Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

17 Δεκ 2015

0 Η Τελετή (Κεφάλαιο 21)


Πετάγομαι ολόκληρη από τον ύπνο μου λουσμένη στον ιδρώτα. Πάλι αυτό το όνειρο με την Κάσια που γίνεται πόλεμος. Μπορεί το άνχος. Μπορεί κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Ο Ντάνιελ δίπλα μου πετάγεται επίσης και με παίρνει αγκαλιά. έξω από τα παράθυρα υπάρχει σκοτάδι.

"πώς είσαι?" με ρωτάει και με φιλάει στο μέτωπο. Πιάνω το σημείο που με είχαν πυροβολήσει και δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε κρυώνω, ούτε τίποτα.
"Μια χαρά." του χαμογελάω και τον φιλάω στα χείλη. Είναι καυτά και κοιτάζω γύρο μου. Ο Πάγκος με τα ποτά τελικά έσπασε και αυτός. Η λευκή μοκέτα είναι εδώ και εκεί λουσμένη στο αίμα και το κρασί. Η πόρτα του μπάνιου κατεστραμμένη και το στρώμα ακριβός δίπλα μου καμένο.
"Τι έγινε?" τον ρωτάω και αυτός μου χαμογελάει.
"Ο γιατρός είπε ότι η σφαίρα ήταν μολυσμένη. Έτσι εσύ ανέβασες υψηλό πυρετό και είχες σπασμούς. Σου έκανε μια ένεση με ένα μπλε υγρό και ηρέμισες αφού σε είχαμε είκοσι λεπτά στον πάγο για να κατέβει ο πυρετός. Όταν σου έβγαζε την σφαίρα πριν σου δώσω το χέρι μου έκαψες το στρώμα." μου δείχνει την τρύπα ανάμεσά μας και μου χαμογελάει. Αμέσως με παίρνει στην αγκαλιά του και με σφίγγει. Ένας αναστεναγμός βγαίνει από τα χείλη του προς ανακούφιση. "Φοβήθηκα. Φοβήθηκα ότι θα σε χάσω." μου ψιθυρίζει και καθώς λέει αυτές τις λέξεις σφίγγει όλο και πιο πολύ. Τραβιέμαι και εγκλωβίζω το πρόσωπό του μέσα στις χούφτες μου.
"Περίμενες ότι θα έπεφτα τόσο εύκολα?" του λέω γλυκά και γελάμε. Το γέλιο μας το διακόπτει ένα τεράστιο εκρηκτικό φιλί που μου έδωσε.
"Έλα έχουμε δουλειά να κάνουμε." του χαμογελάω και σηκώνομαι. Βάζω το φόρεμά μου το οποίο είναι πλυμένο και στεγνό. Το μοναδικό στίγμα που έχει πάνω του είναι μια μικρή τρύπα στα πλευρά από την σφαίρα. Τον πιάνω από το χέρι και βγαίνουμε από αυτό το αχούρι που άφησα πίσω μου. Κατεβαίνουμε και βλέπω αυτόν τον κύριο να κλείνει ένα φως πίσω του.
"Φεύγετε κιόλας?" λέει με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
"Δυστυχώς." αφήνω το κλειδί στο ταμείο και από πάνω μία δέσμη χρημάτων.
"Γιατί?" μου λέει αυτός με γουρλωμένα τα μάτια.
"Πρέπει αν κάνετε μερικές επισκευές στο δωμάτιο 503." του λέω και του χαρίζω ένα παρηγορητικό χαμόγελο. Δεν είπε τίποτα και ο Ντάνιελ δίπλα μου, μου άνοιξε την πόρτα κάνοντάς μου μια γοητευτική υπόκλιση. Το χαμόγελό μου φωτίζεται και εγώ βγαίνω έξω. Με παίρνει αγκαλιά από τον ώμο και κατευθυνόμαστε προς την αυλή.

   Το μεγάλο ρολόι στις πύλες της βασιλικής αυλής σημάνει !10¨00 μ.μ. όταν φτάνουμε. Μπαίνουμε μέσα και αφού προχωρήσαμε λίγο χέρι- χέρι σταματάω.
"Πήγαινε να βρεις τον στρατηγό και δώστου οδηγίες για την καλύβα που βρήκαμε αυτούς τους τέσσερεις εγκληματίες. Θα είναι αναίσθητοι για μερικές ώρες ακόμα. Πες του να τους φυλακίσουν και θα τους κανονίσω αργότερα." του λέω και του δίνω ένα αποχαιρετιστήριο φιλί.
"Και εσύ?" μου λέει καθώς απομακρύνομαι.
"Εγώ έχω μια συζήτηση να κάνω." του λέω χωρίς να σταματήσω και κατευθύνομαι προς το σπίτι.

    Έξω από την είσοδο είναι ο Κρίστιαν και η Κάσι. Μόλις μπαίνουν μέσα.
"Κάσια!" της φωνάζω και αυτή γυρνάει. Την πλησιάζω και την αγκαλιάζω.
"Που ήσουν?" μου λέει. "Σε ψάχναμε παντού!" της χαμογελάω.
"Είχα βγει ραντεβού με τον Ντάνιελ."
"Μία ολόκληρη μέρα?" σίγουρα δεν πρόκειται να της πω τι έγινε όσο έλειπα. Της πιάνω το χέρι.
"Δεν είναι αυτό το θέμα. Κοίτα θα γίνει πόλεμος. Σύντομα." της λέω και σκέπτομαι ότι αποκλείεται αυτό που βλέπω να είναι μόνο ένα όνειρο. "Ο Άντονι βρίσκεται πίσω από όλα να το θυμάσαι."
"Τι εννοείς?" με ρωτάει φανερά μπερδεμένη.
"Θα στα εξηγήσω όλα σε λίγο. Ξέρεις που είναι τώρα?" της λέω και αφήνω το χέρι της.
"Ναι στο γραφείο του." λέει διστακτικά. Την φιλάω στο μέτωπο και φεύγω σίφουνας για το γραφείο του Άντονι.

    Μπουκάρω μέσα και αυτός πετάγεται από την θέση του. Παίρνω ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη και κάθομαι ήρεμη σε μια καρέκλα.
"Μεγαλειοτάτη που ήσασταν? σας ψάχν...." μου λέει και εγώ τον διακόπτω με μια κίνηση του χεριού μου.
"Παρακαλώ. Κάθισε. Πρέπει να απολαύσεις της τελευταία σου φορά που θα κάτσεις σε κάτι αναπαυτικό." του λέω ήρεμα και του δείχνω την πολυθρόνα του. Αυτός κάθεται σιγά-σιγά με απορημένο βλέμμα. Παίρνω ένα στυλό στα χέρια μου και το εξετάζω.
"Ξέρεις ποια είναι η ποινή σε περίπτωση που προδώσεις την βασίλισσά σου, και κυρίως τον λαό σου?" τα μάτια του γίνονται μια γραμμή και δεν αποκρίνεται. "Θάνατος." του λέω και αυτός δεν αλλάζει στάση. "Αλλά δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι. Καλύτερα να σου κάνω την ζωή κόλαση και μετά να πας και εκεί!" του φωνάζω και καρφώνω το στυλό στο γραφείο. Αυτός τραντάζεται από την απότομη αλλαγή στην φωνή μου.
"Με συγχωρείτε αλλά για ποιο πράγμα μιλάτε?" μου λέει φοβισμένα.
"Τα ξέρω όλα! ΟΛΑ! Για την τεχνολογία που κουβαλάς εδώ μέσα από τους ανθρώπους, για τα όπλα. Όλα." του φωνάζω αγριεμένη και αμέσως το πρόσωπό του σοβαρεύει.
"Τότε σε αυτή την περίπτωση θα πω συγνώμη." μου λέει σοβαρά.
"Τι?" τώρα τον κοιτάω εγώ απορημένη.
"Δεν μπορώ να σε αφήσω να ανακατευτείς στα πόδια του για μια ακόμη φορά." λέει και τραβάει ένα όπλο. Πριν προλάβω να αντιδράσω τραβάει την σκανδάλη και ένα μικρό βελάκι καρφώνεται στο μπράτσο μου. Αμέσως όλα γύρο μου γυρίζουν. Προσπαθώ να κρατηθώ στα πόδια μου αλλά αυτά λυγίζουν. "Ξέρεις, δεν υπάρχει μέλλον εδώ. Οι άνθρωποι μας το προσέφεραν και χωρίς εσένα ο πόλεμος θα ξεκινήσει μια ώρα νωρίτερα. Οι δυνάμεις μόνο που θα επιβιώσουν, θα μπορέσουν να ζήσουν στον κόσμο των ανθρώπων." τον ακούω να λέει και τα μάτια μου αμέσως κλείνουν και πέφτω αναίσθητη.

    Δεν γίνεται! Δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Πριν χάσω τελείως τις αισθήσεις μου στέλνω το πνεύμα μου για ένα μικρό ταξίδι. Βρίσκομαι στο γραφείο του Άντονι αλλά ούτε αυτός είναι εκεί ούτε το σώμα μου. Πόση ώρα έκανα για να κάνω αυτό το πνευματικό ταξίδι τέλος πάντων? Δεν έχει σημασία. Τρέχω και μπουκάρω στο δωμάτιο της Κάσιας. Πάλι καλά απλός μιλούσαν εκείνη την στιγμή με τον Κρίστιαν. Εκείνη πετάγεται ολόκληρη και ο Κρίστιαν με ένα βήμα πέρασε από μέσα μου και ελέγχει τον χώρο. Ψάχνω χαρτί και μολύβι αλλά τίποτα. Μόνο ο υπολογιστής είναι πάνω στο γραφείο. Μπορεί να μου κάνει. Κουνάω αυτό το πράγμα που λένε ποντίκι και ο οθόνη ανοίγει. Μπροστά μου υπάρχει η εικόνα ενός χαρτιού. Πατάω ένα γράμμα και βλέπω ότι πάνω σε αυτό το ψηφιακό χαρτί μπορώ να γράψω.
     Η Κάσια κοιτάει τη οθόνη που μόλις φώτισε. Γουρλώνει τα μάτια της και συνεχίζει να κοιτάει.
"Τάτι?" μου λέει και ο Κρίστιαν την κοιτάει απορημένος.
"Τι λες?" την ρωτάει.
"Σςςς μην μιλάς. Τάτι εσύ είσαι?" μου λέει.
"Δεν είναι κανείς εδώ." της λέει ο Κρίστιαν και ξεκινάω να γράφω.
"Ναι εγώ είμαι. Κοίτα. Δεν έχω πολύ χρόνο. Ο Άντονι συμμαχεί με τους ανθρώπους και αν όχι τώρα το βράδυ, μόλις ξημερώσει θα επιτεθούν. Μου έριξε νομίζω αναισθητικό και δεν ξέρω που βρίσκομαι Βάλε τα δυνατά σου. Ο λαός μας είναι στα χέρια σου. Έχουμε πόλεμο." με το που πατάω το τελευταίο γράμμα η εικόνα μπροστά μου χάνεται και ακούω την Κάσια να φωνάζει τους φρουρούς. Χάνω και τον ήχο αλλά δεν ξυπνάω. Δεν μπορώ.

...

      'Όταν τελικά καταφέρνω να ανοίξω τα μάτια μου, το δυνατό λευκό φως με κάνει να τα ξανακλείσω. Είναι όλα τόσο φετινά. Δεν είναι ο κόσμος μου αυτός. Τι συμβαίνει? Προσπαθώ να κουνηθώ αλλά νιώθω όλο μου το σώμα μουδιασμένο. Σηκώνω το χέρι μου και ακουμπάω τα χείλη μου. Είναι ξερά και αναζητούν επειγόντως λίγο νερό. Μισοκλείνω τα μάτια μου για να καταφέρω να δω γύρο μου. Όμως όλα θολά. Δεν καταλαβαίνω αν υπάρχει κάτι κοντά μου και πώς μοιάζει. Αν είναι απειλή ή όχι. Μετά από λίγο καταφέρνω να δω και πάει όμως δεν υπάρχει τίποτα.
     Βρίσκομαι μέσα σε ένα μεγάλο κάτασπρο δωμάτιο με μια επίσης άσπρη φόρμα. Στους τέσσερεις τοίχους δεν μπορώ να διακρίνω πόρτα ή παράθυρο ή κάτι τέλος πάντων που μπορώ να φύγω από εδώ μέσα.
    Σιγά-σιγά το μυαλό μου αρχίζει και δουλεύει σε ταχύτατους ρυθμούς. Σηκώνομαι όρθια και τα πόδια μου τρέμουν. Οι παλάμες μου έχουν ιδρώσει το ίδιο και το μέτωπό μου. Κοιτάζω απεγνωσμένα γύρο μου και σε μια γωνία ψιλά στο δωμάτιο, υπάρχει μια μικρή τρύπα. Βάζω λίγο αέρα στα πόδια μου και σηκώνομαι στον ύψος αυτής της τρύπας. Είναι στρογγυλή και δροσερός αέρας έρχεται από εκεί μέσα. Ένας ανεμιστήρας που δουλεύει ασταμάτητα βρίσκεται μερικά εκατοστά μέσα της. Βάζω το χέρι μου μέσα και το τραβάω αμέσως μακριά καθώς αυτό το πράγμα που γυρίζει πολύ γρήγορα μου έκοψε λίγο τις άκρες των δαχτύλων μου. Αίμα τρέχει και μετά από δύο λεπτά τίποτα. Ακουμπάω τα χέρια μου στον τοίχο και κλείνω τα μάτια μου για λίγο. Δεν νιώθω πάλι τίποτα. Από ότι και αν είναι φτιαγμένο αυτό το πράγμα δεν είναι φυσικό και έτσι δεν μπορώ να το ελέγξω.
     Πηγαίνω μερικά βήματα πίσω και σηκώνω τις παλάμες μου στον αέρα. Ρίχνω αλύπητα φωτιά στον άσπρο τοίχο και το μόνο που καταφέρνω είναι να κάψω το οξυγόνο μου και να γεμίσω το δωμάτιο καπνό. Αρχίζω και βήχω. Ένας θόρυβος ακούγετε και η τρύπα κοντά στο ταβάνι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έχει απορροφήσει όλο τον καπνό. Αμέσως μετά ένα μικρό κομμάτι στον τοίχο ανοίγει και μέσα σε λιγοστό χρόνο πετάει ένα μπουκάλι στο πάτωμα. Αρχίζω και χτυπάει το σημείο στον τοίχο που μόλις άνοιξε αλλά μάταιος κόπος. Κοιτάζω δίπλα μου στο πάτωμα το μπουκάλι με νερό που μόλις βγήκε από εκεί μέσα και κλείνω τα μάτια μου και αφού νιώθω ότι είναι καθαρό το περιεχόμενο του μπουκαλιού, με δύο γουλιές έχει τελειώσει.
    Εξετάζω το μπουκάλι στα χέρια μου μήπως μου φανεί χρήσιμο. Είναι πλαστικό όμως. Το σφίγγω και το πετάω με δύναμη στον τοίχο μπροστά μου. Πώς θα βγω από εδώ μέσα? Που είμαι? Κάνω κύκλους στο δωμάτιο και φαίνεται να έρχεται στην επιφάνια κάτι σαν φακός. Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά μου ένας άντρας με άσπρη στολή. Πετάγομαι πίσω και του ρίχνω μια μπάλα φωτιάς αλλά τον διαπερνάει και χτυπάει τον τοίχο πίσω του. Ο ανεμιστήρας παίρνει πάλι μπρος.

"Τι στο...?" λέω και περιεργάζομαι αυτό το πράγμα μπροστά μου. Χαμογελάει και κουνιέται. Κάνω αστραπιαία δύο βήματα πίσω και παίρνω θέση μάχης.
"Μην κουράζεσαι. Δεν μπορείς να με αγγίξεις όπως ούτε και εγώ εσένα. Αυτό που βλέπεις μπροστά σου είναι ένα ολόγραμμά μου." μου λέει ευγενικά αλλά εγώ δεν αλλάζω την στάση μου.
"Όλο-Τι?" τον ρωτάω δυνατά και αυτός βάζει τα γέλια.
"Και να σου πω δεν θα καταλάβεις. Απλός δεν είμαι ο πραγματικός εγώ αυτό που βλέπεις." μου λέει με ένα χαμόγελο. Είναι ψιλός γύρο στα 30 με γκρίζα μαλλιά και μερικές μαύρες τούφες από εδώ και από εκεί. Ανατρίχιασα και μετά ξαναπήρα το άγριο ύφος μου.
"Που βρίσκομαι?" του λέω απολιτικά. Τι χαζή, λες και θα με φοβηθεί.
"Πολύ μακριά από το σπίτι σου." μου λέει και το ύφος του σοβαρεύει.
"Είσαι άνθρωπος?" τον ρωτάω πιο ήρεμα. Ρίχνει ένα τεράστιο σατανικό γέλιο και σταματάει απότομα.
"Φυσικά και είμαι άνθρωπος. Όπως και εσύ!" μου λέει και με δείχνει με το βλέμμα του.
"Τι με θέλετε? Γιατί με φυλακίσατε εδώ μέσα?" αρχίζω και φωνάζω με όλη μου την δύναμη.
"Πολύ καλή ερώτηση. Βλέπεις όπως είπα πριν είμαστε και οι δύο άνθρωποι. Εσείς καταφέρατε όμως με κάποιο τρόπο να ελέγξετε μεγαλύτερο μέρος του εγκεφάλου σας από ότι εμείς. Κρίμα που δεν ξέρετε να το χρησιμοποιείτε κιόλας." μου λέει και μου ρίχνει ένα ειρωνικό χαμόγελο. Το αίμα μου βράζει και αν τον είχα πραγματικά μπροστά μου θα τον είχα σαπίσει στο ξύλο, χωρίς δεύτερη σκέψη. "Όσοι λοιπόν είχανε μείνει εκτός του προστατευτικού σας τοίχους, τους βρήκαμε και κάναμε διάφορα πειράματα και εξετάσεις στο αίμα, του ιστούς τους και τον εγκέφαλό του. Δυστυχώς δεν αντέξανε όσο θα θέλαμε. Ελπίζουμε ότι θα βρούμε ότι χρειαζόμαστε σε εσάς, καθώς έχουμε ακούσει πολλά για τις ικανότητές σας." πώς τολμάει? Έτσι απλά να μας αιχμαλωτίζει και να μας κάνουν πειραματόζωα?! Γιατί?!
"Ότι και αν είναι αυτό που ψάχνεις δεν θα το βρεις. Δεν είναι το αίμα μας που μας κάνει δυνατούς αλλά η ψυχή και το πνεύμα μας." του λέω και νιώθω αίμα να τρέχει από τις παλάμες μου, Έχω σφίξει τόσο δυνατά τα χέρια μου που τα νύχια μου διαπέρασαν το δέρμα.
"Οοοο, πες μου ότι ακόμα πιστεύεις ότι ο Θεός, σου τα έδωσε αυτά!" μου λέει σαν αν μιλάει σε μωρό. "Δεν υπάρχει Θεός! Συγνώμη αν σου χάλασα το παραμυθάκι σου. Τέλος πάντων.  Αν δεν μου δώσεις και εσύ αυτό που θέλω σήμερα θα έχω στα χέρια μου χιλιάδες από εσάς!" τα μάτια μου γουρλώνουν και αρχίζω και του ρίχνω με όλη μου την δύναμη φωτιά και αέρα. Αυτός βάζει τα γέλια και εξαφανίζεται. Η τρύπα στο πάτωμα κλείνει και εγώ γονατίζω ηττημένη στο πάτωμα.

    Ένα δάκρυ φεύγει από το μάτι μου και έχω μείνει να σκέπτομαι. Έλα Τάτι. Τώρα πρέπει να το κάνεις. Ο λαός σου σε έχει ανάγκη. Λέω στον εαυτό μου. Κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ. Αλλά τίποτα. Δεν μπορώ να τηλεμεταφερθώ. Κάθομαι σε μια γωνία του δωματίου και βάζω το πρόσωπό μου ανάμεσα στα γόνατά μου. Δεν ξέρω τι να κάνω. Έχω απελπιστεί. Ο λαός μου θα γίνει ένα μάτσο πειραματόζωα και πτώματα και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό. Δεν θα ξαναδώ την Κάση. Τον Ντάνιελ. Κανέναν. Σε λίγο ένα μπουκάλι πέφτει μπροστά μου. Δεν κάνω τίποτα. Αρχίζω και μετράω τα λεπτά που περνάνε και συνειδητοποιώ ότι κάθε ώρα μου ρίχνουν και ένα μπουκάλι νερό.
     Έχω φτάσει τα έξι μπουκάλια. Άρα έξι ώρες έχουν περάσει από την ώρα που ξύπνησα. Δεν ξέρω αν είναι μέρα ή νύχτα. Σκέψου! Δεν μπορώ να κάτσω εδώ άπραγη τελείως! Επαναλαμβάνω συνέχεα από μέσα μου. Έχω χαλαρώσει και τότε μου έρχεται μια ιδέα στο μυαλό. Δεν μπορώ να κάνω και πολλά αλλά είναι μια αρχή... Κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να μεταφέρω το πνεύμα μου. Δεν κοιμάμαι και δεν το έχω ξανακάνει αυτό. Πρέπει όμως να προσπαθήσω. Χαλαρώνω όλο και πιο πολύ ώσπου επιτέλους τα καταφέρνω.
     Βλέπω τον εαυτό μου να είναι σκυμμένος μέσα στο άσπρο δωμάτιο. Περνάω μέσα από τον τοίχο και βγαίνω μέσα σε ένα τεράστιο διάδρομο. Δίπλα μου μια πόρτα. Πρέπει να είναι η πόρτα η οποία με φέρανε. Ναι πράγματι αυτή είναι. Γύρο μου υπάρχουν εκατοντάδες πόρτες σαν την δικιά μου. Σε κάθε δωμάτιο που μπαίνω μέσα βλέπω ανθρώπους στα πατώματα κάτασπρους και εξουθενωμένους. Όλοι τους έχουν ουλές παντού σε όλο τους το σώμα και μερικοί μέχρι και στα κεφάλια του.
    Η καρδιά μου πονάει και η ψυχή μου σπαράζει. Μπαίνω μέσα σε ένα δωμάτιο και βλέπω σε μια γωνία του ένα μικρό κοριτσάκι να κλαίει ανελέητα και να φωνάζει την μαμά του. Πηγαίνω και της χαϊδεύω τα μαλλιά. Της χαμογελάω στοργικά και της λέω. "Θα σε βγάλω από εδώ μέσα." τότε γυρνάει η μικρή και με κοιτάει μέσα στα μάτια. Δεν μπορεί. Μου φαίνεται. Την κοιτάζω κάπως σαστισμένη. Για μισό λεπτό. Κάτι μου θυμίζουν αυτά τα μάτια. Είναι το κοριτσάκι από τα "όνειρά" μου. Μα πώς? Αυτό σημαίνει...... Οχ, όχι.... η μητέρα της..... δεν....

"Το υπόσχεσαι?" μου λέει μέσα από τα δάκρυά της και εγώ από το σαστισμένο μου βλέμμα σιγά-σιγά μαλακώνω.
"Στο υπόσχομαι." της λέω και της δίνω ένα φιλί και βγαίνω έξω.

    Στέκομαι για λίγο στην πόρτα και αναλογίζομαι τι συνέβη μόλις τώρα. Δεν βγάζει νόημα. Όχι ότι όλα τα άλλα βγάζουν αλλά τέλος πάντων. Δεν χρειάζεται να δω τίποτα παραπάνω εδώ μέσα. Κλείνω τα μάτια μου και όταν τα ξανά ανοίγω βρίσκομαι στο χωριό. Ένας εκκωφαντικός ήχος μου τρυπάει τα αυτιά. Σειρήνες. Χτυπάνε σειρήνες πολέμου. Κανένας στον δρόμο. Όλα κλειστά. Μάλλον έχει ώρα που έχει ξεκινήσει. Αμέσως βρίσκομαι στο καταφύγιο κάτω από την αυλή. Μωρά και ενήλικες ακούγονται να κλαίνε μαζί. Είναι σκοτεινά. Προχωράω μέσα στον τεράστιο λαβύρινθο που τον έχω αποκρυπτογραφήσει από μικρή, ώσπου φτάνω μπροστά από μια μεγάλη πέτρινη πόρτα. Μπαίνω μέσα και βλέπω την Κάσια να πηγαίνω-έρχεται νευρική μέσα στον χώρο. Αυτή η αίθουσα είναι για την βασιλική οικογένεια. Είναι καταφύγιο. Σε κάθε της βήμα οι πέτρες στα πόδια της ραγίζουν. Αναστενάζω και χαίρομαι ιδιαίτερα που έμαθα ότι δεν πήγε στον πόλεμο.
    Αφήνω την Κάσια πίσω μου και τώρα βρίσκομαι στα τοίχοι της πόλης. Εκατοντάδες άτομα βρίσκονται μέσα από τις πύλες σε περίπτωση που περάσει κανείς. Βγάνω έξω. Άλλα τόσα άτομα βρίσκονται μπροστά μου και τρέχουνε προς μια κατεύθυνσή. Κάνω μια τελευταία μετακίνηση καθώς κάτι τρόμαξε το σώμα μου και αρχίζω και χάνομαι. Βρίσκομαι στο κέντρο της μάχης. Αριστερά μου εκατοντάδες στρατιώτες με όπλα. Δεν έχουμε καμία ελπίδα. Είναι πάρα πολλοί. Δεξιά μου στρατιώτες της αυλής μας. Καθώς πλησιάζουν αναγνωρίζω πολλούς. Ο στρατηγός, ο Μπράντον, ο Ματ, ο Κρίστιαν, ο Ντάνιελ, η Άναμπελ. Όλοι εκεί. Πρώτη γραμμή. Γιατί? Τι κάνουν? θα σκοτωθούν!
    Οι δικοί μας κάνουν θεαματική είσοδο. Με όλες αυτές τις φλόγες και το νερό είναι σαν μια φωτεινή επίθεση της φύσης να έρχεται κατά πάνω σου. Θερίζουν τις πρώτες σειρές των αντιπάλων αλλά όλο και πιο πολλοί πέφτουν κάτω νεκροί. Δεν μπορώ. Πρέπει αν φύγω από εκεί μέσα. Κοπανιέμαι και ανοιγοκλείνω αλύπητα με δύναμη τα μάτια μου αλλά δεν επανέρχομαι στην άσπρη μου φυλακή. Έχω μείνει εδώ, ανήμπορη, να τους κοιτάω όλους να σκοτώνονται μεταξύ τους. Πανικός με κυριεύει και δάκρυα ποτάμι φεύγουν από τα μάτια μου. Μπροστά μου βλέπω ξαφνικά τον Μιγκέλ να γονατίζει. Όχι σε παρακαλώ, μην τα παρατάς. Όχι. Πέφτει αναίσθητος στο χώμα. Ελπίζω να μην είναι νεκρός. Δεν γίνεται ο μεγάλος στρατηγός Μιγκέλ να είναι νεκρός!
    Κάποιος περνάει από μέσα μου και ουρλιάζοντας θερίζει όποιον βλέπει μπροστά του. Είναι η Κάσια.
"Ηλίθια! Τι κάνεις?! Θα σε σκοτώσουν!" αρχίζω και ουρλιάζω με όλη μου την δύναμη αλλά δεν με ακούσει. Ένας άντρας πάει να της ρίξει και κάποιος του ρίχνει ένα κομμάτι πάγο κατευθείαν στην καρδιά. Ο Ντάνιελ. Ο Θεοί! Την έσωσε! Την αρπάζει από το χέρι και της φωνάζει αγριεμένος να πάει στο καταφύγιο.
"Μα..." πάει να πει η Κάσια αλλά την διακόπτει.
"Όταν γυρίσει η αδερφή σου δεν θέλω να μπει στην θέση να της πω ότι κάτι έπαθες γιατί μετά δεν θα μας σώσει κανείς! Κατάλαβες?!" της φωνάζει τώρα ακόμα πιο δυνατά.
"Η αδερφή μου δεν είναι εδώ." του λέει αγριεμένη εκείνη.
"Αλλά θα γυρίσει." της είπε απολιτικά μέσα από τα δόντια του. "Φύγε!" είπε για τελευταία φορά και αυτή με λίγο αέρα εξαφανίστηκε μέσα σε δευτερόλεπτα.
"Ντάνιελ πρόσεχε!" ουρλιάζω ενώ βλέπω έναν άντρα ντ ον στοχεύει.
    Εκείνος κάνει μια κίνηση και φτιάχνει ένα παγόβουνο μπροστά του. Η σφαίρα προσπερνάει τον πάγο. Τι στο....? Τον κτυπάει στο πόδι και γονατίζει μορφάζοντας. Του ρίχνει μια μπάλα φωτιάς και αυτός καίγεται ολόκληρος. Ο Ντάνιελ πάει να σηκωθεί και τότε κάτι περνάει από μέσα μου και τον χτυπάει κατευθείαν στην πλάτη. Κοιτάω πίσω μου και βλέπω έναν άλλον άντρα να κοιτάει χαμογελώντας με ένα πιστόλι στο χέρι. Το άψυχο σώμα του Ντάνιελ πέφτει στο χώμα και εγώ τρέχω προς το μέρος του.


"ΝΤΑΝΙΕΛ!!!!!"

Voula GK

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου