Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29 Μαΐ 2016

0 Ο Ισορροπιστής (Κεφάλαιο 9) - Η Ατσαλένια Πόλη

      Έχει μόλις χαράξει ο ήλιος στη Νέα Υόρκη και οι αχτίδες του λιθοβολούν τα άψυχα κτίρια της πόλης. Κατακόκκινες αχτίδες που σιγά-σιγά χρυσώνουν και θέτουν το μηχανισμό της γιγαντούπολης σε λειτουργία. Ήδη οι πρώτοι ήχοι οχημάτων γεμίζουν τους δρόμους, τα βήματα των ανθρώπων αντηχούν στον αέρα και η πόλη παίρνει μπρος με τους χαρακτηριστικούς της ήχους.
     Σε μια ταράτσα στο Κουίνς ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η Ίρμα. Κρατάει ένα εξαγωνικό κουτί στα χέρια και το κρατάει με ιδιαίτερη ευλάβεια. Τα μάτια της είναι καρφωμένα στους περιστερώνες μπροστά της. Αφήνει το κουτί στο πάτωμα και μπαίνει σ’έναν από αυτούς. Τα περιστέρια συγχύζονται και χτυπούν τα φτερά τους πάνω κάτω. Εκείνη ατάραχη περιμένει και τη κατάλληλη στιγμή πιάνει ένα και το κρατάει σφιχτά. Βγαίνει και κλείνει τη πόρτα. Μ’ένα κανάβινο σπάγγο, από γερό σκοινί, δένει το κουτί στη ράχη του. Το έχει φτιάξει έτσι ώστε να είναι αρκετά ελαφρύ και να μπορεί το ζωντανό να το κουβαλήσει. Μόλις τελειώνει με το δέσιμο, πηγαίνει προς την άκρη της ταράτσας στα νοτιοανατολικά. Κάθεται και κοιτάζει το παγερό ορίζονται της πόλης για λίγο. Μετά φέρνει το πτηνό στο στόμα της. Ψιθυρίζει κάτι κοντά στο κεφάλι του και το περιστέρι μένει ακίνητο. Σαν να καταλαβαίνει κάθε λέξη. Δεν είναι γνωστή γλώσσα, είναι μια νεκρή που μιλάει η Ίρμα και καθοδηγεί το περιστέρι. Μόλις τελειώνει φέρνει τα χέρια της μπροστά και με μία κίνηση εκτινάσσει το πουλί στον αέρα. Εκείνο παλεύει με τα φτερά του να κρατηθεί αλλά και να συνηθίσει το βάρος στη πλάτη του. Η Ίρμα το παρακολουθεί και σφίγγει τα δόντια της, αγωνιώντας. Τελικά, το πουλί βρίσκει τη δύναμη και αρχίζει να χάνεται στον ορίζοντα. Αγαλλίαση κατακλύζει τη καρδιά της καθώς εκείνο χάνεται από το οπτικό της πεδίο. Η προδοτική αποστολή της ολοκληρώθηκε.
     Μίση ώρα αργότερα ξεκλειδώνει τη πόρτα του μαγαζιού της και με το πρώτο βήμα μέσα, παγώνει. Ο Τρόι στέκεται εκεί στο πάγκο της και τη περιμένει. Σφίγγει τα χείλη της και μπαίνει μέσα. Ξέρει ότι δε πρέπει να καρφωθεί αλλιώς όλη της η προσπάθεια θα πάει στο βρόντο. Πλησιάζει το πάγκο της και μ’ένα φτιαχτό χαμόγελο του λέει:
«Καλημέρα. Πως κι από δω;»
«Ο γέρος έχει εξαφανιστεί εδώ και δύο μέρες και δε μπορώ να τον εντοπίσω. Μήπως σου είπε τίποτα; Που θα πήγαινε ας πούμε;»
     Εκείνη κάνει πως σκέφτεται παίρνοντας το βλέμμα από πάνω του. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα κουνάει αρνητικά το κεφάλι της και απαντάει:
«Μπα. Απλά έφυγε χωρίς να πει τίποτα».
«Μάλιστα. Πάλι κάνα κώλο θα κυνηγάει ο καυλόγερος».
     Τη χαιρετάει μ’ένα νεύμα και πάει να φύγει όταν εκείνη του κάνει την ερώτηση:
«Δε μου λες, εκείνο το πέτρωμα που σου μετέφερα, τι το θες;»
     Ο Τρόι ανοίγει τη πόρτα και γυρνώντας χαμογελαστός της λέει:
«Σόρρυ κούκλα. Απόρρητο».
     Φεύγει και μαζί του, η Ίρμα, κατεβαίνει στο υπόγειο. Μόλις μπαίνει βλέπει τη Μέδουσα να έχει βάλει η παλάμη της στο στόμα του Σουγκουλέ. Τον κρατούσε σιωπηλό όσο ήταν εδώ ο Τρόι. Παίρνει το χέρι της και εμφανίζεται μπροστά στο κρατούμενο της με μια μικρή αλλαγή. Ένα επίδεσμο που καλύπτει την αριστερή πλευρά όπου πριν υπήρχε ένα μάτι, και λίγο ξεραμένο αίμα στο μάγουλο. Η Ίρμα αγχωμένη από τη προηγούμενη επαφή λέει:
«Έχασα δέκα χρόνια από τη ζωή μου όταν τον είδα. Νόμιζα ότι ήμουν τελειωμένη».
«Κούλαρε μικρή. Δεν έχει πάρει χαμπάρι».
     Βγάζει από τη τσέπη της ένα πεντοδόλαρο και το σηκώνει χωρίς να τη κοιτάξει. Της λέει τότε με τη χαρακτηριστική της ηρεμία:
«Τσάκο το τάλιρο και πάνε πιες ένα latte να ηρεμήσεις. Τα ρέστα δικά σου».      
     Η Ίρμα παίρνει το χαρτονόμισμα και η Μέδουσα αμέσως βγάζει τα φίδια από τα μαλλιά της κοιτώντας τον Σουγκουλέ. Εκείνος προετοιμάζεται για το χειρότερο. Εκείνη του λέει:
«Τώρα, που είχαμε μείνει;»
     Ο Τρόι μπαίνει στο σπίτι του και βλέπει τη Ρουθ να μεταφέρει το μαύρο υγρό, πλέον, Κροατόαν στο σαλόνι. Το τοποθετεί κοντά στη σόμπα αλογόνου και βάζει την ένταση στο τέρμα. Πρέπει να παραμείνει υγρό γιατί μπορεί να χρειαστεί μπόλικο από δαύτο.
     Η Ρουθ μόλις τελειώνει αυτή τη δουλειά, τον ρωτάει:
«Τον βρήκες;»
«Όχι και δεν έχω χρόνο τώρα».
     Χρόνος υπάρχει, αλλά ο Τρόι καίγεται περισσότερο για να μπει στην Ατσαλένια Πόλη. Να μάθει την αλήθεια αλλά και ενδόμυχα να γνωρίσει τους προπάτορες του. Ανέκαθεν διάβαζε τις ιστορίες τους και τώρα είναι κοντά στο να τους δει από κοντά. Αν πετύχει φυσικά, γιατί το όλο εγχείρημα μοιάζει περισσότερο με αποστολή αυτοκτονίας.
     Ο Τρόι πετάει το μπουφάν του στο καναπέ και πιάνει βεβιασμένα το Γυάλινο Γάντι. Το φοράει και στέκεται όρθιος μπροστά στο μεγάλο καθρέπτη του. Η Ρουθ κάθεται παραπέρα φρόνιμη και έτοιμη να γίνει μάρτυρας ενός ακόμα υπερφυσικού και μαγικού γεγονότος. Ο Τρόι σηκώνει το χέρι του και σκέπτεται δυνατά. Δε ξέρει πως μοιάζει η Πόλη αλλά ξέρει ότι υπάρχει κι αυτό είναι αρκετό για το Γάντι. Ξαφνικά ο καθρέπτης αρχίζει να αλλάζει εικόνα σαν μια τηλεόραση. Οι γραμμές εναλλάσσονται και το μαύρο εμφανίζεται σε όλες τις γνωστές αποχρώσεις του. Το Γάντι αρχίζει να δονείται στο χέρι του. Η εύρεση μιας πόλης που δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη, κανενός κόσμου είναι τιτάνια δουλειά και θέλει όλη τη προσοχή του Τρόι. Κρατάει κλειστά τα μάτια του και συλλογίζεται σθεναρά τη Πόλη, απομονώνοντας οποιαδήποτε άλλη σκέψη. Το Γάντι πιάνει αυτή τη σκέψη και προσπαθεί να την οπτικοποιήσει.
     Και η αναμονή αποδίδει. Η δόνηση σταματάει και η εικόνα είναι παγωμένη σ’ένα μαύρο τοπίο. Ο Τρόι ανοίγει τα μάτια του και κοιτάζει το απύθμενο σκότος στον καθρέπτη. Για έναν οποιοδήποτε άνθρωπο θα ήταν απλά ένα κομμάτι σκοτεινό γυαλί και πολύ πιθανώς, τρομακτικό. Όχι όμως για τον Κυνικό Ισορροπιστή που βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Ο Τρόι βλέπει φλέβες. Ω ναι, χρυσές φλέβες που ενώνονται και σχηματίζουν ένα ανθρώπινο νευρικό σύστημα. Και μετά ένα ακόμα, και δίπλα άλλο. Σιγά-σιγά οι πρώην προστάτες της Ισορροπίας εμφανίζονται στα μάτια του. Δε βλέπει κτίρια και δρόμους της Πόλης αλλά τους κατοίκους της. Είναι υπερευχαριστημένος γιατί μετά από μήνες δολοπλοκιών, χρόνια αναμονής και γνώση της ιστορικής ταύτης στιγμής θα κάνει κάτι που δε τόλμησε κανείς άλλος ούτε να σκεφτεί.
     Τη στιγμή θα τη χαλάσει η Ρουθ που λέει:
«Τρόι;»
     Εκείνος γυρίζει με το βλέμμα του τρελού που χαίρεται για κάτι ανύπαρκτο. Αμέσως τη λέει:
«Την βρήκα».
     Πάει κατευθείαν δίπλα του και βλέπει το μαύρο. Πάει να μιλήσει αλλά ο Τρόι, που ξέρει από πριν τι θα ρωτήσει, μιλάει πρώτος και της λέει:
«Τις αλυσίδες. Γρήγορα».
     Φεύγει και πιάνει τις αλυσίδες από τη καρέκλα. Τις εναποθέτει πάνω στους ώμους και παίρνει απότομα τα χέρια της. Οι αλυσίδες με το που ακούμπησαν πάνω του άρχισαν να κινούνται σα φίδια και να καλύπτουν το στέρνο του και τα πόδια του. Τελείωσε σε δευτερόλεπτα και κατευθείαν έσφιξαν επάνω του. Ένας μικρός μορφαστικός ήχος βγαίνει από το κλειστό στόμα του για να υποδηλώσει το στιγμιαίο πόνο του. Σφίγγει το αριστερό του χέρι και αμέσως οι άκρες των αλυσίδων σηκώνονται και στέκονται στον αέρα σα να κρατούνται από κάπου. Επόμενη φράση του Τρόι:
«Την ένεση».
     Η Ρουθ πιάνει μια ένεση τη βάζει στο μπουκάλι με το Κροατόαν και τραβάει αρκετό καυτό υγρό. Το πιάνει με μια πετσέτα και έρχεται κοντά του. Εκείνος γέρνει λίγο το κεφάλι του προς αριστερά. Η Ρουθ με βαριά καρδιά καρφώνει την ένεση στο λαιμό του. Ο Τρόι ιδρώνει στιγμιαία και προσπαθεί να πνίξει το κολασμένο πόνο του. Μόλις τελειώνει γονατίζει κάτω με το ένα πόδι. Η Ρουθ τον ακολουθεί. Ο Τρόι παίρνει μερικές βαθιές ανάσες και λέει:
«Λοιπόν….ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Κάθε….πέντε λεπτά….θα ρίχνει την ένεση το καθρέπτη κι εγώ θα στη ξαναστέλνω. Ακριβώς πέντε λεπτά».
«Το κατάλαβα».
«Ωραία. Κάνε μπάντα τώρα. Ήρθε η ώρα να συναντήσω τους πραγματικούς ήρωες αυτού του κόσμου».
     Η Ρουθ απομακρύνεται και ο Τρόι σηκώνεται. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και κοιτάζει το καθρέπτη. Τώρα είναι πιο έτοιμος παρά ποτέ. Γέρνει λίγο μπροστά και με μάτια σαν του αετού που κοιτάζει το θήραμα του, ορμάει και φεύγει μέσα στο καθρέπτη.
     Την ίδια στιγμή, πίσω στο αρχοντικό, ολάκερη η στρατιά των Φρουρών είναι έξω από τη μεγάλη σάλα. Η πόρτα έχει κλείσει ερμητικά εδώ και δύο μέρες απαγορεύοντας την διέλευση του οποιουδήποτε. Οι Φρουροί έχουν στήσει πηγαδάκια και αναρωτούνται για ποιο λόγο έχει γίνει αυτό. Καθαρή απάντηση όμως δεν υπάρχει. Μπροστά από όλους και μερικές ανάσες από τη πόρτα κάθεται ο Δίραξ. Κοιτάζει επίμονα το λεπτεπίλεπτα σκαλισμένο ξύλο των πορτών με βλέμμα υποψιασμένο. Κάτι θέλει. Κάτι δεν του αρέσει. Θέλει οπωσδήποτε αυτή τη πόρτα ανοιχτή.
     Από την άλλη πλευρά οι τέσσερις Ρυθμιστές κάθονται σε κύκλο με τα μούτρα κατεβασμένα. Αρνούνται να πιστέψουν ακόμα ότι οι στρατιώτες τους πούλησαν. Το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρουν αν είναι όλοι ή κάποιοι από αυτούς. Το σίγουρο είναι πάντως ότι είναι παγιδευμένοι. Δε βρίσκουν χρόνο, αλλά ούτε και διάθεση να κάνουν κάποια κίνηση. Ελεύθεροι πολιορκημένοι μέσα στο σπίτι τους.
     Ξαφνικά η Κλόμα σηκώνεται όρθια και με ύφος βλοσυρό τραβάει τα βλέμματα των υπολοίπων. Λέει τότε:
«Ας τους σκοτώσουμε. Τώρα. Επί τόπου».
«Και τι θα βγει ρε συ;» ρωτάει η Ζίφαελ.
«Πρώτον θα καθαρίσουμε τη Φρουρά φτιάχνοντας μια καινούργια. Και δεύτερον θα φύγουμε από αυτή τη κατήφεια. Είμαστε οι Ρυθμιστές γαμώ την Ισορροπία μου! Δε γίνεται να είμαστε απομονωμένοι σα ποντίκια μες στη τρύπα τους».
«Δε ξέρουμε ποιοι είναι οι προδότες. Μια σφαγή εδώ πέρα μπορεί να έχει αντίκτυπο στις υπερφυσικές φατρίες. Τι θα πουν σ’αυτή τη γενοκτον…»
«ΓΑΜΑ ΤΙΣ ΦΑΤΡΙΕΣ».
     Φωνάζει δυνατά και με πολλές δόσεις απόγνωσης. Είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Ο Άιρους σηκώνεται και τη σπρώχνει ελαφριά να καθίσει. Μετά ξαναγυρνάει στη θέση του και κάθεται σιωπηλός. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και λέει:
«Ίσως. Λέω ίσως, μπορούμε να κάνουμε αυτή τη γενοκτονία αλλά δια μέσω κάποιου άλλου».
«Του Τρόι». συμπληρώνει η Ζίφαελ.
«Ναι. Έτσι κι αλλιώς είναι κακό αγκάθι στο κώλο μας για αρκετά χρόνια. Ίσως είναι ώρα να τον βγάλουμε στη σύνταξη».
«Τι σκέφτεσαι;» ρωτάει η Κλόμα.
«Ας τον τρελάνουμε. Έχουμε το ξόρκι. Θα το καθοδηγήσουμε έτσι ώστε να επιτεθεί και να καθαρίσει τη Φρουρά. Θα τον σκοτώσουμε και θα είμαστε καλυμμένοι από τις φατρίες. Και νέα Φρουρά και νέος Ισορροπιστής».
«Μ’αρέσει. Ας το κάνουμε. Όσο πιο σύντομα τόσο το καλύτερο».
     Η Ζίφαελ τους κοιτάζει και βαθιά μέσα της επεξεργάζεται τη πρόταση. Δεν της αρέσει. Είναι ανήθικη, εγκληματική, σκοτεινή και ενάντια στην αγγελική της φύση. Από την άλλη όμως, απέξω υπάρχει ένας εχθρός και ίσως ήρθε η ώρα να πάρει μια δύσκολη απόφαση. Να θυσιάσει τον Τρόι προκειμένου να συνεχίσει να υπηρετεί την Ισορροπία. Μετά από λίγα λεπτά σκέψης λέει με ξεψυχισμένη φωνή:
«Ας γίνει έτσι».
«Ωραία. Γκονάς;» ρωτάει η Κλόμα.
     Ακόμα πιο δύσκολη η δικιά του θέση. Ξέρει το σχέδιο του Τρόι και ξέρει ότι πιθανόν να έχει ένα αποτέλεσμα. Δε θέλει να το αποκαλύψει γιατί δε ξέρει πως θα το πάρουν οι επι χιλιετίες συνοδοιπόροι του στη Γη. Θα κολλήσουν με τους νόμους; Θα το δεχτούν; Δε μπορεί να ξέρει. Και δεν έχει χρόνο να το μάθει. Απαντάει απλά ένα:
«Εντάξει».
     Και εν συνεχεία σκύβει το κεφάλι και προσεύχεται στη μητέρα του, τη Κάλι, να δώσει ταχύτητα στον Τρόι. Να βρει γρήγορα απαντήσεις. Να λύσει γρήγορα αυτό το πρόβλημα που η σκιά του έχει σκεπάσει το αρχοντικό. Να γίνει ότι είναι να γίνει γρήγορα. Πριν φτιάξουν το ξόρκι οι δικοί του.   
     Ένα λεωφορείο είναι σταματημένο στην άκρη ενός ερημικού δρόμου. Πιο πέρα οι Γοργόνες περπατάνε ανάμεσα από τα στάχυα και πλησιάζουν ένα μικρό αεροπλάνο που έχει προσγειωθεί στη μέση του πουθενά. Μόλις φτάνουν, βλέπουν την Λυσάνδρα μόνη της να αδειάζει στο χώμα τα κάνιστρα με το μαύρο χώμα στο έδαφος. Εκείνες φτάνουν κοντά της και μία απ’αυτές κοιτάζει το χώμα και μετά την Λυσάνδρα έκπληκτη. Αμέσως την ρωτάει:
«Είναι αυτός; Σοβαρά τώρα;»
«Ω ναι. Αυτό το μαλακομπούκωμα είναι βασικό για το σχέδιο μας»
«Και γιατί το αδειάζεις;»
     Η Λυσάνδρα αδειάζει και το τελευταίο κάνιστρο και βαριανασαίνοντας πλησιάζει προς την ομάδα. Τις κοιτάζει και λέει:
«Είναι θεός. Εντοπίζεται πολύ εύκολα ακόμα και σ’αυτή τη μορφή. Όποτε πρέπει να τον συνδέσουμε με κάτι άλλο υπερφυσικό ώστε ούτε ο Ισορροπιστής, αλλά ούτε και οι Ρυθμιστές να τον πιάσουν στα ραντάρ τους. Κοινώς κορίτσια, ώρα για μαμ».
     Δεν τους αρέσει καθόλου αυτή η ιδέα. Η Λυσάνδρα το καταλαβαίνει αλλά δε σκοπεύει να τις πείσει. Απλά σηκώνει το μεγάλο δάχτυλο και τις κατευθύνει να κάνουν αυτό που πρέπει. Όλες μαζί δυσφορούν αλλά υπακούν. Αρχίζουν να μαζεύονται γύρω από το μαύρο χώμα και βάζοντας στις χούφτες τους το ρίχνουν στο στόμα τους. Ακούγονται βηξίματα και ήχοι αηδίας, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζουν να ρίχνουν στους οισοφάγους τους το πικρό χώμα.
     Η Λυσάνδρα λίγο πιο μακριά βγάζει το κινητό της και ιδρωμένη, με την ανάσα της ακόμα βαριά επικοινωνεί με την Ιόνη. Εκείνη κάθεται σ’ένα μισοσκότεινο δωμάτιο με τον Τζέικ έξω να μιλάει με τον Κλαρκ.
«Έλα, Λυσάνδρα».
«Πως πας;»
«Δε περίμενα να είναι τόσο εύκολο. Είχαμε αναπάντεχη βοήθεια».
«Δηλαδή;»
« Ο Κλαρκ τους τρέχει όλους. Έχει διαδώσει το σκίτσο του Τρόι σ’όλα τα αστυνομικά τμήματα της χώρας. Έχει βάλει όλους τους ρουφιάνους του να ψάχνουν. Λυσάνδρα, ο Κλαρκ μας δημιουργεί στρατό κι ο ηλίθιος ούτε καν το έχει καταλάβει».
«Υπέροχα».
     Και χωρίς να αποχαιρετιστούν κλείνουν αμφότερες τα κινητά. Η Ιόνη κοιτάζει την οθόνη του λάπτοπ του Τζέικ, και βλέπει τη φωτογραφία του Τρόι να αποστέλλεται παντού. Η δε Λυσάνδρα κοιτάζει τις αδελφές της που καταπίνουν το χώμα. Όλες στις δουλειές τους.
     Ο χωροχρόνος είναι κάτι που δεν έχει δει κανένας άνθρωπος. Ο πρώτος είναι ο Τρόι που ταξιδεύει μέσα του. Είναι ένα πολύχρωμο τούνελ που τον ταξιδεύει πολύ γρήγορα. Ο Τρόι που και που πηγαίνει δεξιά αριστερά με κίνδυνο να ξεφύγει και να χαθεί στο μικροκβαντικό κόσμο, απ’οπου δε θα γυρίσει. Οι Αλυσίδες της Κάλντερ όμως τον κρατούν στην ευθεία. Παράλληλα όμως η χωροχρονική ροή αλλάζει σε κλάσματα δευτερολέπτου αλλάζοντας το περιβάλλον μέσα στο τούνελ. Η αλλαγή χτυπάει σα γροθιά τον Τρόι και τον πονάει. Αγκομαχάει σε κάθε χτύπημα αλλά παραμένει ο ίδιος χάρις το Κροατόαν. Αυτό που δε μπορεί να ελέγξει είναι η ταχύτητα. Κάθε ίντσα του σώματος του πονάει από την ταχύτητα που δε μπορεί να ελέγξει. Ταξιδεύει αλλά δεν ελέγχει τη κατάσταση του. Ο πόνος τον λυγίζει. Δε περίμενε ότι θα είναι τόσο επίπονο.            
     Χάνει σιγά-σιγά τις αισθήσεις του από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα. Τα μάτια του κλείνουν, το σώμα του είναι μουδιασμένο από τις ριπές του χωροχρόνου. Όμως ξαφνικά ένα κατάλευκο φώς τον καταβροχθίζει. Για δευτερόλεπτα χάνει την αναπνοή του. Αμέσως μετά το σώμα του εκτινάσσεται και σκουντουφλάει άτσαλα πάνω σε κάτι σκληρό. Παίρνει μερικές ανάσες. Κουνάει λίγο το σώμα του και οι αλυσίδες σέρνονται σε κάτι στερεό. Σηκώνεται στα γόνατα και βλέπει ότι είναι πάνω σε ξερό χώμα. Μόλις σηκώνει το κεφάλι του βλέπει την Ατσαλένια Πόλη.
     Όπως θα έβλεπες ένα γραφικό χωριό σε κάποιο όμορφο νησί του Αιγαίου η στα παράλια της Ιταλίας και της Σικελίας έτσι είναι και τούτο που βλέπει μπροστά του. Περίτεχνα κτίρια φτιαγμένα στο γυμνό χέρι. Τα περισσότερα με πέτρα και λιγότερα με μπετό. Δρόμος πλακόστρωτος και γεμάτος με αειφόρα δέντρα. Ηλιόλουστο φως που καλύπτει τα πάντα. Η Πόλη έχει έναν ανηφορικό τόνο που καταλήγει σχεδόν στον ουρανό. Δεν είναι πλανήτης, ούτε κάποιο κρυμμένο χωριό στα έγκατα της Γης. Όχι, είναι μια καλά κρυμμένη πόλη χαμένη και απομονωμένη, ευτυχώς, από κάθε υπερφυσική παρέμβαση. 
     Ο Τρόι είναι μαγεμένος από το θέαμα. Μόνο στα όνειρα του είχε δει κάτι τέτοιο. Τότε ανθρώπινες φιγούρες περπατάνε γρήγορα προς το μέρος του. Όλοι έχουμε έναν ήρωα που διαβάζαμε και θα θέλαμε να συναντήσουμε. Όμως ο Τρόι το πετυχαίνει. Πλησιάζουν κοντά του οι ήρωες της Γης. Ο Καουμπόης, η Αμαζόνα, ο Αυτοκρατορικός, η Φόνισσα και ένας άλλος που δε ξέρει. Εκείνος σηκώνεται και τους κοιτάζει με δέος. Εκείνοι τον πλησιάζουν φθάνουν κοντά του. Είναι ακριβώς όπως είχε διαβάσει. Με τα ρούχα που πάλευαν και τη στάση που πάντα είχαν. Τον κοιτούν για λίγο κι ένας από αυτούς τον πλησιάζει. Φοράει ξεφτισμένα αρχαία γκρι ρούχα. Είναι γεροδεμένος με γαλάζια μάτια και μαλλιά ξανθά λαδωμένα μέχρι τον ώμο και πολλές ρυτίδες. Του πιάνει και του σφίγγει το χέρι. Ο Τρόι λέει:
«Όλους τους άλλους τους ξέρω. Εσύ ποιος είσαι;»
«Το όνομα μου είναι Ράγκος. Είμαι ο Πρώτος των Ισορροπιστών».  
     Η ψυχή του τρέμει από το απεριόριστο σέβας που νοιώθει. Πιάνει το χέρι του θρύλου που πρώτος ξεκίνησε αυτή τη βαριά κληρονομιά. Με χείλη που δονούνται προσπαθεί να πει:
«Τι…τι….τιμή μου. Τώρα…..τώρα που ξέρω το όνομα σου…θα φροντίσω.».
«Ξέχνα το Κυνικέ. Έχουμε πολλά να πούμε και καθόλου χρόνο».
     Ακούγεται ένας ήχος από πίσω του. Η Ρουθ έστειλε την ένεση με το Κροατόαν. Ο Τρόι τη πιάνει και κατευθείαν τη καρφώνει στο λαιμό του. Βγάζει μια δυνατή κραυγή και για να μη πέσει τον κρατάει ο Ράγκος. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και ξανασηκώνεται. Κοιτάζοντας ευθεία τον Ράγκος στα μάτια λέει:
«Χρειάζομαι……βοήθεια».
«Το ξέρω. Σε περιμέναμε και σε παρακολουθούσαμε. Ήρθε η ώρα να μάθεις πράγματα που οι Ρυθμιστές σου έκρυβαν επιμελώς».
     Το βλέμμα του Τρόι σκοτεινιάζει. Πάντα ήξερε ότι οι Ρυθμιστές δεν τα λένε όλα, αλλά τώρα νοιώθει ότι θα μάθει κάτι πραγματικά συνταρακτικό. Όποτε ρωτάει:
«Σαν τι πράγματα;»
«Φαντάζομαι δεν έχεις ακούσει ποτέ για τον Σκοτεινό Ισορροπιστή;»
«Το ποιόν;»
     Λέει έκπληκτος και προσπαθεί να αναλύσει την έννοια που μόλις άκουσε.
     Πίσω στο μαγαζί της Ίρμα, ο Σουγκουλέ υποφέρει. Η Μέδουσα έχει απλώσει τα φίδια-μαλλιά της και τον δαγκώνουν σε χέρια και πόδια. Τα διαφορετικά δηλητήρια έχουν εισχωρήσει στο σώμα του και τον σκοτώνουν αργά και βασανιστικά. Τρέμει ολόκληρος και συσπάται. Είναι μαρτύριο. Η Μέδουσα από την άλλη κάθεται κοντά του και κοιτάζει τα νύχια της.
     Μετά από λίγα δευτερόλεπτα μαζεύει τα φίδια και τον κοιτάζει. Το στόμα του αφρίζει. Εκείνη δε πτοείται και του λέει ήρεμα:
«Είσαι Σομαλός έτσι;»
     Φτύνει τον αφρό από το στόμα του και γυρίζει αργά το κεφάλι κοιτώντας την με μίσος. Εκείνη συνεχίζει:
«Κατάγεσαι από ένα από τα ποιο βίαια μέρη του κόσμου. Κανένας λογικός άνθρωπος δε θα πήγαινε εκεί για μπάνια και χαλάρωση. Κι όμως, η χώρα σου απεικονίζει αυτό που γίνεται στο ανθρώπινο είδος».
     Το βλέμμα του Σουγκουλέ γίνεται ερωτηματικό. Η Μέδουσα ξέρει ότι του κέντρισε τη προσοχή και τον κοιτάζει κι αυτή.
«Άνθρωποι εναντίον ανθρώπων. Αυτό γίνεται και στον υπόλοιπο πλανήτη. Φαγώνεστε μεταξύ σας, πουλάτε ο ένας τον άλλον, βιάζετε τα σώματα, τα μυαλά , τις συνειδήσεις των συνανθρώπων σας και το πιο τρομακτικό είναι ότι το έχετε αποδεχτεί. Έχω ακούσει άνθρωπο να λέει: τι να κάνουμε έτσι είναι οι άνθρωποι. Εσείς τα κάνετε όλα αυτά και ονομάζετε εμάς τέρατα».
«Μη προσπαθείς….να με πατρονάρεις. Είμαι πρώην Ισορροπιστής, αλλά ακόμα θυμάμαι τον όρκο που έδωσα για τη προστασία του είδους μου. Δε μπορώ να αλλάξω το ποιοι είναι».
«Κι αν μπορούσες; Χμ; Αν μπορούσες να κάνεις το ανθρώπινο είδος πιο εξευγενισμένο, πιο κοντά στο υπερφυσικό για το καλό του…..θα το έκανες; Όπως είπες είσαι Ισορροπιστής και πρέπει να φροντίσεις για την ασφάλεια του είδους σου. Αν το μέλλον διαγραφόταν ζοφερό, όπως τώρα με τον ISIS και την οικονομική κρίση, και το μόνο που σας έσωζε ήταν η αλλαγή ή αν η επιβεβλημένη εξέλιξη……θα το σταματούσες; Θα έμπαινες μπροστά και θα το κατέστρεφες;»
     Ο Σουγκουλέ σκέπτεται για λίγο τα λόγια της Μέδουσας. Δε ξέρει που το πάει αλλά έχει δίκιο σε ορισμένα που λέει. Τα λόγια της εισχωρούν και καρφώνονται βαθιά στο μυαλό του. Του προκαλούν σκέψεις, απορίες, αμφισβήτηση. Η Μέδουσα όμως, ξέρει πολύ καλά αυτό το παιχνίδι. Δεν είναι η πρώτη της φορά. Τώρα που έβαλε τον σπόρο πρέπει να τον ποτίσει. Να πάρει ένα ρίσκο. Οπότε σηκώνεται και πάει ακριβώς μπροστά του και τον ρωτάει:
«Θες να μάθεις τι είναι η Κίνηση των Συγχρονιστών; Τι πραγματικά πρεσβεύουμε; Πως θα ωφεληθεί το είδος σου;»
     Εκείνος ακόμα πονώντας κουνάει καταφατικά το κεφάλι του και περιμένει να ακούσει. Η Μέδουσα χαμογελάει. Τώρα θα του αποκαλύψει ολόκληρο το σχέδιο των Συγχρονιστών.
     Στη Πόλη, ο Τρόι δε βρίσκει ικανοποιητική ερμηνεία γι’αυτό που άκουσε και αποφασίζει να κουνήσει τα χέρια του απορημένος. Ο Ράγκος τότε τον ρωτάει:
«Ξέρεις από πού ξεκίνησε η όλη διαδικασία με τους 4 υποψήφιους;»
«Όχι».
«Από μένα. Όταν πήρα το χρίσμα, είχα ήδη οικογένεια. 5 παιδιά. Τα τέσσερα από αυτά είχαν ήδη το χρυσό αίμα στις φλέβες τους. Το πέμπτο όμως, ο μικρότερος γιός μου, ήταν διαφορετικός. Το αίμα του δεν ήταν χρυσό, ήταν κάτι σκοτεινό και αβυσσαλέο».
«Δε καταλαβαίνω, γιατί;»
«Κατά την απουσία μου σε μία από τις εκστρατείες μου, ένας θεός επισκέφτηκε τη γυναίκα μου με τη μορφή μου. Έκανε έρωτα μαζί της και μετά γεννήθηκε το παιδί. Η συγχώνευση του αίματος μου με κάτι υπερφυσικό έβγαλε τον μικρό μου γιο, τον Άλδις».
«Μάλιστα. Και τι έγινε;»
«Το παιδί παρουσίαζε συμπτώματα που τότε δεν τα ξέραμε. Σχιζοφρένεια. Κρίσεις πανικού, περίεργες δυνάμεις. Θυμάμαι ένα περιστατικό όπου έπιασε ένα λουλούδι και το μετέτρεψε σε μια πεταλούδα με φωνή. Ήταν τρομακτικό».
«Και είναι όπως το ακούω».
«Δεν είχα άλλη επιλογή. Δε μπορούσα να τον σκοτώσω. Δε πήγαινε η καρδιά μου. Όποτε τον φυλάκισα. Βρήκα μια σπηλιά και τον κλείδωσα μέσα. Έβαλα τα παιδιά μου κάθε μέρα να του πηγαίνουν φαγητό για να μη πεθάνει. Μου λέγαν ότι άκουγαν τις κραυγές του όποτε πήγαιναν. Φώναζε τα ονόματα μας και εκλιπαρούσε να τον αφήσουμε ελεύθερο. Δε το κάναμε ποτέ».
     Ο Ράγκος παύει τη διήγηση και χαμηλώνει το κεφάλι στην ανάμνηση αυτή. Ο Τρόι κάνει μερικά βήματα και έρχεται μπροστά του. Τότε του λέει:
«Θα ήταν εκατό φορές πιο ανθρώπινο να τον σκοτώσεις».
«Τρόι, δείξε σεβασμό στο Πρώτο Ισορροπιστή. Πάρε πίσω…» λέει θυμωμένα ο Αυτοκρατορικός Ισορροπιστής πριν διακοπεί από το χέρι του Ράγκος.
«Ήρεμα Σαμπούρου. Κι εγώ μετανιώνω κάθε μέρα γι’αυτή την απόφαση. Αλλά έγινε και δε μπορώ να το πάρω πίσω».
«Τέλος πάντων. Τι έγινε μετά;»
«Προς το τέλος της ζωής μου, άνοιξα τη πέτρα και μπήκα να τον δω. Δεν ήταν όμως εκεί».
«Τι πράγμα;»
«Με κάποιο τρόπο έσκαψε ένα τοίχο και βγήκε έξω. Δε ξέρω πόσα χρόνια του πήρε αλλά η τρύπα ήταν εκεί και ο Άλδις απών».
«Μάλιστα».
«Έβαλα τον γιό μου που πήρε το χρίσμα να τον ψάξει παντού. Δεν τον βρήκε ποτέ».
«Εντάξει όλα αυτά αλλά ακόμα δεν μου έχεις πει ποιος είναι ο σκοτεινός Ισορροπιστής».
«Τρόι, ο Ισορροπιστής δε μπορεί να κάνει οικογένεια. Οι υποψήφιοι όμως μπορούν. Έτσι μεταφέρθηκε το χρυσό αίμα μέσα στους αιώνες. Ξεκίνησε από την οικογένεια μου και επεκτάθηκε. Έτσι πρέπει να έγινε και με τον Άλδις. Μετέφερε το σκοτεινό του αίμα στις επόμενες γενιές μέχρι σήμερα».
«Ας δεχτούμε ότι έτσι έγινε. Δεν έχω ακούσει ποτέ για κάποιο τέτοιο περιστατικό όπως με το λουλούδι που είπες».
«Είσαι σίγουρος; Για σκέψου καλύτερα. Ηρακλής ας πούμε».
«Ράγκος, ξέρω πολύ καλά ότι ο Ιόλαος ήταν ο Ισορροπιστής και ο Ηρακλής ακολουθούσε».
«Αυτό όμως που σου διαφεύγει, είναι ότι δεν υπάρχει καμιά ασθένεια, κανένα μικρόβιο, κανένα χρωμόσωμα και καμιά σωματική δυσμορφία δε δίνει τέτοια αφύσικη δύναμη. Αν κοιτάξεις καλύτερα την ιστορία και δεις τις καταστάσεις που δε μπορούμε ούτε εμείς να εξηγήσουμε, θα δεις τον την ένοχη κληρονομιά του Άλδις».
     Τότε στο μυαλό του Τρόι έρχεται η ιστορία του Κροατόαν. Η εξήγηση δίνει απάντηση στο τι έγινε τότε κι όλα φωτίζονται. Ανοίγει τα μάτια του διάπλατα και λέει:
«Τότε στο Ρόανοκ. Το αίμα του Άλδις ήταν ανενεργό για αιώνες και μόλις ήρθε σε επαφή με το χρυσό του Κάρλος…»
«Έγινε αυτό που όλοι οι Ισορροπιστές ξέρουμε και κανείς δε μπορούσε εν ζωή να δώσει απάντηση. Και υποπτεύομαι ότι έγινε επίτηδες, από τη Κίνηση των Συγχρονιστών».
«Τη ποια;»
«Είναι μια ριζοσπαστική πολύ-υπερφυσική ομάδα που πρώτη διέδωσε το μύθο του Σκοτεινού Ισορροπιστή. Ανα τις χιλιετίες τα χνάρια της χάθηκαν αλλά τα μέλη της είμαι σίγουρος ότι παρέμειναν πιστά».
«Πρώτη φορά την ακούω».
«Ναι, και μέσα σ’αυτήν την ομάδα υποψιάζομαι ότι είναι και ο πραγματικός πατέρας του Άλδις».
     Ο Τρόι ξεφυσάει και πιάνει το πρόσωπο του από αγανάκτηση γι’αυτά που ακούει. Πληροφορίες που δεν τις ήξερε καν. Ιστορίες που εξηγούνται και έψαχνε καιρό να βρει απάντηση. Όλα λύνονται στο μυαλό του. Αλλά δεν έχει χρόνο για αυτά προς το παρόν και ρωτάει:
«Να υποθέσω ότι αυτή η Κίνηση θέλει να ενεργοποιήσει τον Σκοτεινό Ισορροπιστή;»
«Εγώ είμαι σίγουρος.
«Γιατί όμως; Τι κάνει αυτός ο Ισορροπιστής; Τι το ξεχωριστό έχει;»
     Ο Ράγκος γυρίζει προς του υπόλοιπους και τους κοιτάζει. Όλοι κουνάνε το κεφάλι καταφατικά σαν να του δίνουν την έγκρισή να το αποκαλύψει. Ο Ράγκος ξαναγυρνάει στον Τρόι. Πλέον είναι έτοιμος να μάθει την αλήθεια.
     Την οποία αλήθεια την έχει ήδη μάθει ο Σουγκουλέ και είναι τρομαγμένος. Για πρώτη φορά στη ζωή του τρομοκρατείται και μόνο στο άκουσμα αυτού του σχεδίου. Οι κόγχες του ματιών του διάπλατα ανοικτές, οι παλμοί του στο τέρμα και το τρέμουλο πλέον μετριέται σε ρίχτερ. Με περισσή φωνή λέει:
«Είστε τρελοί! Θεοπάλαβοί! Θα γαμήσετε όλη την εξελικτική πορεία του ανθρώπου. Την εξέλιξη την ίδια!»
«Ωωωω μη γίνεσαι δραματικός. Απλά θα προσπεράσουμε μερικά στάδια». του λέει με κυνισμό.
«Ο Τρόι δε θα το επιτρέψει αυτό».
«Ό Τρόι, αγαπητέ μου Σουγκουλέ,» και έρχεται κοντά του σε απόσταση αναπνοής «θα έχει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα να αντιμετωπίσει. Εκείνη τη νύχτα δεν έπρεπε να ενδώσει στο χρυσό του αίμα».
     Εκείνος νοιώθει τη φιδίσια και βρωμερή ανάσα της στο δέρμα του, βλέπει την αποφασιστικότητα στο βλέμμα της, αλλά τίποτα από αυτά δεν τον τρομάζουν όσο αυτό που αντιλαμβάνεται. Είναι μια πληγωμένη γυναίκα. Διψασμένη για εκδίκηση. Δε τη νοιάζει ο κόσμος ή το σχέδιο των Συγχρονιστών. Όχι, το θέμα της είναι ο Τρόι και δε θα ηρεμήσει αν δεν τον δει στις λάσπες και στα αίματα.
     Η Μέδουσα από την άλλη έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον μεταπείσει. Και δε θα χάσει άλλο χρόνο για να τον μεταπείσει. Ο Σουγκουλέ είναι βράχος και έτσι θα πεθάνει. Αλλά πριν από αυτό, εκείνη δεν έχει πει τη τελευταία της κουβέντα.
     Οι τρίχες στα μαλλιά της ενώνονται και σχηματίζουν ένα φίδι. Τάχιστα η Μέδουσα το κατευθύνει προς την ωμοπλάτη του. Εκείνο δαγκώνει και ο Σουγκουλέ σφίγγει για πολλοστή φορά τα δόντια του. Το ξαναπαίρνει πίσω και σηκώνεται όρθια. Περιμένει για ένα λεπτό και αμέσως τον ρωτάει:
«Τι θέλει ο Τρόι το Κροατόαν;»
     Ο Σουγκουλέ πάει να αρνηθεί την απάντηση αλλά κάτι τον ωθεί να πει την αλήθεια. Καταλαβαίνει αυτόματα περί τίνος πρόκειται. Όρος της αλήθειας έχει εκχυθεί στο σώμα του και τον αναγκάζει να μιλήσει. Η Μέδουσα απλά περιμένει ξέροντας ότι το δηλητήριο λειτουργεί. Ο Σουγκουλέ σφαλίζει το στόμα και μάχεται για να μη μιλήσει, πηγαίνοντας μπρός-πίσω και βγάζοντας ήχους. Εκείνη αποφασίζει να τον βοηθήσει λέγοντας:
«Το δηλητήριο είναι πολύ δυνατό, μικρέ. Η θα μιλήσεις ή θα πας από καρδιακό. Όπως και να χει εγώ θα βρω τον Τρόι και θα μάθω τι ετοιμάζει».
     Κι εκείνη τη στιγμή τα λόγια τους μετατρέπονται σε ιδέα στο κεφάλι του. Άθελα της του έδωσε τη διέξοδο και το μέσο γι’αυτήν. Την κοιτάζει και της λέει:
«Θα του τα πω εγώ. Αυ….το…προσώπως!
     Το βλέμμα της σκοτεινιάζει και ο Σουγκουλέ κλείνει το στόμα του ερμητικά. Κρατιέται ακίνητος και αρνείται να μιλήσει. Το δηλητήριο κλείνει τις φλέβες του δημιουργώντας θρόμβωση. Η καρδιά γεμίζει και μπάζει τρύπες από παντού. Ο Ισμαήλ Σουγκουλέ βιώνει τον θάνατο. Η Μέδουσα χάνει το χαμόγελο της, όχι από τη ζωή που θυσιάζεται μπροστά της, αλλά από τα τελευταία του λόγια. Παίρνει το βλέμμα της για λίγο από πάνω του και επικεντρώνεται στη τελευταία του κουβέντα. Αυτοπροσώπως.
      Ξάφνου μια σκέψη κόβει το μυαλό της και για πρώτη φορά μετά από την επανείσοδο της στο κόσμο μας, τρομάζει. Γυρνάει προς τον Σουγκουλέ που πλέον απέχει δευτερόλεπτα από το θάνατο. Τον πιάνει από το λαιμό και με μάτια που αστράφτουν τον ρωτάει:
«Είναι στην Ατσαλένια Πόλη; Γι’αυτό ήθελε το Κροατόαν; ΜΙΛΑ!»
      Δε θα μιλήσει. Μόνο θα της χαμογελάσει και θα πνιγεί στο ίδιο του το σώμα. Ο Σουγκουλέ έφυγε ηρωικά σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ο Σομαλός Ισορροπιστής οδεύει προς την Ατσαλένια Πόλη προκείμενου να ειδοποιήσει το πουλέν του. Η Μέδουσα όμως έχει καταλάβει και σχεδόν είναι σίγουρη ότι αυτό πάει να γίνει. Μπροστά της καταστρέφεται σα χάρτινος πύργος όλο το σχέδιο για το όποιο ανέλαβε αυτή τη δουλειά. Δε μπορεί να το επιτρέψει.
     Βγάζει το κινητό από τη τσέπη της και πατάει έναν αριθμό. Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούγεται μια πολύ γνωστή φωνή να απαντάει:
«Ναι;»
«Δίραξ, τρέχα γρήγορα στο σπίτι του Τρόι και συνέλαβε τον. Γρήγορα!»
«Ε, ε, ε, ήρεμα. Τι συμβαίνει;»
«Το καθίκι σας την έφερε. Είναι στην Ατσαλένια Πόλη. ΤΡΕΧΑ ΓΑΜΏ ΤΗΝ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΣΟΥ!»
      Έξω από τη πόρτα των Ρυθμιστών ο Δίραξ μαζεύει πρόχειρα μερικούς Φρουρούς και δημιουργείται ένα μικρό σούσουρο. Πίσω από τη πόρτα οι τέσσερις Ρυθμιστές ακούν τον θόρυβο απ’έξω και κοιτάζουν παραξενεμένοι.
«Τι πάθανε;» ρωτάει πρώτη η Κλόμα.     
«Δε ξέρω, αλλά εμείς καλύτερα να βιαστούμε. Μπορεί να είναι καμιά ανταρσία». λέει τρομαγμένος ο Άιρους.
      Και συνεχίζουν πάνω από ένα τραπεζάκι να ανακατεύουν φωσφορίζοντα υλικά διαφορετικού χρώματος. Ετοιμάζουν τη δικιά τους ανταρσία.
      Ο Σουγκουλέ βρίσκεται τώρα στον αέρα. Πέφτει με δύναμη προς άγνωστη κατεύθυνση, σκίζοντας σύννεφά, απορροφώντας αστραπές και αφήνοντας τον αέρα πίσω του. Το σώμα του εμφανίζεται στην Ατσαλένια Πόλη και κάποιοι από του κάτοικους τρέχουν προς το σημείο που θα προσγειωθεί. Σα κομήτης που σκάει στη Γη εξαφανίζοντας κάθε μορφή ζωής, έτσι και ο Σουγκουλέ σκάει στο πλακόστρωτο σηκώνοντας ένα σύννεφο καπνού.  
      Κοντά του πλησιάζουν μερικοί Ισορροπιστές και τον βοηθούν να σηκωθεί. Αυτός πιάνει μία γυναίκα από τον ώμο και τη ρωτάει με εμφανή αγωνία:
«Είναι ο Τρόι εδώ; ο Κυνικός Ισορροπιστής;»
«Ναι, λίγο πιο έξω από τη Πόλη μιλάει με τον Ράγκος».
      Δε χρειάστηκε τίποτε άλλο. Αμέσως βάζει την ουρά στα σκέλια και τρέχει προς εκεί που είναι η αρχή της Πόλης.
      Την ίδια στιγμή, στο διαμέρισμα του Τρόι, η Ρουθ ρουφάει λίγο Κροατόαν στη σύριγγα. Πριν καν όμως τελειώσει τη διαδικασία, ένα χέρι την αρπάζει από το λαιμό και τη τραβάει προς τα πίσω. Εκείνη όμως, δε πανικοβάλλεται και αγωνίζεται να ξεφύγει. Γυρνάει το δάχτυλο του τύπου και καθώς ξεφεύγει, του σπάει τον αγκώνα. Αμέσως καταλαβαίνει ότι ένας Φρουρός και για λίγο τα χάνει. Αυτό το δευτερόλεπτο ήταν καθοριστικό. Ο Δίραξ εμφανίστηκε από πίσω της και τη κλωτσάει στο πελματικό μυ κάνοντας την να λυγίσει. Ένας άλλος θα εμφανιστεί αστραπιαία μπροστά της και θα τη χτυπήσει με φόρα στο κεφάλι ρίχνοντας την αναίσθητη.
      Αμέσως ο Δίραξ πιάνει τις αλυσίδες που είναι στον αέρα και διατάζει και τους υπόλοιπους να τραβήξουν. Πέντε άτομα συνολικά τραβάνε με δύναμη τις αλυσίδες, προσπαθώντας να φέρουν τον, κατ’αυτούς προδότη Ισορροπιστή πίσω στη Γη.     
      Στην άλλη πλευρά όμως, ο Τρόι προσπαθεί να συνέλθει από την αποκαλυπτική υποψία που ξεστόμισε το στόμα του Ράγκος. Δεν μπορεί να ξέρει αν ισχύει, σίγουρα όμως συγκλονίζει το είναι του. Η αποκάλυψη αυτή ακυρώνει αυτόματα όλο το αίμα που έδωσαν οι Ισορροπιστές ανα τους αιώνες για τη προστασία της Ισορροπίας. Κι όλα αυτά παρέμεναν κρυφά. Μύθος το ονόμασαν οι Ρυθμιστές και το άφησαν να περάσει έτσι. Πλέον το βάρος πέφτει στον ώμο του Τρόι. Αυτός είναι που καλείται να αντιμετωπίσει αυτήν την απειλή. Κλείνει τα μάτια του και ξεφυσάει απογοητευμένος.
      Κοιτάζει τον Ράγκος και πάει να μιλήσει. Ξαφνικά όμως ακούει μια φωνή από το βάθος. Τους προσπερνάει όλους και βλέπει τη φιγούρα του Σουγκουλέ τρέχει και να φωνάζει προς το μέρος του. Δε μπορεί να διακρίνει τι λέει, αλλά δεν τον νοιάζει. Ο μέντορας του είναι στην Ατσαλένια Πόλη και είναι νεκρός. Δάκρυα πάνε να γεμίσουν τα μάτια του. Δε θα τον ξαναδεί. Δε θα ξαναβριστούνε για γκόμενες και για το που έχει το καλύτερο ουίσκι. Δε θα έχει ποτέ ξανά τη πολύτιμη συμβουλή του. Ο δεύτερος πατέρας του δεν θα είναι ποτέ ξανά μαζί του.
      Πάει να κάνει ένα βήμα προς τα εκεί αλλά ξάφνου οι αλυσίδες τον τραβάνε.
«Όχι. Όχι ακόμα».
      Δεν είναι στο χέρι του. Οι αλυσίδες τραβιούνται και ο Τρόι πέφτει βάναυσα στο έδαφος και σέρνεται πίσω στη τρύπα. Ο Ράγκος και ο Σαμπούρου πέφτουν επάνω του και προσπαθούν να τον κρατήσουν. Μάταια όμως καθώς το άλλο τράβηγμα είναι πιο δυνατό. Ο Τρόι ήδη πονάει από τα πολλαπλά τραβήγματα. Ο Ράγκος βλέποντας ότι δε πρόκειται να τον κρατήσουν του λέει το εξής:
«Βρες το Οπλοστάσιο μας. Βρες και χρησιμοποίησε το Κέρας του Γαλάζιου Αγίου».
«Τ….τ…τι είναι αυτό;»
«Θα αφυπνίσει όλους τους υποψήφιους Ισορροπιστές. Τρόι θα χρειαστείς στρατό στις μέρες που ακολουθούν».
      Τα χέρια του Ράγκος γλιστρούν. Ο Σουγκουλέ είναι κοντά και φωνάζει μία τελευταία φορά:
«ΤΡΟΟΟΟΟΟΙ. ΕΙΝΑΙ Η ΜΕ…».
      Με μια κραυγή ο Τρόι χάνεται στη τρύπα και ο Σουγκουλέ πέφτει κάτω θυμωμένος στα τέσσερα να χτυπάει το χώμα. Ο Σαμπούρου, ο δικός του μέντορας, έρχεται κοντά του και τον σηκώνει με τη βία, λέγοντας:
«Ήρεμα Σομαλέ! Ηρέμησε. Ο Τρόι ξέρει. Του είπε πάρα πολλά».
«Όχι» λέει με ξεψυχισμένη φωνή «τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα».
      Οι υπόλοιποι μαζεύονται γύρω του και περιμένουν να ακούσουν. Εκείνος παίρνει μερικές ανάσες. Κοιτάζει το μέρος όπου πριν ήταν η χωροχρονική τρύπα και κουνάει το κεφάλι του αρνούμενος την γκαντεμιά του.
      Την ίδια στιγμή οι Φρουροί, ξέροντας ότι ο Τρόι έρχεται, αφήνουν τις αλυσίδες. Μόλις βγαίνει μέσα από το καθρέπτη, σκάει με τη πλάτη στο τοίχο απέναντι. Πέφτει στα γόνατα προσπαθώντας να συνέλθει από το χτύπημα. Δε θα προλάβει. Αμέσως ο Δίραξ εκμεταλλεύεται τη κατάσταση του και αρχίζει τις γροθιές στο πρόσωπο. Οι υπόλοιποι Φρουροί τον κλωτσάνε και τον ρίχνουν κάτω. Ο Τρόι δε μπορεί να αντεπιτεθεί. Μουδιασμένος καθώς είναι, δέχεται με σφιχτά τα δόντια την οργή των Φρουρών.  
      Μετά από λίγο σταματάνε και παίρνουν μερικές ανάσες. Το ήθελαν καιρό αυτό. Ο Δίραξ τους λέει να τον σηκώσουν. Το κάνουν και εξαφανίζονται με το σώμα του. Ο Δίραξ μένει πίσω και τηλεφωνεί στη Μέδουσα. Εκείνη μόλις το σηκώνει ρωτάει:
«Το έπιασες;»
«Ναι, μην ανησυχείς».
«Ξέρει τίποτα;»
«Δε ξέρω».
«Μάθε. Δε θέλω λάθη στο τέλος».
      Κλείνει το κινητό εμφανώς ανακουφισμένη αλλά όχι απόλυτα ικανοποιημένη. Ανεβαίνει στο μαγαζί και βλέπει την Ίρμα να έχει μόλις μπει. Η Μέδουσα τη προσπερνάει και φοράει το μαύρο τζάκετ της και παίρνει το κράνος της. Η Ίρμα τη ρωτάει:
«Τι συμβαίνει;»
«Συμβαίνει ότι το χρονοδιάγραμμά μας, μόλις έγινε πιο στενό κι εγώ πρέπει να τελειώσω τη δουλειά. Μπορώ να το πάρω αυτό;»
«Αν το χρειάζεσαι».
      Δεν απάντησε, απλά έπιασε ένα σκωτσέζικο μαχαίρι και το έβγαλε από τη θήκη του. Καλογυαλισμένο και τέλεια ακονισμένο. Το ξαναβάζει στη θήκη και το τοποθετεί στο πίσω μέρος του παντελονιού της. Πάει να βγει από τη πόρτα όταν η Ίρμα τη σταματάει με μια τελευταία ερώτηση:
«Τι θα κάνεις;»
      Η Μέδουσα στην ανοικτή πόρτα γυρνάει το κεφάλι της λίγο και σχηματίζει ένα χαμόγελο. Το ίδιο εκείνο χαμόγελο που πριν δώδεκα χρόνια δόθηκε στον Τρόι μέσα στο φλεγόμενο κτίριο. Λίγο εμφανίζονται οι φολίδες στο δέρμα της και αμέσως απαντάει:

«Πάω να ξυπνήσω μια δύναμη που κοιμόταν για πολλούς αιώνες. Ετοιμάσου Ίρμα. Σε λίγο καιρό θα γνωρίσεις από κοντά τη πρώτη Σκοτεινή Ισορροπίστρια».  

Γιώργος Πουρλιάκας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου