Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Ιουν 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 17) Ανθρώπινη Μάσκα

Είχαν περάσει ώρες από τη συζήτηση που είχε ο Ορφέας με την Ελίζα. Το λιγοστό απογευματινό φως είχε αντικατασταθεί με έναν σκοτεινό αλλά ξάστερο  ουρανό ενώ η θέρμη που είχε πρόσφερε ο χειμερινός ήλιος είχε αντικατασταθεί πλήρως με μία παγερή υγρασία που τρυπούσε τη σάρκα όποιου βρισκόταν στους δρόμους της Ωκεανίας.

   Αν και είχαν περάσει τόσες ώρες, ο Ορφέας δεν μπορούσε να πάψει να σκέφτεται όσα είχαν διαδραματιστεί νωρίτερα με την Ελίζα. Όλο αυτό το σκηνικό μαζί με όσα είχαν ειπωθεί μεταξύ τους τα είχε κρατήσει αποκλειστικά για τον εαυτό του, και δεν είχε κάνει καν το κόπο να τα αναφέρει στο Δάκη, ο οποίος έχοντας τους δικούς του προβληματισμούς, που για ακόμα μία φορά δεν ήταν εμφανείς στο πρόσωπο του, δεν έκανε τον κόπο να τον πιέσει και να μάθει αυτό που έκρυβε.
   Δεν ήθελε να συζητήσει με κανέναν από την ομάδα όσα είχε ακούσει παρόλο που πίστευε πως θα χαροποιούσαν τους φίλους του. Ωστόσο αυτό το απροσδιόριστο συναίσθημα συνέχιζε να είναι εκεί και να μην τον αφήνει να ηρεμήσει.
   Χώθηκε στον υπολογιστή του και κοιτούσε τις γραμμές κώδικα προσπαθώντας να βρει λύση σε πιο βασικά προβλήματα απ’ ό,τι τα απροσδιόριστα συναισθήματα του. Δίπλα του καθόταν η Εύη και κοιτούσε τις ίδιες γραμμές κώδικα με εκείνον καθώς και οι δύο τους προσπαθούσαν να βρουν έναν γρήγορο τρόπο για να μεταφέρουν δεδομένα με ταχύτητα σε ένα ζευγάρι φακών. Έπρεπε η μεταφορά δεδομένων να είναι ταχύτατη αλλά και να μη γίνει αντιληπτή από τα συστήματα ασφαλείας της Ωκεανίας.
   Η Εύη, αν και είχε καταλάβει πλήρως την αναστάτωση του δεν τον είχε ρωτήσει από που προέρχεται. Γνώριζε πολύ καλά πως αν ο Ορφέας ήθελε να εκφράσει την ανησυχία  του για κάτι θα το έκανε όταν ο ίδιος θα έκρινε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή.
   Ο Ορφέας προσπαθούσε με κόπο να συγκεντρωθεί στη δουλειά του.            Η αντίδραση της Ελίζας αναδυόταν από τις μπερδεμένες σκέψεις του κάθε τόσο προσφέροντας του έναν οξύ και ενοχλητικό πονοκέφαλο. Είχε αρχίσει να πιστεύει πως αυτός ο πονοκέφαλος μαζί με το απροσδιόριστο συναίσθημα του ήταν δύο συμπτώματα που δε θα υποχωρούσαν σύντομα.
   Η Εύη ήταν, όπως πάντα, αυτή που τον βοηθούσε να δει τι είναι σημαντικό. Και για ακόμα μία φορά ήταν εκεί και έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα από τον καθένα.
   «Έχουμε σημαντικό πρόβλημα χρόνου.» είπε η Εύη με σταθερή και ήρεμη φωνή. «Πολύ πιθανό να χρειαστεί πάλι να μεταφερθεί η ημερομηνία για το Φεστιβάλ Αθλητισμού αυτή τη φορά»
   Ο Ορφέας αναστέναξε. Η Εύη είχε δίκιο. Είχε περάσει ένας μήνας την ανακοίνωση της νέας ημερομηνίας και όλη συμμαχία βρισκόταν σε απόλυτο χάος. Γνώριζαν πολύ καλά πως θα περνούσε μία μεταβατική περίοδος για τα καινούρια μέλη της συμμαχίας που προσφέρθηκαν να βοηθήσουν στο Ξωτικό μέχρι να μπορέσουν να προσαρμοστούν με τα συστήματα που έπρεπε να μάθουν να σπάνε. Ωστόσο, αυτή η προσαρμογή τους έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο από αυτόν που υπολόγιζαν. Και οι πέντε ομάδες βρίσκονταν σε απόλυτο χάος ενώ τα άτομα που είχαν προθυμοποιηθεί να προσφέρουν την απαραίτητη βοήθεια, πάσχιζαν να μάθουν τα βασικά.
   Ήταν λογικό. Ο ίδιος συμμετείχε στο Ξωτικό από τότε που είχε μπει στην ομάδα του Δράκου και είχε όλο το χρόνο μπροστά του για να μάθει όλα όσα ήταν απαραίτητα. Ενώ οι νέοι βοηθοί, αν και είχαν βασικές γνώσεις προγραμματισμού δεν είχαν την πολυτέλεια χρόνου που είχε ο ίδιος.
   «Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την ημερομηνία πάλι. Το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να δώσουμε περισσότερο χρόνο στην πολιτάρχη να πραγματοποιήσει τα σχέδιά της. Και όποια και να είναι αυτά, ξέρουμε πως δε θα έχουν καλή κατάληξη για εμάς» είπε με σχετική ψυχραιμία στην Εύη.
     Εκείνη ακούμπησε τον δείκτη και τον μέσο του δεξιού χεριού της στο μέτωπο της ενώ το πρόσωπό της είχε μια έκφραση προβληματισμού. «Ναι, αλλά τι γίνεται αν αντικειμενικά δεν είμαστε έτοιμοι; Δεν μπορούμε να διατηρήσουμε τη συγκεκριμένη ημερομηνία αν δεν έχουμε κατορθώσει την ολοκλήρωση του Ξωτικού. Άσε που οι ομάδες βρίσκονται σε απόλυτο χάος. Θα μπορέσουμε να οργανωθούμε και να ανταπεξέλθουμε  πριν τις 3 Μαΐου;»
   Ο Ορφέας έπρεπε να παραδεχτεί πως η Εύη είχε και πάλι  δίκιο. Το σχέδιο δεν μπορούσε να μπει σε εφαρμογή χωρίς τη βοήθεια του ιού. Και αν ο ιός δεν ήταν έτοιμος μέχρι το Φεστιβάλ Τεχνολογίας θα ήταν αναγκασμένοι, θέλοντας και μη να μεταφέρουν και πάλι την ημερομηνία. Επίσης αλήθευε πως επικρατούσε απόλυτο χάος σε όλες τις ομάδες και καμία δεν είχε προσαρμοστεί.
   Ο Δράκος κατείχε τα ηνία στο θέμα των προβλημάτων. Διότι ακόμα και ένα μήνα μετά τα άτομα που ουσιαστικά δούλευαν στο Ξωτικό παρέμεναν ο ίδιος και η Εύη.
   «Νομίζω πως θα ήταν καλό να επικεντρωθούμε σε εμάς» Ο Ορφέας ήπιε λίγο νερό από το ποτήρι μπροστά του. Όταν η γουλιά πέρασε από το λάρυγγα του συνέχισε. «Δεν μπορούμε να ασχοληθούμε με τα προβλήματα των υπόλοιπων ομάδων από τη στιγμή που εμείς δεν έχουμε ξεκινήσει να εκπαιδεύουμε κάποιον καινούριο. Ακόμα και αυτή τη στιγμή μόνο εγώ και εσύ καθόμαστε μπροστά από τον υπολογιστή»
   Η αλήθεια ήταν πως ο Δράκος υστερούσε όσον αφορούσε την πρόοδο σε αυτό το θέμα. Αν και ο Λεωνίδας αλλά και ο Δάκης είχαν προθυμοποιηθεί να προσφέρουν την απαραίτητη βοήθεια ήταν δύο άτομα που δεν είχαν υπόβαθρο στο θέμα της ανάπτυξης λογισμικού. Ο Δάκης αν και ήταν στην ομάδα όσα χρόνια ήταν και ο Ορφέας ποτέ δεν είχε εκδηλώσει κάποια ιδιαίτερη αγάπη στο προγραμματισμό και ποτέ δεν έκανε το κόπο να μάθει κάτι παραπάνω από τα πολύ βασικά, ενώ ο Λεωνίδας αν και ήταν αστέρι στο να διαχειρίζεται γραφικά περιβάλλοντα, δεν είχε ιδέα από κώδικα. Μέχρι να μάθουν αυτά που χρειάζονταν για να βοηθήσουν η τρίτη του Μάη θα είχε φτάσει.
   Το ένα και μοναδικό άτομο που γνώριζε παραπάνω στο αντικείμενο του προγραμματισμού, ήταν το ένα και μοναδικό άτομο που  δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση να βοηθήσει.
  Η Εύη έμεινε σκεφτική, ακίνητη στην ίδια θέση για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα κατέβασε το χέρι της και το ακούμπησε στη μεταλλική επιφάνεια του γραφείου. Στο πρόσωπό της είχε παραμείνει ο προβληματισμός, αλλά είχε επίσης προστεθεί η αποφασιστικότητα.
   «Χρειαζόμαστε την Αιμιλία» είπε με σταθερή φωνή.
   Ο Ορφέας ένιωσε σαν να τον διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Διότι με το άκουσμα του ονόματος της Αιμιλίας για ακόμα μία φορά επανήλθε στο μυαλό του η Ελίζα.
   Κούνησε το κεφάλι του δεξιά – αριστερά στη προσπάθεια να διώξει την εικόνα από την συνομιλία τους λίγες ώρες πριν και επικεντρώθηκε στην Αιμιλία.
   Τα διχασμένα συναισθήματα της και οι δύο πλευρές της ζωής της που αλληλοσυγκρούονταν, προκαλούσαν σοβαρά προβλήματα. Η Αιμιλία δίσταζε, ήταν ξεκάθαρο. Όμως η ιδιόμορφη απροθυμία της είχε σαν πηγή τη στενή επαφή της με ανθρώπους που γνώριζαν ελάχιστα για εκείνη. Ο Ορφέας ήξερε πως η Αιμιλία αγαπούσε όλους τους ανθρώπους που ήταν στη ζωή της. Άλλωστε ήταν ό,τι πιο κοντινό είχε σε κοινωνική ζωή, δεν ήταν παράλογο.
   Τα τόσα χρόνια  όμως συναναστροφής  μαζί τους, φορώντας τη μάσκα του τρομαγμένου ανθρώπου, δεν την άφηναν να δει το πιο σημαντικό. Ότι αυτή  η μάσκα δεν ήταν το πρόσωπο της.
   Ενώ η λογική της το αναγνώριζε, συναισθηματικά δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Συναισθηματικά δεν μπορούσε να διαχωρίσει ακόμα την αλήθεια από την προσποίηση.
   Το γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή έλειπε από τη γειτονιά των φαντασμάτων επαλήθευε την πεποίθησή του.
   Ο Ορφέας απλά ήλπιζε πως θα συνειδητοποιούσε τη θέση της πριν να είναι πολύ αργά.

*  *  *

   Η Αιμιλία κοιτούσε την πληθώρα των ψηφιακών φωτογραφιών που υπήρχαν πάνω από το γραφείο της Σοφίας. Φωτογραφίες που εναλλάσσονταν η μία μετά τη άλλη, άλλες με κίνηση και άλλες χωρίς. Ένα σωρό εικόνες από παιδικά και εφηβικά χρόνια που δημιουργούσαν σε σύνολο την ανάμνηση μίας χαρούμενης ζωής.
   Βέβαια κανείς δεν μπορεί να συμπεράνει την ευτυχία κάποιου άλλου από τις χαρούμενες φωτογραφίες που στόλιζαν το δωμάτιο του. Αυτές οι εικόνες παρουσίαζαν πάντα τις όμορφες καταστάσεις που όλοι ήθελαν να θυμούνται και όχι τις θλιβερές. Μόνο τέτοιες στιγμές  μπορούσαν να διακοσμήσουν  τους τοίχους ενός δωματίου.
   Στην περίπτωση της Σοφίας οι εικόνες αντικατόπτριζαν μία εικόνα κοντά στην πραγματικότητα για τη ζωή της. Όμορφες στιγμές, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή σε μία αρμονική οικογένεια χωρίς ιδιαίτερα δράματα και αρκετοί φίλοι που ήταν εκεί να την παρακολουθήσουν.
   Μέσα σε αυτούς τους φίλους ήταν και η Αιμιλία.
   Έχανε το μέτρημα καθώς παρακολουθούσε σε πόσες από τις φωτογραφίες ήταν το πρόσωπό της. Στις περισσότερες από αυτές είχε ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της. Καθώς κοιτούσε τις όμορφες  τρισδιάστατες εικόνες συνειδητοποιούσε πως, αν και για τη Σοφία εξέφραζαν τις πιο όμορφες και ανεπανάληπτες στιγμές που είχε ζήσει, για την ίδια είχαν τελείως διαφορετικό νόημα.
   Απ’ όλα αυτά τα χαμόγελα, ελάχιστα ήταν πραγματικά.
   Και ο τοίχος που κάποτε την έκανε να νιώθει ανακούφιση βλέποντας τον, καθώς της έδινε την ψευδαίσθηση πως ανήκε κάπου, τώρα το θέαμα του της προκαλούσε έντονη θλίψη..
   Η Σοφία μπήκε στο δωμάτιο της κρατώντας έναν μεγάλο δίσκο με τρεις θεόρατες αχνιστές κούπες, που μόνο και μόνο από την μυρωδιά η Αιμιλία κατάλαβε πως ήταν ζεστή σοκολάτα. Άφησε το δίσκο πάνω στο μεγάλο οβάλ γυάλινο τραπέζι του δωματίου της και κάθισε στο μαξιλάρι που βρισκόταν δίπλα στην Αρετή.
   Η Αρετή άρπαξε μία από τις πολύχρωμες κούπες και την έφερε στα χείλη της, ρουφώντας το πηκτό αλλά συνάμα γλυκό καστανόχρωμο υγρό με ευχαρίστηση. «Καιρό έχουμε να μαζευτούμε οι τρεις μας» είπε χαρωπά η ξανθιά κοπέλα.
   «Ναι» συμφώνησε η Σοφία. «Πάνω από μήνα»
   Η Αιμιλία έκανε μεταβολή, γυρίζοντας πλάτη στις πολυάριθμες φωτογραφίες και κάθισε  απέναντι από τις δύο κοπέλες. Έκανε ένα θετικό νεύμα, και πήρε τη δικιά της κούπα από το δίσκο και άρχισε να πίνει. Η θέρμη της ζεστής κούπας μεταφέρθηκε στα χέρια της ζεσταίνοντας τα.
   «Στην αρχή του έτους είχαμε πει πως θα μαζευόμασταν εδώ κάθε απόγευμα για να διαβάζουμε μαζί» παραπονέθηκε η Αρετή. «Αλλά μετά τον επιτάφιο των Φαναριών βρισκόμασταν όλο και πιο σπάνια»
   Τα μάτια της Αρετής έπεσαν πάνω στην Αιμιλία η οποία έδειχνε χαμένη στις δικές τις σκέψεις, για ακόμα μία φορά.
   Η Αιμιλία έδειχνε αλλαγμένη τον τελευταίο καιρό. Ποτέ δε μιλούσε ιδιαίτερα, αυτό ήταν αλήθεια, αλλά αυτό ήταν μίλια μακριά απ’ ό,τι συνέβαινε τώρα. Ακόμα και αν ήταν ελάχιστες οι φορές όπου άνοιγε το στόμα της να μιλήσει η προσοχή της ήταν πάντα συγκεντρωμένη στη παρέα και συμμετείχε  με τον  δικό της δειλό τρόπο. Όμως μετά το Φεστιβάλ Ενότητας, ούτε η προσοχή της εστιαζόταν στην παρέα τους αλλά και η ίδια η Αιμιλία σπάνια ακολουθούσε τις δύο κοπέλες εκτός σχολείου.
   Η Αρετή ενοχλούταν με αυτή την ξαφνική και αδικαιολόγητη αλλαγή της, καθώς έδειχνε να αδιαφορεί για τα πάντα.
   Τα μάτια της Αιμιλίας κοίταξαν το ξανθό κορίτσι. Δε δυσκολεύτηκε να αντιληφθεί την ενόχληση της και γνώριζε πολύ καλά πως προερχόταν από την ίδια. Άλλωστε τα έντονα παράπονα της κατά τη διάρκεια του σχολείου ήταν υπέρ αρκετά για να προδώσουν τα οποιαδήποτε συναισθήματα της. Και αυτό το βλέμμα που ήταν μονίμως κολλημένο πάνω της, την έκανε να νιώθει πιο άβολα από ποτέ.
   «Δεν είναι παράλογο» είπε η Σοφία η οποία ήταν λιγότερο επικριτική. «Η Αιμιλία είχε το ρόλο της στο Φεστιβάλ Ενότητας και ξόδευε πολλές ώρες σε αυτό. Και τώρα μπήκε το νέο έτος και πρέπει να συγκεντρωθούμε στο σχολείο. Δεν έχουμε το χρόνο που είχαμε τις προηγούμενες χρονιές»
   Ο συγκαταβατικός τόνος της Σοφίας έκανε την Αιμιλία να αισθανθεί λίγο πιο άνετα, όσο άνετα δηλαδή θα μπορούσε ποτέ να νοιώθει ανάμεσα τους. Στο πρόσωπό της σχηματίστηκε ένα ευγενικό χαμόγελο.
   «Δεν ξέρω, η Αιμιλία δείχνει ανεξήγητα χαμένη» συνέχισε με τον ίδιο ακριβώς τόνο η Αρετή. «Σα να ζει σε διαφορετικό κόσμο από τον δικό μας»
   «Έλα Αρετή, υπερβάλλεις!» είπε ανάλαφρα η Σοφία. «Εγώ θα έλεγα ότι κάτι άλλο της συμβαίνει. Απλά φοβάται να μας το πει»
   Η μπερδεμένη Αιμιλία κοίταξε τη φίλη της με απορία. Πως θα μπορούσε η Σοφία να έχει παρερμηνεύσει την εξαφάνιση της; Οι πραγματικοί λόγοι ήταν πέρα από κάθε φαντασία των δύο φιλενάδων της. Από το γεγονός ότι στεκόταν ακόμα μπροστά της και δεν είχε κρυφτεί σε καμία από τις ντουλάπες του δωματίου της ήξερε πως δεν είχε σχέση με την ιδιότητά της ως μετάλλαξης.
   Με αυθεντική περιέργεια εστίασε τη προσοχή της πάνω στη Σοφία.
   Η οποία με έναν κάπως υπερβολικό τρόπο, που συνοδευόταν από ένα πλατύ χαμόγελο, άρπαξε τη δικιά της κούπα η οποία ήταν ακόμα ακουμπισμένη στο δίσκο και ήπιε μία γουλιά. «Για πες μας λοιπόν, ποιος είναι ο τυχερός;»
Τυχερός;
   Το αίμα της Αιμιλίας εξαφανίστηκε από τα μάγουλά της. Κοιτώντας το χαρούμενο πρόσωπο της Σοφίας που δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό της, σιγουρεύτηκε πως δεν είχε κατορθώσει να κρύψει την αντίδραση της.
   Ξεροκατάπιε. Αν οι μεταλλάξεις ήταν η πρώτη συζήτηση που δεν ήθελε να πιάσει μαζί τους, αυτή ήταν σίγουρα η δεύτερη. Αφού κι αυτή η συζήτηση αντιπροσώπευε μία άλλη αλήθεια που ήθελε να κρύψει.
   «Ήμουν σίγουρη!» αναφώνησε η Σοφία χαρούμενα. «Δεν μπορείς να κρυφτείς από εμένα!»
Τραγική ειρωνεία... σκέφτηκε από μέσα της η Αιμιλία.  Ίσως να ήταν η πρώτη φορά που είχε ερμηνεύσει τις αντιδράσεις της σωστά.
    «Αυτό θα εξηγούσε πολλά!» είπε με ζωντάνια η Αρετή αυτή τη φορά. «Την απόλυτη έλλειψη προσοχής, τις ξαφνικές εξαφανίσεις αλλά και τις άπειρες φορές που δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω της. Αιμιλία, είσαι ερωτευμένη;»
   Με το που άκουσε τη τελευταία λέξη άρχισε να αισθάνεται σταγόνες κρύου ιδρώτα να σχηματίζονται στο σβέρκο της. Όχι, αυτή η συζήτηση έπρεπε να μείνει εκτός αυτής της παρέας, αφού  αυτό θα σήμαινε ότι μετά θα ξεκινούσαν οι ερωτήσεις για την άγνωστη ταυτότητα του αγαπημένου της, αν μπορούσε δηλαδή να χαρακτηρίσει έτσι τον Δάκη.
   Κούνησε ελαφρά το κεφάλι της με μία νευρική αρνητική κίνηση, η οποία ήλπιζε πως δε θα  υποδήλωνε το άγχος της. «Δεν ισχύει» είπε σιγανά.
   «Σε ποιον τα πουλάς αυτά;» συνέχισε με τον ίδιο εύθυμο τόνο η Σοφία. «Αφού έχεις γίνει κάτασπρη. Πρώτη φορά σε βλέπω τόσο ταραγμένη. Έλα, πες μας ποιος είναι;»
   «Είναι κανένας από την προπόνηση; Έχω δει μερικούς κούκλους να κυκλοφορούν στις αθλητικές εγκαταστάσεις άλλο πράγμα! Πρέπει να είναι κάποιος από εκεί διότι την τελευταία φορά που σε είδα να μιλάς με αγόρι ήταν εκείνη τη φορά με το Δάκη Αλεξίου. Εκτός...»
   Ένας έντονος κόμπος σχηματίστηκε στο στομάχι της. Είχε να νιώσει τόσο έντονο άγχος από τότε που ο Ορφέας της είχε στείλει εκείνο το απειλητικό μέιλ που της έλεγε ότι ήξερε πως ήταν μετάλλαξη. Αν και δε συγκρινόταν το τότε με το τώρα...
   Το χέρι της ακούμπησε το σβέρκο της. Το δέρμα της έκαιγε. Δεν ήθελε άλλο τη κούπα με τη ζεστή σοκολάτα. Χρειαζόταν επειγόντως ένα ποτήρι με παγωμένο νερό.
   «Έλα τώρα Αρετή!» αναφώνησε η Σοφία κάνοντας το άγχος της Αιμιλίας ακόμα πιο έντονο. «Αυτό ήταν ένα ατυχές συμβάν! Δεν πρόκειται να επαναληφθεί, έτσι δεν είναι Αιμιλία;»
   Τα μάτια της Αιμιλίας έπεσαν δειλά πάνω στο μελαχρινό κορίτσι.
   Πικρία. Ακριβώς αυτό ένιωσε η Αιμιλία με τα λόγια της Σοφίας. Το άγχος της μέσα σε δευτερόλεπτα κόπασε. Και ένιωσε μία πικρία που το ανταγωνιζόταν για την πρώτη θέση στην πάλη των συναισθημάτων της. Ήξερε τι άποψη είχαν οι δύο φίλες της για τον Δάκη, αλλά το να ακούει ωμά αυτή την υπερβολική αντίδραση από το στόμα της Σοφίας ήταν σαν να δεχόταν μία δυνατή κλωτσιά στο στομάχι.
   Έκανε ένα δειλό θετικό νεύμα και έπειτα προσήλωσε το βλέμμα της στη κούπα μπροστά της. Αυτή τη φορά έβαλε τα δυνατά της να μη φανεί ούτε ίχνος των πραγματικών της συναισθημάτων. Έσφιξε το πρόσωπο της με μία έκφραση που είχε μάθει κατά τα τελευταία δεκατρία χρόνια και τη διατηρούσε ακόμα και στις πιο συναισθηματικά καταστροφικές καταστάσεις.
   Ξανακοίταξε τις δύο καλές τις φίλες. Καταλάβαινε πως ήδη έκαναν ένα σωρό υποθέσεις, ακόμα και αν είχαν απορρίψει χωρίς δεύτερη σκέψη την ταυτότητα του Δάκη ως του προσώπου που ήθελαν να ανακαλύψουν.
   «Δεν υπάρχει κανένας» είπε ψέματα. Αυτή τη φορά γνώριζε πως η προσπάθεια της ήταν πειστική.
Είναι ψευδαίσθηση Αιμιλία... αυτό της είχε πει ο Δάκης κάθε φορά που η συζήτηση γυρνούσε στην Αρετή και την Σοφία. Και όσο πιο κοντά ερχόταν με την ομάδα του Δράκου, τόσο περισσότερο αισθανόταν πως ο Δάκης είχε δίκιο. Εκείνη τη στιγμή τους έλεγε ψέματα δίχως κανέναν απολύτως δισταγμό παρόλο που ήταν τόσα χρόνια φίλες.
  Μέσα στην ομάδα του Δράκου δεν θα επιχειρούσε ποτέ κάτι τέτοιο …να πει ψέματα. Όχι μόνο θα την καταλάβαιναν κατ’ ευθείαν, αλλά δεν έβρισκε και το νόημα να κάνει κάτι τέτοιο.
   «Αλήθεια;» ρώτησε η Σοφία αμφιβάλλοντας και κοιτάζοντας για λίγο τα μάτια της Αιμιλίας. Είχε πειστεί ήδη για τον ισχυρισμό της. Άλλωστε πως θα μπορούσε ποτέ αυτό που αντίκριζε να είναι το πρόσωπο ενός ανθρώπου που ψεύδεται;
   «Κρίμα...» ακούστηκε η απογοητευμένη φωνή της Αρετής. «Αναρωτιέμαι πως θα ήταν η Αιμιλία ερωτευμένη!»
   «Μην ανησυχείς, εδώ θα είμαστε. Θα συμβεί και αυτό κάποια στιγμή» είπε αισιόδοξα το μελαχρινό κορίτσι.
   Η Αιμιλία ήπιε μία μεγάλη γουλιά από τη σοκολάτα της με τη ελπίδα πως θα έφευγε η πικρή γεύση που είχε στο στόμα της, που έμοιαζε να είναι πιο έντονη από το γλυκαντικό στο ρόφημά της. Έσφιξε την κούπα της νιώθοντας ευγνωμοσύνη που η συγκεκριμένη συζήτηση είχε λήξει.
   Βέβαια έμελλε να ξεκινήσει μία διαφορετική συζήτηση εξίσου δυσάρεστη.
   «Τώρα που είπαμε για τον Δάκη Αλεξίου, είδατε τη πρόσωπο του Ορφέα Πετρή όταν φεύγαμε από την τάξη;» γύρισε την συζήτηση προς διαφορετική κατεύθυνση η Σοφία. «Ούτε φάντασμα να είχε δει!»
   Η Αιμιλία άφησε μαλακά την κούπα στη γυάλινη επιφάνεια του τραπεζιού, ενώ μέσα της είχε αρχίσει να δημιουργείται ένα πολύ κακό προαίσθημα. Ο Ορφέας, το μόνιμο μαύρο πρόβατο, ο γιος της μετάλλαξης, ο κολλητός του Δάκη αλλά και το παιδί που πλέον έβλεπε σαν φίλο μέσα στην ομάδα του Δράκου αλλά και αυτός που της είχε αποκαλύψει τα μυστικά των μεταλλάξεων, ποτέ δεν έκανε την εμφάνιση του για καλό λόγο στις συζητήσεις μεταξύ Αρετής – Σοφίας.
   Τον τελευταίο καιρό, με την απόσταση που είχε πάρει από τις δύο κοπέλες, σπάνια ερχόταν το όνομά του στο προσκήνιο. Κάθε φορά είχαν πιο ενδιαφέροντα άτομα να σχολιάσουν. Ενώ η διακριτική στάση του Ορφέα, η οποία οφειλόταν στη κούραση και όχι στην έλλειψη πνεύματος, τον άφηνε στη σκιά  καθώς κινούσε την προσοχή του πολύ λιγότερο από κάθε άλλη φορά.
   Όχι, δεν τον είχαν ξεχάσει. Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να ξεχάσει τη παρουσία του Ορφέα Πετρή στο σχολείο του Βόρειου Συγκροτήματος; Απλά δεν είχε κάνει τίποτα το αξιοσημείωτο ώστε να γίνει αντικείμενο σχολιασμού.
   Ακόμα και η ποινή που είχε λάβει για την άρνηση συμμετοχής στο Φεστιβάλ Ενότητας είχε λήξει πριν από έναν μήνα και δεν είχε ανανεωθεί. Το σύνηθες  στην περίπτωση του Ορφέα ήταv κάθε καινούρια ποινή να είναι ανανέωση μίας παλιάς.
   Η Αρετή με τον αρρωστημένο ενθουσιασμό που αποκτούσε κάθε φορά που σχολίαζε τον Ορφέα, συνέχισε την κουβέντα  «Κοιτούσε την Ελίζα Δημοκράτους σαν πληγωμένο κουτάβι που το είχαν πυροβολήσει εν ψυχρώ. Αλλά βέβαια, ο γιος της μετάλλαξης μόνο έτσι θα μπορούσε να τη δει μετά από αυτά που υποστήριξε μπροστά στον καθηγητή της Βιολογίας!»
   Το κακό προαίσθημα της Αιμιλίας είχε ξεκινήσει ήδη να επαληθεύεται. Γιατί, παρόλο που στις τελευταίες συζητήσεις τους ο Ορφέας είχε φύγει από το προσκήνιο, είχε έρθει ένα καινούριο αντικείμενο σχολιασμού. Το ολοκαίνουργιο μαύρο πρόβατο, το οποίο δεν άνηκε στη παρέα των μεταλλάξεων, αλλά με την τόλμη που είχε δείξει πριν το τέλος του έτους είχε μετατραπεί στο ιδανικό θύμα κακόβουλων συζητήσεων αλλά και πράξεων. Η Ελίζα Δημοκράτους.
   Από τη στιγμή που είχε υποστηρίξει πως δεν υπάρχουν ουσιαστικά στοιχεία γύρω από τις μεταλλάξεις - πράγμα που ήταν πέρα για πέρα αληθινό - είχε υποβαθμιστεί κοινωνικά. Η μαθήτρια θαύμα είχε μετατραπεί στη διεστραμμένη μαθήτρια τέρας.
   Η Αιμιλία όμως συμπαθούσε την Ελίζα. Την έβλεπε σαν τον μοναδικό άνθρωπο που μπορούσε να ξεπεράσει την προκατάληψη και να δει τις μεταλλάξεις όπως εκείνη, σαν έμβια όντα που δεν έχουν μοναδικό σκοπό την καταστροφή της Ενότητας Ειρήνης.
   «Πραγματικά!» αναφώνησε η Σοφία. «Αναρωτιέμαι, δηλαδή τι πίστευε πως θα συνέβαινε μετά από αυτά που είπε; Πολύ καλά της έκαναν, δεν μπορούν τέτοιοι ισχυρισμοί να περνάνε ατιμώρητοι. Άκου εκεί δεν ξέρουμε τίποτα για τις μεταλλάξεις! Αυτά τα απαρχαιωμένα στοιχεία που ισχυρίζεται έχουν σώσει ένα σωρό ζωές!»
   Τα μάτια της Αιμιλίας έπεσαν στη μισογεμάτη κούπα μπροστά της.
   Λίγους μήνες πριν, θα πληγωνόταν με τα λόγια της Σοφίας. Θα σκεφτόταν πως είχε δίκιο, οι μεταλλάξεις ήταν η μεγαλύτερη απειλή, ο μεγαλύτερος κίνδυνος και πως η ίδια ήταν αναμφισβήτητα ένα εγωιστικό τέρας που δεν ήθελε να πεθάνει. Θα αναλογιζόταν τους ισχυρισμούς της Ελίζας σαν γενναίους αλλά και αβάσιμους που δε θα μπορούσαν να βρουν ανταπόκριση  στην πραγματικότητα.
   Θα πίστευε πως κανένας δε θα μπορούσε να υποστηρίξει τόσο απλά και άμεσα ότι δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία για τις μεταλλάξεις, και πως κάτι τέτοιο ήταν αδιαμφισβήτητη πλάνη.
   Αλλά σήμερα, με τις γνώσεις που είχε αποκτήσει, αλλά και όλες τις μεταλλάξεις που είχε γνωρίσει, αυτό το συναίσθημα της στεναχώριας και της μειονεξίας έμοιαζε να είναι πιο μακριά από ποτέ. Είχε αντικατασταθεί με ένα άλλο εξίσου δυνατό, ίσως και δυνατότερο….
  … Οργή.
   Το ίδιο συναίσθημα που είχε διακρίνει στο πρόσωπο του Ορφέα την ημέρα που είχε συλληφθεί ο Μιχάλης Θεοδοσίου. Και με τον οποίο εκείνη τη στιγμή έδειχνε να ταυτίζεται  περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
   Ο σχολιασμός από τα κορίτσια του σκηνικού που είχαν δει πριν από λίγες ώρες ήταν εκείνος που ξυπνούσε αυτό το συναίσθημα. Η Ελίζα, ένας απλός άνθρωπος, με αντίληψη ανώτερη του μέσου όρου, που είχε αναπτύξει μία σημαντική ικανότητα η οποία την βοηθούσε να δει πέρα από αυτά που θεωρούνταν δεδομένα στην Ενότητα Ειρήνης, είχε μετατραπεί σε θύμα κακομεταχείρισης από τους συμμαθητές της. Και δυστυχώς αυτή την  κατάσταση επικροτούσαν μαθητές και καθηγητές, δίχως ενδοιασμό.
   Πίστευαν όλοι πως μόνο αυτή η συμπεριφορά ήταν αποδεκτή για την κοπέλα που είχε εκφράσει τις απορίες της για τις μεταλλάξεις.
   Και απ’ όσο φαινόταν ίσχυε το ίδιο και για τις δύο φίλες της.
   Θυμήθηκε κάποια στιγμή που μιλούσε με τον Ορφέα, να της έχει πει κάτι που δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της. Τότε της είχε φανεί περίεργος ισχυρισμός και ίσως υπερβολικά συναισθηματικά φορτισμένος από μέρος του.
Το πρόβλημα με τους ανθρώπους δεν είναι ότι δε γνωρίζουν τίποτα για εμάς τις μεταλλάξεις, αλλά ότι δεν έχουν καμία απολύτως διάθεση να μάθουν.
   Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε πόσο ουσιαστικά ήταν αυτά του τα λόγια.
   Μέσα στην οργή της και τον εκνευρισμό της, για πρώτη φορά τόλμησε και ξεστόμισε ένα κομμάτι των πραγματικών της σκέψεων στις δύο κοπέλες μπροστά της, οι οποίες ξεκάθαρα άνηκαν στην πλειονότητα των ανθρώπων  που επιδοκίμαζαν τέτοιες ενέργειες.
   «Γιατί είναι κακό αυτό;» είπε σιγανά ενώ προσπαθούσε να μην φανεί η αναστάτωση της.
   Οι δύο κοπέλες την κοίταξαν γεμάτες έκπληξη. Η Αιμιλία δεν εξέφραζε  άποψη στις συζητήσεις τους, κι αυτό ήταν συνηθισμένο μέσα στη παρέα τους. Αγνοούσαν πλήρως πως κατόρθωνε η Αιμιλία να δίνει  πάντα αόριστες απαντήσεις στις ερωτήσεις τους. Ωστόσο κάτι τόσο επαναλαμβανόμενο στη συμπεριφορά της φίλης τους δεν τους έκανε πλέον εντύπωση.  
Αυτή τη στιγμή όμως η αντίδραση της Αιμιλίας ήταν τελείως διαφορετική από κάθε άλλη φορά και αυτό ξεπερνούσε τη συνήθειά της.
   Η Αρετή με μία σχεδόν αηδιασμένη έκφραση άνοιξε το στόμα της βγάζοντας μια τρομαγμένη αλλά δυνατή φωνή. «Αιμιλία τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που ρωτάς; Η Ελίζα Δημοκράτους υποστήριξε εν ψυχρώ τις μεταλλάξεις!»
   «Δεν έκανε κάτι τέτοιο» είπε συγκρατημένα η Αιμιλία. Κοιτούσε με προσήλωση τη κούπα μπροστά της αποφεύγοντας τα βλέμματα των δύο κοριτσιών, όχι επειδή φοβόταν τι θα δει στο πρόσωπό τους, άλλα γιατί δεν ήθελε να ερμηνεύσουν το δικό της. «Το μόνο που είπε είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για τις μεταλλάξεις, και πως κανένας δεν ξέρει τι είναι στη πραγματικότητα μία μετάλλαξη»
   «Αυτό είναι ψέμα!» αναφώνησε η Σοφία ταραγμένη. «Όλοι ξέρουμε τι είναι οι μεταλλάξεις! Και ο λόγος που δεν έχουν ανανεωθεί οι έρευνες είναι γιατί δε χρειάζονται άλλα στοιχεία!»
   Έκανε κόπο να μην κοιτάξει προς το μέρος τους. Φανταζόταν την έκφραση τους, ήταν ολοζώντανη στο μυαλό της, και ήταν απολύτως σίγουρη πως αυτό που φανταζόταν συνέβαινε και στην  πραγματικότητα. Εκείνη μέσα στο μυαλό της τις «κοιτούσε», αλλά δεν ίσχυε το ίδιο για εκείνες που δεν έβλεπαν ποτέ το πραγματικό της πρόσωπο.
   «Τότε τι είναι οι μεταλλάξεις;» ρώτησε με ένταση αυτή τη φορά. Μία ένταση που ούτε στις κοπέλες είχε ξαναδείξει αλλά ήταν πρωτόγνωρη  και για την ίδια. Εκείνη τη στιγμή εξωτερίκευσε μια πτυχή του χαρακτήρα της που ήταν κρυμμένη όλον αυτόν τον καιρό πίσω από τον φόβο.
   Η Σοφία έσπευσε να τεκμηριώσει την άποψή της με τα λανθασμένα στοιχεία που γνώριζε, αλλά δεν πρόλαβε.
   Η Αρετή, η οποία είχε ενοχληθεί, σχεδόν εξοργιστεί με την αντίδραση της Αιμιλίας,  της έδωσε την απάντηση που επιθυμούσε, πριν προλάβει η φίλη της να πει λέξη.
   «Γενετικά τέρατα»
   Η Αιμιλία ήταν εκείνη αυτή τη φορά που κοίταξε με έκπληξη την Αρετή. Η απλή και σκληρή απάντηση της την έκανε να ανατριχιάσει.
   Το ήξερε, δεν ήταν κανένα μυστικό. Για την Σοφία και την Αρετή ήταν απλά τα πράγματα. Οι μεταλλάξεις ήταν οι κακοί και οι άνθρωποι ήταν οι καλοί. Δεν περίμενε ποτέ να ακούσει κάτι διαφορετικό από το ότι θεωρούσαν τις μεταλλάξεις σαν τα τέρατα που έχουν ως σκοπό να διαλύσουν την Ενότητα Ειρήνης.
   Όπως και  η ίδια όταν είχε πρωτακούσει πως θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο, μπορεί να μην πείστηκε εξ’ αρχής, αλλά στην πορεία συνειδητοποίησε πως ήξερε ελάχιστα πράματα για αυτό που ονομαζόταν μετάλλαξη. Δεν ήξερε για επόμενο στάδιο της εξέλιξης, δεν είχε ιδέα κατά πόσο αυτό που ονομαζόταν μετάλλαξη και αυτό το γονίδιο που η Ενότητα αποκαλούσε Ρ5 ήταν όντως τόσο επικίνδυνα.
   Αλλά αναγνώριζε πως θα μπορούσαν να ήταν και έτσι οι εξηγήσεις που της είχαν δοθεί ήταν αποδεκτές. Διότι απλούστατα δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις.
   Τις γνώσεις που  δε στερούταν μόνο εκείνη, αλλά είχαν αποκλειστεί  απ’ όλη την Ενότητα Ειρήνης.
   Για αυτόν ακριβώς το λόγο η Αιμιλία ξαφνιάστηκε τόσο όταν άκουσε  την απάντηση της Αρετής, που δε δίστασε ούτε δευτερόλεπτο να χαρακτηρίσει τις μεταλλάξεις, δίχως να έχει οποιοδήποτε ουσιαστικό στοιχείο, σαν γενετικά τέρατα.
   Όμως σ΄ αυτά τα «γενετικά τέρατα» άνηκε και η ίδια, η φίλη της που γνώριζε τόσα χρόνια και είχε περάσει τόσες πολλές στιγμές μαζί της από παιδιά. Και μπορεί λίγους μήνες πριν και η ίδια η Αιμιλία  να πίστευε πως ήταν τέρας, αλλά αυτό δεν ίσχυε πια. Ούτε η ίδια, ούτε ο Ορφέας, ούτε ο Δάκης, ούτε η Ρωξάνη Πετρή αλλά ούτε και ο Μιχάλης Θεοδοσίου ήταν τέρατα. Ήταν μεταλλάξεις που κάθε μέρα πάσχιζαν να επιβιώσουν σε μία κοινωνία που η ίδια τους η ύπαρξη θεωρούνταν λάθος.
   Ήταν το λιγότερο απαράδεκτο να ακούει κάτι τέτοιο για τις μεταλλάξεις από μία κοπέλα που θεωρούσε μία από τις πιο καλές τις φίλες χωρίς να έχει κάνει τον παραμικρό  κόπο να αναλογιστεί τι γνωρίζει για αυτές.
   Εκείνη τη στιγμή είχε μπροστά της μία μετάλλαξη που είχε πάψει να αποδέχεται τον τίτλο τέρας. Δεν είχε κανένας άνθρωπος το δικαίωμα να τη χαρακτηρίσει με αυτόν τον τρόπο. Πόσο μάλλον ένας άνθρωπος που δεν μπορούσε καν να χρησιμοποιήσει την κριτική του σκέψη και να αναρωτηθεί για  τις ίδιες του τις γνώσεις.
   Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τις φωτογραφίες πίσω της. Όλα εκείνα τα μηχανικά χαμόγελα. Όλες εκείνες τις στιγμές που έπρεπε να προσποιηθεί πως είναι ένας χαρούμενος άνθρωπος, και όχι μία μετάλλαξη που φοβόταν και την ίδια της τη σκιά. Και όλα εκείνα τα ψέματα που δεν είχε πει μόνο σε εκείνες, αλλά και στο εαυτό της για να κρατήσει την ψευδαίσθηση ζωντανή.
Είναι ψέμα. Αυτή ήταν η μοναδική της σκέψη κοιτώντας τις φωτογραφίες. Τίποτε άλλο δεν μπορούσε να δει μέσα σε αυτές τις εικόνες.
   «Νομίζω πως πρέπει να φύγω» είπε σιγανά αλλά με σταθερή φωνή.
   Σηκώθηκε όρθια και έκανε μία κίνηση να πάρει τον αθλητικό σάκο που είχε αφήσει δίπλα της όταν είχε μπει στη κρεβατοκάμαρα της Σοφίας.
   «Τι νομίζεις ότι κάνεις;» ακούστηκε η εξοργισμένη φωνή της Αρετής. «Εδώ και δύο μήνες είσαι εξαφανισμένη και δεν δίνεις ίχνος ζωής αν δε σε προσεγγίσει μία από εμάς τις δύο! Δείχνεις πλήρη αδιαφορία για τα πάντα! Σε βρίσκω να μιλάτε  με το Δάκη Αλεξίου σαν καλοί φίλοι, υποστηρίζεις τις απόψεις της Ελίζας Δημοκράτους και τώρα σηκώνεσαι να φύγεις μετά από τη γελοία σου ερώτηση για τις μεταλλάξεις!»
   Καθώς έβλεπε το εξοργισμένο πρόσωπο της Αρετής η δικιά της οργή όλο και φούντωνε. Ένιωθε το αίμα της να χτυπά το κρανίο της και προσπαθούσε με κόπο να συγκρατήσει την ψυχραιμία της. Όσο ψύχραιμη και να ήταν, πάντα υπήρχε ένα όριο που δεν έπρεπε να ξεπεραστεί ποτέ.
   Η Αρετή είχε ποδοπατήσει το δικό της.
   Κοίταξε τη Σοφία. Δεν έδειχνε να έχει διαφορετικά συναισθήματα, ακόμα και αν δεν έκανε τον κόπο να τα μεταδώσει με τον φορτισμένο τρόπο της Αρετής. Αυτή η σχέση που είχαν μεταξύ τους έμοιαζε να σαπίζει μέρα με την μέρα. Μάλλον οι σάπιες βάσεις ήταν πάντα εκεί και τώρα ήταν η πρώτη φορά που η μυρωδιά τους έφτανε στη μύτη της.
   «Έχεις αλλάξει» είπε πιο ήρεμα η Σοφία. Αλλά η απογοήτευση της ήταν ολοφάνερη. Η φίλη της έμοιαζε πιο διαφορετική από ποτέ.
   Αλλαγή. Ήταν μία όμορφη δικαιολογία για ό,τι της συνέβαινε, Στα μάτια τους ήταν η μοναδική λογική αιτία για την συμπεριφορά της. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα πέρα από αυτά που είχαν συνηθίσει και γνώριζαν για την ίδια.
  Αλήθεια, η «αλλαγή» μπορούσε να είναι η μόνη εξήγηση για την συμπεριφορά της; Η μήπως κάτι άλλο συνέβαινε;
   Η ίδια δεν ένιωθε αλλαγμένη. Αντιθέτως ένιωθε πως ήταν ακριβώς η ίδια με μόνη διαφορά πως ένιωθε απελευθερωμένη από το φόβο που κάποτε ήταν το μοναδικό συναίσθημα που εξουσίαζε τη ζωή της.
   Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε πως ήταν ο εαυτός της.
   Η Αιμιλία έκανε ένα αρνητικό νεύμα. «Όχι, δεν έχω αλλάξει»
   Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που είπε πριν αποχωρήσει από το δωμάτιο.

*  *  *

   Μία δυναμική μελωδία άγγιξε το τύμπανο της Αιμιλίας καθώς βρισκόταν έξω από το σπίτι της. Ίσα που είχε ανέβει στο δωμάτιο της και είχε αφήσει το σάκο με τα αθλητικά της ρούχα στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας της πριν κατέβει για να αντικρίσει ακόμη μία φορά τους ήσυχους βραδινούς δρόμους.
   Ήλπιζε πως θα ήταν τυχερή.
   Ο Δάκης είχε μία συνήθεια που είχε αρχίσει να μοιράζεται μαζί του η Αιμιλία. Για να πάρει καθαρό αέρα και να καθαρίσει το μυαλό του  συχνά έβγαινε από το υπόγειο της γειτονιάς των φαντασμάτων και ανέβαινε μέχρι τον άδειο και ξερό κήπο έξω από αυτό.
   Έτσι απολάμβανε λίγη ησυχία. Και για να μπορεί να ρίξει μια ματιά στα τελευταία νέα στο διαδίκτυο έπαιρνε πάντα μαζί του το ακουστικό. Είχε όλο το χρόνο που χρειαζόταν, στην απόλυτη ησυχία της γειτονιάς των φαντασμάτων και επίσης μπορούσε να ενημερώσει την ομάδα για κάποια καινούρια σημαντική είδηση, καθώς κανένας δεν παρακολουθούσε το ίντερνετ όσο ήταν κλεισμένοι στο υπόγειο.
   Παρακαλούσε να ήταν μία από εκείνες τις στιγμές.
   Η τύχη ήταν με το μέρος της. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η δυναμική μελωδία σταμάτησε και έδωσε τη θέση της στην ήρεμη φωνή του Δάκη.
   «Αιμιλία;» ρώτησε  το αγόρι από την άλλη άκρη της γραμμής.
   «Φάνηκα τυχερή...» ψιθύρισε η Αιμιλία σιγανά. Ένιωσε απευθείας μία αγαλλίαση ακούγοντας τη φωνή του. Μία αγαλλίαση που μόνο ο Δάκης μπορούσε να της προσφέρει και κανένας άλλος.
   Άραγε ποια ήταν η στιγμή που είχε ξεκινήσει να τον βλέπει έτσι;
   «Δεν είσαι με την Αρετή και τη Σοφία; Πως και...»
   «Έφυγα» τον διέκοψε.
   Για λίγα δευτερόλεπτα δεν είπε τίποτα. Έκανε μία παύση, ενώ ο Δάκης από την άλλη άκρη της γραμμής περίμενε να ακούσει τη συνέχεια.
   Η οποία δεν άργησε.
   Πήρε μία  βαθιά ανάσα και συνέχισε με τον ίδιο ήρεμο τόνο. «Είχες δίκιο. Ήταν ψευδαίσθηση. Και πρέπει να πάψω να ζω σε ψευδαισθήσεις»
   Αυτή τη φορά το κενό το έκανε ο Δάκης. Κοιτούσε τον ξάστερο ουρανό απορροφημένος. Δεν ένιωσε καμία  έκπληξη με τα λόγια της Αιμιλίας καθώς περίμενε πως αργά η γρήγορα θα έβλεπε και εκείνη την πραγματικότητα. Αλλά αυτό δε σήμαινε πως δεν τον έθλιβε που ήταν αναγκασμένη να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση για πρώτη φορά.
   «Στεναχωρήθηκες;» ρώτησε τελικά.
   Δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει εκείνη τη στιγμή τα συναισθήματα της με αυτόν το τρόπο. Ένιωθε πικρία με όλα όσα είχε ακούσει αλλά δεν είχε στεναχωρηθεί. Ήταν ένα άλλου είδους συναίσθημα αρκετά δυσάρεστο αλλά όχι τόσο έντονο.
   Η Αιμιλία έκανε ένα αρνητικό νεύμα. Ήταν αυθόρμητο αν και γνώριζε πως δεν μπορούσε να το δει ο Δάκης. «Πιο πολύ απογοητεύτηκα»
   Μια απογοήτευση που είχε πηγή τις καινούριες εμπειρίες και επιθυμίες της και που απείχαν πολύ απ  ό,τι πίστευαν οι φίλες της αλλά και αυτή παλαιότερα.
   Αναρωτιόταν αν υπήρχε ποτέ περίπτωση οι άνθρωποι και οι μεταλλάξεις να έβρισκαν κοινά πατήματα. Εκείνη τη στιγμή στο μυαλό της έμοιαζε σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Το χάσμα για ακόμη μία φορά έμοιαζε αγεφύρωτο, αλλά κάπου μέσα της ήλπιζε για το αντίθετο.
  Ήλπιζε πως κάποτε θα μπορούσε να αντικρίσει τη μητέρα της χωρίς να κρύβεται και να σταθεί μπροστά της περήφανη για αυτό που είναι.
   «Λυπάμαι...» ακούστηκε η φωνή του Δάκη.
   «Μη λυπάσαι, δεν υπάρχει λόγος. Θα τα αλλάξουμε όλα, έτσι δεν είναι;» είπε με αισιοδοξία. Ήθελε πραγματικά να τα αλλάξει όλα και να χτίσει τις ζωές όλων των μεταλλάξεων από την αρχή.
   «Ναι» είπε σκεπτικά ο Δάκης.
   Στα επόμενα λόγια της το ύφος της άλλαξε. Έγινε κάπως εύθυμο.

   «Ωραία. Έρχομαι από εκεί» Χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει τα πόδια της είχαν αρχίσει να κινούνται από μόνα τους. Κατευθυνόταν ήδη προς τη γειτονιά των Φαντασμάτων για να συναντήσει εκείνα τα «φαντάσματα» που πλέον είχαν γίνει οι πραγματικοί της φίλοι. Ανάμεσα σε αυτά τα «φαντάσματα» ένιωθε άνετα. «Πες στον Ορφέα και την Εύη είμαι έτοιμη για την εκπαίδευση μου. Θα κάνω ό,τι μου πουν».



Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου