Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9 Ιαν 2016

0 Ο Πατέρας των Λύκων (Κεφάλαιο 5)

“Λοιπόν γιατρέ”
“Είναι καλά στην υγεία του. Τουλάχιστον δεν φαίνεται να έχει κάτι ιδιαίτερο. Μάλλον εξαντλημένος είναι, γι αυτό κοιμάται τόσες ώρες. Μα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Είναι από τα μέρη μας;”
“Δεν γνωρίζουμε, γιατρέ. Τον βρήκαν αναίσθητο πριν από δύο μέρες.”

Ο γιατρός έβγαλε τα γάντια του και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του.
“Θα τα πούμε στο γραφείο μου, γιατρέ;”
“Δεν έχουμε κάτι να συζητήσουμε. Εξάλλου έχω αρκετή δουλειά στο ιατρείο μου και πρέπει να φύγω αμέσως.”
“Εντάξει γιατρέ, όπως επιθυμείτε.”
Αφού έφυγε ο Μιχάλης, ο γιατρός κοίταξε τον αστυνομικό.
“Πάντα έτσι νευρικός είναι;” τον ρώτησε. Αστυνομικός άθελά του άφησε να του ξεφύγει ένα χαμόγελο, το οποίο μάζεψε αμέσως όταν κατάλαβε την γκάφα του.

Ο Μιχάλης ήταν στο τμήμα ήδη για δύο συνεχόμενα εικοσιτετράωρα και πλησίαζε το τρίτο. Περίμενε αγωνιωδώς για απαντήσεις από τον κρατούμενο. Σύμφωνα με τον διοικητή του, όφειλε να τον αφήσει ελεύθερο με το πρώτο φως της ημέρας, έτσι έπρεπε να δράσει άμεσα. Αφού νύχτωσε, κατέβηκε στο κρατητήριο και έδωσε εντολή στον φρουρό να μείνει στο κουβούκλιο, έξω από το τμήμα. Ήθελε να είναι εντελώς μόνος σε αυτή την προσπάθεια.
Ο κρατούμενος κοιμόταν ακόμα. Βαστώντας ένα μπουκάλι νερό στο ένα χέρι και τα κλειδιά του κελιού στο άλλο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Κοίταξε τον ύποπτο˙ ο ύπνος του οποίου έμοιαζε γαλήνιος. Το στομάχι του πήγαινε πάνω-κάτω συνοδεύοντας τον ρυθμό της αναπνοής του. Ο Μιχάλης άνοιξε το μπουκάλι με το νερό και άρχισε να ραντίζει το πρόσωπο του κρατούμενου. Αυτός αρχικά δεν αντέδρασε, μέχρι που τελικά άρχισε να κινείται. Ο διοικητής ενστικτωδώς έβαλε το ένα του χέρι στην θήκη του όπλου του και την ξεκούμπωσε. Μέσα σε μερικές στιγμές ο κρατούμενος είχε ξυπνήσει και κρατούσε το κεφάλι του.

“Ποιος είσαι;” τον ρώτησε με δυνατή φωνή ο Μιχάλης, αλλά η καρδιά του έτρεμε από την αγωνία. Ο κρατούμενος δεν απάντησε. “Πες μου ποιος είσαι; Από που έρχεσαι; Πώς βρέθηκες στα μέρη μας και τι θέλεις;”
Ο άντρας, καθώς σηκώθηκε, έριξε την κουβέρτα από πάνω του και φάνηκαν οι καταπληκτικές γραμμώσεις που είχε το σώμα του. Ένα σώμα που θα ζήλευαν όλοι όσοι ξημεροβραδιάζονται στα γυμναστήρια. Κοίταξε τον Μιχάλη, αλλά και πάλι δεν μίλησε.
“Μην κάνεις βήμα, είσαι σε πολύ δύσκολη θέση” είπε ο διοικητής, ενώ παράλληλα έβγαλε το όπλο του και άρχισε να τον σημαδεύει. Αυτός δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται, αλλά ούτε και να ενοχλείτε από το γεγονός. Όμως υπάκουσε τον Μιχάλη και έκατσε ξανά στο κρεβάτι του κρατητηρίου. Έπιασε και πάλι το κεφάλι του, δείγμα ότι ακόμα δεν είχε τις αισθήσεις του στο ακέραιο.
“Μίλα λοιπόν, πες κάτι” συνέχισε να φτύνει τις λέξεις ο αστυνομικός.
“Δεν... ξέρω...” είπε τελικά ο κρατούμενος με τα χέρια του να καλύπτουν το πρόσωπό του. “Η πύλη, άνοιξε ξανά” συνέχισε κοιτάζοντας τον αστυνομικό. “Που βρίσκομαι; Ή μάλλον, τι χρονιά έχουμε;” ρώτησε απορημένος.
“Με κοροϊδεύεις έτσι; Είναι δυνατόν να μην γνωρίζεις που και πότε βρίσκεσαι; Νομίζεις ότι παίζεις σε καμιά ταινία επιστημονικής φαντασίας ή κάτι τέτοιο; Και όταν λες για πύλη, σε πια πύλη αναφέρεσαι;”
“Η πύλη της Λυκορείας. Άνοιξε ξανά. Από εκεί πέρασα και ήρθα εδώ... πρέπει να την ξαναβρώ, πρέπει να επιστρέψω πριν είναι πολύ αργά”.
“Πολύ αργά για τι; Ποια είναι η Λυκορεία;”
“Δεν είναι κάποια, είναι το μέρος από το οποίο προέρχομαι. Η πύλη άνοιξε κατά την διάρκεια της θυσίας. Εγώ επιλέχθηκα να υπηρετήσω...”
“Μα τι είναι αυτά που λες; Ποια θυσία; Τι υπηρετείς;”
“Δεν έχω χρόνο να σου εξηγήσω, πρέπει να φύγω”.
“Δεν θα πας πουθενά”
Ο Μιχάλης σήκωσε το όπλο του και σημάδεψε τον κρατούμενο, ενώ αυτός έκανε κίνηση να σηκωθεί και να φύγει.
“Πρέπει να με καταλάβεις, κάποιο λάθος έχει γίνει. Δεν γίνεται να υπηρετήσω, έγινε λάθος. Οχτώ χρόνια είναι πάρα πολλά. Όχι, δεν το δέχομαι. Πρέπει να προλάβω να επιστρέψω πριν κλείσει η πύλη. Δεν έχω χρόνο. Πόσο καιρό είμαι αναίσθητος;”
“Δύο μέρες, σήμερα είναι η τρίτη. Όμως δεν μπορείς να πας πουθενά αν δεν μας δώσεις σοβαρές εξηγήσεις. Μείνε εκεί που είσαι.”
Ο Μιχάλης έκανε βήματα προς τα πίσω για να βγει έξω απ’ το κελί, ενώ συνέχισε να σημαδεύει τον κρατούμενο. Παράλληλα προσπαθούσε να βγάλει τα κλειδιά από την τσέπη του, τα οποία όμως είχαν σκαλώσει κάπου. Γύρισε να κοιτάξει τι τα εμπόδιζε. Ο κρατούμενος του επιτέθηκε και ο Μιχάλης δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα για να αντεπιτεθεί.

Ακούστηκε πυροβολισμός. Ο φρουρός που καθόταν στο κουβούκλιο, έτρεξε μέσα για να δει τι έγινε. Κατέβηκε γρήγορα στο κρατητήριο και βρήκε τον Μιχάλη αιμόφυρτο στο πάτωμα. Είχε κοπεί ένα ολόκληρο κομμάτι από τον λαιμό του και το αίμα είχε βάψει κάθε γωνιά της πόρτας του κρατητηρίου. Ο φρουρός γύρισε για να τρέξει να φωνάξει βοήθεια, όμως όταν έφτασε στο πρώτο σκαλί χτυπήθηκε και αυτός από τον κρατούμενο. Είχε κρυφτεί στο σκοτάδι και πετάχτηκε χτυπώντας με όλη του την δύναμη και κόβοντας ότι βρήκε μπροστά του με τα χέρια του. Πλέον ήταν μισός άνθρωπος και μισός λύκος.

“Δεν έχω χρόνο!” αναφώνησε και αφού είδε ότι πλέον είχε νύχια λύκου και όχι ανθρώπινα, έτρεξε προς τα έξω.

Αντώνης Κατσαρός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου