Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Δεκ 2015

0 Ο Πατέρας των Λύκων (Κεφάλαιο 3)



Άνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να προσδιορίσει για ποιο λόγο ένοιωθε κρύο. Το φως δεν τον άφησε να προσαρμόσει αμέσως την όρασή του και έτριψε τα μάτια του με τα δάχτυλά του. Ταυτόχρονα στηρίχτηκε στον αγκώνα του δεξιού του χεριού, ανασηκώνοντας το σώμα του στο πλάι. Όταν σταμάτησε να τρίβει τα μάτια του, κοίταξε δίπλα του. Ήταν έξω, στο δάσος. Ήταν γυμνός.
“Όχι πάλι” είπε και κοίταξε το ψόφιο κουφάρι που βρισκόταν δίπλα του.
“Όχι πάλι” ξαναείπε και πετάχτηκε πάνω. Έτρεξε. Γνώριζε πολύ καλά προς τα που να πάει. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν ήθελε να τον δει κανείς στην κατάσταση που ήταν. Τα χέρια του και το στήθος του ήταν καλυμμένα με ξεραμένο αίμα. Έπρεπε να φτάσει γρήγορα στο σπίτι του.
Δεν άργησε να το κάνει και μάλιστα, επιτυχημένα. Μπήκε γρήγορα στο δωμάτιο και πήγε μπροστά σε έναν κουβά με νερό. Άρχισε να πλένεται, βιαστικά, χύνοντας αρκετό νερό άσκοπα στο πάτωμα.
“Ιάσωνα;” ακούστηκε μια γνώριμη φωνή πίσω του. Αυτός δεν απάντησε, συνέχισε να κάνει ότι έκανε και πριν.
“Ιάσωνα, πάλι;” ρώτησε η φωνή η οποία ακούστηκε πιο κοντά από πριν. Ο Ιάσωνας γύρισε και την κοίταξε. Ήταν η γυναίκα του.
“Άσε με να σε βοηθήσω, Ιάσωνα” του είπε. Αυτός δεν αρνήθηκε, αλλά συνέχιζε να μην μιλάει.
“Σε είδε κανείς;” τον ρώτησε ενώ του καθάριζε το στήθος με ένα βρεγμένο πανί.
“Όχι, δεν νομίζω. Δηλαδή δεν ξέρω. Σίγουρα τώρα το πρωί όχι. Το βράδι όμως, δεν μπορώ να ξέρω. Δεν θυμάμαι” απάντησε αυτός εμφανώς μπερδεμένος.
“Δεύτερη φορά, Ιάσωνα” είπε αυτή, ενώ είχε αρχίσει να καθαρίζει τα χέρια του.
“Ναι, δεύτερη. Αλλά λογικά θα είναι και η τελευταία” είπε αυτός, με αποφασιστικό ύφος.
“Πως το ξέρεις; Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα ξαναγίνει;” ρώτησε η γυναίκα του.
“Δανάη, δεν θα ξαναγίνει. Θα το αντιμετωπίσω, θα βρω τη λύση” είπε ο Ιάσωνας προσπαθώντας να την καθησυχάσει.
“Θα πας στον Πατέρα;” ρώτησε μετά από λίγες στιγμές η Δανάη.
“Όχι, με τίποτα. Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Θα είναι σαν να καταδικάζω τον εαυτό μου” απάντησε κατηγορηματικά αυτός.
“Μπορεί να ξέρει τι να κάνει, Ιάσωνα” επέμεινε η Δανάη.
“Ακόμα και να ξέρει, ο Πατέρας είναι πολύ σκληρός με αυτά. Θα με εξορίσει. Δεν φεύγω, δεν μπορώ να φύγω μακριά σας. Καλύτερα να πεθάνω, παρά να ξέρω ότι βρίσκομαι μακριά από εσένα και το μωρό μας” είπε αυτός, εμφανώς ανήσυχος.
Η Δανάη ξεφύσησε. Και αυτή δεν ήθελε να χάσει τον άντρα της και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να μεγαλώσει το νεογέννητο μωρό της χωρίς πατέρα.
“Θα το καταπολεμήσουμε” είπε τελικά η Δανάη.
“Θα φέρουμε σκοινιά, να με δένεις κάθε βράδυ. Έτσι δεν θα ξαναφύγω και δεν θα κάνω σε κανέναν κακό” είπε ο Ιάσωνας, ως μια λύση στο πρόβλημά τους.
“Μα, να σε δένω κάθε βράδυ;” διαμαρτυρήθηκε η Δανάη.
“Ναι, θα με δένεις και να μου βάζεις λίγο φαγητό δίπλα μου. Φαίνεται πως αφού φάω, πέφτω για ύπνο. Και τις δύο φορές βρέθηκα δίπλα σε πτώματα, κουφάρια ζώων. Άρα αυτό θα είναι το μυστικό. Να μου φέρνεις λίγο ωμό κρέας δίπλα μου” είπε ο Ιάσωνας, σίγουρος πως αυτή θα είναι η λύση.
“Ωμό κρέας και δέσιμο. Δεν ξέρω Ιάσωνα” αντιστάθηκε η Δανάη.
“Δανάη, θα πάω να βρω κάποιον να με βοηθήσει. Αυτό όμως ίσως να πάρει χρόνο. Θα πρέπει να ρωτήσω διακριτικά και να μάθω που να απευθυνθώ. Δεν θα είναι εύκολο. Μέχρι να βρω σε ποιόν πρέπει να πάω όμως, θα πρέπει να πάρουμε μέτρα” είπε ο Ιάσωνας για να πείσει την Δανάη.
Ακούστηκαν κλάματα από το διπλανό δωμάτιο.
“Το μωρό. Πήγαινε κοντά του Δανάη. Θα τελειώσω εγώ το καθάρισμα και θα έρθω να τον κρατήσω και εγώ λίγο πάνω μου” είπε ο Ιάσωνας τελειώνοντας τη κουβέντα.
***
Μωρό μου, ζωή μου, φως μου. Πόσο σε αγαπώ. Πόσο θα τρελαθώ αν σε χάσω. Είσαι ότι καλύτερο έχω δει σε αυτή τη ζωή και σε έχω φτιάξει εγώ. Είμαι περήφανος για σένα και θα γίνω ακόμα περισσότερο όταν μεγαλώσεις και γίνεις άντρας.
Αυτά σκεφτόταν ο Ιάσωνας, με ένα τεράστιο και γαλήνιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, όταν κρατούσε το μωρό του. Η Δανάη τους κοιτούσε και χαμογελούσε επίσης. Αυτές οι στιγμές, όταν οι δύο άντρες της ζωής της ήταν μαζί, ήταν πάντα οι καλύτερες της ημέρας.
Ο Ιάσωνας έδωσε με ήρεμες κινήσεις το μωρό στη Δανάη.
“Πάω να δω τι θα κάνω” της είπε και ξεκίνησε να φύγει. Γύρισε, τους κοίταξε, χαμογέλασε στη Δανάη σαν να της έλεγε πως όλα θα πάνε καλά και έφυγε.
Είχε μια ιδέα από που να ξεκινήσει την αναζήτησή του. Ένας γέροντας λίγο έξω από το χωριό ίσως να του έλεγε κάτι για το πρόβλημά του. Ίσως να γνώριζε κάποια λύση.
Έφτασε στην καλύβα του Φωκίωνα. Ήταν φτιαγμένη από ξύλο με μεγάλα πανιά να καλύπτουν τις πόρτες, τα οποία εμπόδιζαν το κρύο να μπαίνει μέσα. Παραμέρισε τα πανιά και πέρασε μέσα στη καλύβα.
“Γέροντα; Γέροντα Φωκίων;” ρώτησε, ψάχνοντας τον γέροντα και προσπαθώντας να συνηθίσουν τα μάτια του στην απότομη αλλαγή του φωτισμού.
“Ποιος με ζητά;” απάντησε μια φωνή η οποία τρεμόπαιζε μεν, ακουγόταν πολύ σοφή δε.
“Γέροντα, δεν ξέρω αν με θυμάσαι. Είμαι ο Ιάσωνας. Ο πατέρας μου ήταν ο Ζήνωνας, ζούσε εδώ πιο κάτω από την καλύβα σου” απάντησε ο Ιάσωνας.
“Α, είσαι ο μικρός Ιάσωνας” είπε ο γέροντας, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και έκανε να σηκωθεί όταν κατάλαβε τον επισκέπτη του.
“Μην σηκώνεσαι γέροντα, έρχομαι δίπλα σου να μιλήσουμε” είπε ο Ιάσωνας. Ο γέροντας άκουσε την πρότασή του και έριξε ξανά το σώμα του βαρύ στο κρεβάτι.
“Πως από εδώ μικρέ Ιάσωνα;” ρώτησε με την φωνή του αυτή τη φορά να ακούγεται περισσότερο σαν ενός κουρασμένου γέρου, παρά ενός σοφού.
“Γέροντα, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Πιστεύω πως εσύ θα ξέρεις να μου πεις τι να κάνω” είπε ο Ιάσωνας με τη φωνή του να φανερώνει την αγωνία του.
“Τι συμβαίνει μικρέ; Πες μου και αν μπορώ να σε βοηθήσω θα το κάνω, γιατί όχι;” είπε ο γέρος, ο οποίος ξαναφόρεσε τη φωνή του σοφού.
“Γέροντα, έχω σοβαρό πρόβλημα. Πριν από μερικές ημέρες, έπεσα να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου και ξύπνησα έξω, στο δάσος, δίπλα από ένα κουφάρι αρνιού. Σήμερα έγινε το ίδιο, με τη διαφορά ότι δίπλα μου είχα ένα κουφάρι αλόγου. Και στις δύο περιπτώσεις είμαι βουτηγμένος στο αίμα των ζώων και γυμνός. Τι μου συμβαίνει γέροντα;” είπε γεμάτος αγωνία ο Ιάσωνας.
Ο γέροντας άργησε να πει κάτι. Απλά κοιτούσε με τα βαθιά του μάτια τον  Ιάσωνα, εξετάζοντάς τον από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
“Έγινες λύκος;” τον ρώτησε τελικά.
“Όχι, δεν γίνεται. Πως; Αφού δεν πέρασα την τελετή” είπε αυτός.
“Έγινες λύκος!” είπε ξανά ο γέροντας, αυτή τη φορά σαν συμπέρασμα και όχι σαν ερώτηση.
“Γέροντα, πως γίνεται;” ρώτησε ο Ιάσωνας, ο οποίος το είχε υποψιαστεί και ο ίδιος, όμως δεν το δεχόταν.
“Λύκος. Λύκος. Έχουμε λύκο ανάμεσά μας” είπε ο γέροντας, εμφανώς αναστατωμένος και παράλληλα προσπαθούσε να σηκωθεί.
“Όχι, όχι γέροντα, μη σηκώνεσαι. Πες μου τι να κάνω” τον παρακάλεσε ο Ιάσωνας.
“Λύκος, όχι λύκο, δεν γίνεται να έχουμε λύκο” συνέχισε ο γέροντας που τον είχε πιάσει παραλήρημα.
Ο Ιάσωνας έκανε μια κίνηση να συγκρατήσει τον γέροντα και να τον ακουμπήσει ξανά στο κρεβάτι.
“Μη, τέρας, μη με πειράξεις. Βοήθεια, με σκοτώνει, λύκος” φώναξε ο γέρος.
Ο Ιάσωνας τρόμαξε. Ένιωθε να απειλείται το μυστικό του. Έπιασε ένα πήλινο δοχείο που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι του γέροντα και χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του γέροντα. Αυτό άνοιξε και πετάχτηκε πηχτό αίμα από μέσα του. Ο γέροντας σιώπησε. Για πάντα.
Ο Ιάσωνας ένιωσε εγκλωβισμένος. Είχε κάνει φόνο. Είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο που δεν του έφταιγε σε τίποτα.
Θα αποκάλυπτε το μυστικό μου… είπε μέσα του, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την πράξη του στον εαυτό του.
Θα το έλεγε στον Πατέρα, συνέχισε.

Έφυγε γρήγορα από τη καλύβα και έτρεξε στο σπίτι του. Εκεί ήταν η Δανάη που θήλαζε το μωρό. Αυτή τον κοίταξε απορημένη. Αυτός χαμογέλασε με την εικόνα που έβλεπε. Έσκυψε και φίλησε στοργικά, πρώτα τον γιο του και στη συνέχεια τη γυναίκα του.

Αντώνης Κατσαρός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου