Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Ιουν 2016

2 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 4)

Η επόμενη μέρα δεν ξεκίνησε όπως την σχεδίαζαν.  Χαράματα η Αγάπη είχε ανεβάσει υψηλό πυρετό. Αιτία η ευαισθησία στις αμυγδαλές που την ταλαιπωρούσε από μικρό παιδί. Βαθιά μέσα της το φοβόταν αυτό όταν έπαιρνε εκείνη τη γρανίτα το προηγούμενο απόγευμα. Ο γιατρός που ήρθε και την είδε της έδωσε φαρμακευτική αγωγή και συνέστησε αφεψήματα και ξεκούραση. Όχι ότι είχε κουράγια να πάει πουθενά στην κατάσταση που ήταν. Η μεγαλύτερη διαδρομή που επέτρεψε στον εαυτό της, ήταν από την κρεβατοκάμαρα μέχρι το σαλόνι. Να μπορεί τουλάχιστον να αγναντεύει από το παράθυρο, να δει λίγο τηλεόραση, να περάσει την ώρα της με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Τράβηξε την κουρτίνα ώστε να βλέπει έξω και κάθισε στον καναπέ γέρνοντας το κεφάλι πίσω και ακουμπώντας το στην πλάτη του καναπέ. Μια ηλιαχτίδα έμπαινε από το τζάμι και κατέληγε ακριβώς απέναντι της, δίνοντας μια μοναδική λάμψη στα λιγοστά μπιμπελό που έιχε στολισμένα η Μίνα και που ήταν τοποθετημένα μπροστά από τα βιβλία της.
Αφού η σημερινή μέρα, θέλοντας και μη, θα την κρατούσε κλεισμένη στο σπίτι, η Αγάπη πήρε το αγαπημένο της βιβλίο, ένα κλασσικό έργο ρομαντικής μυθιστοριογραφίας εποχής μιας Αγγλίδας συγγραφέως, κι ετοιμαζόταν να το διαβάσει για πολλωστή φορά. Ήταν ένα από τα πρώτα της εξωσχολικά βιβλία και το επέλλεγε αρκετές φορές κάθε έτος για να της κρατήσει συντροφιά. Δεν το βαριόταν ποτέ, κι ας ήξερε διαβάζοντας κάθε σελίδα, ακριβώς τι θα συμβεί στην επόμενη. Ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόταν να διαβάσει τις πρώτες λέξεις, ακούστηκαν τα κλειδιά να γυρνούν στην κλειδαριά κι η πόρτα άνοιξε. Ήταν η Μίνα, που είχε πεταχτεί να ψωνίσει τα απαραίτητα για να γιατροπορεύσει την φίλη της. Κοτόπουλο για σούπα, δυο-τρεις διαφορετικές γεύσεις τσάι καθώς και τα φάρμακα που είχε γράψει ο γιατρός.
–Δεν άργησα..... είπε μπαίνοντας η Μίνα, κρατώντας ακόμα τις τσάντες. Πώς νιώθεις; Συνήλθες καθόλου;
–Μπορώ να πω ότι είμαι ήδη καλύτερα... απάντησε η Αγάπη με φωνή που μετά βίας έβγαινε και κρατώντας τον λαιμό της από τον πόνο.
–Κατάλαβα!!! Χάλια είσαι!!! Τι την ήθελες κι εσύ τη γρανίτα στα «Αηδονάκια»; Δεν ήταν ικανοποιημένη η κρίση παλιπαιδισμού σου από τα παιχνίδια; Ήθελε και γρανίτα το μωρό;
–Δίκιο έχεις, αλλά πρώτη φορά είδα τόσες διαφορετικές γεύσεις γρανίτα μαζεμένες. Και να μπορείς να τις δοκιμάσεις όλες, σε τόσο καλή τιμή; Παρασύρθηκα....
–Και ιδού τα αποτελέσματα! Τώρα θα πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον Ηλία να μην μας περιμένει. Είχα συνεννοηθεί να βρισκόμασταν στη σχολή να μας βοηθήσει με την εγγραφή σου...
–Ποιον Ηλία; ρώτησε η Αγάπη με μάτια γουρλωμένα, αν και η ερώτηση ήταν μάλλον ρητορική.
–Το παιδί που συναντήσαμε χθες στο ασανσέρ... Εκείνον που σου άρεσε... Δεν σου είπα πως νόμίζω ότι κι εκείνος είναι φοιτητής στην ίδια σχολή που έχεις περάσει κι εσύ;
–Ναι. Και;
–Ε, τι και; Εχθές, όσο είμασταν στα μαγαζιά με την Άννα, του έστειλα μήνυμα και τον ρώτησα. Τάχα για να ζητήσω πληροφορίες πώς θα πάμε στη σχολή, που είναι η γραμματεία και τέτοια. Κι εκείνος είχε την ευγένεια να προσφέρει τη βοήθεια του. Θα τον είχαμε προσωπικό μας ξεναγό και θα σε βοηθούσε στα διαδικαστικά. Τώρα θα πρέπει να το ακυρώσω, αλλά θα φροντίσω να πάρω τη διαβεβαίωση ότι η προσφορά του θα ισχύσει όποτε αναρρώσεις με το καλό.....

Με αυτά τα λόγια η Μίνα άφησε την Αγάπη αποσβωλομένη να την κοιτάζει και πήγε στην κουζίνα να της ετοιμασει ένα τσάι. Ήξερε πολύ καλά ότι η Αγάπη δεν θα εκδήλωνε ακόμα το ενδιαφέρον της για τον Ηλία, εκείνη όμως ήταν σίγουρη ότι της αρέσει. Ανησυχούσε μόνο λίγο γιατί η Αγάπη σε αυτόν τον τομέα ήταν λιγάκι άπειρη. «Θα πρέπει να την προσέχω πολύ», σκέφτηκε η Μίνα. «Είναι κρίμα να παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό που σίγουρα θα νιώσει και να σέρνεται μετά στα πατώματα».
Στο μεταξύ στο σαλόνι, το μυαλό της Αγάπης ήδη έτρεχε μακριά. Με τη φαντασία της είχε ήδη ζήσει την επικείμενη συνάντηση και γνωριμία της με τον Ηλία. Έβλεπε τα αμφιθέατρα γεμάτα κόσμο, τα γήπεδα,το κολυμβητήριο, το στοίβο, φανταζόταν τον εαυτό της να συμμετέχει στα αθλήματα, και κάπου στο βάθος τον Ηλία να την βλέπει και να της χαμογελά, μ’ένα χαμόγελο γλυκό, γεμάτο υποσχέσεις.
Κάπου εκεί, ανάμεσα στη λάμψη από το χαμόγελο του Ηλία και την ηλιαχτίδα, κι ενώ τα αντιπυρετικά είχαν αρχίσει να κάνουν  τη δουλειά τους, ήρθε η εξάντληση που αφήνει πίσω του ο πυρετός κι ένας ύπνος βαθύς την τράβηξε στην αγκαλιά του. Στα όνειρα της δεν άργησαν να έρθουν μέρη κι άνθρωποι που είχε αγαπήσει. Τα γειτονάκια που έπαιζαν μαζί όταν ήταν μικρή, το πρώτο της αγόρι στον παιδικό σταθμό, η παραλία λίγο πιο κάτω από το σπίτι που πήγαιναν πρωί-απόγευμα για μπάνιο το καλοκαίρι, η αγαπημένη της σκυλίτσα, το καράβι που τους πήγε στην Κρήτη και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Το πρόσωπο ενός όμορφου νέου, μάλλον άγνωστου σε εκείνη, αλλά συνάμα τόσο γνώριμου. Ξαφνικά το σκοτάδι κι η αίσθηση ότι πέφτει. Ξύπνησε. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Πέφτωντας ο πυρετός είχε φέρει μαζί του αυτό το μείγμα σκόρπιων εικόνων που ανασύρθηκαν από το υποσυνείδητο της και τις είχε δέσει με έναν τρόπο παράξενο. Έναν τρόπο που μόνο τα όνειρα μπορούν να ενώσουν τα ασύνδετα και να τα εμπλουτίσουν με τα φανταστικά. Όπως η φωτογραφία αυτού του άνδρα. Δεν θυμόταν να την είχε δει ποτέ στη ζωή της αυτή τη φωτογραφία, κι όμως αυτός ο άνδρας, ο νέος κι όμορφος, της φαινόταν γνωστός.  
Με λίγη πίεση και αρκετές διαβεβαιώσεις ότι θα είναι εντάξει, κατάφερε να πείσει την Μίνα να μην περάσει όλη τη μέρα κλεισμένη μαζί της. Είχε κι εκείνη υποχρεώσεις με τη δική της σχολή, τις οποίες δεν χρειαζόταν να αναβάλλει για χάρη της. Λίγη ώρα αργότερα, κι αφού η Μίνα είχε δρομολογήσει το φαγητό για την άρρωστη, έφυγε για να συναντήσει τα παιδιά και να πάνε μαζί στη σχολή. Η αλήθεια είναι ότι η Αγάπη επιζητούσε να μείνει για λίγο μόνη της. Όχι μόνο επειδή δεν ήθελε να νιώθει ότι γίνεται βάρος στη Μίνα κι ότι την κρατάει πίσω, αλλά κυρίως επειδή ήθελε να κάνει ορισμένα τηλέφωνα στο σπίτι. Με τη μητέρα της μιλούσε κάθε πρωί, αν και σήμερα δεν είχαν μιλήσει ακόμα. Σίγουρα θα ανησυχούσε ακούγωντας την έτσι. Θα το έλεγε και στον πατέρα της σίγουρα. Ήθελε να δει αν και τώρα ακόμα, που θα μάθαινε ότι είναι αδιάθετη, θα συνέχιζε να κρατάει την σκληρή στάση του απέναντι της. Ήθελε και να ψαρέψει με κάποιον τρόπο τη μητέρα της, ει δυνατόν χωρίς να ρωτήσει ευθέως και τη φέρει σε δύσκολη θέση, αν ο πατέρας της ρωτούσε καθόλου για εκείνη. Ακόμα και ένα συγκαλυμμένο ενδιαφέρον για την ώρα θα ήταν αρκετό. Άφησε το βιβλίο δίπλα της στον καναπέ  και τεντώθηκε να πιάσει από το τραπεζάκι του σαλονιού το κινητό της τηλέφωνο. Θα έπαιρνε γι’αρχή τη μαμά της στο κινητό και , εάν της έλεγε ότι είναι σπίτι, τότε θα την έπαιρνε στο σταθερό από το σταθερό της Μίνας. Σχημάτισε το νούμερο της μητέρας της και πάτησε το κουμπί της κλήσης. Ένας, δύο, τρεις χτύποι και στη συνέχεια η τόσο γλυκιά φωνή της στην άλλη άκρη της γραμμής...
–Καλημέρα κοριτσάκι μου! Πώς είσαι;
–Σε γενικές γραμμές καλά μανούλα.
–Τι καλά; Έτσι είναι τα καλά; Εσένα μετά βίας βγαίνει η φωνή σου! Τι έγινε; Πώς κρύωσες;
–Σιγά, σιγά μαμά. Δεν είναι τίποτα. Απλά πήρα μια γρανίτα χθες και σήμερα με ενοχλεί λίγο ο λαιμός μου.
–Μέσα Σεπτέμβρη γρανίτα; Την άλλη φορά τέλος Ιουλίου ήπιες γρανίτα κι έπεσες στο κρεβάτι με πυρετό. Δεν θυμάσαι;
–Και σήμερα κάπως έτσι είμαι...
–Δηλαδή έχεις και πυρετό; Ένα ένα μου τα λες... Γιατί βρε κοριτσάκι μου; Αφού ξέρεις ότι σε πειράζει...
–Έλα μωρέ μαμά, μην μου γκρινιάζεις. Εγώ πήρα να σε ακούσω να μου περάσουν όλα...
–Καλά, δεν σου γκρινιάζω, αλλά θα μου υποσχεθείς ότι ήταν η τελευταία φορά που έκανες απερισκεψία. Ώρες είναι να πρέπει να ανησυχώ και για σένα τώρα...
–Τι εννοείς; Γιατί άλλο ανησυχείς δηλαδή;
–Ε...;;; Τίποτα μπέμπα μου. Τρόπος του λέγειν ήταν. Λοιπόν, πολλά ζεστά για να συνέλθει ο λαιμός σου, και θα πάρεις και αντιβίωση. Μόλις πάω σπίτι θα σε πάρω να σου πω ποια σου είχαν δώσει την περασμένη φορά που υπέφερες από τις αμυγδαλές σου.
–Με είδε γιατρός μαμά. Έχω ήδη ξεκινήσει την αγωγή που μου έγραψε. Πού γυρνάς εσύ τέτοια ώρα, για να ΄χουμε καλό ερώτημα;;; τώρα πια η Αγάπη είχε πάρει ύφος πειρακτικό.
–Που να γυρνάω; Στα Χανιά είμαι. Τακτοποίησα τις εξωτερικές δουλειές που είχα και τώρα κάνω μια βόλτα στην αγορά.
–Οι άντρες σου; Όλοι καλά; Μικροί και μεγάλοι;
–Καλά είναι όλοι. Ο Νικόλας στη δουλειά, ο Φίλιππος στο σχολείο κι ο πατέρας σου.... Μιλήσατε καθόλου; Σε πήρε;
–Ο μπαμπάς; Όχι δεν έχουμε μιλήσει. Να μου τους φιλήσεις. Σε κλείνω μανούλα γιατί δεν μπορώ να μιλάω άλλο. Θα σε πάρω ξανά μόλις νιώσω καλύτερα. Φιλιά!
Την έκλεισε άρων άρων. Μόλις που πρόλαβε να προφέρει τις τελευταίες συλλαβές πρωτού ξεσπάσει σε κλάματα. Δεν ήθελε να την ακουσεί η μητέρα της να κλαίει. Θα στεναχωριόταν πολύ, ίσως να πήγαινε να του ζητήσει και το λόγο που δεν της είχε τηλεφωνήσει ακόμα και να καυγάδιζαν. Δεν ήθελε να νιώθει για ακόμα μία φορά ότι εκείνη ήταν ο λόγος που υπήρχαν εντάσεις ανάμεσα τους. Όσο πίσω και να πήγαινε ο νους της, στις πιο μακρινές κι ίσως καταχωνιασμένες αναμνήσεις, όποτε θυμόταν τους γονείς της να καυγαδίζουν, ο λόγος αφορούσε πάντα εκείνη. Λες και ήταν το κόκκινο πανί που συμματοδοτούσε κάθε τι άσχημο στη μεταξύ τους σχέση. Για τον Νικόλα ή για το Φίλιππο δεν μάλωναν ποτέ. Και καλά ο Φίλιππος, ήταν ακόμα μικρός. Δεν θυμόταν ποτέ να έχουν διαφωνήσει οι γονείς της για κάτι που αφορούσε τον Νικόλα. Εκείνος ήταν βλέπεις ο γιος, ο πρωτότοκος. Αν και πάντα άτακτο και ζωηρό παιδί, μέτριος μαθητής, ατίθασσος έφηβος αργότερα, ο πατέρας τους πάντα ήταν με το μέρος του. Ποτέ δεν τον πίεσε, δεν του ζήτησε περισσότερα. Ακόμα κι όταν απέτυχε παταγωδώς στις πανελλήνιες, ο πατέρας τους απλά τον έστειλε στην Αθήνα σε μια ιδιωτική σχολή να σπουδάσει μαγειρική όπως ήθελε. Με την Αγάπη από την άλλη μεριά δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένος. Ήταν πολύ καλή μαθήτρια, σχεδόν άριστη. Οι καθηγητές της ήταν πάντα ευχαριστημένοι από τη διαγωγή της. Ήταν καλή αθλήτρια, συνεπής και πειθαρχημένη. Τα καλοκαίρια έβρισκε δουλειά για να βγάζει το χαρτζιλίκι της και δεν γυρνούσε με φιλενάδες. Παρ’όλα αυτά ποτέ δεν είδε επιβράβευση. Ποτέ δεν ένιωσε τον πατέρας της περήφανο για εκείνη. Αντιθέτως ένιωθε πάντα ότι «της την έχει στημένη στη γωνία». Με την παραμικρή ασήμαντη αφορμή ξεσπούσε όλη την αυστηρότητα του επάνω της. Όσο κι αν προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια του, να τον εντυπωσιάσει, πάντα όλες τις οι προσπάθειες έβρισκαν τοίχο. Όλα αυτά μέχρι που τελείωσε το γυμνάσιο περίπου. Μετά απλά άρχισε να μην προσπαθεί πλέον. Λίγο η εφηβία, λίγο η αξιοπρέπεια, το πήρε απόφαση ότι για εκείνον είναι το μαύρο πρόβατο, κι άρχισε να κηνυγάει τους στόχους της για προσωπικής της πλέον επιβεβαίωση και ικανοποίηση. Και, γενική ομολογία, τα είχε καταφέρει πολύ καλά για ένα παιδί που πάλεψε για όλα μόνο του. Ούτε φροντηστήρια, ούτε ιδιαίτερα, τίποτα. Μόνο σκληρή, προσωπική δουλειά την είχαν φέρει εδω που είναι σήμερα. Ήταν περήφανη για τον εαυτό της και για τα όσα είχε μέχρι τώρα καταφέρει. Αυτό που δεν ήξερε και την προβλημάτιζε ήταν, γιατί συνέχιζε να παραμένει τόσο ευάλωτη απέναντι του; Γιατί συνέχιζε να αποζητάει και να ελπίζει για την αποδοχή του; Ίσως έπρεπε απλά να σταματήσει να προσμένει...
Ξαφνικά, σαν μια αστραπή, έλαμψε στο μυαλό της η ιδέα. Θα τον έπειρνε εκείνη τηλέφωνο. Θα έκανε εκείνη την πρώτη κίνηση στην προσπάθεια της να ανοίξει έναν δίαυλο επικοινωνίας. Ίσως η απόσταση να ήταν ικανή να εξομαλύνει τα όποια αγκάθια στη σχέση τους. Κι αν...... δεν ανταποκρινόταν; Η αβεβαιότητα την κυρίευσε σε μία στιγμή. Όσο σίγουρη ήταν πριν λίγα δευτερόλεπτα, τόσο τώρα δεν ήξερε αν θα ήταν καλή κίνηση το να πάρει τέτοια πρωτοβουλία. Στρατιωτικός είναι. Δεν έχει μάθει να αντιμετωπίζει απέναντι του πρωτοβουλίες, μόνο να δίνει διαταγές. Τι άλλη επιλογή είχε όμως; Θα το έκανε. Μόνο και μόνο για να νιώθει ότι εκείνη προσπάθησε. Ακόμα κι αν δεν έβγαινε τίποτα, θα ήξερε πως εκείνη τουλάχιστον είχε κάνει ότι περνούσε από το χέρι της. Αν και μετά από αυτό το τηλεφώνημα δεν έβγαινε τίποτα, τότε απλά θα το έπειρνε απόφαση μια και καλή και θα παραιτούνταν από τη σχέση πατέρα- κόρης για πάντα.
Με την καρδιά της να φτάνει τους παλμούς δρομέα και την ανάσα της σχεδόν να κόβεται, βρήκε με δυσκολία τη δύναμη να κάνει την κλήση. Όσο το τηλέφωνο καλούσε, τόσο σκεφτόταν ότι ίσως τελικά δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα. Τώρα όμως δεν μπορύσε να κάνει πίσω. Και το τηλέφωνο καλούσε και καλούσε, αλλά ο πατέρας της δεν απαντούσε. Μέχρι που στο τέλος έπεσε η γραμμή. Τώρα τι να έκανε; Να καλούσε ξανά; Κι αν ήταν σε κάποια συνάντηση και δεν μπορούσε να μιλήσει; Τυχόν επιμονή της θα τον εξαγρίωνε σ’αυτήν την περίπτωση. Τώρα θα έπρεπε να περιμένει. Θα δει την κλήση της. Μόλις μπορέσει θα την πάρει. Το αργότερο μέχρι το μεσημέρι θα την καλέσει εκείνος. Μάλλον μετά το φαγητό. Τότε που βγάζει τη στολή του, κάθεται στην πολυθρόνα του και χαλαρώνει. Ναι σίγουρα έτσι θα γίνει. Θα την πάρει όταν θα είναι ήρεμος και θα έχει χρόνο να μιλήσει απερίσπαστος.
Η Αγάπη είχε ήδη αρχίσει να νιώθει πολύ καλύτερα. Λίγο τα αντιπυρετικά, λίγο η αντιβίωση που είχε αρχίσει να επιδρά, είχαν πολύ καλή επίδραση στον οργανισμό της. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι την κουζίνα να δει το φαγητό. Είχε πει στη Μίνα ότι θα το κλείσει εκείνη. Η σούπα έμοιαζε μάλλον με κρητικό πιλάφι από το πολύ ρύζι , αλλά δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα. Δεν είχε όρεξη για φαγητό. Έφτιαξε ακόμα ένα τσάι, έβαλε μέσα και μια γενναία κουταλιά μέλι αντί για ζαχαρη, πήρε κι ένα κουβερτάκι από το υπνοδωμάτιο και ξάπλωσε στον καναπέ. Άνοιξε το βιβλίο της στην πρώτη σελίδα κι άρχισε να διαβάζει το πρώτο κεφάλαιο. Οι σελίδες έτρεχαν σαν νερό καθώς η τόσο αγαπημένη της ιστορία εξελισσόταν για ακόμα μία φορά μπροστά στα μάτια της ψυχής της. Νοερά ταξίδευε στην αγγλική ύπαιθρο, γνώριζε ανθρώπους, ετοιμαζόταν να παρευρεθεί κι εκείνη στο πλευρό της πρωταγωνίστριας σε χορούς και κοινωνικές υποχρεώσεις. Η συντροφιά του βιβλίου της προσέφερε όλη την ηρεμία και τη γαλήνη που χρειαζόταν.
Διαβάζοντας το βιβλίο της ούτε κατάλαβε πόση ώρα πέρασε και πότε αποκοιμήθηκε. Έπεσε σ’έναν ύπνο βαθύ που την αποζημίωνε για την ταλαιπωρία της προηγούμενης νύχτας. Δεν άκουσε την πόρτα όταν άνοιξε την ώρα που επέστρεψε η Μίνα. Δεν άκουσε το Γιώργο που είχε έρθει με τη Μίνα για να την δει, ούτε τον άκουσε όταν έφυγε. Είχε ήδη πάρει να σουρουπώνει όταν άνοιξε τα μάτια της και είδε τη Μίνα στην πολυθρόνα απέναντι της να κάθετε πίνοντας καφέ και χαζεύοντας τηλεόραση.
–Καλώς την! Ξύπνησες πουλάκι μου; Κι εγώ έβαζα στοίχημα με τον εαυτό μου ότι θα κοιμάσαι ως το πρωί!
–Να που το έχασες! Πότε γύρισες;
–Εσύ σημειώνεις προόδους βλέπω! Η φωνούλα σου έστρωσε λίγο. Έχω λίγες ώρες που γύρισα. Είχε έρθει κι ο Γιώργος να σε δει, αλλά κοιμόσουν και δεν κάθισε πολύ. Έχεις περαστικά κι από την Άννα.
–Ήρθε ο Γιώργος; Και γιατί δεν με ξύπναγες;
–Αφού είχες πέσει σε λήθαργος!!! Έλα σε πειράζω. Εκείνος επέμεινε να μην σε ξυπνήσουμε. Είπε ότι θα πάρει τηλέφωνο το βράδυ να δει πώς είσαι! Πολύ τζέντλεμαν...
–Αλήθεια είναι. Κι εσύ όλο τον πειράζεις. Ώρες ώρες απορώ και που σου μιλάει ακόμα, από το λίγο που ξέρω εκείνον κι απ’όσο σας έχω δει σαν παρέα.
–Υπερβολές! Όταν κάτι δεν του αρέσει το λέει. Θα το δεις κι εσύ με τον καιρό. Α! Πήρε και η μάνα σου τηλέφωνο όσο κοιμόσουν. Πήρα το θάρρος και το σήκωσα.
–Καλά έκανες... Και τι είπε;
–Ρώτησε πώς είσαι, αν έφαγες, κι αναγκάστηκα να πω ψέματα για να μην ανησυχεί ότι έφαγες. Αλήθεια, εσύ γιατί δεν έφαγες;
–Με πήρε ο ύπνος. Θα φάω τώρα. Τίποτα άλλο είπε;
–Είπε κάτι για τον πατέρα σου που δεν κατάλαβα και πολύ, ότι είναι λίγο απασχολημένος αλλά θα σε πάρει κάποια στιγμή, κάτι τέτοιο. Ακουγόταν λίγο αμήχανη και σαν να προσπαθεί να βρει τι θα πει. Και είπε να την πάρεις τηλέφωνο όποτε μπορέσεις, να της πεις πώς είσαι για να μην ανησυχεί.
–Θα την πάρω σε λίγο... είπε η Αγάπη και σηκώθηκε από τον καναπέ.
Κάτι της φαινόταν περίεργο στα λόγια της μητέρας της. Τι πάει να πει είναι απασχολημένος; Και το άλλο που της ξέφυγε το πρωί; Για τι άλλο έχει να ανησυχεί; Έπρεπε να μάθει. Με κάποιον τρόπο έπρεπε να μάθει. Πώς όμως; Να μιλούσε απ’ευθείας με το Νικόλα; Να προσπαθούσε να ψαρέσει το μικρό, τον Φίλιππο; Πόσο χρήσιμοι θα μπορούσαν να της φανούν τώρα ορισμένοι φίλοι πίσω στο νησί. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχε κανείς να μπορεί να την βοηθήσει σε τέτοια ζητήματα, οικογενειακά. Κανείς που να μπορεί να εμπιστευθεί τόσο. Αποφάσισε να ακολουθήσει το δύσκολο δρόμο. Θα προσπαθούσε να αντλήσει πληροφορίες από τον Φιλιππάκο της. Ο Νικόλας ήταν έτσι κι αλλιώς τουρίστας στο σπίτι. Και να συνέβαινε κάτι δεν ήταν και πολύ πιθανό να το έχει αντιληφθεί. Άνοιξε το πρόγραμμα συνομιλίας και για καλή της τύχη είδε ότι ο Φίλιππος ήταν ενεργός.
 Μετά από λίγη ώρα που τα λέγανε οι δυο τους μιλώντας περί ανέμων και υδάτων, αποφάσισε να τον ρωτήσει.
–Φίλιππε... Όλα καλά στο σπίτι;
–Εξαρτάται πώς το εννοείς το καλά.
–Δηλαδή; Τι συμβαίνει;
–Να... Η μαμά κι ο μπαμπάς είναι λίγο περίεργοι.
–Απέναντι σε ‘σένα;
–Όχι, όχι. Με εμένα είναι μια χαρά. Μεταξύ τους όμως. Δεν μιλάνε πολύ, είναι σοβαροί. Ο μπαμπάς κάθεται συνεχώς στο γραφείο του κι η μαμά στο δωμάτιο της.
–Νομίζεις κι εσύ δηλαδή ότι κάτι τους απασχολεί; Λες να έχει προβλήματα ο μπαμπάς με τη δουλειά;
–Δεν νομίζω να είναι της δουλειάς. Ότι κι αν έχει ο μπαμπάς με τη δουλειά τα συζητάνε μαζί. Τώρα δεν συζητάνε. Χθες βράδυ τους άκουσα που μιλούσαν σαν να τσακώνονται, απλά χαμηλόφωνα. Α! Κι ο μπαμπάς δεν κοιμήθηκε στο δωμάτιο τους. Κοιμήθηκε στον καναπέ. Το πρωί που τον ρώτησα είπε ότι τον πήρε ο ύπνος βλέποντας τηλεόραση, αλλά να σου πω την αλήθεια δεν τον πίστεψα.

Αυτά που είχε μάθει ήταν αρκετά για την ώρα. Καληνύχτισε το Φίλιππο και του ζήτησε να μιλάνε για οτιδήποτε πέσει στην αντίληψη του. Ένα ήταν σίγουρο. Κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε. Οι γονείς της δεν είχαν χωρίσει ποτέ τα κρεβάτια τους. Τι ήταν αυτό που μέσα σε τρεις μέρες ήταν ικανό να ανατρέψει την σχέση τους; Τρεις μέρες μόνο είχαν περάσει που έλλειπε κι είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Κι η μητέρα της δεν της είχε πει τίποτα. Δεν θα την πίεζε για να μάθει. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Θα κοιτούσε να μαθαίνει ότι μπορούσε από τον μικρό της αδερφό και θα περίμενε να ξεκινήσει εκείνη από μόνη της την κουβέντα επί του θέματος. Και πού ξέρεις; Μπορεί να είναι κάτι περαστικό. Μια παρεξήγηση μεταξύ τους που θα παρέλθει σύντομα κι όλα θα επανέλθουν στους κανονικούς τους ρυθμούς για την οικογένια Κυριακίδη. Ή μήπως όχι;;;....



Αλεξία Λαμπροπούλου

2 σχόλια:

  1. Αντε να μάθουμε τι συμβαίνει... Να ξεδιπλωθεί το μυστήριο... Γρήγορα το επόμενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχεις πολύ δρόμο ακόμα μέχρι να λυθεί τελείως το μυστήριο!!! Υπομονή φιλενάδα! Ένα βήμα τη φορά!!! Coming soon... Keep reading...!!! ;-p

    ΑπάντησηΔιαγραφή