Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Ιουν 2016

0 Σκιές (Κεφάλαιο 16) Φυγή

Η Μυρτώ έπιασε σφιχτά το χέρι μου και με τράβηξε προς το φως, οι Σκιές δεν έκαναν τίποτα για να μας σταματήσουν. Ο χρόνος σαν να πάγωσε τη στιγμή που πηδήξαμε μέσα στην Πύλη, έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου για να μην τυφλωθώ και ένιωσα την ψυχή μου να διαχωρίζεται απ' το σώμα μου ή μάλλον καλύτερα σαν να μην υπήρχε καθόλου σώμα, σαν να ήμουν κι εγώ καθαρό φως.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν στο δωμάτιό μου, με το βιβλίο ανοιχτό μπροστά στα πόδια μου. Κατευθείαν η σκέψη μου έτρεξε στη Μυρτώ και γύρισα το κεφάλι αναζητώντας τη με το βλέμμα μου. Ευτυχώς ήταν εκεί, τρίβοντας το κεφάλι της, που προφανώς το χτύπησε στην "προσγείωση". 
"Αου, απ' ό,τι φαίνεται εξακολουθώ να πονάω ακόμα και μ' αυτή τη μορφή", είπε παραπονιάρικα.
Τσίριξα χαρούμενα και την πήρα μια σφιχτή αγκαλιά.
"Δεν το πιστεύω, τα καταφέραμε!!!!", φώναξα ενώ της έδινα ένα ζουμερό φιλί. Εκείνη με τον ίδιο ενθουσιασμό ανταπέδωσε.
"Ουάου, δεν το περίμενα με τίποτα", ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή κι έπειτα κοιτώντας με στα μάτια είπε ένα εγκάρδιο "Ευχαριστώ". Της χάιδεψα απαλά το κεφάλι και κατέβασα το βλέμμα μου επεξεργάζοντας την από πάνω ως κάτω.
Ομως....", δίστασα, "....είσαι ακόμα μισή Σκιά. Δεν ξέρω καν αν μπορεί να σε δει ο υπόλοιπος κόσμος. Εάν μπορεί πάντως θα είναι πρόβλημα", χαμογέλασα και τη σκούντηξα μαριόλικα.
"Μην κοροϊδεύεις, δεν είναι αστείο", κλαψούρισε.
"Μην απογοητεύεσαι, κάποια λύση θα βρεθεί! Μην ξεχνάς πως είμαι μάγισσα", γέλασα και κούνησα το χέρι μου σαν να κρατάω μαγικό ραβδί ενώ έφερα το άλλο στη μύτη μου και με τον δείκτη του έκανα τη μύτη μου να φαίνεται γαμψή. Όσο και ν' αστειευόμουν όμως, ήξερα πως η κατάσταση ήταν σοβαρή. 
"Εντάξει τι να γίνει, δε θα βγω απ' το σπίτι", είπε και ξεφύσηξε.
"Μην είσαι χαζή, κάτι θα βρεθεί, άντε σήκω να μαγειρέψουμε τίποτα, έχω πεθάνει της πείνας"
Άνοιξα το ντουλάπι με τα τρόφιμα και έβγαλα ένα πακέτο μακαρόνια και ένα κουτάκι ντομάτα, έπειτα άνοιξα το ραδιόφωνο στον αγαπημένο μου σταθμό και την πήρα απ' το χέρι να χορέψουμε. Χαμογέλασε και ακολούθησε τα βήματα κάπως βαριεστημένα στην αρχή αλλά έπειτα τη συνεπήρε ο ρυθμός. Ήμουν τόσο χαρούμενη!
Καθώς ανακάτευα τα μακαρόνια και σιγοτραγουδούσα το κομμάτι που έπαιζε εκείνη τη στιγμή, η Μυρτώ με σκούντηξε.
"Μήπως θα έπρεπε να βρούμε και να κλείσουμε την Πύλη;"
Ομολογώ πώς μου είχε περάσει απ' το μυαλό αλλά έκανα ότι δεν άκουσα τη σκέψη μου. Πρώτον γιατί δεν ήθελα τίποτα άλλο απ' το να περάσω λίγες ευχάριστες στιγμές με την Μυρτώ και δεύτερον, γιατί ίσως υποσυνείδητα δεν ήθελα να χάσω αυτό που με κάνει ξεχωριστή. Η ικανότητά μου να βλέπω τις Σκιές με είχε κάνει τον άνθρωπο που είμαι σήμερα και υποθέτω δεν ήθελα να το χάσω.
"Μμ, μάλλον έχεις δίκιο", απάντησα ανέμελα, συνεχίζοντας ν' ανακατεύω τα μακαρόνια. "Μήπως όμως μαζί της εξαφανιστείς κι εσύ; Κοίτα...", είπα και γύρισα να την κοιτάξω, σταματώντας για λίγο το ανακάτεμα "...δεν ξέρω πώς και γιατί αλλά αισθάνομαι πολύ δεμένη μαζί σου και είσαι ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στη ζωή μου μέχρι στιγμής, δε θέλω να σε χάσω. Νομίζω μπορώ να ανεχτώ μερικούς πονοκεφάλους και κάποιες δυσάρεστες επισκέψεις αν είναι να σ' έχω δίπλα μου.", με το τελευταίο χαμογέλασα παιχνιδιάρικα για να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα ξανά.
"Ναι αλλά ρε Δανάη είμαι σίγουρη ότι κάτι ετοιμάζουν!", ξέσπασε κι αμέσως μαζεύτηκε σαν να το μετάνιωσε.
Την πλησίασα και πήρα αγκαλιά το αδύνατο κι αχνό κορμάκι της και κοίταξα βαθιά μέσα στις λάμψεις που είχε για μάτια. "Μην ανησυχείς", είπα μόνο και την έσφιξα περισσότερο. Αναστέναξε ανακουφισμένη, λες κι αυτές οι λέξεις ήταν ό,τι ήθελε ν' ακούσει και τύλιξε κι εκείνη τα χέρια της γύρω απ' τη μέση μου.
Την τρυφερή στιγμή διέκοψε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Έτρεξα να το σηκώσω σβήνοντας το μάτι που είχε τη σάλτσα.
"Ναι;", απάντησα με μια νότα αγωνίας. Δεν μπορούσα να ξέρω πόσον καιρό έλειπα. Ποιος ξέρει ποιος με γύρευε. Ευτυχώς λίγο πριν γνωρίσω τη Μυρτώ είχα κερδίσει μια σοβαρή υπόθεση με μεγάλη αμοιβή οπότε είχα την ευχέρεια να προφασισθώ ασθένεια και να πάρω άδεια. Το χρειαζόμουν αυτό το διάλειμμα γιατί τον τελευταίο καιρό που είχαν εντατικοποιηθεί οι επισκέψεις των Σκιών ήμουν μονίμως άρρωστη.
"Έλα σε πρόλαβα;", ακούστηκε αλαφιασμένη η φωνή της Ειρήνης.
"Έλα...", απάντησα σαστισμένη. Τι εννοεί αν με πρόλαβε;
"Ουφ ευτυχώς σε πρόλαβα πριν φύγεις, ήθελα να σε δω αν γίνεται και να σε ρωτήσω λεπτομέρειες για αυτές τις δουλειές γιατί σε άκουσα πολύ ταραγμένη στο μήνυμα."
"Ποιό μήνυμα", ρώτησα με έντονη απορία.
"Αυτό στον τηλεφωνητή που μου άφησες πριν μια ώρα. Δεν ήμουν σπίτι και δεν μπόρεσα να σε πάρω νωρίτερα."
"Ε...", ξεροκατάπια "...ναι ε, ακυρώθηκαν οι δουλειές, καλά είμαι"
"Σίγουρα;"
"Ναι ναι, θέλεις να κανονίσουμε γι' αύριο;"
"Ναι αμέ! Το απογευματάκι. Θα σου τηλεφωνήσω, πάω τώρα γιατί γκρινιάζει ο Κώστας"
"Τα λέμε", τη χαιρέτησα και έκλεισα το τηλέφωνο. Ήταν ανέλπιστα καλοδιάθετη, μιας που θα μπορούσε κανείς να πει ότι μοιάζει να κουβαλάει μονίμως ένα τεράστιο φορτίο. Αναρωτιέμαι τι έχει να μου πει.  Επέστρεψα στην κουζίνα και ξεκίνησα να σερβίρω το φαγητό.
"Συγγνώμη που σ' άφησα μόνη σου, ήταν η Ειρήνη. Ξέρεις, μου είπε εν ολίγοις ότι έχει περάσει μόνο μια ώρα απ' την στιγμή που άρχισα το ταξίδι. Περίεργο."
"Εντάξει λογικό, τα ταξίδια στο χωροχρόνο τα έχουν αυτά", είπε γελώντας.
"Τι θα έλεγες να πάμε μια βόλτα μετά το φαγητό;"
"Πώς θα γίνει αυτό, αφού δεν ξέρουμε αν με βλέπουν", απάντησε παραπονεμένη.
"Σωστά, τότε θα δούμε ταινία! Τι λες;"
"Έγινε", συμφώνησε και έτρεξε με το πιάτο στο σαλόνι. Βάλαμε μια κοινωνική ταινία κι αφού τελείωσε, συρθήκαμε κουρασμένες στην κρεβατοκάμαρα.
                                                                       
                                                                       ~*~
Ομίχλη, λίμνη, γέφυρα. Μια φιγούρα αχνοφαίνεται μέσα απ' την ομίχλη να διασχίζει τη γέφυρα. Όσο πλησιάζει διακρίνω τη γνώριμη κορμοστασιά του πατέρα μου. Ψηλός και λυγερός, με μια σκιά στο βλέμμα, ακριβώς όπως τον θυμάμαι. Είχε πολύ καιρό να έρθει στον ύπνο μου, από τότε που μου είπε για το βιβλίο. Σαν να ήταν χθες.
"Μικρή...", ψιθύρισε και η φωνή του έκανε αντίλαλο.
"Μπαμπά;", ψέλλισα και άπλωσα το χέρι μου να τον πιάσω. Αντί να πιάσω σάρκα όμως το χέρι μου διαπέρασε το κουστούμι του και έπειτα έπεσε άχαρο στο πλάι.
"Μην φοβάσαι, όλα πάνε υπέροχα"
"Μπαμπά, πες μου, ήταν αλήθεια όλα αυτά που μου είπες εκείνη τη μέρα; Αλήθεια είχες παγιδευτεί ή ήσουν στη Σμαραγδένια Πόλη και σε σκότωσα;", χωρίς να το καταλάβω είχα ξεσπάσει σε λυγμούς.
"Μικρή μου, πρέπει να έχεις περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό σου", απάντησε κι απλά χαμογέλασε συμπονετικά. "Παγιδεύτηκα ενώ προσπαθούσα να ξεφύγω απ' τις Σκιές, με απειλούσαν με τη ζωή σου και δε με άφηναν να γυρίσω. Ήθελαν το βιβλίο"
"Τι πρέπει να κάνω τώρα; Πώς θα βοηθήσω τη Μυρτώ;"
"Έχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου", αντιλάλησε γι' ακόμα μια φορά η φωνή του καθώς χανόταν μέσα στην ομίχλη. 
                                                                      ~*~
Ξύπνησα ιδρωμένη, με τη Μυρτώ κολλημένη πάνω μου κι ένα χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μου. Παρ' όλο που ο πατέρας μου δε μου είχε δώσει λύση, με καθησύχασε η παρουσία του και σαφώς ανακουφίστηκε η συνείδησή μου, όταν έμαθα ότι πραγματικά τον βοήθησα. Χασμουρήθηκα και τεντώθηκα ελαφριά για να μην την ξυπνήσω. Πολύ αργά, δυο μικρές κόκκινες λάμψεις με κοιτούσαν τρυφερά και η μικρή ξεστόμισε μια κοφτή καλημέρα καθώς τέντωνε τα σκελετωμένα της χεράκια.
"Καλημέρα!", ανταπάντησα. "Σαν να μου φαίνεσαι λιγότερο διαφανής σήμερα", την πείραξα. Δεν γέλασε όμως. Όσο και να προσπαθούσα να την κάνω να αισθανθεί καλύτερα, η θλίψη εξακολουθούσε να στοιχειώνει το πρόσωπό της. Ήθελα όσο τίποτα να τη βοηθήσω για να είναι χαρούμενη ξανά. "Σήκω", είπα χαρωπά και της τράβηξα το σεντόνι. "Έχουμε να δοκιμάσουμε ξόρκια"
"Τι ξόρκια; Ακόμα δεν ξυπνήσαμε", παραπονέθηκε.

Πρέπει να σε κάνουμε άνθρωπο, πρώτα όμως πρωινό", την ξεσήκωσα κι άλλο σκουντώντας την και πήγα προς την κουζίνα.


Αργυρώ Μέδουσα Βένιου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου