιανεύουν. Σκύβω από πάνω τους και τους χαμογελάω.
"Που είναι οι γονείς σας?" τους λέω γλυκά και το αγοράκι που ήταν λίγο πιο μεγάλο από την αδερφή του, όπως φαίνεται, μου μιλάει.
"Ο μπαμπάς μας είναι στρατιώτης στην αυλή και η μαμά άρρωστη." μου λέει επιφυλακτικά και παίρνει το κοριτσάκι από πίσω του για να την προστατέψει. Του χαϊδεύω το κεφάλι.
"Λοιπόν θα σου δώσω κάτι και εσύ θα το κρύψεις και θα τρέξεις να το δώσεις κατευθείαν στην μητέρα σου. Εντάξει?" του λέω σιγά και μετά από λίγο αυτός νεύει θετικά. Βγάζω από την τσέπη μου μια ακόμα δέσμη την τοποθετώ στα χέρια του και τα διπλώνω στο στέρνο του. "Καλή σου μέρα." του λέω και φεύγω. Ο Ντάνιελ μετά από μερικά βήματα με σταματάει.
"Τι? Χρωστούσες και στην μητέρα του?" μου λέει ειρωνικά. Αμέσως τον καρφώνω με το βλέμμα μου.
"Είναι καθήκον μου ο λαός μου να ζει φυσιολογικά και όχι να ζητιανεύει!" του λέω απολιτικά. Πώς μπόρεσε και ρώτησε κάτι τέτοιο? Προχωράω μόνη μου χωρίς βέβαια ο Ντάνιελ να έχει απομακρυνθεί βήμα από πίσω μου. Κάνω στροφή και μπαίνω μέσα σε ένα φούρνο.
"Καλή μέρα!" λέω γεμάτη ενέργεια στην γυναίκα στο ταμείο που είχα δει πριν περίπου μια βδομάδα ή δύο. Δεν θυμάμαι. Η γυναίκα σηκώνει το βλέμμα της και το πρόσωπό της φωτίζεται.
"Οπ! Το ζητιανάκι! Τι έγινε? πήγαν πολύ καλά οι δουλειές ή μήπως έκλεψες κάνα κοσμηματοπωλείο?" μου λέει και δείχνει το φόρεμά μου. Υπό κανονικές συνθήκες θα θύμωνα αλλά τώρα το βρήκα ένα χαζό αστείο. Γέλασα και ακούμπησε μια ακόμα δέσμη πάνω στο ταμείο.
"Απλός ήθελα να πω ευχαριστώ. Για όλα." της λέω και φεύγω σίφουνας από εκεί μέσα. Από έξω ο Ντάνιελ περιμένει. Έχει ακουμπήσει το σώμα του πάνω στον τοίχο δίπλα από την πόρτα και κοιτάει τον ουρανό. Με βλέπει που βγαίνω και με ακολουθεί.
    Ζαλάδα ξαναέρχεται και η πληγή μου ακόμα δεν έχει κλίσει.
"Τατιάνα είσαι χλομή. Πάμε σπίτι αμέσως!" τώρα η φωνή του έχει δυναμώσει και έχει γίνει επιβλητικός.
"Όχι." του λέω και μορφάζω από τον πόνο.
"Δεν στο ζήτησα." μου λέει και μπαίνει μπροστά μου. Ξαφνικά όλα γύρο μου μαυρίζουν για λίγο και νιώθω τα πόδια μου να σπάνε. Κλείνω τα μάτια μου και μετά από ένα δευτερόλεπτο τα ξανά ανοίγω. Ο Ντάνιελ με κρατάει και προσπαθεί να με στηρίξει. Δεν μπορώ να μιλήσω. Σηκώνω το χέρι μου και του δείχνω ένα μικρό μοτέλ στο τέλος του δρόμου. Ο Ντάνιελ με σηκώνει στα χέρια του και πάει με γοργά βήματα προς τα εκεί. Μετά από δύο λεπτά συνέρχομαι λίγο.
"Άφησέ με. Μπορώ. Όλα θα πάνε καλά." του λέω και χαϊδεύω το αγριεμένο του πρόσωπο. Γυρνάει με κοιτάει και τα μάτια του γυαλίζουν. Είναι έτοιμα να βουρκώσουν. Του χαμογελάω γλυκά. "Αλήθεια." του λέω και μόλις φτάνουμε στην είσοδο του μοτέλ με αφήνει κάτω. Στέκομαι στα πόδια μου και πηγαίνω προς αυτόν τον άντρα στο ταμείο. Τρώει και με το που με βλέπει ξεσπάσει σε δυνατό βήχα.
"Πάλι εσύ?! Δεν έχουμε δωμάτια. Είναι όλα κλειστά." μου λέει απότομα και εγώ αγριεύω.
"Τότε βρες ένα!" του φωνάζω και εκείνος στραβοκαταπίνει. "Γρήγορα!" του λέω και αυτός κοιτάει τα κλειδιά πίσω του.
"Είναι ένα ανοικτό αλλά είναι πολύ ακριβό." μου λέει δύσπιστα.
"Το θέλω." λέω και με λίγο αέρα τα μοναδικά κλειδιά στον πίνακα έρχονται στα χέρια μου. Δίνω την τσάντα μου στον Ντάνιελ και αρχίζω και ανεβαίνω τις σκάλες.
"Τα υπόλοιπα κανόνισέ τα μαζί του." λέω και δείχνω τον Ντάνιελ.
"Μα..." πάει να πει ο Ντάνιελ αλλά τον διακόπτω.
"Δύο λεπτά θα πάρει. Μην ανησυχείς θα ζήσω." του λέω και συνεχίζω να ανεβαίνω.

    Δωμάτιο 503. Μπουκάρω μέσα και από την επίπλωση του πράγματι πρέπει να είναι ακριβό. Μια κάτασπρη μοκέτα είναι ντυμένη σε όλο το πάτωμα. Ένα διπλό μαύρο κρεβάτι βρίσκεται στην μέση. Μπροστά του ένας μαύρος καναπές, απέναντι μια μεγάλη τηλεόραση και δεξιά το μπάνιο. Πάω προς τα εκεί και παραπατάω και πέφτω πάνω σε έναν ξύλινο μπουφέ πίσω από την πόρτα τον οποίο δεν είχα δει. Πέφτει κάτω και όλα τα ποτήρια και τα κρασιά που υπήρχαν πάνω του τώρα έχουν γίνει θρύψαλα. Προχωράω προς το μπάνιο και ασφαλίζω την πόρτα πίσω μου.
     Βγάζω το φόρεμά μου που είναι λουσμένο στο αίμα και κοιτάζω την πληγή μου στον καθρέφτη. Φαίνεται βαθιά αλλά έχω γιατρέψει και χειρότερα. Τι γίνεται? Επικεντρώνομαι στο νερό που κιλάει μέσα μου και μετά από λίγο συνειδητοποιώ κάτι. Η σφαίρα είναι ακόμα μέσα. Τώρα όλα βγάζουν νόημα. Για αυτό δεν θεραπεύομαι. Γιατί υπάρχει εμπόδιο. Ένα μεταλλικό εμπόδιο. Βάζω νερό στην πληγή και μορφάζω. Αμέσως μετά παγώνω την περιοχή για να σταματήσει η αιμορραγία. Ουρλιάζω από τους πόνους και ο Ντάνιελ μπαίνει στο δωμάτιο.
"Τατιάνα άνοιξε!" φωνάζει χτυπώντας την πόρτα. Κρυώνω απίστευτα και είμαι χλωμή. Ο πάγος στην πληγή λιώνει πολύ γρήγορα και εγώ τον ξανά παγώνω ακόμα πιο πολύ. Φωνάζω τόσο πολύ από τον πόνο που μπορεί να με άκουσαν μέχρι την αυλή. Η πόρτα δίπλα μου σπάει και ο Ντάνιελ μπαίνει μέσα. Με αρπάζει και με ξαπλώνει στο κρεβάτι.
"Έφερα γιατρό." μου λέει και μέσα από την θολούρα που με πνίγει, βλέπω έναν κύριο να στέκεται από πάνω μου.
"Τι έγινε?" ρωτάει ο γιατρός.
"Την πυροβόλησαν." λέει ο Ντάνιελ γεμάτος αγωνία.
"Η σφαίρα είναι ακόμα εκεί." λέω με μισή φωνή και ακουμπάω την πληγή μου.
"Λείπαμε. Δεν γνωρίζω τι να κάνω. Δεν μου έχει ξανά τύχει κάτι τέτοιο." λέει αυτός με τρεμάμενη φωνή.
"Απλός βγάλ’ την!" του φωνάζει ο Ντάνιελ τόσο δυνατά που πετάχτηκα.
"Μα μπορεί να βλάψω κάποιο όργανό της."
"Απλός βγάλ’ την! Μετά θα είναι καλά!" του σφυρίζει απολιτικά ο Ντάνιελ μέσα από τα δόντια του.

    Τότε ο γιατρός ανοίγει μια μαύρη βαλίτσα και βάζει κάτι λευκά γάντια. Αμέσως μετά βγάζει ένα μπουκαλάκι με ένα διαφανές υγρό. Ξεπαγώνει τον πάγο και ρίχνει μέσα το υγρό. Ο Ντάνιελ μου δίνει το χέρι του και εγώ το αρπάζω και το σφίγγω με τόση δύναμη που τον λυπήθηκα, Μετά βγάζει ένα τεράστια τσιμπιδάκι.
"Πάρε βαθιά ανάσα." μου λέει και πιάνει με το τσιμπιδάκι την σφαίρα. Την νιώθω να κουνιέται και να βγαίνει από μέσα μου. Αρχίζω και ουρλιάζω με όσο φωνή μου έχει μείνει. Ώσπου δεν βγαίνει άλλη. Η σφαίρα έχει εξαφανιστεί από μέσα μου. Το νιώθω. Ένα δάκρυ φεύγει από τα μάτια μου  και νιώθω μια αίσθηση ανακούφισης. Αλλά τα μάτια μου κλείνουν. Γιατί? Ίδη το νιώθω να επουλώνεται. Γιατί δεν γίνομαι καλύτερα?
"Τατιάνα?" ακούω την φωνή του Ντάνιελ να μου φωνάζει από μακριά μου. Όμως νιώθω τα χέρια του πάνω μου. Είναι κοντά. Δεν βλέπω μόνο ακούω.
"Τι της συνέβη?!" τον ακούω να φωνάζει.
"Δεν, δεν ξέρω! Ψήνεται στον πυρετό." ακούω τον Ντάνιελ να πηγαίνει κάπου και μετά να με αρπάζει στην αγκαλιά του. Με βάζει μέσα σε κάτι παγωμένο. Είναι τόσο κρύο. Δεν το αντέχω. Παίρνω βαθιά ανάσα και τα μάτια μου ανοίγουν. Βρίσκομαι μέσα στην μπανιέρα και είναι γεμάτη με πάγους. Μου βρέχουν το πρόσωπο και εγώ τινάζομαι ολόκληρη από την αίσθηση του καψίματος. Δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει. Δευτερόλεπτα? Λεπτά? Ώρες? και ξαναβρίσκομαι στο κρεβάτι, σκεπασμένη με ένα λευκό σεντόνι. Πήγα να μιλήσω αλλά δεν κατάφερα να βγάλω τίποτα.
"Σςςςς. Θα γίνεις σύντομα καλά. Ξεκουράσου." μου λέει ο Ντάνιελ και μου χαϊδεύει τα μουσκεμένα μου μαλλιά. Τον ακούω κάτι να λέει με τον γιατρό. Η πόρτα κλείνει και ο Ντάνιελ μου μιλάει αλλά δεν καταλαβαίνω. Μια σταγόνα.... Κάτι υγρό έπεσε στο μάγουλό μου. Γυρνάω να τον κοιτάξω και βλέπω τους δύο πανέμορφους ωκεανούς μου να έχουν πλημυρίσει και να έχουν γίνει κόκκινοι. Του χαμογελάω και του σκουπίζω το πρόσωπο με τον αντίχειρά μου. Μου παίρνει το χέρι και μου το φιλάει.

"Σςςς. Κοιμήσου. Όλα θα πάνε καλά." ψιθυρίζει και φαίνεται σαν αν το λέει περισσότερο στον εαυτό του παρά σε εμένα. Ακουμπάω το κεφάλι μου στο στέρνο του και ο πόνος μου με κοίμισε.

Voula GK

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου