Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23 Μαΐ 2016

2 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 1)

                         Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1987


«Θα σε περιμένω στις οκτώ δίπλα στο καράβι» είχε πει ο άνδρας στην άλλη άκρη της γραμμής. Εκείνη αρκέστηκε απλά να χαμογελάσει. Δεν είπε τίποτε.
-Μαμά ποιος ήταν; ρώτησε ο τετράχρονος γιος της. Ο μπαμπάς ήταν;
-Όχι, αγοράκι μου. Ο μπαμπάς είναι ακόμα στο δρόμο. Μόλις φτάσει στην Αθήνα θα μας πάρει αμέσως τηλέφωνο! Αφού στο υποσχέθηκε, μην ανησυχείς!
Κοίταξε το ρολόι. Η ώρα έλεγε επτά και μισή. Μόλις που προλάβαινε να είναι στην ώρα της στο ραντεβού. Φόρεσε το παλτό της, πήρε την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Μάνα πετάγομαι ως την αγορά να πάρω κάτι που ξέχασα. Πρόσεχε το Νικόλα. Δεν θα αργήσω» Δεν περίμενε απόκριση. Είχε ήδη κλείσει την πόρτα πίσω της. Ο Νικόλας ευτυχώς ήταν βολικό παιδί και καθόταν μια χαρά με τη γιαγιά του. Δεν θα είχε πρόβλημα για μια ωρίτσα.
Με βήμα ταχύ κατηφόρισε στην οδό Πλάτωνος μέχρι την Εγνατία. Πέρασε απέναντι και συνέχισε δεξιά. Δυο- τρία τετράγωνα δρόμος κι έφτανε στον πεζόδρομο που οδηγεί μέχρι την πλατεία Αριστοτέλους. Περπατούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, σχεδόν έτρεχε. Ακόμα και πέντε λεπτά της ώρας να κέρδιζε θα ήταν ικανοποιημένη. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεση της. Οι συναντήσεις της με τον Νικήτα ήταν πάντοτε πολύ σύντομες. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Όλη η πολή είχε βάλει τα γιορτινά της. Η μεγαλοπρέπεια όμως του στολισμού της πλατείας Αριστοτέλους ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Τα μαγαζιά, τα μεγαλοπρεπή κτίρια, όλα στολισμένα με εκατοντάδες λαμπιόνια. Το καρουζέλ, γεμάτο παιδιά που έλαμπαν απο ευτυχία. Λίγο πιο κάτω, εκεί που τα ξενόφετρα έθιμα συναντούν τα πατροπαράδωτα, στολισμένο το εκθαμβωτικό καράβι κι ακριβώς απέναντι του ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Εκεί, δίπλα από το καράβι, όπως ακριβώς της είχε υποσχεθεί, στεκόταν ο Νικήτας. Ξεχώριζε από μακρυά μέσα στην σκούρα πράσινη στολή του. Τον διέκρινε κάποια ανησυχία, κάποια νευρικότητα θα έλεγε κανείς. Στάθηκε δίπλα του. Εκείνος της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Τον ακολουθούσε από κάποια απόσταση. Δεν έπρεπε για κανέναν λόγο να τους δουν μαζί. Το μικρό του διαμέρισμα ήταν σε μια νεόδμητη πολυκατοικία στην Κομνηνών, μόλις δύο στενά από την πλατεία. Μόλις μπήκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας εκείνος ηρέμισε λίγο κι επέτρεψε στον εαυτό του να γυρίσει να την κοιτάξει. Δεν ήξερε αν ήταν επηρεασμένος από την γιορτινή ατμόσφαιρα τριγύρω αλλά του φαινόταν πιο όμορφη από ποτέ. Ο κόκκινος μπερές που στόλιζε τις σκούρες μπούκλες της, τα μάτια της που έλαμπαν, τα μάγουλα της που είχαν πάρει μία ροζ απόχρωση από το έντονο βάδισμα, όλα του φάνταζαν εξωπραγματικά όμορφα επάνω της απόψε.

-Σ’αγαπώ... της ψιθίρισε λίγη ώρα αργότερα κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του.
-Πώς μπορεί να με αγαπάς ήδη; Δεν είμαστε πολύ καιρό μαζί...
-Κι όμως σ’αγαπώ. Από την πρώτη στιγμή σ’αγάπησα. της είπε κοιτάζοντας την τώρα βαθιά στα μάτια.
Κι εκείνη το ένιωσε. Της έλεγε αλήθεια. Τα μάτια του, οι χτύποι της καρδιάς του, το σπάσιμο στη φωνή του, μαρτυρούσαν πόσο έντονα ήταν τα αισθήματα του γι’ αυτήν.
Την τόσο μαγική στιγμή διέκοψαν οι χτύποι του ρολογιού.

-Χριστέ μου εννέα η ώρα! Έχω αργήσει! Πρέπει να φύγω αμέσως! Τι θα πω τώρα στη μάνα μου; Ελπίζω μόνο να μην έχει τηλεφωνήσει ακόμα ο Χαράλαμπος γιατί χάθηκα...
Του έδωσε ένα πεταχτό φιλί κι έτρεξε να φύγει. «Σ’αγαπώ» ήταν το τελευταίο που άκουσε πριν κλείσει την πόρτα πίσω της.
Σε ένα τέταρτο είχε φτάσει σπίτι. Πήγε κατ’ευθείαν στο δωμάτιο του παιδιού. Βρήκε τον μικρό Νικόλα να παίζει ήσυχα με το τραινάκι του ενώ η γιαγιά του καθόταν σε μία κουνιστή πολυθρόνα δίπλα του διαβάζοντας ένα βιβλίο.
-Πού ήσουν; τη ρώτησε αμέσως με βλέμμα καθαρά ανακριτικό.
-Στην αγορά δεν σου είπα μητέρα; Έψαχνα για ένα δώρο για τον Χαράλαμπο. Είναι τα γενέθλια του μεθαύριο και δεν του έχω πάρει τίποτα ακόμα. Χάζευα τις βιτρίνες και ξεχάστηκα!
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Πρωτού προλάβουν να αντιδράσουν είχε σηκωθεί ο Νικόλας και είχε τρέξει να το σηκώσει. Ευτυχώς ο Χαράλαμπος είχε τηλεφωνήσει την κατάλληλη στιγμή για να την βγάλει από τη δύσκολη θέση. Η μητέρα της μάλλον είχε αρχίσει να υποψιάζεται και ήταν σίγουρο ότι δεν θα την είχε σύμμαχό της....

Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν συνεχώς τα λόγια του Νικήτα. Πόσο βαθιά ένιωθε μέσα της αυτό το «σ’αγαπώ»! Εκείνη τι ένιωθε άραγε για εκείνον; Ήταν άραγε αγάπη αυτό το μούδιασμα που ένιωθε σε όλο της το κορμί όταν την κρατούσε; Αυτό το σφίξιμο στο στομάχι κάθε φορά που τον αντίκρυζε; Από την πρώτη στιγμή που γνώρισε τον Νικήτα ένιωσε αισθήματα πρωτόγνωρα να την κατακλύζουν. Αισθήματα που δεν είχε προλάβει να νιώσει με τον Χαράλαμπο. Τον Χαράλαμπο της τον γνώρισαν απ’ευθείας ως τον μέλλοντα σύζυγο της. Ο μακαρίτης ο πατέρας της τον είχε επιλέξει για εκείνη και δεν είχε επιλογή η ίδια. Ούτε ερωτήθηκε ούτε μπορούσε να αντιδράσει. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Θα ήθελε τουλάχιστον να είναι. Μπορεί ο Χαράλαμπος να είναι καλός οικογενειάρχης και σύζυγος, μπορεί να τον αγαπάει, δεν μπορεί όμως να της προσφέρει αυτήν την συναισθηματική πληρότητα, την ανεξέλεγκτη ευτυχία που την συγκλονίζει όταν είναι με τον Νικήτα. Και τι σκοπεύει να κάνει; Ούτε κι εκείνη ξέρει ακόμα. Το μόνο που ξέρει είναι ότι την επόμενη φορά που θα βρεθούν θα του πει «Κι εγώ σ’αγαπώ». Με αυτές τις σκέψεις αφέθηκε σ’έναν ύπνο γλυκό, μεθυστικό, όπως ακριβώς και ο έρωτας της για τον Νικήτα.
Πριν προλάβει να χαράξει ο ήλιος την καινούρια μέρα κουδούνισμα τηλεφώνου τους ξύπνησε απότομα. Η γιαγιά έτρεξε να ηρεμήσει το Νικόλα κι εκείνη να σηκώσει το τηλέφωνο.
-Παρακαλώ;
-Του Λοχαγού κυρίου Χαράλαμπου Κυριακίδη;
-Μάλιστα.
-Θα μπορούσα να μιλήσω με τον Λοχαγό παρακαλώ;
-Δυστυχώς βρίσκεσαι σε ταξίδι στην Αθήνα. Ποιος τον ζητεί παρακαλώ;
-Έχετε δίκιο, με συγχωρείτε.Λοχίας Θεόδωρος Παναγιώτου. Ήξερα ότι είχε άδεια αλλά δεν γνώριζα ότι θα λείπει σε ταξίδι. Με συγχωρείτε και πάλι για την ενόχληση. Καλημέρα σας.

Πρωτού προλάβει να ρωτήσει οτιδήποτε άλλο, ο άνδρας στην άλλη άκρη της γραμμής είχε κατεβάσει το ακουστικό. Αυτό το τηλεφώνημα την είχε ταράξει. Δεν ήταν μόνο το ξάφνιασμα και το απότομο ξύπνημα. Ήταν κάτι στη φωνή εκείνου του νεαρού. Ένα κακό προαίσθημα την είχε κυριεύσει. Λες να ήξερε κάποιος; Κι αυτός ο κάποιος θα έπαιρνε στο σπίτι τηλέφωνο να τον ενημερώσει; «Ας μην σκέφτομαι σαχλαμάρες» μονολόγησε. Ξάπλωσε ξανά μήπως και την έπαιρνε ο ύπνος. Σε λίγο οι πρώτες δειλές αχτίδες του χειμωνιάτικου ήλιου ήρθαν και φώλιασαν στην κάμαρα της. Μια καινούρια μέρα ξεκινούσε.
Δεν πίστευε στα αυτιά της λίγες ώρες αργότερα όταν, μιλώντας με τον Χαράλαμπο στο τηλέφωνο, την ενημέρωνε ότι γυρνούσε εσπευσμένα με το πρώτο αεροπλάνο. Ένας συνάδελφος είχε το ξημέρωμα τροχαίο ατύχημα την ώρα που πήγαινε στο στρατόπεδο. Στο άκουσμα του ονόματος του λίγο έλλειψε να λιποθυμήσει. «Νικήτας Καλαϊτζής, είπες;» Ξαφνικά έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Ο Νικήτας. Ο δικός της Νικήτας ήταν ο συνάδελφος που είχε το ατύχημα. Γι’αυτό είχε καλέσει εκείνος ο νεαρός το ξημέρωμα. Και τώρα; Τώρα ο Νικήτας ήταν στην εντατική κι έδινε μάχη για τη ζωή του. Κι εκείνη; Εκείνη δεν μπορούσε ούτε να πάει να τον δει. Ούτε να εκδηλώσει τον τεράστιο πόνο που της έσφαζε τα σωθικά. Τώρα εκείνη έπρεπε απλά να περιμένει. Να περιμένει και να ελπίζει.
Ήλπιζε. Μία ολόκληρη μέρα πέρασε ελπίζοντας. Μέχρι που ήρθε το τρομερό μαντάτο. Ο Νικήτας δεν άντεξε. Υπέκυψε στα τραύματα του. Την επομένη το μεσημεράκι τελέστηκε η εξόδιος ακολουθία με όλες τις τιμές στον Νικήτα Καλαϊτζή, Υπολοχαγό του Ελληνικού στρατού που έφυγε τόσο νωρίς. Όλο το σώμα ήταν εκεί, στον ναό του Αγίου Δημητρίου, για το τελευταίο αντίο. Κι ανάμεσα στα στεφάνια και τις ανθοδέσμες, το απέραντο λευκό των λουλουδιών που έφεραν φίλοι και συνάδελφοι, ένα μοναχικό κόκκινο τριαντάφυλλο μ’ένα ραβασάκι δεμένο επάνω του.
Το ραβασάκι έλεγε μόνο «Κι εγώ σ’αγαπώ..».


Αλεξία Λαμπροπούλου

2 σχόλια: