Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Ιουν 2016

0 Ο Ισορροπιστής (Κεφάλαιο 10) - Σκόπιμοι θάνατοι *Τέλος*

     Πολλαπλά, γοργά και γεμάτα αυτοπεποίθηση βήματα αντηχούν στο χώρο. Σόλες πατάνε με δύναμη το μαυροκόκκινο χαλί, γεμάτο ραμμένες στο χέρι αναπαραστάσεις. Αναπαραστάσεις νικών των άγνωστων ηρώων του ανθρώπινου είδους πάνω στο τερατώδες υπερφυσικό. Ιππότες που κατακρεουργούν δράκους, γυμνόστηθες γυναίκες που αλαλάζουν εναντίον ενός στρατού, θεοί που τρέχουν σα κουταβάκια που μυξοκλαίνε για μια δαγκωματιά. Και πάνω σ’αυτό το αρρωστημένο αριστούργημα ακούγεται, επίσης, ένα σύρσιμο.  
     Μέσα στη νύχτα και το παγερό αέρα, που αναγκάζει τα κλαδιά να χτυπάνε στα παράθυρα, όλοι οι φρουροί πλησιάζουν τη πόρτα της μεγάλης σάλας. Δύο από αυτούς σέρνουν το κουρασμένο και χτυπημένο σώμα του Τρόι. Μπροστάρης ο Δίραξ που, με περισσό χαμόγελο και κορδωμένος, ετοιμάζεται να ανοίξει τη πόρτα. Από πίσω όμως ακούνε τα βήματα οι Ρυθμιστές. Αφήνουν τα χρωματιστά μπουκάλια στο τραπεζάκι και έρχονται όλοι μαζί κοντά σε μια σειρά. Ο Άιρους μιλάει πρώτος και ρωτάει;
«Τι κάνουν; Γιατί πλησιάζουν;»
«Δεν ξέρω. Η εντολή ήταν να μη μας ενοχλήσουν για κανένα λόγο» λέει η Ζίφαελ.
«Είναι προφανές» λέει ο Γκονάς και όλοι τον κοιτάζουν. Εκείνος με τα μάτια καρφωμένα στη πόρτα και με έκδηλο μίσος στο βλέμμα, συνεχίζει:
«Πραξικόπημα. Ώρα να πολεμήσουμε».
«Ω δε πρόκειται να τους πολεμήσω. Θα τους σφάξω και θα πετάξω τα υπολείμματα τους στους δέκα μαύρους πλανήτες!» λέει μέσα από τα δόντια της εξοργισμένη η Κλόμα.
     Ο Δίραξ φθάνει στη πόρτα και πιάνει τα χερούλια με τα δύο χέρια. Σαν άλλος θριαμβευτής που μπαίνει σε μια κατακτημένη πόλη μπαίνει στη σάλα. Το χαμόγελο όμως από τα χείλη του θα φύγει μεμιάς και θα αντικατασταθεί από ένα τρόμο που είχε να νοιώσει για αιώνες. Όταν πρωτοείδε μπροστά του σαν απλός Φρουρός την υπερφυσική μορφή των Ρυθμιστών.
     Μέσα στη σάλα μπροστάρισσα είναι η Κλόμα, με εξογκωμένο στόμα προς τα κάτω γεμάτο από λευκά ακιδωτά δόντια, κατακίτρινα μάτια, μαλλιά που πάλλονται μόνα τους προς τα πίσω και νύχια γαμψά που προεξέχουν. Η Ζίφαελ πίσω της ίπταται. Με φτερά φτιαγμένα από κοφτερό ασήμι που λάμπουν στη σάλα. Τα ρούχα της εξαφανισμένα, το πρόσωπο της ανύπαρκτο και ένα καλοστεκούμενο σώμα που δεν υποδηλώνει το φύλο της. Πιο πέρα, ο Άιρους μια μαύρη σκελετωμένη πανύψηλη σκιά με μια τρύπα από στα πόδια που στέλνει σκοτεινές σταγόνες προς τα πάνω. Τέλος, ο Γκονάς από δίπλα του. Μια μάσκα πήλινη της μάνας του Κάλι καλύπτει το πρόσωπο του, ενώ από τη πλάτη του εξέχουν προς τα μπροστά αμέτρητα κοντάρια με σκαλισμένες λόγχες.
Μια μάχη απέναντι τους θα ήταν μια τρέλα.
      Τα μάτια του Δίραξ διογκώνονται από το τρόμο και γονατίζει με το κεφάλι σκυμμένο. Το παράδειγμά του το ακολουθούν και οι υπόλοιποι Φρουροί, εξίσου τρομαγμένοι. Η Κλόμα βγάζει ένα βρυχηθμό, όμοιο λιονταριού αλλά πολύ πιο τερατώδη, που στέλνει ένα κύμα ρίγους στις τρίχες τους. Η Ζίφαελ απευθύνει την ερώτηση:
«Πως τόλμησες να μπεις ακάλεστος εδώ μέσα Αρχηγέ της Φρουράς».
      Ο Δίραξ με το κεφάλι κατεβασμένο απαντάει:
«Παντοδύναμοι…..Ρυθμιστές, συγχωρέστε με. Έγινε κάτι πολύ εγκληματικό και έπρεπε να μπω έτσι μέσα. Ζητώ την συγχώρεση σας».
«Δηλαδή;» ρωτάει μια τρομακτική βαθιά φωνή από τον Άιρους.
«Ο Ισορροπιστής παρέβη τις εντολές σας και έκανε κάτι πολύ χειρότερο».
«Τι έκανε». ακούστηκε η φωνή του Γκονάς μέσα από τη μάσκα.
«Τον τραβήξαμε με τη βία….από την Ατσαλένια Πόλη».
      Επικρατεί ησυχία για λίγο μέσα στη σάλα. Αμέσως μετά, οι Ρυθμιστές σταδιακά μεταμορφώνονται ξανά σε άνθρωποι. Μόλις τελειώνουν ο Άιρους κάνει νόημα με τα δάχτυλα προς τους Φρουρούς. Εκείνοι αντιλαμβάνονται την διαταγή και φέρνουν μπροστά το σώμα του Τρόι. Το αφήνουν να σκάσει κάτω. Οι Ρυθμιστές τον κοιτάζουν υπεροπτικά από πάνω. Οι τρεις τουλάχιστον, γιατί ο Γκονάς είναι κάπως αγχωμένος. Η Ζίφαελ τους κάνει άλλο νόημα και οι Φρουροί πάλι καταλαβαίνουν.
       Μετά από δύο λεπτά δύο Φρουροί φέρνουν στη σάλα μια βαριά ξύλινη καρέκλα βαμμένη σε μαύρο χρώμα. Δεν έχει κάτι ιδιαίτερο, είναι απλά μια καρέκλα. Σηκώνουν τον Τρόι και τον καθίζουν αναίσθητο στη καρέκλα. Τοποθετούν τα χέρια του στα μπράτσα της και γέρνουν το σώμα του πίσω. Αποχωρούν και η Ζίφαελ πλησιάζει τη καρέκλα. Κοντοστέκεται για λίγο πάνω από τον πιο αντάρτη Ισορροπιστή που είχε ποτέ στις εντολές της. Τον κοιτάζει για λίγο και μετά μ’ένα σφίξιμο του χεριού της η καρέκλα τραντάζεται ξυπνώντας τον Τρόι. Εκείνος ανοίγει τα μάτια του και το στόμα του και κοιτάζει με απόγνωση το ταβάνι. Η καρέκλα αυτή είναι για τους Ισορροπιστές που παρέβηκαν τις εντολές, πιάστηκαν και κάθισαν εδώ. Απορροφάει τη δύναμη τους και τους καθιστά πάλι ανθρώπους. Η εσχάτη των ποινών.
      Η Ζίφαελ σταματάει και ο Τρόι παίρνει μερικές βαθιές ανάσες. Επανέρχεται δίπλα στους υπόλοιπους και ο Τρόι σηκώνει αργά το κεφάλι του και τους βλέπει. Τον κοιτούν με απέχθεια πλέον, σα να έχουν σφραγίσει τη μοίρα του και είναι ένα σκουπίδι. Εκείνος όμως δε πτοείται. Δικαιολογώντας το προσωνύμιο του ως Κυνικός, λέει με έμφαση:
«Έκπληξη!»
      Εντωμεταξύ κοντά στην 38η Street σβήνει η μαύρη μηχανή. Η Μέδουσα αφαιρεί το κράνος και φτιάχνει λίγο τα μαλλιά της, προκειμένου να μη πέφτουν στο εναπομείναν μάτι της. Κρεμάει το κράνος και προχωράει. Σταματάει μετά από λίγο απέναντι από μια πολυκατοικία και κοιτάζει προς το πρώτο όροφο, που είναι αρκετά χαμηλά.
      Δε βλέπει αυτό που θέλει αλλά αρνείται να αγχωθεί. Κοιτάζει λίγο δεξιά-αριστερά για να κόψει τη κίνηση, που είναι πολύ αραιά καθώς όλοι μαζεύονται στην Times Square για τη μεγαλύτερη selfie του κόσμου. Εκείνη στυλώνει το λεπτό αλλά γερό σώμα της σ’ένα τοίχο, βγάζει ένα πακέτο, ανάβει ένα τσιγάρο και ρουφώντας και βγάζοντας τον καρκίνο προς τα έξω κοζάρει το διαμέρισμα. Είναι χαμογελαστή και υπομονετική.
      Το διαμέρισμα όμως που κοζάρει δεν είναι κάνα τυχαίο, είναι του Τρόι. Και μέσα σ’αυτό και την ακαταστασία του σηκώνεται η Ρουθ. Το σαγόνι της πονάει και νοιώθει το ζεστό αίμα στο δέρμα της. Σηκώνεται και κοιτάζει τριγύρω. Βλέπει τις αλυσίδες και το Γάντι χάμω και καταλαβαίνει ότι οι Φρουροί πήραν τον Τρόι. Ξεφυσάει και αδειάζει το μυαλό της. Τώρα όλα είναι στη τύχη.  
      Πηγαίνει προς τη τουαλέτα και ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπο της. Καθαρίζει όσο μπορεί το αίμα και πηγαίνει ξανά στο σαλόνι. Η Μέδουσα πετιέται μόλις βλέπει μια σκιά να αντανακλάται στο τζάμι. Το χαμόγελο της φθάνει ως τ’αυτιά της. Ξέρει ότι ήρθε η μεγάλη ώρα. Κοιτάζει ξανά δεξιά-αριστερά πετώντας παράλληλα το τσιγάρο της. Υπάρχει κόσμος γύρω αλλά δε θα πτοηθεί, έχει εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της. Με μια γρήγορη κίνηση τραβάει το μαχαίρι από πίσω της, το στριφογυρνάει για ναι πιάσει τη λεπίδα και με ταχύτητα του φωτός το εκσφενδονίζει προς το τζάμι. Κανείς δε πήρε πρέφα τίποτα. Το μαχαίρι έσπασε το τζάμι και καρφώθηκε στο τοίχο δίπλα από το καθρέπτη, αναγκάζοντας την Ρουθ να γυρίσει απότομα. Πηγαίνει εκεί, τραβάει το μαχαίρι, το επεξεργάζεται και κατόπιν πηγαίνει προς το παράθυρο. Το ανοίγει και βλέπει τη Μέδουσα στο απέναντι πεζοδρόμιο να την κοιτάζει χαμογελώντας ειρωνικά και να της στέλνει ένα φιλάκι. Ως εδώ σκέπτεται, αρκετά ανέχτηκε με τα υπερφυσικά μυστήρια και τα κατασκοπικά παιχνίδια.     
      Σφίγγοντας το μαχαίρι πηγαίνει στη πόρτα και βγαίνει έξω. Κατεβαίνει με βήματα γοργά και αποφασιστικά. Μόλις βγαίνει από τη πολυκατοικία κοιτάζει απέναντι, αλλά δε την βλέπει. Κοιτάζει τριγύρω με χείλη σουφρωμένα από τον θυμό. Την εντοπίζει από τα δεξιά της λίγο πιο πέρα. Η Μέδουσα στριφογυρίζει και της χαμογελάει ειρωνικά προκαλώντας την. Η Ρουθ τσιμπάει και γυρνάει το μαχαίρι προς το μανίκι της με μια περίτεχνη δολοφονική κίνηση, κρύβοντας το. Περνάει στο απέναντι πεζοδρόμιο και αρχίζει να την ακολουθεί. Η Μέδουσα προχωράει λίγο πιο γρήγορα αλλά δε μπορεί να κρύψει το χαμόγελο της. Τη πάει εκεί που θέλει.        
      Πίσω στο αρχοντικό επικρατεί ησυχία μετά την κυνική λέξη που πέταξε ο Τρόι και οι Ρυθμιστές συσκέπτονται. Από πίσω είναι οι Φρουροί που έχουν μαζευτεί κοντά τη διπλή πόρτα. Κάποια στιγμή ένας από αυτούς, ο τελευταίος στο μπούγιο, βλέπει ένα πουλί έξω από το παράθυρο. Το ανοίγει και βλέπει ότι έχει πάνω του το εξαγωνικό κουτί της Ίρμα. Το λύνει και το περιστέρι φεύγει, ενώ εκείνος επανέρχεται στο μπούγιο και λέει μια πρόταση στο μπροστινό του ψιθυριστά, και του δίνει το κουτί. Το κουτί μεταφέρεται από χέρι σε χέρι πάντα με την ίδια φράση μέχρι που φθάνουν στον Δίραξ. Εκείνος είναι προσηλωμένος στη σκηνή μπροστά του, όποτε ένας από πίσω του που κρατάει το κουτί του λέει τη φράση:
«Το δέμα έφθασε».
      Εκείνος νοιώθει ένα ελαφρό τρέμουλο από τη πληροφορία και ψάχνει τρόπο να δει τι θα το κάνει. Ελέγχει για λίγο τους Ρυθμιστές και χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω τους, μη τυχόν και τον πάρουν είδηση, λέει όσο πιο χαμηλόφωνα, αργά και κατανοητά γίνεται την εξής φράση:
«Άστο….στο κομοδίνο….αριστερά μας».
      Δεν τον πήραν χαμπάρι. Το κουτί ξαναμεταφέρεται προς τα πίσω και αριστερά, κι όταν φθάνει στο τελευταίο χέρι εκείνο το αφήνει αθόρυβα πάνω στο μεγάλο κομοδίνο.   
      Η σύσκεψη τελειώνει και η Κλόμα πλησιάζει προς το Τρόι, που δείχνει αμετανόητος γι’αυτήν του τη πράξη, και του λέει με μπλαζέ ύφος:
«Φαντάζομαι ότι έχεις κάποια ηλίθια δικαιολογία για αυτές σου τις ενέργειες».
«Οι μόνοι που πρέπει να δικαιολογηθούν, είστε εσείς».
«Μη δυσχεραίνεις τη θέση σου παραπάνω, Τρόι. Είναι η συνήθης διαδικασία πριν σε ξανακάνουμε άνθρωπο». λέει η Ζίφαελ και συνεχίζει: «Τουλάχιστον προσπάθησε να σεβαστείς αυτό…».
«Α ΓΑΜΗΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ. ΚΙ ΟΛΟΙ ΣΑΣ!»
      Παγωμάρα πέφτει στη σάλα από τη φωνή που ύψωσε. Στο παρελθόν πολλοί Ισορροπιστές είχαν δείξει την αντιπάθεια τους προς τις αποφάσεις των Ρυθμιστών, αλλά πάντα κρατούσαν τα προσχήματα. Ο Τρόι δε κρατήθηκε και τους άφησε όλους ενεούς. Να τον κοιτάζουν με έκπληκτο βλέμμα ενώ εκείνος είχε ένα πέπλο μίσους καλυμμένο στα μάτια του. Παίρνει μια μικρή αναπνοή και συνεχίζει:
«Πριν από λίγο είδα τον μέντορα και δεύτερο πατέρα μου νεκρό πλέον στη Πόλη. Ναι, μάγκες. Ο Σουγκουλέ είναι νεκρός. Για τα μυστικά σας».
      Κάποια κεφάλια κατεβαίνουν και κάποια μάτια αποστρέφονται προς τα αλλού. Ο Τρόι συνεχίζει:
«Άκουσα τους προπάτορες μου να μου αποκαλύπτουν αλήθειες που εσείς κρύβατε επιμελώς. Ο λόγος; Έλα ντε!»
«Για το Σκοτεινό Ισορροπιστή μιλάς, Τρόι;» ρωτάει έντονα ο Άιρους.
«Ναι ρε στούμπε, γι’αυτόν!»
«Δε σας το λέγαμε γιατί είναι ΕΝΑΣ ΓΑΜΗΜΕΝΟΣ ΜΥΘΟΣ!» φωνάζει έξαλλη η Κλόμα.
«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ!» και τον κοιτάζουν όλοι ευθεία στα μάτια. Ανυπόμονοι να ακούσουν αυτό που θα πει. Ο Δίραξ παραπίσω σφίγγει τα χέρια του και προσπαθεί να μην ιδρώσει. Η Ζίφαελ προχωράει μερικά βήματα μπροστά και έρχεται κοντά στο Τρόι. Εκείνος τη κοιτάζει και περιμένει την ερώτηση που ξέρει ότι έρχεται:
«Τι εννοείς; Μίλα».
«Χο χο χο χο χο» γελάει μ’ένα κωμικό τρόπο στα μούτρα της και την εκνευρίζει τόσο που στη σάλα δονούνται αντικείμενα. Εκείνος συνεχίζει:
«Δε πρόκειται να σου δώσω πληροφορίες έτσι απλά. Πρώτα θα με βγάλετε από τη καρέκλα και μετά θα μου πείτε κι εσείς τι ξέρετε».
«Άκου να δεις, ρε μαλακισμένο». λέει οργισμένος ο Άιρους. «Παζάρια δε τόλμησε να κάνει μαζί μας κανένας Ισορροπιστής. Ούτε εσύ θα κάνεις. Θα μας δώσεις της γαμοπληροφορίες, θα ξαναγίνεις άνθρωπος, θα διαλύσουμε αυτόν που τόλμησε τέτοια κίνηση και θα βρούμε τον νέο Ισορροπιστή. Τόσο απλά. Κατάπιε το!»
«Έχω χεστεί επάνω μου σπόρε. Το μυρίζεις; Αυτή τη στιγμή παίζει να είμαι η μόνη σας ευκαιρία για να συνεχίσετε να διατηρείτε την Ισορροπία στο πλανήτη».
«Ως εδώ ρε πούστη!»
      Λέει η Κλόμα και αμέσως τεντώνει το δεξί της χέρι και ενεργοποιεί τη καρέκλα. Ο Τρόι νοιώθει σχεδόν το σώμα του να τραβιέται προς τα πίσω. Χάνει τη δύναμη του σταδιακά. Η Ζίφαελ γυρίζει στη Κλόμα και της λέει αγχωμένα:
«Σταμάτα! Έχει πληροφορίες που χρειαζόμαστε».
«Είμαστε οι Ρυθμιστές. Δε χρειαζόμαστε κανέναν».
      Και συνεχίζει ακάθεκτή. Ο Τρόι πλέον καταλαβαίνει ότι όλα θα πάνε στο βρόντο αν δε κάνει κάτι άμεσα. Έχει ένα τελευταίο χαρτί να παίξει και το κάνει. Γυρίζει με κόπο και κοιτάζει τον αμίλητο και σκυφτό Γκονάς. Με σώμα τρεμάμενο καταφέρνει να αρθρώσει μερικές ερωτήσεις:
«Σοβαρά τώρα; Θα με αφήσεις έτσι; Εσύ που συνωμότησες μαζί μου;»
      Το χέρι της Κλόμα κατεβαίνει απότομα και ο Τρόι παίρνει ανάσες. Όλοι έχουν γυρίσει και κοιτάζουν τον Γκονάς. Όλοι όμως. Εκείνος νοιώθει αμήχανα και άβολα από την αποκάλυψη. Ο Άιρους πάει να πει κάτι αλλά ένας ήχος από μία κόρνα τους σταματάει. Ο Γκονάς πηγαίνει προς τα εκεί και βλέπει ένα φορτηγό να στην είσοδο του αρχοντικού. Αμέσως γυρίζει προς το Δίραξ και του λέει κοφτά:
«Πήγαινε να δεις τι συμβαίνει».
      Εκείνος σκύβει το κεφάλι σε ένδειξη υποταγής και αποχωρεί, μαζί με τους υπόλοιπους Φρουρούς, κλείνοντας τις πόρτες. Παραμένει στο παράθυρο όταν ακούει τη φωνή της Ζίφαελ να του λέει:
«Γκονάς; Για τι πράγμα μιλάει;»
      Ανασαίνει βαθιά και λέει:
«Τον βοήθησα. Τον κάλυψα όταν έμαθα το σχέδιο του και του έδωσα ένα κομμάτι του Κροατόαν. Το έκλεψα από τη κάμαρα σου Ζίφαελ».
«Τι πράγμα; Πως τόλμησες να μπεις στη κάμαρα μου;»
«Άστο αυτό» λέει η Κλόμα στη Ζίφαελ και γυρίζει στον Γκονάς. «Γιατί τον βοήθησες;»
«Όταν ανακάλυψα από πού έγινε η κλήση που έστειλε τη Ρουθ εναντίον του, τα έχασα. Από δω μέσα έγινε Κλόμα, από τη σάλα. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας και φόβου και στράφηκα προς τον Τρόι. Και μάλλον έκανα το σωστό γιατί έμαθε πράγματα που μας χρειάζονται».
«Δε το πιστεύω Θεέ μου! Κι εσύ πιστεύεις για τον Σκοτεινό Ισορροπιστή».
«Είμαι ανοιχτός στα ενδεχόμενα, Κλόμα».
      Φεύγει από το παράθυρο, την προσπερνάει και πάει μπροστά στον Τρόι. Τον ρωτάει:
«Τι έμαθες;»
«Όπως προείπα, φίλε, πρώτα εσείς. Πρέπει να γίνει σύνδεση των πληροφοριών μας».
      Ο Γκονάς γυρίζει προς τους τρείς, που ακόμα τον κοιτούν έκπληκτοι και τους λέει:
«Ας δώσουμε μια ευκαιρία. Μπορεί να μην έχουμε άλλη».
      Στο μεγάλο κήπο ο Δίραξ ανοίγει τη σιδερένια πόρτα και κοιτάζει το όχημα. Η πόρτα του οχήματος ανοίγει και βγαίνει η Λυσάνδρα. Κοιτάζονται μεταξύ τους και ο Δίραξ ανακουφίζεται στη θέα της. Χωρίς καμιά κουβέντα σηκώνει το δεξί της χέρι δείχνοντας της να μπει. Η Λυσάνδρα βλέπει μπροστά της απλά ένα χωράφι στη μέση του πουθενά. Μόλις περνάει όμως την είσοδο σχηματίζεται μπροστά της όλος ο κήπος και το αρχοντικό. Το αρχοντικό ήταν απροσπέλαστο, αόρατο και σε κανέναν χάρτη, υποτυπωδώς, τόσο για τους ανθρώπους όσο και για υπερφυσικά όντα. Μόνο οι Φρουροί επέτρεπαν την δίοδο. Ένα αρχηγείο κρυμμένο στους αιώνες.
      Η Λυσάνδρα κάνει νόημα στις υπόλοιπες Γοργόνες να την ακολουθήσουν. Από τη πόρτα βγαίνουν οι υπόλοιπες. Περνάν μπροστά από τους Φρουρούς κρατώντας τις κοιλιές τους. Πονάνε και φαίνεται στο σφιγμένο πρόσωπο τους. Γοργόνες και Φρουροί προχωράνε όλοι μαζί προς το αρχοντικό.
      Πίσω στη Νέα Υόρκη, η Ρουθ φτάνει στη Times Square ακολουθώντας τη μυστηριώδη γυναίκα. Την έχασε όμως για ένα δευτερόλεπτο, που τράκαρε με έναν άλλον, μέσα στη πολυκοσμία. Ο κόσμος προετοιμάζεται για τη μεγαλύτερη selfie του κόσμου. Παντού χαρούμενα πρόσωπα εκτός από το δικό της το θυμωμένο. Ψάχνει, κοιτάζει τριγύρω αλλά τζίφος. Ξεφυσάει από τη μύτη όταν ακούει μια γυναικεία φωνή από πίσω να λέει:
«Γεια σου Ρουθ».
      Γυρνάει και βλέπει την όμορφη Γιαπωνέζα με τον επίδεσμο στο αριστερό μάτι, να στέκεται μερικά βήματα απέναντι της αγέρωχη και χαμογελαστή. Η Ρουθ θυμώνει ακόμα περισσότερο αλλά δε της ορμάει. Αντ’αυτού τη ρωτάει:
«Γιατί πέταξες το μαχαίρι καταπάνω μου;»
«Σοβαρά βρε Ρουθ, αυτό είναι το πρώτο που σε ενδιαφέρει;»
      Έχει δίκιο σκέφτεται η Ρουθ. Αμέσως την ρωτάει την επόμενη λογική, αυτή τη φορά, ερώτηση:
«Ποια είσαι;»
«Η πρώην του προστάτη σου. Η Μέδουσα».
      Τα μάτια της γουρλώνουν από την απάντηση και χαλαρώνει τους παλμούς της. Προσπαθεί να δει μέσα στο μάτι της για να καταλάβει αν λέει την αλήθεια. Αν λέει ψέματα, το κάνει πολύ καλά, αλλά δε φαίνεται κάτι τέτοιο. Η Ρουθ λέει, προσπαθώντας παράλληλα να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της:
«Μα πως……δε….δε μπορεί…..ήσουν νεκρή».
«Γύρισα. Το πώς δεν έχει σημασία γιατί είναι μια ολόκληρη πολύπλοκη διαδικασία. Το γιατί όμως είναι ένα μεγάλο θέμα που θα έπρεπε επίσης να σε απασχολεί». 
      Μια φλασιά σκάει στο μυαλό της Ρουθ. Χαλαρώνει και με ηρεμία ενός δολοφόνου πριν από το kill τη κοιτάζει με βλέμμα ερευνητικό και της λέει:
«Πέταξες το μαχαίρι για να σε δω και να σε ακολουθήσω. Με έφερες εδώ που μάλλον είναι κάποια παγίδα ή το τέλειο μέρος, για σένα, για να μη σε σκοτώσω. Και τώρα προσπαθείς να κατευθύνεις τη συζήτηση. Είσαι έξυπνος στόχος. Το παραδέχομαι».
«Μπράβο!» λέει με μια ευχαρίστηση η Μέδουσα. «Τελικά η επιλογή σου ήταν η πιο σωστή. Είσαι τσακάλι και κάνεις για τη δουλειά».
«Κι άλλο δόλωμα; Γιατί δε μπαίνει κατευθείαν στο ψητό;»
«Ααααχ έχεις δίκιο. Κι εγώ κουράστηκα να το γυροφέρνω. Ας μιλήσουμε λοιπόν. Πρώτα όμως να επισημάνω ότι όσον αφορά το αν είναι παγίδα ή το λάθος μέρος για να με σκοτώσεις αυτό θα κριθεί από σένα».
      Η Ρουθ τη μετράει από πάνω ως κάτω. Είναι έξυπνη και κρύβει πάρα πολλά. Απέναντι της έχει μια πολύ ικανή αντίπαλο. Ίσως τη καλύτερη που έχει αντιμετωπίσει σε όλη της τη ζωή. Η Μέδουσα τότε της λέει:
«Θέλω να σου κάνω μια πρόταση. Να έρθεις μαζί μας. Με τη θέληση σου».
«Ποιοι είστε εσείς;»
«Η Κίνηση των Συγχρονιστών. Κάτι πιο ριζοσπαστικό απ’ότι ξέρουν οι περισσότεροι. Σκοπός μας δεν είναι καταστρέψουμε, υποδουλώσουμε ή να είμαστε οι κακοί της ταινίας που θα κατακτήσουν τον κόσμο!» εξηγεί μ’ένα θεατρικό τρόπο που περιλαμβάνει και τα χέρια της. «Θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Κυριολεκτικά, όχι όπως το εννοεί αφελώς ένα δεκάχρονο παιδάκι».
«Μάλιστα. Εσείς που κάποτε μας τρώγατε και μας είχατε σα δούλους, τώρα ξαφνικά σας έπιασε η καλοσύνη και θέλετε να μας βοηθήσετε;»
«Παρελθόν κούκλα μου. Αντεπιτεθήκατε και σχεδόν ισοφαρίσατε τον αριθμό των νεκρών σας. Έχασα το πατέρα μου από το χέρι του Πρώτου σε κείνο το πόλεμο. Τώρα έχουν αλλάξει οι συγκυρίες».
«Δηλαδή;»
«Αν σας επιτεθούμε θα χάσουμε και κόσμο και χρόνο και θα είναι μια Πύρρειος νίκη. Και δε ξέρουμε και για πόσο θα κρατήσει. Να σας αφήσουμε και να απολέσουμε τα δικαιώματα που έχουμε στη Γη, δε παίζει σα σενάριο. Οπότε……;»
      Η Ρουθ κουνάει το κεφάλι της σπασμωδικά για να μάθει την απάντηση. Η δε Μέδουσα, πάντα χαμογελαστή, περιμένει για λίγο και εν συνεχεία ξεφουρνίζει το υπόλοιπο της πρότασης.
«Θα σας κάνουμε σαν εμάς. Ίσους».
      Μια σκοτοδίνη καλύπτει το κεφάλι της και αφανίζει κάθε λογική σκέψη και συναίσθημα. Πασχίζει να αναλύσει αυτό που μόλις άκουσε αλλά μάταια. Δε βγαίνει λογική απάντηση και πιάνει το κεφάλι της με τα δύο χέρια, σα να προσπαθεί να ζουλήξει τις απαντήσεις να βγουν έξω από αυτό. Η Μέδουσα απλά το απολαμβάνει να τη βλέπει σε σύγχυση και χώνει τα χέρια της στις τσέπες της περιμένοντας. Σύντομα θα έρθει η αντίδραση.
      Στο αρχοντικό τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει και όλοι είναι έτοιμοι να μιλήσουν. Όλοι κοιτούν τον Γκονάς που ξεκινάει πρώτος λέγοντας:
«Έχεις ακούσει για τη Κίνηση των Συγχρονιστών;»
«Έμαθα το όνομα της πριν από λίγο στη Πόλη. Τι ξέρετε εσείς;»
«Αποσπασματικά πράγματα. Είναι κάτι σαν αίρεση που πάει κόντρα σε κάθε υπερφυσικό συναίσθημα που αφορά το ανθρώπινο είδος. Οι φυλές, παρά το γεγονός της ανακωχής, ακόμα θεωρούν υποδεέστερη την ανθρώπινη φυλή. Εξού και το γεγονός ότι πάρα πολλοί επιχειρούν κατά καιρούς εισβολές στο πλανήτη».
«Γνωστή ιστορία. Παρακάτω».
«Οι Συγχρονιστές λένε ότι έχουν σαν όραμα να εξισώσουν την ανθρώπινη φυλή με τις τέσσερις υπερφυσικές. Να δημιουργήσουν την πέμπτη υπερφυσική φυλή. Πιστεύουν ότι με αυτό τον τρόπο θα τερματιστεί μια για πάντα αυτή η έχθρα».
«Μάλιστα. Έχετε τα ονόματα τους;»
«Όχι» πετάγεται η Κλόμα και πλησιάζει τον Τρόι. «Όπως όλες οι υπερφυσικές φυλές έτσι κι εμείς, σα Ρυθμιστές, αγνοήσαμε επιδεικτικά αυτή τη κίνηση. Στην αρχή».
«Στην αρχή; Για εξήγα το».
«Ανα τους αιώνες παρατηρήσαμε περιστατικά που δε μπορούσαμε να εξηγήσουμε». λέει η Ζίφαελ και συνεχίζει: «Οι περιβόητοι μυθολογικοί ήρωες σε όλες τις κουλτούρες. Οι άνοδοι αυτοκρατοριών και η εξάπλωση τους. Η κατά τύχη επιστημονικές ανακαλύψεις. Έχουμε ολόκληρο αρχείο είκοσι αιώνων από τέτοια θέματα. Το Ρόανοκ είναι απλά μια σταγόνα στον ωκεανό μπροστά σε υποθέσεις μεγαλύτερου βεληνεκούς».
«Και τι κάνατε. Δε μπορεί! Κάποια κίνηση κάνατε. Κάποια θεωρία θα σχηματίσατε».
«Σχηματίσαμε». λέει ο Άιρους που σηκώνεται επίσης και έρχεται κοντά του. «Αρχίσαμε να μετράμε πιο πολύ το θέμα των Συγχρονιστών. Η θεωρία μας είναι ότι δίνανε πληροφορίες στους ανθρώπους ανα τους αιώνες και πιθανόν να κάνανε πειράματα. Δε πιάσαμε ποτέ κανέναν από δαύτους για να το επιβεβαιώσουμε, αλλά είμαστε σίγουροι ότι κάπως έτσι έγινε».
«Το θέμα είναι γιατί το κάνανε. Τι προσπαθούσαν ή τι προσπαθούν ακόμα να πετύχουν. Δεν έχουμε καταλάβει». λέει ο Γκονάς.
«Για το μόνο που δώσαμε εξήγηση ήταν για τον Σκοτεινό Ισορροπιστή». λέει η Κλόμα «Στάχτη στα μάτια που δεν έπιασε. Προσπάθησαν να μας αποπροσανατολίσουν αλλά δε τους κάθισε».
«Η ίσως πόνταραν σε αυτό και σας έχουν πιάσει κότσους τόσους αιώνες». λέει ξεφυσώντας απογοητευμένος ο Τρόι.
      Κατεβάζει το κεφάλι και οι υπόλοιποι κοιτάζονται μεταξύ τους αγχωμένοι. Ο Γκονάς ρωτάει πρώτος:
«Τι εννοείς;»
«Ο Σκοτεινός Ισορροπιστής είναι πέρα για πέρα αληθινός, βρε τούβλα! Ξεκίνησε από τον πέμπτο γιό του Ράγκος».
«Ο Ράγκος είχε τέσσερα παιδιά» λέει έντονα η Κλόμα προσπαθώντας να διατηρήσει την άποψη της για τον Σκοτεινό.
«Όχι, μου το είπε ο ίδιος. Κάποιος θεός πήδηξε τη γυναίκα του και γεννήθηκε ο Άλδις. Τον κλείδωσε σε μια σπηλιά αλλά κατάφερε να ξεφύγει. Και γίνεται χειρότερο. Προφανώς μετέδωσε το αίμα του σε επόμενες γενιές. Ο Ράγκος είδε ότι είχε κάτι σκοτεινό μέσα του γι’αυτό έκανε ότι έκανε. Ο Άλδις είναι ο Πρώτος Σκοτεινός Ισορροπιστής».
«Ακόμα και έτσι να είναι, τι δυνάμεις έχει; Δε μπορεί να μας κάνει τόσο μεγάλο κακό». ρωτάει έντρομος ο Άιρους.
«Την αντίστροφη από αυτή που έχω εγώ κι όλοι πριν από μένα. Εγώ θνητοποιώ το υπερφυσικό. Ο Σκοτεινός αθανατοποιεί. Η εξίσωση που γυρεύουν οι Συγχρονιστές είναι αυτή: η αθανατοποίηση του ανθρώπινου είδους.
      Και κάπως έτσι, ωμά και στεγνά, γίνεται η αποκάλυψη που αφήνει τα τέσσερα αφεντικά του σέκους. Όλη τους η θεωρία γκρεμίζεται σα κτίριο σε σεισμό οκτώ Ρίχτερ. Τόσους αιώνες δεν είδαν ποτέ αυτό το είδος του Ισορροπιστή και τώρα τα έχουν χάσει και είναι στο κενό. Και οι τέσσερις βρίσκουν ένα μέρος να στηρίξουν το σώμα τους προκειμένου να χωνέψουν αυτό που μόλις άκουσαν. Ο Τρόι από την άλλη κουνάει το κεφάλι απογοητευμένος από τη βλακεία τους.
      Πίσω στη Times Square, απομένουν περίπου δεκαπέντε λεπτά μέχρι τη μεγαλύτερη selfie του κόσμου. Τα κινητά βγάζουν αβέρτα φωτογραφίες και ο κόσμος αδημονεί. Μαζί τους και η Ρουθ που τώρα πλέον κοιτάζει έντονα τη Μέδουσα και περιμένει την επεξήγηση της τελευταίας της φράσης. Η Μέδουσα διασκεδάζοντας τη κατάσταση λέει:
«Τι έγινε; Σου έπεσε πάρα πολύ αυτή η αποκάλυψη; Να φέρω ένα νεράκι για να συνέλθεις;»
«Τι εννοείς ίσους; Τι….τι….σημαίνει αυτό;»
«Απλό. Η ανθρώπινη φυλή θα γίνει πέμπτη υπερφυσική φυλή. Το ετοιμάζαμε αιώνες και πλέον ήρθε η ώρα να γίνει πραγματικότητα».
«Αιώνες; Τι ετοιμάζατε;»
«Ρουθ, είσαι ένα νέο είδος Ισορροπίστριας. Η γενιά σου είναι το αποτέλεσμα τόσων πειραμάτων όλων αυτών των αιώνων. Οι πρόγονοί σου ήταν ατελείς, ελαττωματικοί. Ανέτοιμοι για μια τέτοια κίνηση. Για αιώνες τους καθοδηγούσαμε, με διάφορους τρόπους, σε διάφορες αποστολές».
«Τι αποστολές;»
«Αποστολές που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας. Όταν πάρεις το χρίσμα θα καταλάβεις».
«Δεν το θέλω αυτό το γαμημένο το χρίσμα!» λέει σχεδόν φωναχτά.
«Δε νομίζω ότι έχεις επιλογή, αλλά θα σε αφήσω με την ψευδαίσθηση. Το πιο αστείο στην όλη υπόθεση ξέρεις ποίο είναι; Ότι όλα αυτά τα κάναμε κάτω από τη μύτη. Ρυθμιστών και Ισορροπιστών. Δε μας πήραν χαμπάρι ποτέ. Το μόνο κακό ήταν ο χρόνος. Έπρεπε να περιμένουμε πολύ για να φτάσετε στα επιθυμητά αποτελέσματα».
«Ποια επιθυμητά αποτελέσματα; Τι λες;»
«Ρουθ όταν σε στείλαμε να σκοτώσεις τον Τρόι….».
«Όπα». τη διακόπτει σηκώνοντας το δεξί της χέρι. «Εσείς με στείλατε;»
«Ο Δίραξ, κατ’εντολή των κοινών μας αφεντικών. Ναι, είναι δικός μας εδώ και…..χμμμμ δύο αιώνες περίπου. Τέλος πάντων, όταν σε στείλαμε είχαμε όλοι καρφωθεί στη σκηνή. Σας παρακολουθούσαμε και τους δύο. Και περιμέναμε. Όταν είδαμε στο πρόσωπο του Τρόι, ότι αναγνώρισε το χρυσό αίμα στις φλέβες σου, τότε ήμασταν σίγουροι. Ήσουν έτοιμη. Η πέμπτη υποψηφία Ισορροπίστρια. Ακόμα κι αν σε σκοτώνανε οι Ρυθμιστές ξέραμε πλέον ότι η γενιά σου είναι έτοιμη».
«Προσπερνάω το γεγονός ότι ήμουν αναλώσιμη για εσάς και πάμε παρακάτω. Έτοιμη για πιο πράγμα;»
«Για να αθανατοποιήσεις τους ανθρώπους. Να τους εξισώσεις με τις τέσσερις υπερφυσικές φυλές. Ρουθ, είσαι η Σωτήρας. Η νέα Μεσσίας της Γης. Με τη δύναμη που κρύβεις θα ανοίξεις νέους ορίζοντες και θα τερματίσεις μια για πάντα αυτή τη διαμάχη ανθρώπων-υπερφυσικού».
      Το μυαλό της Ρουθ δελεάζεται. Το ανθρώπινο πνεύμα πάντα ψάχνει για τρόπους που θα υπερισχύσει. Ο άνθρωπος είναι, μέσα στους αιώνες, σφυρηλατημένος έτσι ώστε να προσπαθεί να αναδειχθεί του διπλανού του. Εξού οι πόλεμοι, οι δολοφονίες, οι δολοπλοκίες. Αιώνες γαλουχηθήκαμε με ιστορίες από ανθρώπους που ανέβηκαν ψηλά και μας έγιναν παράδειγμα, είτε καλό είτε κακό. Οι ιστορίες τους έγιναν αρχέτυπα στον εγκέφαλο μας και μας κινητοποιούν κάθε ώρα και στιγμή της ζωής μας, να τους μοιάσουμε ή ακόμα καλύτερα να τους ξεπεράσουμε. Να δημιουργήσουμε τη δικιά μας υστεροφημία. Τον δικό μας μύθο.
      Η όλη ιδέα γοητεύει και σχηματίζει ένα μικρό μειδίαμα στα χείλη της Ρουθ. Παλεύει παράλληλα με το είναι της για να μην ενδώσει. Αλλά είναι δύσκολο. Τόσο γαμημένα δύσκολο να πας κόντρα στο δικό σου ανθρώπινο πνεύμα.
      Στο αρχοντικό ακόμα κάθονται σκυθρωποί οι Ρυθμιστές. Μην αντέχοντας αυτή την ησυχία, ο Τρόι λέει:
«Το να καθόμαστε σα τα φυτά δε βοηθάει. Πρέπει να κάνουμε κάτι».
«Σαν τι;» ρωτάει η Κλόμα. «Έχουμε να κάνουμε με έναν άγνωστο εχθρό. Δεν έχουμε τίποτα».
«Έχουμε τη Ρουθ. Το ξεχάσατε; Γκονάς, το τηλεφώνημα που εντόπισες έγινε από δω μέσα. Κάποιος την έστειλε σε μένα. Κάτι ήθελαν».
«Πιθανόν να είναι αυτή η Σκοτεινή Ισορροπίστρια». διαπιστώνει η Ζίφαελ.
«Ας τη σκοτώσουμε τότε» λέει η Κλόμα.
«Δώρον άδωρον. Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά εκεί έξω που πρέπει να βρούμε. Η Ρουθ ίσως είναι η μόνη μας ελπίδα».
«Ωραία, ας στείλουμε τους Φρουρούς να τη φέρουν». λέει ο Γκονάς.
«Είσαι τρελός και εσύ;» λέει ο Άιρους και τον κοιτάζει δεικτικά. «Οι Φρουροί δεν είναι καν δικοί μας».
«Στείλτε μένα».
      Κοιτάζονται μεταξύ τους και συμφωνούν σιωπηλά με τα μάτια. Ο Γκονάς σφίγγει λίγο το χέρι του και το Γυάλινο Γάντι εμφανίζεται στο δεξί του χέρι. Αμέσως ψάχνει στο καθρέπτη για να την εντοπίσει. Όλοι βλέπουν ότι δεν είναι στο σπίτι του Τρόι. Εκείνος αγχώνεται που βλέπει άδειο το σπίτι του. Ο Γκονάς συγκεντρώνεται και ψάχνει τη σιλουέτα της. Ο καθρέπτης ψάχνει αδιάκοπα. Κάποια στιγμή την εντοπίζει στην Times Square να είναι σκεφτική. Αλλά παράλληλα βλέπει και πλάτη μια άλλη σιλουέτα. Όλοι σηκώνονται και κοιτούν την άλλη σιλουέτα.
      Η Μέδουσα νοιώθει μια δόνηση πίσω της που ριγεί τις τρίχες στο σώμα της. Γυρίζει με σοβαρό ύφος κοιτάζει προς μια τζαμαρία στο βάθος. Ο Γκονάς ζουμάρει στο πρόσωπο της και όλοι εκπλήσσονται. Ο Τρόι κοιτάζει το πρόσωπο της και αναγνωρίζει, με τα μάτια του Ισορροπιστή, τη Μέδουσα. Στόμα και μάτια μένουν ανοικτά. Παγώνει στη θέαση της. Εκείνη χαμογελάει σα να ποζάρει σε φακό και γυρίζει προς τη Ρουθ ρωτώντας την:
«Λοιπόν τι λες; Είσαι μαζί μας;»
      Ο Τρόι αμέσως λέει έντονα:
«Γρήγορα! Ελευθερώστε με, πρέπει να πάω εκεί».
      Ο Άιρους παίρνει τη πρωτοβουλία και με μία κίνηση απελευθερώνει τον Τρόι από τη καρέκλα. Εκείνος αμέσως αποϋλοποιείται. Μόλις χάνεται το βλέμμα του Άιρους πέφτει πάνω στο κομοδίνο δίπλα από τις πόρτες. Βλέπει το εξαγωνικό κουτί. Αμέσως αρχίζει να προχωράει γοργά προς τα εκεί.
       Ο Τρόι επανέρχεται στη τουαλέτα ενός καφέ και αμέσως τρέχει έξω προς έκπληξη όλων των πελατών. Ψάχνει ανάμεσα στο κόσμο για να εντοπίσει τις δύο γυναίκες. Ο χρόνος πιέζει αφόρητα.
      Η Ρουθ δίνει την απάντηση της:
«Όχι. Άντε γαμήσου και οι Συγχρονιστές. Δε το χάφτω. Δε μπορεί να θέλετε μόνο την εξίσωση μας. Κάτι άλλο επιδιώκετε».
«Εντάξει» λέει ήρεμα κουνώντας τους ώμους της η Μέδουσα. «Όπως λέει και ο Τρόι αφού δε θες με τον εύκολο τρόπο, θα πάμε με το διασκεδαστικό».
«Δεν πρόκειται να με αναγκάσεις, μωρή κάργια!»
«Το ίδιο είπε και ο Σουγκουλέ. Τελικά τον ανάγκασα. Και μετά πέθανε. Αφού πρώτα υπέφερε κολασμένα».
      Εκείνο τον άνθρωπο η Ρουθ τον είχε συμπαθήσει και τώρα ακούει ότι είναι νεκρός. Σφίγγει το μαχαίρι αλλά και τα δόντια της και παίρνει το ύφος του εκτελεστή που δεν θες ποτέ να συναντήσεις. Άγρια και ισορροπημένη. Η Μέδουσα απλά περιμένει. Ο Τρόι εντοπίζει και βλέπει το ύφος της Ρουθ. Αμέσως σπρώχνει και προσπερνάει κόσμο για να φτάσει δίπλα της. Ιδρωμένος και αγχωμένος τρέχει καθώς ο κόσμος κοιτάζει προς τα πάνω στο δορυφόρο που σε τρία λεπτά θα βγάλει τη μεγαλύτερη selfie.
      Στο αρχοντικό ο Άιρους φέρνει το κουτί στο κομοδίνο στο κέντρο της σάλας. Ζίφαελ, Κλόμα και Άιρους το κοιτάζουν ενώ ο Γκονάς παρακολουθεί με κομμένη ανάσα τη σκηνή που εκτυλίσσεται. Κάνει μερικά βήματα πίσω και ρίχνει κατά λάθος ένα πορσελάνινο ποτήρι κάτω. Η Κλόμα απλώνει το χέρι της και προσπαθεί να ανοίξει το κουτί.
      Ο Τρόι απέχει δευτερόλεπτα από τις δύο γυναίκες. Η Ρουθ λέει:
«Θα το πληρώσεις αυτό καριόλα!»
      Αμέσως σηκώνει το δεξί της χέρι που κρατάει το μαχαίρι από τη λεπίδα και με μια αστραπιαία κίνηση το εκσφενδονίζει εναντίον της Μέδουσας. Εκείνη το πιάνει στον αέρα και γέρνει προς τα δεξιά. Αυτά λίγα δεύτερα που χάνει οπτική επαφή η Ρουθ τα εκμεταλλεύεται και με μια γρήγορη κίνηση προσγειώνει το πόδι της στη κοιλιά της. Η Μέδουσα διπλώνεται και η Ρουθ ξαναπιάνει το μαχαίρι. Ο Τρόι απέχει μία αναπνοή.
      Ο Γκονάς σκύβει να πιάσει το ποτήρι και καλύπτεται πίσω από μια πολυθρόνα. Η Κλόμα ανοίγει το κουτί κι ένα ελατήριο εκσφενδονίζει στον αέρα ένα εξαγωνικό γυαλί που στο κέντρο του έχει το μάτι της Μέδουσας. Δε προλαβαίνουν να ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους και το μάτι ενεργοποιείται στέλνοντας μια ριπή λευκής ενέργειας στο δωμάτιο, την ίδια στιγμή που η Ρουθ καρφώνει το μαχαίρι στο στέρνο ανάμεσα στα στήθη της Μέδουσας, και ο Τρόι φτάνει αργά φωνάζοντας παρατεταμένα:
«ΌΧΙ!»
       Η ριπή ενέργειας έσπασε τζάμια, απώθησε έπιπλα προς τους τοίχους και μετατρέπει τους τρείς Ρυθμιστές σε πέτρα. Η Κλόμα παλεύει και τσιρίζει. Η Ζίφαελ τρέχει να ξεφύγει αλλά πέφτει στο πάτωμα, ενώ ο Άιρους έχει ήδη γίνει πέτρα. Όλοι πετρώνουν σε μια μέσα σε μερικά δεύτερα κάτι που αναστατώνει τον εγκέφαλο του Τρόι και τον παγώνει αμέσως. Το σώμα της Μέδουσας πέφτει στο έδαφος και η Ρουθ κάνει μερικά βήματα πίσω, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κόσμου.
      Οι πόρτες στο αρχοντικό ανοίγουν και ο Δίραξ ορμάει μέσα φωνάζοντας:
«ΤΩΡΑ!»
      Οι Γοργόνες ξερνούν το μαύρο χώμα στο έδαφος κι αυτό αρχίζει να κινείται μόνο του προς τα πετρωμένα σώματα. Ο Γκονάς πετάει μακριά τη πολυθρόνα και οργισμένος κοιτάζει Φρουρούς και Γοργόνες. Πάνε να του ορμήσουν αλλά εκείνος χτυπάει το χέρι στο πάτωμά και ένας σεισμός ανοίγει το αρχοντικό στη μέση ρίχνοντας Φρουρούς και Γοργόνες στην άβυσσο. Μετά γυρίζει και βλέπει τη σκόνη να παίρνει μορφή και να απομυζά τα πετρωμένα σώματα για να πάρει μορφή. Η μορφή δημιουργεί ένα στρόβιλο και ο Γκονάς καταλαβαίνει αμέσως για ποιόν πρόκειται:
«Ανούβις!»
      Εκείνος τον κοιτάζει και απλώνει το χέρι του έξω από το στρόβιλο, αλλά ο Γκονάς αποϋλοποιείται και ο Ανούβις φωνάζει καταστρέφοντας την στέγη και προκαλώντας γκρίζα σύννεφά πάνω από το αρχοντικό. Οι υπόλοιποι κοιτούν με δέος όσο εκείνος παίρνει μορφή. Η Λυσάνδρα βλέπει στο καθρέπτη το σώμα της Μέδουσας κατάκοιτο και ματωμένο. Της έρχεται να κλάψει αλλά δε το κάνει. Αντ’αυτού σηκώνει το κινητό της και μόλις απαντήσει η άλλη φωνή λέει:
«Ιόνη κάντο!»
      Η Ιόνη στο πιάνει από τον ώμο τον Τζέικ και του λέει να πατήσει. Αμέσως το πρόσωπο του Τρόι ανεβαίνει παντού. Facebook, Twitter, Instagram, Snapchat, Google και όλες οι κρατικές υπηρεσίες μαθαίνουν το πρόσωπο του. Ταυτόχρονα, ο δορυφόρος κεντράρει πάνω στη σκηνή με τους τρεις και είναι σε ζωντανή αναμετάδοση που τη βλέπουν όλοι. Ακόμα και Κλαρκ που αναγνωρίζει τη μορφή του Τρόι. Όλα τα μάτια επάνω τους.
      Ο Τρόι κοιτάζει τη Μέδουσα που τον κοιτάζει χαμογελαστή και του λέει:
«Τώρα…..ξεκινάει…μωρό μου. Τώρα θα πληρώσεις…..για τη Σουηδία».
      Ο Τρόι κατεβάζει το κεφάλι και γυρνάει προς τη Ρουθ που το κοιτάζει με παγωμένο βλέμμα και του λέει:
«Δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να το κάνω».
«Και τώρα πρέπει να κάνεις υπομονή. Θα πάρει μόνο λίγα δευτερόλεπτα».
«Ποιο;»
      Με την ερώτηση αρχίζει να νοιώθει τη ζέστη του σώματος της να ανεβαίνει κατακόρυφα. Νοιώθει να πνίγεται και τραβάει τα ρούχα της. Παραπατάει και νοιώθει την αναπνοή της να κόβεται. Η διαδικασία ξεκινάει και ο Τρόι απλά παρακολουθεί. Η Ρουθ παίρνει φωτιά και οι φλέβες της εξογκώνονται, το δέρμα της ξεφλουδίζεται και το χρώμα της εναλλάσσεται ανάμεσα στο μαύρο και το κόκκινο. Εκείνη βγάζει απέλπιδες κραυγές από τον αβάσταγο πόνο καθώς κυλιέται στο έδαφος. Όντως μετά από ένα λεπτό το σώμα της γεμάτο πληγές, γυμνό και ξεφλουδισμένο κείτεται κάτω. Ο Τρόι γυρίζει προς τη Μέδουσα που είναι κοντά στο θάνατο και της λέει:
«Δε τελειώσαμε ακόμα».
«Το….ξέρω».
      Και το βλέμμα της χάνεται στο κενό και η αναπνοή της κόβεται. Ο Τρόι προχωράει αργά προς τη Ρουθ και γονατίζει. Τη πιάνει από το κεφάλι και της το σηκώνει. Εκείνη τον κοιτάζει μέσα στην αγωνία και στο πόνο. Εκείνος ήρεμα και κυνικά λέει:
«Ηρέμησε. Έχουμε μεγάλη ανηφόρα μπροστά μας».
      Φέρνει το κεφάλι της στο δικό του και μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων αποϋλοποιείται. Ένα ω απλώνεται στο πλήθος και μένουν όλοι παγωμένοι.
      Πίσω στο αρχοντικό Φρουροί και Γοργόνες πλησιάζουν τον Ανούβις. Η μεταμόρφωση δεν ολοκληρώθηκε καθώς δεν απορρόφησε το σώμα του Γκονάς. Τώρα μοιάζει γυμνός σα ζωντανό κάρβουνο με χέρια και πόδια και χαρακτηριστικά προσώπου. Καπνίζει από παντού. Ο Δίραξ λέει:
«Ώστε εσύ είσαι ένας από τους καινούργιους αρχηγούς μας».
«Ούτε καν μικρέ. Έχω καθαρά συμβουλευτικό ρόλο».
«Και τι σε κάνει τόσο σημαντικό συμβουλάτορα;» ρωτάει η Λυσάνδρα.
«Η προϊστορία. Από μένα ξεκίνησαν ο Σκοτεινός Ισορροπιστής. Ο πέμπτος γιός του Ράγκος ήταν δικός μου γιος. Και μόνο εγώ ξέρω πως θα βρείτε και θα ενεργοποιήσετε όλη τη σκοτεινή γενεά».
      Κοιτάζονται μεταξύ τους έκπληκτοι από την αποκάλυψη. Εκείνος χαμογελάει και λέει:
«Τώρα βρείτε μου τον Γκονάς και φέρτε μου τη Μέδουσα».
«Δε τα μάθες;» λέει έντονα η Λυσάνδρα. «Πέθανε πριν από λίγο».
      Ο Ανούβις χάνεται στα γέλια του και σπίθες βγαίνουν από το στόμα του. Οι άλλοι τον κοιτάζουν παραξενεμένοι. Εκείνος ηρεμεί για λίγο, τους κοιτάζει και λέει:
«Βλάκες. Για τη Μέδουσα μιλάμε. Δε πεθαίνει έτσι απλά!»
      Στη Times Square το σώμα της Μέδουσας φορτώνεται στο ασθενοφόρο και ξεκινάει. Είναι μέσα σε μια μάυρη σακούλα και απομακρύνεται από το πλήθός. Οδηγός και συνοδηγός κοιτάζουν μπροστά. Όμως από πίσω η σακούλα κινείται και μια χαραματιά εμφανίζεται. Το δεξί φιδίσιο μάτι της Μέδουσας είναι όρθάνοιχτο.

Γιώργος Πουρλιάκας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου