Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

8 Ιουν 2016

0 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 3)

Το επόμενο πρωί ξυπνώντας η Αγάπη, συνειδητοποίησε ότι ήταν μόνη στο σπίτι. Ένα σημείωμα την περίμενε στο τραπεζάκι της κουζίνας από την Μίνα. «Έπρεπε να πεταχτώ μέχρι τη σχολή. Δεν θα αργήσω πολύ. Θα περάσω να σε πάρω γύρω στη μία. Να είσαι έτοιμη!». Κοίταξε το ρολόι που έλεγε ήδη έντεκα. «Παρακοιμήθηκα» μονολόγησε. Έφτιαξε έναν καφέ και κάθισε στον καναπέ, ακριβώς δίπλα στην μπαλκονόπορτα.
Από την τραβηγμένη κουρτίνα έψαχνε μήπως έβλεπε εκείνη την γυναίκα από την Αφρική που της είχε κάνει τόση εντύπωση χθες. Το μπατζούρι στο μπαλκόνι που την είχε δει ήταν κλειστό. Κοίταξε δεξιότερα. Από εκεί που καθόταν μπορούσε να δει μέχρι την Πατησίων. Αυτοκίνητα να κινούνται γρήγορα και προς τις δύο κατευθύνσεις, άνθρωποι κάθε εθνικότητας να περπατούν, άλλοι να τρέχουν πιθανώς για να προλάβουν ένα λεωφορείο ή τρόλεϊ. Όλοι με πρόσωπα σχεδόν αγριεμένα. Οι εκφράσεις τους και οι κινήσεις τους δήλωναν έντονα τον εκνευρισμό και το άγχος τους. Η Αγάπη τους παρακολουθούσε γεμάτη απορία. Ποτέ στο παρελθόν, ούτε στα Χανιά ούτε στη Χαλκίδα που ζούσαν πριν πάνε στην Κρήτη, δεν είχε δει ανθρώπους τόσο τρελαμένους, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κάποιοι μιλούσαν στο τηλέφωνο, κάποιοι ίσως απλά έκαναν τη βόλτα τους, οι περισσότεροι όμως έτρεχαν σαν μανιακοί. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να λυπηθεί με την κατάσταση αυτών των ανθρώπων. Το μόνο σίγουρο ήταν πως, όλη αυτή η βιασύνη και η παράνοια, της φαινόταν εντελώς ξένη.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου την έβγαλε από την γωνιά της παρατήρησης. Ήταν το σταθερό της Μίνας. Να το σήκωνε; Αμφιταλλαντευόταν ανάμεσα στο αν θα έπρεπε ή όχι να το σηκώσει. Άπλωσε το χέρι τελικά κι έφερε το ακουστικό στο αυτί της.
–Εμπρός;
–Εμ.... Αγάπη εσύ είσαι; Η Μίνα;
–Γιώργο;
–Ναι εγώ είμαι. Συγνώμη, σε ξύπνησα;
–Όχι έχω ξυπνήσει εδώ και ώρα. Απλά δεν ήμουν σίγουρη αν έπρεπε να το σηκώσω. Η Μίνα λείπει. Έχει πεταχτεί στη σχολή.
–Α, ωραία! Κι εγώ γι’αυτό την πήρα. Και για να κανονίσουμε τι θα κάνουμε αργότερα. Σου έχει πει τι έχει το πρόγραμμα για σήμερα;
–Δεν έχω ιδέα! Κοιμόμουν όταν έφυγε. Μου άφησε απλά ένα σημείωμα, να είμαι έτοιμη στη μία. Από εκεί κι έπειτα, ότι ξέρεις ξέρω!!!
–Καλά δεν πειράζει. Θα την πάρω στο κινητό και θα μάθω! Τα λέμε αργότερα!
–Ναι! Τα λέμε!

Κατέβασε το ακουστικό κι έμεινε να σκέφτεται το Γιώργο. Δεν ήταν τόσο κλειστός όσο της τον είχε περιγράψει η Μίνα. Θα τον χαρακτήριζε σαν ένα μάλλον ανοιχτό και οικείο άτομο. Είχε ωραία κορμοστασιά, γλυκό πρόσωπο κι ένα βλέμμα βαθύ και διαπεραστικό. Διέφερε από όλα τα αγόρια που είχε γνωρίσει μέχρι τώρα η Αγάπη. Ήταν μάλλον ώριμος, αρκετά σοβαρός, με λεπτό χιούμορ. Καμία σχέση με τα υπόλοιπα αγόρια της ηλικίας τους. Απέπνεε σιγουριά, πειθαρχία, αυτοπεποίθηση. Ακόμα κι αν, στην αρχή της γνωριμίας του με τη Μίνα, ήταν τόσο ντροπαλός κι εσωστρεφής όσο έλεγε η Μίνα, τώρα σίγουρα παρουσίαζε μιαν άλλη εικόνα. Της θύμιζε τους φαντάρους του πατέρα της.
Τι να έκανε άραγε ο πατέρας της; Είχαν περάσει ήδη πάνω από τριάντα έξι ώρες που έλλειπε από το σπίτι. Του έλλειπε καθόλου; Την σκεφτόταν; Ανησυχούσε ίσως για εκείνη; Γιατί δεν την είχε πάρει ακόμα ούτε ένα τηλέφωνο; Κουδούνισμα τηλεφώνου την έβγαλε ξανά από τις σκέψεις της. Χτυπούσε το κινητό της. Λες να ήταν εκείνος; Το σήκωσε χωρίς να δει το όνομα στην οθόνη.
–Ναι;
–Ελπίζω να είσαι έτοιμη! ακούστηκε η Μίνα στην άλλη άκρη της γραμμής. Τώρα φεύγω από τη σχολή. Σε δεκαπέντε λεπτά θα είμαι εκεί!!!
–Έτοιμη είμαι! Σε περιμένω! είπε η Αγάπη κι είχε ήδη ανοίξει την ντουλάπα.
Έπρεπε να βιαστεί. Δεν ήθελε να έρθει η Μίνα και να μην είναι έτοιμη. Όχι ότι θα της έλεγε τίποτα. Αλλά πάντα εκείνη ήταν που γκρίνιαζε στη Μίνα να είναι στην ώρα της κι η Μίνα αργούσε συστηματικά, λες και το έκανε επίτηδες. Δεν ήθελε τώρα να αντιστραφούν οι όροι και να της δώσει πάτημα να την πειράζει.
            Ο καιρός έξω φαινόταν υπέροχος. Μπορεί να ήταν ήδη μέσα Σεπτέμβρη, αλλά οι θερμοκρασίες παρέμεναν σε καλοκαιρινά επίπεδα. Φόρεσε ένα κόκκινο φόρεμα μέχρι το γόνατο, με ελαφρύ χαμόγελο στο ντεκολτέ και ζωνάκι στη μέση, που άνοιγε σε γραμμή “A”. Ένα ζευγάρι μπεζ πλατφόρμες κι ένα δερμάτινο σακίδιο πλάτης ολοκλήρωναν την εμφάνιση της. Τα μαλλιά της τα άφησε κάτω. Είχαν αποκτήσει ένα ωραίο σπάσιμο από το λαστιχάκι. Την ώρα που βαφόταν άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η Μίνα.
            –  Σε τσάκωσα! Δεν είσαι έτοιμη!
            – Κοίτα το ρολόι. Λέει παρά δέκα. Στη μία θα είμαι έτοιμη! Όπως ακριβώς μου έγραψες στο σημείωμα!
Η Μίνα δεν απάντησε. Αρκέστηκε να χαμογελάσει! Δύσκολα θα τα έβγαζε πέρα αν εμπλεκόταν σε μία λογομαχία με την Αγάπη, έστω και για πλάκα. Ήταν σωστή δικηγόρος σε αγόρευση όταν υπερασπιζόταν τη θέση της. Άσε που θα θυμώταν όλες εκείνες τις φορές που την είχε κάνει εκείνη να περιμένει, και με τι επιχείρημα να την αντικρούσει τότε!
            Στη μία ακριβώς έκλειναν την πόρτα πίσω τους. Μπαίνοντας στο ασανσέρ συνάντησαν ένα ψηλό ξανθό παλικάρι. Η Μίνα τον καλημέρησε με ένα χαμόγελο κι εκείνος ανταπέδωσε ευγενικά. Βγαίνοντας από την πολυκατοικία περπάτησαν ως την Πατησίων και πήραν το τρόλεϊ με κατεύθυνση προς Ομόνοια.
–Λοιπόν; Πού πάμε; ρώτησε η Αγάπη που την ¨έτρωγε¨ η περιέργεια για το τι είχε ετοιμάσει η Μίνα.
–Πάμε σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο που έχει τα πάντα. Μαγαζιά, σινεμά, καφετέριες, φαγάδικα... Θα συναντηθούμε με τα παιδιά στη Βικτώρια και θα πάρουμε τον ηλεκτρικό μέχρι τη Νερατζιώτισσα που βρίσκεται το εμπορικό. –Μπορούμε να χαζέψουμε βιτρίνες, να ψωνίσουμε, να πιούμε τον καφέ μας, να φάμε, να κάνουμε ότι μας αρέσει εν ολίγοις.
–Εκείνος που χαιρέτισες στο ασανσέρ.... Ποιος ήταν;
–Σου άρεσε; ρώτησε η Μίνα και κάρφωσε το διαπεραστικό και άκρως περιπαικτικό της βλέμμα στο πρόσωπο της Αγάπης.
–Δεν λέω... Ήταν ωραίο παιδί... Απλά δεν είχες την ευγένεια να μας συστήσεις, γι’αυτό ρωτάω. απάντησε η Αγάπη στρέφοντας το βλέμμα της έξω από το παράθυρο του τρόλεϊ. Ήταν φανερό ότι της είχε τραβήξει το ενδιαφέρον.
–Είναι ο γιος του διαχειριστή της πολυκατοικίας. Μένουν στον πέμπτο. Ηλία τον λένε και, αν δεν κάνω λάθος, είναι φοιτητής στηι ίδια σχολή με εσένα.
Σε αυτή τη διαπίστωση το βλέμμα της Αγάπης άστραψε. Αν όντως ήταν κι εκείνος φοιτητής στα ΤΕΦΑΑ είχε ένα πολύ καλό άλοθι να τον γνωρίσει! Όσο κι αν προσπαθούσε να κρυφτεί από τη Μίνα, εκείνα τα πράσινα μάτια την είχαν μαγέψει.
            Φτάνοντας στο ύψος του οικονομικού πανεπιστημίου κατέβηκαν από το τρόλεϊ. Περπάτησαν την Πατησίων κι έστριψαν στην οδό Χέϋδεν. Εκεί, έξω από την είσοδο του ηλεκτρικού με κατεύθυνση προς Κηφισιά, βρήκαν το Γιώργο και την Άννα να τις περιμένουν. Κατέβηκαν στην αποβάθρα και μπήκαν στον συρμό που είχε μόλις φτάσει. Ο συρμός ήταν σχεδόν γεμάτος από ανθρώπους κάθε ηλικίας κι εθνικότητας. Κάθε τόσο έμπαινε στο συρμό και κάποιος επαίτης που παρακαλούσε για την ελάχιστη βοήθεια. Οι περισσότεροι όμως δεν γυρνούσαν καν να κοιτάξουν. Λες και δεν άκουγαν τα παρακάλια, τις εκκλήσεις για βοήθεια. Περισσότερο της έκανε εντύπωση ένας νεαρός άνδρας, φανερά λερωμένος, που με το ζόρι μπορούσε να σταθεί και να περπατήσει. Στη θέα αυτού του ανθρώπου, η Αγάπη ένιωσε την καρδιά της να σφίγγετε. Είχε ακούσει για την κατάντια που σε οδηγεί η χρήση ουσιών, δεν είχε όμως ποτέ πριν αντικρύσσει αυτήν την κατάντια.
–Είσαι καλά; Η φωνή του Γιώργου την επανέφερε στην παρέα.
–Ναι... Έτσι νομίζω.
–Έχουν να δουν πολλά ακόμα τα μάτια σου σ’αυτήν την μεγαλούπολη.
–Σε δύο στάσεις φτάνουμε! Να δεις που οι βιτρίνες θα σου φτιάξουν το κέφι! της είπε η Μίνα που είχε αφαιρεθεί από τη συζήτηση της με την Άννα και δεν είχε προσέξει πόσο είχε επηρεαστεί η Αγάπη πιο πριν.
–Μίνα, δεν νομίζω ότι έχω όρεξη να χαζέψω βιτρίνες.
–Τι πάει να πει δεν έχεις όρεξη;!;!;! Οι γυναίκες πάντα έχουν όρεξη για βιτρίνες! απάντησε έκπληκτη η Άννα.
–Ούτε εγώ έχω όρεξη να με σέρνετε από μαγαζί σε μαγαζί. Πήγαινε εσύ με τη Μίνα για βιτρίνες κι εγώ με την Αγάπη θα πάμε να πιούμε έναν καφέ. Μόλις τελειώσετε από τα ψώνια έρχεστε να μας βρείτε.

Η παρέμβαση του Γιώργου την είχε σώσει. Εκείνη την στιγμή δεν ένιωθε να έχει το σθένος να αντισταθεί στην αυθόρμητη πίεση της Άννας. Απ’την άλλη δεν είχε όρεξη να τριγυρίζει χαζεύοντας βιτρίνες αφού δεν είχε σκοπό να αγοράσει κάτι. Αυτό το γυναικείο ¨σπορ¨ δεν ανήκε στις συνήθειες της ποτέ ως τώρα. Ο πατέρας της ήταν της λογικής «παν μέτρον άριστον», οπότε είχε μάθει να ψωνίζει μόνο όταν χρειαζόταν κάτι κι αυτό χωρίς υπερβολές. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί τα ψώνια ως βόλτα ή ως διαδικασία τέρψης, όχι από τη μία στιγμή στην άλλη τουλάχιστον.
Μπαίνοντας στο εμπορικό, η Μίνα με την Άννα σχεδόν αυτοστιγμής εξαφανίστηκαν. Η Αγάπη έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένη. Τα μαγαζιά, τον κόσμο, τις κυλιόμενες σκάλες. Πρώτη φορά στη μέχρι τώρα ζωή της έβλεπε κι επισκεπτόταν εμπορικό κέντρο. Μόνο στις αμερικάνικες ταινίες είχε δει παρόμοια συγκροτήματα. Περπάτησαν με το Γιώργο μέχρι τις πρώτες κυλιόμενες σκάλες. Ανέβηκαν στο ψηλότερο επίπεδο του εμπορικού, που ήταν γεμάτο καφετέριες και ταχυφαγεία. Την ξενάγησε δείχνοντας της τις επιλογές που είχαν αφήνοντας την να διαλέξει εκείνη που ήθελε να καθίσουν για καφέ. Αφού διάλεξε έναν καναπέ κοντά στη τζαμαρία, που της επέτρεπε να έχει μεγάλη θέα προς τη πλευρά του Αμαρουσίου, και παρήγγειλαν, η Αγάπη σκέφτηκε ότι έπρεπε να ξεκινήσει μία συζήτηση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Γιώργος δεν της μιλούσε ιδιαίτερα. Λες και την άφηνε να λάβει και να επεξεργαστεί όλα εκείνα τα καινούρια ερεθίσματα που κατέκλυζαν τους νευρώνες της κι έφταναν μέχρι τον εγκέφαλο. Έπρεπε τώρα να επιβραβεύσει την διακριτικότητα του προσφέροντας του την παρέα της απλόχερα.
–Αν θυμάμαι καλά, η Μίνα είπε ότι είσαι από εδώ, απ’την Αθήνα.
–Έχω μεγαλώσει στην Αθήνα, για να είμαι ακριβής. Ο πατέρας μου είναι από την Θεσσαλονίκη κι η μητέρα μου είναι από την Αθήνα. Γνωρίστηκαν όταν ο πατέρας μου ήταν φοιτητής εδώ. Παντρεύτηκαν κι εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλονίκη. Όταν ήμουν περίπου δύο χρονών ήρθαμε μόνιμα στην Αθήνα. Οπότε πρακτικά θα μπορούσα να πω ότι ,ναι, είμαι από την Αθήνα. Δεν έχω μνήμες από την εποχή που έζησα στη Θεσσαλονίκη. Εσύ; Είσαι από την Κρήτη όπως η Μίνα;
–Α, δεν σας έχει πει; Όχι. Στην Κρήτη έχω ζήσει μόνο τρία χρόνια. Ο πατέρας μου είναι στρατιωτικός. Πάντα του άρεσε η Κρήτη. Είχε υπηρετήσει εκεί τα πρώτα χρόνια του στο σώμα και νοσταλγούσε να επιστρέψει. Έτσι ζήτησε η τελευταία του, ουσιαστικά, μετάθεση πριν αποστρατευθεί να είναι εκεί από όπου ξεκίνησε. Οπότε είχαμε κι εμείς την χαρά να μας ξεριζώσει από τον τόπο που μεγαλώσαμε και να μετοικίσουμε οικογενειακώς στην Κρήτη.
–Από ότι καταλαβαίνω, δεν ήσουν και πολύ σύμφωνη με αυτήν την επιλογή του.
–Το αντίθετο. Ποτέ δεν του το συγχώρησα. Μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια ζούσα στο ίδιο μέρος, είχα τους ίδιους συμμαθητές και φίλους, την ζωή μου ολόκληρη. Ξαφνικά χρειάστηκε να τα αφήσω όλα και να βρεθώ σε έναν άγνωστο τόπο, ξένη μεταξύ ξένων. Ούτε τη γλώσσα τους δεν καταλάβαινα καλά καλά. Ήμουν για καιρό ο περίγελος των νέων μου συμμαθητών. Μόνο η Μίνα με αποδέχτηκε και με στήριξε τότε.
–Μα καλά, από ότι ξέρω οι στρατιωτικοί παίρνουν συχνά μεταθέσεις. Πώς εσείς ζούσατε στο ίδιο μέρος για δεκαπέντε χρόνια; Και, ποιο ήταν αυτό το μέρος;
–Στη Χαλκίδα μεγάλωσα. Ναι έχεις δίκιο για τους στρατιωτικούς. Όποτε ο μπαμπάς έπαιρνε μετάθεση για κάπου μακριά, τον ακολουθούσε μόνο η μαμά. Εμάς μας μεγάλωνε ουσιαστικά η γιαγιά μου. Αν και συχνά, οι μεταθέσεις του ήταν σε αποστάσεις τέτοιες που, ακόμα κι αν στην ουσία ήταν ταξίδι να πάει και να επιστρέψει, μπορούσε να μένει κανονικά στο σπίτι μας και να πηγαινοέρχεται σε καθημερινή βάση. Οι δικοί σου γιατί επέστρεψαν στην Αθήνα; Λόγω δουλειάς;
–Σίγουρα έπαιξε ρόλο η δουλειά, αλλά η μητέρα μου λέει ότι δεν ήταν αυτός ο πραγματικός λόγος που έφυγαν. Ο πατέρας μου δεν θα άφηνε ποτέ την πόλη του μόνο και μόνο επειδή του έγινε μια καλή πρόταση για δουλειά.
–Τότε γιατί; Αν δεν γίνομαι αδιάκριτη...
–Ο πατέρας μου είχε έναν αδερφό. Έναν μικρότερο αδερφό που υπέρ αγαπούσε. Οι παππούδες μου είχαν πεθάνει και ήταν οι δυο τους. Είχαν κι έναν θείο που ζούσαν μαζί του και τους παρείχε στέγη κι ένα πιάτο φαγητό ποτέ όμως δεν τον ένιωσαν οικογένεια, με την στενή έννοια του όρου. Για να μην στα πολυλογώ, ο θείος Νικήτας χάθηκε σε τροχαίο δυστύχημα έναν Δεκέμβριο λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Λίγους μήνες αργότερα, και χωρίς να έχει τίποτα πλέον να τον κρατάει στη Θεσσαλονίκη, ο πατέρας μου πήρε την μητέρα μου κι έμένα και ήρθαμε μόνιμα στην Αθήνα.
–Λυπάμαι.... Λυπάμαι πολύ.... ήταν τα μόνα λόγια που κατάφερε να ψελίσσει η Αγάπη μετά την εξιστόρηση του Γιώργου.
–Δεν υπάρχει λόγος! Όλα είναι μέσα στη ζωή, έτσι; Να! Καταφθάνει και η ένωση καταναλωτών! Φορτωμένες σακούλες έρχονται!

Η άφιξη της Μίνας και της Άννας συματοδότησε και την λήξη αυτού του τόσο ιδιαίτερου τετ–α–τετ. Είχαν έρθει άκρως ευχαριστημένες από τα ψώνια τους και με τρελή διάθεση για κους–κους. Η Μίνα άρχισε να τους εξιστορεί τα νέα της σχολής, που ενδιέφεραν και τον Γιώργο και την Άννα. Τα αποτελέσματα της πρόσφατης εξεταστικής τους, το πρόγραμμα του νέου εξαμήνου καθώς και ορισμένα κουτσομπολιά για κοινούς γνωστούς και συσπουδαστών τους μονοπώλησαν για λίγη ώρα την συζήτηση της παρέας. Συζήτηση στην οποία, αν και δεν μπορύσε να συμμετάσχει η Αγάπη, δεν την ενδιαέφερε ιδιαίτερα. Με την φαντασία της ταξίδευε σ’εκείνον τον μακρινό Δεκέμβριο, πίσω στο παρελθόν, που στάθηκε ορόσημο για τη ζωή μιας ολόκληρης οικογένειας. Ευτυχώς κατάφερε να επαναφέρει  τις σκέψεις της και τη διάθεση της στο παρόν αρκετά γρήγορα, πρωτού την αντιληφθεί η Μίνα και κινδυνεύσει να προδώσει την εμπιστοσύνη που της είχε μόλις δείξει ο Γιώργος. Η Αγάπη δεν γνώριζε αν οι άλλες δύο κοπέλες γνώριζαν την οικογενειακή ιστορία του Γιώργου και η ίδια δεν είχε καμία εξουσιοδότηση από τον ίδιο να τους την μεταφέρει ή να την σχολιάσει μπροστά τους. Ο ίδιος ο Γιώργος άλλωστε είχε δείξει να αλλάζει κουβέντα γρήγορα αντιλαμβανόμενος τα κορίτσια να πλησιάζουν. Ήταν λοιπόν μία ιστορία που όφειλε να διαφυλάξει.
            Το απόγευμα τους από εκείνη τη στιγμή και μετά κήλυσε μάλλον ξέγνοιαστα. Αφού τελείωσαν τον καφέ τους και πήραν ένα ελαφρύ γεύμα συμφώνησαν να πάνε στο σινεμά. Ήταν βέβαια αρκετά δύσκολο να καταλήξουν σε μία ταινία. Διάλεξαν μία που έμοιαζε μάλλον με περιπέτεια, αποδείχτηκε όμως κλασσική αμερικάνικη κωμωδία–παρωδία του συστήματος υπερ–ηρώων. Πέρασαν όμορφα κυρίως λόγω της παρέας τους και των σχολίων του Γιώργου κατά τη διάρκεια της ταινίας, κι όχι λόγω της ίδιας της ταινίας. Μετά το τέλος της ταινίας κατευθύνθηκαν προς τον ηλεκτρικό και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Κατεβαίνοντας στη Βικτώρια οι δρόμοι της παρέας χωρίστηκαν. Η Αγάπη με τη Μίνα πήραν λεωφορείο, ενώ η Άννα και ο Γιώργος συνέχισαν με τα πόδια.
–Αύριο είναι η μεγάλη μέρα! είπε η Μίνα στην Αγάπη αναγκάζοντας την να αφήσει τις σκέψεις της.
–Τι εννοείς; Έχω αρχίσει να σε φοβάμαι.... Τι σχεδιάζεις για αύριο;
–Τίποτα! Μην ανησυχείς! Απλά αύριο δεν έχω μάθημα και είναι η ιδανική μέρα να πάμε για την εγγραφή σου στη σχολή. Έχεις όλα τα χαρτιά που χρειάζεσαι, έτσι;
–Ναι, τα έχω όλα. Αύριο ξεκινούν οι εγγραφές. Είναι η πρώτη μέρα. Αν πάμε λίγο νωρίς πιστεύω ότι δεν θα καθυστερήσουμε.
–Αν πάμε λίγο νωρίς δεν πρόκειται να γνωρίσουμε κανέναν! Σημασία έχει να αρχίσεις να γνωρίζεις κόσμο. Δεν φτάνουν οι δικοί μου φίλοι. Για να μην θίξω το πόσο χρήσιμο θα σου φανεί να γνωρίζεις άτομα μεγαλύτερων ετών. Θα σε ενημερώνουν για τα μαθήματα, θα σου δίνουν σημειώσεις... Σχεδόν επιβάλλεται να κάνεις παρέα με άτομα από μεγαλύτερα έτη!
–Μάλιστα κυρία! είπε η Αγάπη με δήθεν ύφος μαθητριούλας. Δεν είχε κανέναν λόγο να χαλάσει το χατίρι στη Μίνα. Εκείνη σίγουρα ήξερε κάτι παραπάνω από αυτήν την “ψαρωμένη” πρωτοετή φοιτητριούλα.

Φτάνοντας στο σπίτι, οι δύο φίλες φόρεσαν τις πιτζάμες τους και κάθισαν στον καναπέ. Κάθισαν να χαλαρώσουν λίγο μετά από άλλη μια όμορφη, γεμάτη μέρα.Η Μίνα ήταν πολύ περήφανη για τη φίλη της. Είχε δείξει να προσαρμόζεται και να ενσωματώνεται πολύ γρήγορα στη νέα της ζωή και στις νέες παρέες. Καμία σχέση με το φοβικό, ανασφαλές πλάσμα που ήταν η Αγάπη μέχρι πρότεινος. Έδειχνε να εξελίσσεται πολύ γρήγορα, ξεχνώντας το παρελθόν που την κρατούσε πίσω. Κι η ίδια η Αγάπη ένιωθε πολύ όμορφα με τον εαυτό της. Για πρώτη φορά ίσως ένιωθε δυνατή, όμορφη, σίγουρη ότι μπορεί να πετύχει τα πάντα. Το μεταξένιο κουκούλι στο οποίο κλεινόταν μέχρι τώρα είχε ωριμάσει και άνοιγε τώρα αποκαλύπτοντας μια εντυπωσιακή νέα μορφή της, μια Αγάπη κυριολεκτικά μεταλαγμένη. Άνοιγε τα φτερά της και πετούσε ψηλά και ανάλαφρα σαν μια πολύχρωμη, εντυπωσιακή πεταλούδα!

Αλεξία Λαμπροπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου