Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Μαΐ 2016

0 Ο Ισορροπιστής (Κεφάλαιο 8) - Αόρατος Παρονομαστής

 Ξημέρωμα Κυριακής, Καλιφόρνια, Γκολέτα.


     Ο ήλιος βγαίνει σίγα-σιγά, σαν νεογέννητο, από τη θάλασσα χτυπώντας με τις αχτίδες του την υπέροχη περιοχή. Η Γκολέτα είναι μια πόλη-τουριστικό θέρετρο. Σπίτια που μοιάζουν με νησιώτικα, πεντακάθαρη παραλία γεμάτη με φοίνικες, και βλάστηση που δε βλέπεις στις μεγαλουπόλεις. Το πέπλο του ήλιου όσο περισσότερο απλώνεται, τόσο δίνει καθαρότερα την εικόνα του ευλογημένου αυτού τόπου. Το κάλλος της φύσης σε συνδυασμό με τη νηνεμία της περιοχής. Το μόνο που ακούγεται τούτο το πρωινό, είναι ο απαλός και δροσερός άνεμος που κυματίζει το γρασίδι και τα φύλλα των δέντρων.
     Μέσα σ’αυτό το παραδεισένιο τοπίο θα ξεκινήσει μια εχθρική εισχώρηση. Τα λευκά φολιδωτά πόδια της Μέδουσας πατάνε πρώτα και περπατούν στη καφέ παραλία. Κάθεται ακίνητη και κοιτάζει τριγύρω, όχι για εχθρούς αλλά για να θαυμάσει το τοπίο. Χαμογελάει και κουνάει το κεφάλι της ευχαριστημένη ενώ από πίσω της ακούγονται ήχοι από τη θάλασσα. Είναι οι Γοργόνες που σέρνονται από το νερό στη παραλία καθώς είναι ακόμα με τις ουρές ψαριού. Μόλις φτάνουν κοντά στη Μέδουσα αυτόματα οι ουρές τους χωρίζονται και το δέρμα ξαναπαίρνει το χρώμα του ανθρώπινου δέρματος. Ξαναγίνονται άνθρωποι και σηκώνονται δίπλα της. Εκείνη, παίρνοντας την ανθρώπινη μορφή, τις κατευθύνει κι όλες μαζί γυμνές προχωράνε προς ένα λευκό σπίτι. 
     Το σπίτι είναι άδειο και έτοιμο γι’αυτές. Μέσα υπάρχουν ρούχα και μερικές βαλίτσες. Η Μέδουσα δίνει την εντολή. Μετά τη παρέλευση μίας ώρας Γοργόνες και Μέδουσα έχουν ντυθεί με τη τελευταία λέξη της μόδας και βγαίνουν από το σπίτι. Βλέπουν ένα μεσαίου μεγέθους τουριστικό λεωφορείο. Οι Γοργόνες μπαίνουν μέσα και παίρνουν τις θέσεις τους. Μόλις μπει και η τελευταία που κάθεται στο τιμόνι, μπαίνει και η Μέδουσα. Δε κάθεται αλλά τις κοιτάζει όλες εξεταστικά. Μ’ένα χαμόγελο τους λέει:
«Λοιπόν, ξέρετε όλες τι πρέπει να κάνετε. Και είμαι σίγουρη ότι δεν θα με απογοητεύσετε. Να θυμάστε πάντα γιατί το κάνουμε αυτό και που θέλουμε να φτάσουμε. Εις το επανιδείν».
     Λακωνική και εύθυμη βάζει τα γυαλιά ηλίου και βγαίνει από το λεωφορείο. Εκείνο ξεκινάει και όλες μέσα την κοιτάζουν χαρούμενες. Εκείνη τους το ανταποδίδει με μια κίνηση του χεριού. Φέρνει τη παλάμη στη καρδιά της δείχνοντας την ευγνωμοσύνη της στις ακόλουθους της.
     Εκείνη μετά από μισή ώρα ποδαρόδρομο φτάνει στο αεροδρόμιο Σάντα Μπάρμπαρα. Μόλις πάει στην έκδοση εισιτηρίων την ενημερώνουν ότι υπάρχει λίαρ τζετ έτοιμο γι’αυτήν. Την οδηγούν στον αεροδιάδρομο και βλέπει το κατάλευκο αεροπορικό της μέσο. Μπαίνει μέσα και νοιώθει τη χλιδή να της κάνει έρωτα. Δερμάτινα καθίσματα, σπάνιο κρασί μόνο γι’αυτήν, μουσική και προσωπικός πιλότος. Κάποιος επένδυσε πάρα πολλά για την αποστολή της.     
     Το τζετ απογειώνεται και η Μέδουσα αφού γεύεται λίγο από το κρασί, βγάζει από τη τσάντα της ένα λάπτοπ και το θέτει σε λειτουργία.  Συνδέεται στο Skype και στην οθόνη της εμφανίζονται η Ιόνη και η Λυσάνδρα. Τους ρίχνει ένα χαμόγελο και κατόπιν λέει:
«Κορίτσια μου, θέλω τις αναφορές σας. Ιόνη ξεκίνα».
«Ήταν πολύ πιο εύκολο απ’όσο φανταζόμουν και έχουμε και επιπλέον βοήθεια».
«Δηλαδή;»
«Ένας αστυνόμος εδώ έχει αναλάβει το βρει τον Τρόι. Έχει διανείμει το σκίτσο του σε κάθε αστυνόμο και το στέλνει σε όλα τα αστυνομικά τμήματα της χώρας. Έχει φανατιστεί».
«Ενδιαφέρον. Έχει δει το πρόσωπο του Ισορροπιστή και το θυμάται. Αυτό σημαίνει ότι…»
«Είναι υποψήφιος. Και τώρα σου έχω κι ένα καλύτερο νέο».
«Για ν’ακούσω».
«Εσύ πας Νέα Υόρκη τώρα. Σε λίγες μέρες ο δορυφόρος της Google θα είναι πάνω από την Times Square και όλοι έχουν συνεννοηθεί να βγάλουν ομαδική selfie. Έχει γίνει πανικός στο ίντερνετ».
«Χιλιάδες μάτια και με τα κινητά τους ανοιχτά ακόμα περισσότερα. Ιόνη, τέλεια δουλειά. Λυσάνδρα, σειρά σου».
«Έχω ήδη τα δείγματα πυρήνα και ετοιμάζω μεταφορά προς…..ξέρεις».
«Ωραία».
«Δε το περίμενα όμως να είναι αυτός».
«Κι όμως, είναι. Και τον χρειαζόμαστε στις μέρες που θα ακολουθήσουν. Κούκλες μου, μπράβο και στις δύο σας. Συνεχίστε και τελειώστε τις δουλειές σας. Είμαστε πολύ κοντά».
     Τις αποχαιρετάει και κλείνει το λάπτοπ. Αράζει πίσω και πίνει λίγο από το κρασί κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Είναι τόσο χαρούμενη που δε μπορεί να συγκρατήσει το χαμόγελο της. Κερδίζει και κανείς δε μπορεί να κάνει κάτι γι’αυτό. Γιατί κανείς δε ξέρει γι’αυτήν.
     Η χαρά, όμως, της Μέδουσας είναι η αγωνία του Τρόι. Τρεις μέρες τώρα παλεύει με τους εφιάλτες του και το αλκοόλ για να μπορέσει να στανιάρει. Τρεις μέρες προσπαθεί να δώσει θάρρος στον εαυτό του και στους γύρω του. Τρείς μέρες και το κάθε λεπτό φαίνεται σα καρφί στη παλάμη. Τρείς μέρες πριν, όταν ο Γκονάς αποκάλυψε τα ευρήματα του, αποφασίστηκε να προχωρήσει το σχέδιο του Τρόι για είσοδο στην Ατσαλένια Πόλη. Για να το κάνουν αυτό χρειάζονται το τρίτο αντικείμενο, που είναι το Κροατόαν και βρίσκεται στη προσωπική κάμαρη της Ζίφαελ. Συμφωνήσανε ο Γκονάς να πάρει ένα κομμάτι του, να το στείλει στην Ίρμα, εκείνη να το δώσει στο Σουγκουλέ κι ο Τρόι να το πάρει με τηλεμεταφορά. Μ’αυτό τον τρόπο οι Ρυθμιστές δε θα πάρουν χαμπάρι το σχέδιο.
     Το πρόβλημα είναι, όμως, ότι ο Γκονάς δεν έχει δώσει σημεία ζωής κι αυτό κάνει τον Τρόι να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι του. Ιδρωμένος, σφιγμένος και με τη Ρουθ να κάθεται ατάραχη στο καναπέ και να τον κοιτάει. Κρατώντας το ποτήρι με το καφέ λέει με ήρεμη φωνή:
«Μαλάκα, μα το Θεό, θα σε πυροβολήσω μόνο και μόνο για να μείνεις ακίνητος».
«Χέσε με ρε Ρουθ. Έπρεπε να έχουμε ήδη τελειώσει μ’αυτή την υπόθεση. Τι στο διάολο κάνει ο τριμάλακας;»
«Μάλλον ψάχνει τη κατάλληλη ευκαιρία για να πάρει αυτό το πράγμα. Δεν είναι εύκολη η ληστεία αν είσαι πρωτάρης».
     Ο Τρόι σταματάει γιατί αντιλαμβάνεται το δίκιο στα λόγια της Ρουθ. Κάθεται απέναντι της και ξεφυσάει. Εκείνη αφήνει το καφέ και λέει:
«Να σε πω, αντί να φυσάς δε μου λες καλύτερα τι είναι αυτό το πράγμα; Το Κροατόαν;»
«Σου είπα, η πιο μαύρη σελίδα μας. Κι ακόμα δεν έχουμε καταλάβει πως έγινε ή τι έγινε».
«Ωραία, ας κάνουμε συζήτηση, ας πούμε γι’αυτό τουλάχιστον για να ξεφύγεις λίγο».
     Εκείνος φέρνει το σώμα του λίγο μπροστά και ηρεμεί την αναπνοή του. Ενώνει τα χέρια του και λέει:
«Όπως σου είπα πριν τρεις μέρες γενοκτονήσαμε τον εκεί πληθυσμό. Άθελα μας όμως».
«Τι συνέβη;»
«Πολλοί προσπάθησαν να το διαλευκάνουν. Κανείς δε το πέτυχε».
     Κι εδώ ξεκινάει η ιστορία του Αυτόχειρα Ισορροπιστή. Ο Κάρλος εκλήθη στα τότε ανάκτορα των Ρυθμιστών μια νύχτα που έβρεχε. Εμφανίστηκε με το μαύρη του αμφίεση. Ψηλές μπότες, φαρδύ παντελόνι, κεντητό πουκάμισο που μοιάζει με ενωμένες αλυσίδες και μια κάπα στα δεξιά του που κάλυπτε όλο το χέρι. Μετρίου αναστήματος, αλλά με καφέ τσιγγάνικα μάτια, γυμνασμένα και τραχιά χέρια από τις περιπέτειες του στη θάλασσα και μαυροτρίχης παντού. Μπάσταρδος γόνος του πρίγκιπα της Ισπανίας και μούτσος από μικρός σε πειρατικά καράβια. Ήταν Ισορροπιστής για έξι χρόνια.
     Ο Κάρλος, λοιπόν, όταν μπήκε στη βασική κάμαρα του ανακτόρου ήρθε αντιμέτωπος με μία σύγχυση. Φρουροί και Ρυθμιστές ετοίμαζαν ότι όπλο είχαν στο μαγικό τους οπλοστάσιο. Ο Κάρλος τους κοιτούσε απορημένος. Ξύπνησε μόνο όταν ήρθε κοντά του ο Γκονάς και του είπε:
«Ετοιμάσου. Πάρε ότι όπλο μπορείς».
«Τι συμβαίνει;»
«Δε ξέρουμε. Αυτό είναι το πρόβλημα». απαντάει ο Άιρους.
«Που πάμε;»
«Στο νησί Ρόανοκ. Εντοπίσαμε μια πηγή ενέργειας που δεν έχουμε ξαναδεί ή νοιώσει ποτέ. Κάτι δε πάει καθόλου καλά». λέει η Κλόμα που κοιτάζει αγχωμένη τις μασέτες της.
     Οι ερωτήσει για τον Κάρλος τελείωσαν. Πιάνει ένα πιστόλι του με χρυσή λαβή και τα φορτώνει. Παίρνει τέσσερα πιστόλια και τα δένει όλα μαζί στη ζώνη του. Όλοι είναι έτοιμοι και παρατάσσονται στη σάλα. Η Ζίφαελ κοιτάζει μια τελευταία φορά το ξίφος της και κουνώντας το κεφάλι, δίνει το έναυσμα. Όλοι μαζί αποϋλοποιούνται και επανεμφανίζονται στη παραλία του Ρόανοκ. Μια ολόκληρη αρματωμένη μοίρα έτοιμη για πάν ενδεχόμενο. Όλοι βγάζουν τα όπλα τους, σχηματίζουν μια σειρά και με τον Κάρλος να κάνει το πρώτο βήμα μπαίνουν στο δάσος.         
     Η πυκνή βλάστηση θα ήταν πρόβλημα για άλλους εξερευνητές. Όχι όμως γι’αυτούς. Προχωρούν στο υγρό χώμα περιμένοντας το χειρότερο. Φίδια, τροπικά πουλιά και έντομα τους περιτριγυρίζουν αλλά δεν τους πειράζουν. Όλοι είναι τσιτωμένοι και με το χέρι έτοιμο για αίμα. Σε κάποια στιγμή ο Γκονάς σηκώνει το χέρι και όλοι σταματούν. Εκείνος τότε δείχνει με το μαχαίρι του μπροστά. Αν και απόγευμα κάτι λαμπυρίζει στο βάθος. Ο Κάρλος κοιτάζει τη Κλόμα και συνεννοούνται με τα μάτια. Προχωράνε μπροστά και τα όπλα είναι έτοιμα. Φτάνουν μπροστά από μια συστοιχία τεράστιων δέντρων που τα κλαδιά τους φράζουν την ορατότητα. Το φως τώρα λαμπυρίζει πάνω σε όλους. Ο Κάρλος κόβει με τη μασέτα του το φυτικό τοίχος και προχωράει μπροστά. Ακούνε φωνές και όλοι προετοιμάζονται για τα χειρότερα. Βλέπουν κάτι φτωχικά τροπικά σπίτια μπροστά. Ο Κάρλος δεν αντέχει άλλο την αναμονή και τρέχει μπροστά. Οι υπόλοιποι τον ακολουθούν και βγαίνουν σ’ένα χωριό. Αυτό που αντικρίζουν είναι πέρα κι από τη δικιά τους γνώση και φαντασία.
     Άνθρωποι απλοί αλλά όχι φυσιολογικοί. Μια ιθαγενής δημιουργεί νερό και ποτίζει τα άλογα της. Μια δασκάλα κάνει μάθημα σε μικρά παιδιά που έχουν φτερά εντόμου στη πλάτη της. Άντρες κουβαλάνε ξύλα αιωρούμενοι. Μια άλλη γυναίκα βγάζει ότι πιο όμορφο δεν έχει δώσει η μουσική από το στόμα της. Μια Αγγλίδα….
«Ώπα Τρόι, στάκα». τον σταματάει με τα χέρια της προσπαθώντας να αντιληφθεί αυτό που ακούει. Μετα από λίγο συνεχίζει «μου θυμίζει τη πρώτη φορά που πήρα LSD
«Για να μη μακρηγορώ, είδαν απλούς ανθρώπους με ιδιαίτερες δυνάμεις. Όλη η αποικία ήταν γεμάτη από δαύτους».
«Και το πρόβλημα που ήταν; Μέχρι σήμερα υπάρχουν άνθρωποι με ιδιαίτερα χαρίσματα. Κάποιοι έλκουν σίδερα, άλλοι αλλάζουν δέρμα, άλλοι…»
«Αυτά που μου λες είναι γενετικές ανωμαλίες και τίποτε παραπάνω. Εδώ σου μιλάω για δυνάμεις που δε γίνεται να τις έχουν απλοί άνθρωποι. Ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε κάτι τέτοιο».
«Μάλιστα». λέει απογοητευμένη και ρωτάει «γι’αυτούς τους σκοτώσατε;»
«Όχι Ρουθ». απαντάει με τη προσβολή ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του και συνεχίζει «δεν ήταν αυτό το αρχικό μας σχέδιο. Δεν ήταν καν στις σκέψεις μας».
«Αλλά; Τι θέλατε να κάνετε;»
«Να τους γιατρέψουμε και να καταλάβουμε από πού προήλθε όλη αυτή η δύναμη. Δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για τέτοιες δυνάμεις. Εκείνες τις μέρες κάποιος βίασε τη φύση και πήδηξε όλη την ανθρώπινη εξέλιξη. Δε μπορούσαμε να το αφήσουμε έτσι».
     Η Ρουθ αντιλαμβάνεται το λογικό του επιχειρήματος του Τρόι. Το ανθρώπινο είδος είναι βίαιο και θα γινόταν χειρότερο αν αυτές οι δυνάμεις εξαπλώνονταν. Πιάνει το καφέ της και σκεπτόμενη πάει πίσω στο καναπέ. Ο Τρόι περιμένει μέχρι να χωνέψει την μέχρι τώρα ιστορία.
     Την ίδια στιγμή, στο αρχοντικό, Γκονάς και Άιρους στέκονται μπροστά από τη γιγαντοοθόνη προβληματισμένοι. Η αίθουσα έχει γεμίσει με πέντε σέρβερς παραπάνω και το λάπτοπ ακόμα δέχεται δεδομένα. Μερικές περιοχές όμως έχουν πάρει ένα περίεργο χρώμα, οπότε Ζίφαελ και Κλόμα αποφάσισαν να μεταβούν εκεί. Η πρώτη συνομιλεί με τηλεπάθεια με τους άντρες στο αρχοντικό από τη Γκολέτα. Η οθόνη έβγαλε εδώ και τρεις ημέρες ένα κινούμενο στοιχείο που διέτρεχε τον Ατλαντικό και κοκκίνισε τη περιοχή. Από την αμμουδιά, λοιπόν, η Ζίφαελ, ξυπόλητη λέει:
«Δε βρίσκω τίποτα το ένοχο εδώ».
«Είσαι σίγουρη;» ρωτάει ο Γκονάς.
«Απόλ…».
     Κόβεται απότομα η φράση της όταν παρατηρεί κάτι περίεργο. Προχωράει και βλέπει στην αμμουδιά οριζόντια λακκάκια από τη θάλασσα στην άμμο. Κάτι σύρθηκε εδώ και αμέσως μετά απέκτησε πόδια. Βλέπει ότι τα ίχνη ότι οδηγούν σ’ένα σπίτι. Πάει προς τα εκεί και λέει:
«Όντως κάτι υπάρχει εδώ. Θα το ελέγξω καλύτερα».
«Εντάξει». απαντά ο Γκονάς
«Κλόμα, εσύ βρήκες κάτι;» ρωτάει ο Άιρους.
«Δυστυχώς, ναι».    
     Η ξεψυχισμένη φωνή της κάνει τους δύο άντρες να κοιταχτούν στα μάτια. Η δεύτερη τοποθεσία που έδειξε το λάπτοπ ήταν στη Νορβηγία. Η Κλόμα βρίσκεται σε μια καμπίνα πολύ κοντά από τη σπηλιά με τα Τρολς. Μπροστά της βλέπει ένα μακάβριο θέαμα. Όλη η αρχαιολογική ομάδα είναι μακελεμένη. Περίπου δέκα άτομα στο σύνολο κείτονται νεκρά σε διάφορες στάσεις. Αυτό που κάνει εντύπωση στη Κλόμα δεν είναι η μαζική δολοφονία, αλλά ο τρόπος θανάτου. Είναι όλοι κάτασπροι, θολά μάτια, παγωμένο αίμα και με έκφραση πόνου στο πρόσωπο τους. Κάποιος τρεφόταν εδώ και τους κρατούσε ζωντανούς όσο γινόταν. Η Κλόμα βγάζει το κινητό της και στέλνει αυτό που βλέπει στην οθόνη του αρχοντικού. Οι δύο άντρες δε σοκάρονται από την ωμότητα του έργου, καθώς το έχουν ξαναδεί. Ο Γκονάς λέει:
«Δεν είναι τυχαίο. Αποκλείεται να είναι τυχαίο. Κάτι ήθελαν εκεί πέρα».
«Έχεις δίκιο. Υπάρχει σύρσιμο στο χιόνι και στο πάτωμα της καμπίνας. Κάποιος πήρε κάτι από δω πέρα».
«Τσέκαρε τα αρχεία τους. Κάτι θα γράφουν» λέει ο Άιρους.
      Η Κλόμα προσπερνάει τα πτώματα και πηγαίνει σ’ένα γραφείο με κάτι χαρτιά. Τα περνάει επι τροχάδην μέχρι που πετυχαίνει ένα χαρτί που γράφει το εξής:
«Εξόρυξη περίεργης ουσίας εκ των τοιχωμάτων του σπηλαίου. Μη αναγνωρίσιμη από κανένα φασματογράφο. Μη γνωστή στο περιοδικό πίνακα».
     Η Κλόμα μένει με την απορία. Είναι δυνατόν να της ξέφυγε κάτι την τελευταία φορά που ήρθε εδώ; Τι έκανε λάθος; Δε σκοπεύει να μείνει με το ερώτημα και βγαίνει αποφασιστικά από τη καμπίνα για το σπήλαιο. Ο Άιρους επικοινωνεί μαζί της προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει, ενώ ο Γκονάς επικαλείται ξεκούραση προκειμένου να βγει από το μέρος. Ο Άιρους συνεχίζει την επικοινωνία, ενώ ο Γκονάς περπατά στο διάδρομο και προσπερνάει τους Φρουρούς. Περιμένει λίγο. Μόλις οι Φρουροί αραιώνουν, εισβάλλει στο δωμάτιο της Ζίφαελ. Το κατάλευκο και λιτό δωμάτιο μοιάζει σα να βγήκε από όνειρο. Ο Γκονάς περπατάει λίγο και φτάνει σε μια γωνία. Σηκώνει λίγο το χέρι και εστιάζει τη δύναμη του στο κενό χώρο. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα εμφανίζεται ένα γυάλινο δοχείο μ’ένα μαύρο πετρωμένο χέρι. Εκείνος παίρνει μια βαθιά ανάσα και το πιάνει. Είναι το Κροατόαν. Το κοιτάζει για λίγο και φέρνει στο χέρι του ένα φλόγιστρο. Το καθίζει στο κομοδίνο και καίει ένα μέρος από τη κερκίδα. Αποστολή του είναι να κόψει μια μικρή φέτα απ’αυτό.     
     Πίσω στο σπίτι του Τρόι, η Ρουθ έχει χωνέψει την τελευταία εξήγηση. Ξαναφήνει τη κούπα στο τραπέζι και λέει:
«Για συνέχισε».
     Η ιστορία συνεχίζεται με τον Τρόι να λέει ότι μια Αγγλίδα, ονόματι Έλενορ, πλησίασε το τσούρμο και τους καλωσόρισε. Ο Κάρλος κατέβασε το όπλο του και ζήτησε να μάθει τι συνέβαινε σε όλους τους ανθρώπους. Η αποστομωτική απάντηση ήταν ότι δεν ήξεραν πως απέκτησαν αυτές τις δυνάμεις. Απλά συνέβη. Τότε ο Άιρους προχώρησε ένα βήμα και ρώτησε:
«Έτσι ξαφνικά;»
«Βασικά, από τη στιγμή που γεννήθηκε η κόρη μου όλα άρχισαν ξαφνικά. Στην αρχή τρομάξαμε και προσευχόμασταν αλλά μετά είδαμε τι μπορούμε να κάνουμε και το δεχτήκαμε. Είμαστε ευτυχισμένοι εδώ. Και όταν ο πατέρας ενημερώσει και την βασίλισσα….».
«Περίμενε, σταμάτα, ποια βασίλισσα;» ρωτάει έντρομη η Κλόμα.
«Της Αγγλίας, την Ελισάβετ. Έφυγε πριν ένα μήνα προκειμένου να την ενημερώσει για μας. Ο πατέρας μου πιστεύει….».
     Η Ζίφαελ σηκώνει το χέρι και τη σταματάει. Αμέσως ζητάει συγχώρεση από την Έλενορ και καλεί τους δικούς της απόμερα. Η Έλενορ χαμογελαστή κάθεται στον ήλιο και απλά περιμένει. Το τσούρμο πάει λίγο απόμερα και οι πέντε βασικοί αρχίζουν να συζητούν. Η Ζίφαελ ξεκινάει λέγοντας:
«Έχει κανένας σας, καμιά ιδέα τι συμβαίνει εδώ;»
«Έχει σημασία; Τώρα έχουμε διπλό πρόβλημα. Αν μαθευτεί στο παλάτι του τι συμβαίνει εδώ, δε θα μπορούμε να το σταματήσουμε». διαπιστώνει η Κλόμα.
     Και είχε δίκιο. Αν μαθευόταν στο παλάτι γι’αυτό το νησί τότε η είδηση θα γίνονταν πρωτοσέλιδο και η Φρουρά δεν θα προλάβαινε να ρυθμίσει αρκετά μυαλά. Ο Κάρλος αντιλαμβανόμενος το πρόβλημα ρωτάει:
«Τι κάνουμε;»
«Εμείς θα βρούμε το πλοίο του πατέρα της και θα ρυθμίσουμε όλο το πλήρωμα. Εσύ βρες ένα τρόπο να τους γιατρέψεις». λέει ο Γκονάς.
«Πως στο δαίμονα θες να το κάνω αυτό; Η θνητοποίηση δε θα λειτουργήσει εδώ πέρα. Είναι άνθρωποι, όχι υπερφυσικά όντα».
«Όχι με την θνητοποίηση. Με το αίμα σου θα το κάνεις. Όπως έγινε πριν δύο αιώνες, με τη πανώλη».
     Ξανά τα χέρια της Ρουθ σηκώθηκαν για να σταματήσουν την ιστορία του Τρόι. Εκείνος ξεφυσώντας βυθίζεται στο καναπέ, περιμένοντας τη Ρουθ να χωνέψει ακόμα μία βόμβα. Εκείνη πιάνει λίγο το κεφάλι της και επειδή δε μπορεί να καταλάβει τι άκουσε μόλις ρωτάει:
«Τι;»
«Είναι μια άλλη ιστορία. Θα στη διηγηθώ άλλη φορά».
«Μιλάμε για την πανώλη που κόντεψε να αφανίσει την Ευρώπη;»
«Ναι, αλλά τότε τα αίτια ήταν απόλυτα φυσικά. Οι Ρυθμιστές τότε για να προλάβουν την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους χρησιμοποίησαν το αίμα του Ισορροπιστή για φάρμακο. Όπως είπα, όμως, άλλη ιστορία».
«Τι το σπέσιαλ έχει το αίμα σου δηλαδή;»
«Τίποτα. Το αίμα όμως των Ισορροπιστών είναι πιο εύκολα μεταμορφώσιμο από τους Ρυθμιστές. Όποτε υπήρξε στην ιστορία τέτοια πανδημία οι Ρυθμιστές έμπαιναν μπροστά, γιάτρευαν με το αίμα μας και μετά απομόνωναν τα στοιχεία εκείνα ώστε να τα δώσουν στους μεγάλους επιστήμονες. Δεν είναι μαγεία, είναι προηγμένη χημεία».
«Δηλαδή όλες αυτές οι γιατρειές που ανακαλύφθηκαν «τυχαία»…».
«Στις περισσότερες είμαστε από πίσω. Όχι σε όλες».    
     Τον κοιτάζει μες στα μάτια και προσπαθεί, μέσα της, να απομονώσει όλη τη φωτιά της βόμβας που μόλις έσκασε μπροστά της. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και σηκώνεται όρθια. Βάζει το μπουφάν της, παίρνει τα κλειδιά και κατευθύνεται προς τη πόρτα. Ο Τρόι τη ρωτάει:
«Που πα ρε;»
«Απέναντι στο μπαράκι».
«Γιατί;»
«Για να κατεβάσω κάνα δυνατό ρούμι. Τόσες αληθινές παπαριές δε χωνεύονται μ’ένα καφέ. Άντε γεια».
     Ανοίγει τη πόρτα και φεύγει. Ο Τρόι κουνάει το κεφάλι χαμογελώντας. Έχει πολλά να μάθει ακόμα.     
     Μία ώρα αργότερα το τζετ προσγειώνεται στο αεροδρόμιο LaGuardia της Νέας Υόρκης. Η Μέδουσα κατέβηκε κουβαλώντας τη τσάντα της και με αέρινη εμφάνιση. Σίγουρη, έτοιμη περπατάει προς την έξοδο. Κάπου σ’ένα κάδο πετάει το διαβατήριο της. Δε θα το ξαναχρειαστεί. Μόλις βγαίνει από το αεροδρόμιο, ψάχνει τη τσάντα της και βρίσκει κάτι κλειδιά. Είναι από μια μηχανή Varadero XL1000V. Η Μέδουσα την εντοπίζει μερικά μέτρα μακριά της. Βγάζει τα γυαλιά και καμαρώνει το αριστούργημα που βλέπει. Μαύρο, πεντακάθαρο μέταλλο, δερμάτινο κάθισμα και ένα τατουάζ στο τζάμι με το κεφάλι μιας Μέδουσα να βρυχάται. Είναι δικιά της.
     Πάει προς τα εκεί, κουμπώνει τη τσάντα της πίσω, φοράει το κράνος και πατάει το γκάζι. Μια αντροπαρέα περνάει και βλέπει ένα άγριο θηλυκό να παίζει με την εξάτμιση. Τη κοιτούν λάγνα και κολλάνε στις αναλογίες της. Η Μέδουσα γυρνάει και τους κοιτάζει μέσα από το κράνος. Ο ένας από αυτούς τη πλησιάζει, σίγουρος ότι θα βγάλει γκόμενα τούτο πρωινό. Εκείνη χαμογελάει, κατεβάζει τη καλύπτρα και πριν ο τύπος φτάσει κοντά της, γυρίζει απότομα τη μηχανή. Με το κώλο τώρα μαρσάρει τη πίσω ρόδα και βγάζει καπνό επάνω του. Μετά πατάει το γκάζι και φεύγει βολίδα προς τα ανατολικά, ενώ οι τύποι φωνάζουν και βρίζουν. Η χαμογελαστή Μέδουσα κατευθύνεται προς την ολοκλήρωση της αποστολής της. Το Κουίνς.      
     Πίσω στο σπίτι, η Ρουθ γεμίζει ένα ποτήρι με ρούμι και πίνει μια γερή γουλιά. Ανάβει το τσιγάρο και μετά τη βαθιά ρουφηξιά, λέει:
«Συνέχισε».
     Όποτε, μετά τη συμφωνία των πέντε. Οι Ρυθμιστές αποϋλοποιούνται για να βρουν τον κυβερνήτη και πατέρα της Έλενορ, παίρνοντας τους μισούς Φρουρούς. Οι άλλοι μισοί μένουν με τον Κάρλος, μήπως και χρειαστεί βοήθεια. Η Ρουθ ξανασταματάει τον Τρόι λέγοντας:
«Σκίπαρε το κομμάτι που η Κλόμα και η παρέα της άλλαξαν τα μυαλά του Ουάιτ και των μούτσων του. Γνωστό το παραμύθι».
«Υπάρχει κάτι στην ιστορία όμως που μας αφορά».
«Δηλαδή;»
«Ο πατέρας του παιδιού της Έλενορ ήταν άγνωστος. Όσο ήταν έγκυος στο καράβι συνέβησαν παράξενα πράγματα. Συνεχώς όλοι ένοιωθαν ότι ήταν υπό παρακολούθηση, αλλά ποτέ δε βρήκαν ποιος ήταν. Περίεργοι ήχοι, σκιές που χάνονταν».
«Και γιατί μας αφορά αυτό».
«Μπορεί να μη ξέρουμε πως και ποιος, Ρουθ, αλλά η επικρατέστερη εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι επρόκειτο για πείραμα;»
«Πείραμα πάνω σε τι;»
«Κάποιος γκάστρωσε την Έλενορ και εν συνεχεία την παρακολουθούσε σ’όλο το ταξίδι. Προσπάθησε να μείνει αόρατος για να μη τον προσέξει κανένας. Ουσιαστικά ήρθε μαζί με τον Ουάιτ και τη κόρη του. Μόλις το παιδί γεννήθηκε, επηρέασε όλη τη κοινότητα και τους άλλαξε. Ήμαστε σίγουροι ότι ήταν εκεί όλη την ώρα και παρακολουθούσε».
     Η Ρουθ βλέπει μια λογική στο σκεπτικό και το βάζει και στο δικό της μυαλό. Αυτό που αντιλαμβάνεται είναι ότι δε πρόκειται απλά για ένα πείραμα, αλλά για παιχνίδι. Αμέσως λέει στον Τρόι:
«Αυτός που το έκανε, πρέπει να ήξερε ότι κάποια στιγμή θα εντοπίζατε την κοινότητα».
«Καλά το πας. Για προχώρα».
     Το σκέφτεται λίγο ακόμα. Κάποιος το είδε σα πρόκληση. Ρίσκαρε να είναι κοντά στα πειραματόζωα γιατί ήθελε να είναι εκεί όταν θα ερχόταν ο Ισορροπιστής. Αμέσως λέει:
«Ήξερε ότι θα χρησιμοποιηθεί το αίμα του Ισορροπιστή. Ήξερε το πρωτόκολλο. Κάτι ήθελε να αποδείξει».
«Ακριβώς αυτό πιστεύουμε. Και πάμε τώρα στο μαύρο κομμάτι της ιστορίας μας».
     Η Ρουθ έρχεται λίγο μπροστά και ετοιμάζεται να ακούσει πως έγινε η γενοκτονία. Ο Κάρλος έβαλε όλους τους Φρουρούς σε διάφορα σημεία του χωριού. Εκείνος ανέβηκε στο ξύλινο υδραγωγείο που προμήθευε νερό όλο τον οικισμό. Μόλις έφτασε επάνω, έβγαλε το πιστόλι, βρήκε μια αιχμηρή γωνία και τρύπησε τη παλάμη του. Το αίμα έτρεξε σα ποτάμι και έπεσε στο καθάριο νερό του υδραγωγείου. Αμέσως αναμείχθηκε και απλώθηκε παντού. Σε λίγη ώρα οι πάντες θα γεύονταν από το αίμα του Ισορροπιστή.      
     Κι εδώ ξεκίνησε η τραγωδία. Το αίμα απλώθηκε πολύ γρήγορα και έφτασε σε κάθε σημείο του οικισμού. Χρειάστηκε μόλις μισή ώρα για να πιούν όλοι και μόλις μερικά λεπτά για να αρχίσει η επίδραση. Η αρχή έγινε με έντονους πονόκοιλους. Οι κάτοικοι σε μπορούσαν να κουνηθούν. Μετά η θερμοκρασία τους ανέβηκε κατακόρυφα και δεν επρόκειτο για πυρετό. Οι κραυγές ακούγονταν σ’όλο το νησί, το κλάμα δεν ήταν πια δάκρυ αλλά αίμα. Ο Κάρλος και οι Φρουροί κοιτούσαν αγχωμένοι και ανήμποροι να κάνουν το οτιδήποτε. Το τελειωτικό χτύπημα το έδωσε η φλόγα. Ξαφνικά ένας-ένας οι κάτοικοι αυτοπυρπολούνταν. Το σώμα τους έπαιρνε φωτιά και το δέρμα του ξεφλουδιζόταν κατάμαυρο. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν το ιώβειο βασανιστήριο αυτών των δύσμοιρων ανθρώπων. Ο Κάρλος πάλευε να σβήσει τις φωτιές με κουβέρτες και κουβάδες με νερό. Φευ όμως. Δε γινόταν τίποτα.     
     Τα σώματα ψήνονταν και οι κραυγές χάνονταν μέσα στη βλάστηση. Λίγο πριν το ολοκληρωτικό τέλος εμφανίστηκαν οι Ρυθμιστές που πρόλαβαν λίγο από τη φρίκη. Όλοι ήταν αποσβολωμένοι. Παντού καπνισμένα σώματα που κάποτε χαμογελούσαν. Πρόσωπα με τελευταία έκφραση αυτή, της απόγνωσης. Ο Κάρλος περπατάει ανάμεσα τους και κοιτάζει με τρόμο. Δε φοβήθηκε από κουρσάρους και πειρατές. Δε σκιάχτηκε ούτε από δαίμονες και τέρατα που αντιμετώπισε αυτά τα έξι χρόνια. Εκείνη τη στιγμή, όμως, ήταν ο πλέον βασικός υπαίτιος για τη θανάτωση αυτών των ανθρώπων. Με στόμα ανοιχτό που δε μπορεί να βγάλει μιλιά, μάτια που δε κλείνουν και καρδιά βαριά από την ενοχή γονατίζει. Σκάει με τα γόνατα στο έδαφος κι ανάμεσα στους νεκρούς βγάζει μια κραυγή που την ακούει κάθε υπερφυσικό ον στο πλανήτη.
     Ο Κάρλος κραυγάζει συνεχώς και κάποια στιγμή τραβάει το μαχαίρι του από τη ζώνη του. Ο Γκονάς πάει να τον πιάσει, αλλά ο Κάρλος τρέχει προς ένα δέντρο. Οι Φρουροί διατάσσονται να τον σταματήσουν. Εκείνος ρίχνει πολλούς στο έδαφος κι όταν φθάνει στο δέντρο αρχίζει να το χαράσσει. Όλοι σταματάνε και τον κοιτούν έμφοβοι και για κείνον, αλλά και για το τι έγινε στην αποικία. Και τότε ο Κάρλος απλά κάνει σύμπτυξη του ονόματος του, με όσο μυαλό του έμεινε, και δημιουργεί τη λέξη που απασχόλησε αρκετούς ερευνητές. Το Κροατόαν. Μόλις τελειώνει πετάει το μαχαίρι, γυρίζει προς του Ρυθμιστές και βγάζοντας μια τελευταία κραυγή απελπισίας, εξαφανίζεται.
     Η Ζίφαελ δίνει εντολή να τον βρουν, αλλά παράλληλα γυρίζει προς τους νεκρούς. Όλοι γυρίζουν και βλέπουν τα καμένα σώματα να εξαϋλώνονται. Η σκόνη φεύγει στον αέρα και χάνεται ενώ δε φυσάει. Όλοι κοιτάζουν χαμένοι στις σκέψεις τους το θέαμα. Το μόνο που μένει πίσω είναι ένα χέρι. Ένα κατάμαυρο χέρι σαν οψιδιανός. Ο Άιρους πηγαίνει εκεί και το πιάνει. Το δείχνει σε όλους και αυτοί πλησιάζουν στο μέρος του. Δε μπορούν να καταλάβουν τι συνέβη. Απλά αποϋλοποιούνται αφήνοντας έρημη την αποικία. Τρία χρόνια αργότερα ο Ουάιτ θα γυρίσει, θα τη βρει άδεια και θα μείνει με την απορία κι αυτός κι όλη η ανθρωπότητα για τους επόμενους αιώνες.   
     Κι εδώ τελειώνει η ιστορία πίσω από το Κροατόαν. Η Ρουθ πιάνει το πρόσωπο της και ξεφυσάει. Κοιτάζει τον Τρόι που έχει κατεβάσει τα μάτια του, αναλογιζόμενος τη πιο μαύρη μέρα των Ισορροπιστών. Της έρχεται μια ερώτηση τότε, που την εκφράζει:
«Ο Κάρλος τι απέγινε;»
«Επαναφέρθηκε πάνω από τον Ατλαντικό. Όπως καταλαβαίνεις, πνίγηκε».
     Κουνάει λίγο το κεφάλι της συμμεριζόμενη το πόνο του Τρόι γι’αυτή την ανείπωτη τραγωδία. Αμέσως μετά πάει να πει:
«Αυτό το χέρι που είπες….».
«Ήταν της Έλενορ. Το πήρανε στο αρχοντικό για να το εξετάσουν. Μάταια όμως, καθώς δεν έδειξε τίποτα. Ένα απλό καμένο χέρι.
«Αφού είναι ένα απλό καμένο χέρι, τότε εσύ τι το θες;»
«Θα δεις».
     Κι εκεί λήγει η συζήτηση. Αποφασίζουν με τα μάτια να σιγήσουν και να περιμένουν. Ο Τρόι κάθεται ακίνητος και σκεπτόμενος και η Ρουθ απλά συνεχίζει να πίνει.
     Πίσω στο αρχοντικό ο Γκονάς έχει καταφέρει μετά από πολύ ώρα να κόψει τη πολυπόθητη φέτα. Με χειρουργική ακρίβεια παίρνει το κομμάτι και το αφήνει στην άκρη. Παίρνει το χέρι, το επανατοποθετεί στη γυάλα και το εξαφανίζει, κάνοντας τη γωνία όπως ήταν πριν. Κοιτάζει τη φέτα από οψιδιανό και θυμάται όλη την ιστορία. Κλείνει λίγο τα μάτια και κρατιέται για να μην κλάψει. Αμέσως θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο. Κλείνει το χέρι και εξαφανίζει το κομμάτι.
     Στο μαγαζί της Ίρμα, ο Σουγκουλέ κάθεται στο πάγκο και περιμένει. Εδώ και τρεις ημέρες έχει κατασκηνώσει και περιμένει το κομμάτι. Δεν είναι και πολύ χαρούμενος με το να συζεί, σχεδόν, με μια μάγισσα. Αλλά αυτό αλλάζει στα επόμενα δευτερόλεπτα.
     Ξαφνικά το κομμάτι εμφανίζεται πάνω στο πάγκο της Ίρμα. Ο Σουγκουλέ σηκώνεται και το κοιτάζει. Οι δύο τους στέκονται για λίγο και αναλογίζονται το τι βαριά και γεμάτη φλόγες ιστορία έχει αυτό το πράγμα. Τελειώνει πολύ γρήγορα όμως αυτή η στιγμή, καθώς ο Σουγκουλέ αρπάζει το αντικείμενο. Το κρατάει στο χέρι του και η Ίρμα απλώνει τη παλάμη της επάνω στη δική. Στη μέση το κομμάτι. Κλείνουν τα μάτια αμφότεροι. Η Ίρμα προσπαθεί να το τηλεμεταφέρει και ο Σούγκουλε κρατάει στο μυαλό του την εικόνα του σπιτιού του Τρόι. το κομμάτι πάλλεται για λίγο και μετά εξαφανίζεται.
     Επανεμφανίζεται στο τραπέζι ανάμεσα σε Ρουθ και Τρόι. Οι δύο τους τινάσσονται όταν τον αντικρίζουν. Το κοιτάνε για λίγο και μετά κοιτάζονται μεταξύ τους. Τότε ο Τρόι βγάζει το κινητό του και καλεί τον Σουγκουλέ. Μόλις το σηκώνει λέει:
«Έλα, το παραλάβαμε».
«Ωραία, γυρνάω τώρα πίσω».
     Και κλείνει το κινητό. Κουνάει το κεφάλι σε ένδειξη ευχαριστίας την Ίρμα και γυρίζει να φύγει. Όμως εκείνη τη στιγμή βλέπει κάτι μαύρο να έρχεται στο πρόσωπο του. Είναι η τελευταία εικόνα πριν πέσει αναίσθητος στο πάτωμα. Το μαύρο ήταν ένα κράνος και το χέρι που τον χτύπησε ήταν της Μέδουσας.
     Στέκεται από πάνω του και τον κοιτάζει καθώς η Ίρμα ήρεμη την κοιτάζει και χαμογελάει. Η Μέδουσα, όμως, έχει χάσει τη λάμψη της απ’όλη τη μέρα και κοιτάζει τον Σουγκουλέ με πρόσωπο σκοτεινό. Δεν έχει ξεχάσει εκείνη τη νύχτα στη Σουηδία. Ρωτάει κατευθείαν την Ίρμα
«Τι ήθελε εδώ;»
«Κάτι ετοιμάζουν με τον Τρόι και θέλαν να το κρατήσουν κρυφό».
«Ενδιαφέρον».
«Εσύ; Είσαι έτοιμη;» 
«Περισσότερο παρά ποτέ».
     Αφήνει το κράνος στο πάγκο και τον πιάνει από το χέρι. Τον σέρνει στο υπόγειο και την ακολουθεί η Ίρμα που κλειδώνει τη πόρτα πίσω της.
     Εντωμεταξύ ο Γκονάς εισέρχεται στη αίθουσα της γιγαντοοθόνης. Οι γυναίκες έχουν γυρίσει από την αποστολή τους και δεν είναι σε καθόλου καλή κατάσταση. Μόλις τις βλέπει ρωτάει:
«Τι έγινε;»
«Κάποιος μας παίζει. Κάποιος γαμιόλης θέλει να του στρίψω το κεφάλι». λέει η Κλόμα που πάει πάνω κάτω νευριασμένη.
«Ήρεμα». της λέει η Ζίφαελ.
«Τι ήρεμα ρε συ; Καταλαβαίνεις ότι έχουμε πιαστεί κότσοι;»
«Θα μου εξηγήσεις κανείς κι μένα;» ρωτάει ο Γκονάς.
     Ο Άιρους τον πλησιάζει και του λέει τις πληροφορίες.
«Η Ζίφαελ εντόπισε μια περίεργη μυρωδιά στη Γκολέτα. Υποπτεύεται Γοργόνες».
«Δεν υποπτεύομαι, είμαι 100% σίγουρη».
«Έστω. Η δε Κλόμα έπιασε την ίδια μυρωδιά στη καμπίνα αλλά και κάτι ακόμα. Κλόμα;»
«Τέφρα. Τέφρα ενός συγκεκριμένου θεού υπήρχε στο σπήλαιο από όπου βγήκαν τα τρολς. Και τη ξέρω καλά αυτή τη μυρωδιά. Την έχω ξαναμυρίσει γιατί γαμήθηκα μ’αυτό τον θεό».
     Τότε σηκώνεται η Ζίφαελ από τη καρέκλα και λέει:
«Συμπέρασμα. Ένας εν δυνάμει νεκρός θεός, μια ομάδα από Γοργόνες και ένας άγνωστος σκοπός. Βγάζει κανένας νόημα;»
«Μη ξεχνάς τη Ρουθ». συμπληρώνει ο Άιρους.
«Ξεχάστε τα συμπεράσματα και τις ερωτήσεις. Ώρα να δράσουμε. Αυτές οι πουτάνες είναι εκεί έξω και δεν ξέρουμε τι σκατά ετοιμάζουν. Πρέπει να κινητοποιήσουμε τη Φρουρά και….».
«Ίσως να μην είναι τόσο καλή ιδέα αυτή». τη διακόπτει ο Γκονάς κι όλοι γυρίζουν και τον κοιτούν.
     Εκείνος γυρίζει τη πλάτη πάει προς τις δύο πόρτες κι αφού κοιτάξει απ’έξω τις κλείνει και τις κλειδώνει. Οι υπόλοιποι τρεις τον πλησιάζουν με βλέμμα καχυποψίας και περιμένουν. Εκείνος λέει τότε:
«Πρόσφατα έκανα κι εγώ μια ανακάλυψη πάνω στο θέμα».
«Τι ανακάλυψη;» ρωτά ο Άιρους.
«Προδοθήκαμε, αδέρφια. Κάποιος ή κάποιοι μέσα από τη Φρουρά στείλανε τη Ρουθ ενάντια στο Τρόι. Και μ’αυτά που άκουσα από σας, μπορώ μόνο να συμπεράνω ότι….».
«Συνδέονται». λέει η Ζίφαελ.
     Έρχονται όλοι πιο κοντά και κοιτάζονται μεταξύ τους. Είναι περικυκλωμένοι από προδότες και τώρα πρέπει να τους βρουν.
     Στο μεταξύ πίσω στο σπίτι, η Ρουθ έχει ανάψει το μάτι της κουζίνας και έχει βάλει ένα τηγάνι επάνω να ζεσταίνεται. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει ο Τρόι που κλείνει το κινητό και λέει:
«Ο Σουγκουλέ μου έστειλε μήνυμα ότι θα αργήσει γιατί κάτι του έτυχε.
«Ωραία. Και τώρα;»
«Τώρα περιμένουμε να κάψει καλά το τηγάνι για να ρίξουμε μέσα το κομμάτι».
     Η Ρουθ κοιτάζει τη φέτα πάνω στο τραπέζι και ξανακοιτάζει το Τρόι. Σηκώνει τους ώμους και κουνάει λίγο το κεφάλι για να του δείξει ότι δε κατάλαβε το γιατί. Εκείνος λέει:
«Αυτό το κομμάτι δημιουργήθηκε από αίμα Ισορροπιστή και άγνωστη αιτία που το κράτησε αναλλοίωτο μέσα στους αιώνες. Μόλις λιώσει, και ίσως να πάρει μέρες για να λιώσει, θα πρέπει να το εισάγουμε στο σώμα μου».
«Ας εξαιρέσουμε το γεγονός ότι θα καίει σα τη κόλαση. Σε τι θα σε βοηθήσει;»
«Δεν άκουσες τη λέξη αναλλοίωτο; Θα ταξιδέψω στο χωροχρόνο. Αυτό το υγρό θα με κρατήσει αναλλοίωτο πνευματικά και σωματικά».    
     Και εκεί λήγει η συζήτηση περί της χρησιμότητας του κομματιού. Οι δύο τους στέκονται πάνω από το τηγάνι να κοιτάζουν και να περιμένουν.
     Στην αποθήκη της Ίρμα βρίσκεται δεμένος ο Σουγκουλέ. Η Μέδουσα του ρίχνει ένα ποτήρι νερό στα μούτρα που τον ξυπνάει και τον κάνει να αναπνέει δυνατά. Αμέσως απλώνει το χέρι της και σκίζει λίγο από το πουκάμισο του. Βλέπει το μαρκάρισμα του Ισορροπιστή και αμέσως τα μάτια της φωτίζονται. Πάλλεται ολόκληρη για λίγο και μετά από δευτερόλεπτα αφήνει ένα κύμα ενέργειας που πετρώνει την αποθήκη. Ο Σουγκουλέ το βλέπει και η Μέδουσα απαντάει:
«Φαγωμένες ενέργειες, Ισμαήλ. Είναι αρκετές για να μπλοκάρουν το σήμα του μαρκαρίσματος».
     Εκείνος τη κοιτάζει καλά. Είναι όμορφη αλλά αυτό δεν αρκεί για να θολώσει τη κρίση του. Το μαγικό που έκανε το είχε διαβάσει στην αρχή της υπηρεσίας του και άρχισε σιγά-σιγά να σχηματίζει την εικόνα του πλάσματος που είχε μπροστά του. Εκείνη περιμένει. Ξέρει ότι θα βρει την απάντηση. Κι όντως, ψελλίζοντας λέει:
«Με…Με…»
«Πες το».
«Μέδουσα;»
«Με σάρκα και οστά κωλόγερε. Πως σου φαίνεται το νέο μου σώμα;»
     Εκείνος κουνάει το κεφάλι και ανοίγει το στόμα από κατάπληξη. Αμέσως γυρίζει προς την Ίρμα που κοιτάζει χαμογελαστή και τη ρωτάει:
«Ρουφιάνα, μας πούλησες».
«Μη τη κατηγορείς. Δουλεύει εδώ και αιώνες για μένα αλλά και για την Κίνηση των Συγχρονιστών».
«Τι ποια;»
«Ά όχι παππού, δε κατάλαβες. Εγώ κάνω τις ερωτήσεις κι εσύ απαντάς. Τι θέλει ο Τρόι με το κομμάτι Κροατόαν;»
     Ο Σουγκουλέ τη κοιτάζει και τα μάτια του ανοίγουν μέχρι επάνω. Ούτε υπερφυσικά όντα δεν ήξεραν για αυτήν την υπόθεση και τώρα ξαφνικά τη φέρνει μπροστά η Μέδουσα μπροστά του. Αναπόφευκτα ρωτά:
«Ξέρεις;»
     Η Μέδουσα τον κοιτάζει και ξαναβρίσκει το χαμόγελο της. Το οποίο σταδιακά μετατρέπεται σε γέλιο. Ο Σουγκουλέ μένει να τη κοιτάζει, ενώ εκείνη σκύβει, γελώντας πάντα, στο πρόσωπο του και του λέει:
«Τόσους αιώνες και δε το κατάλαβε κανένας, έτσι; Δε το ξέρω απλά Σουγκουλέ, εγώ το προκάλεσα. Εγώ ήμουν από πίσω».
«Τι πράγμα;»
     Ο αόρατος παρανομαστής της εξίσωσης ήταν η Μέδουσα τότε. Εκείνη προκάλεσε την εγκυμοσύνη της Έλενορ. Εκείνη ήταν στο καράβι και τη παρακολουθούσε και είχε τρομάξει το πλήρωμα. Κι όταν η γενοκτονία είχε τελειώσει και ο Κάρλος έσκουζε από πόνο, ήταν σ’ένα λόφο και παρακολουθούσε. Χαρούμενη και ερεθισμένη από την επίτευξη του στόχου της.
     Ο Σουγκουλέ τα συνειδητοποιεί όλα αυτά και αμέσως ρωτάει:
«Γιατί;»
«Το Κροατόαν, Σουγκουλέ. Αυτό το πέτρωμα που πήρε τότε στα χέρια του ο Γκονάς. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα».
«Βήμα; Είναι στα χέρια των Ρυθμιστών».
«Ακριβώς. Εκεί ακριβώς που θέλουμε».
     Η καρδιά του τώρα πάει να σπάσει από την αγωνία για το τι σχεδιάζει η Μέδουσα. Εκείνη από την άλλη τελειώνει τη συζήτηση και λέει:
«Προς το παρόν πρέπει να ακολουθήσω το χρονοδιάγραμμα μου. Αλλά μη νομίζεις ότι γλίτωσες. Εμείς θα τα ξαναπούμε».

     Του γυρίζει τη πλάτη και πάει και κάθεται στη καρέκλα. Η Ίρμα την δένει σφιχτά σε χέρια και πόδια και έρχεται πάνω από το κεφάλι της. η Μέδουσα τη κοιτάζει και της κουνάει το κεφάλι, σα να της λέει «προχώρα». Η Ίρμα παίρνει από δίπλα της ένα ιατρικό εργαλείο με ημικυκλική μορφή και το πλησιάζει. Εκείνη σφίγγεται καθώς η Ίρμα το περνάει στο αριστερό της μάτι. Ο Σουγκουλέ κοιτάζει τη διαδικασία έντρομος. Η Μέδουσα βγάζει μια δυνατή κραυγή καθώς η Ίρμα της αφαιρεί το μάτι. 

Γιώργος Πουρλιάκας               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου