Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Ιουν 2016

2 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 5)

  Το θέμα με τις αμυγδαλές της Αγάπης διήρκησε λίγο περισσότερο από ότι συνήθως. Μετά από σχεδόν μία εβδομάδα ένιωθε επιτέλους τον λαιμό της απαλλαγμένο από τον πόνο και η φωνή της ακουγόταν φυσιολογική. Είχε έρθει τελικά η ώρα να κάνει εκείνη την πρώτη επίσκεψη στη σχολή της.
Σηκώθηκε πολύ πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Αφού ετοίμασε πρωινό για εκείνη και τη Μίνα, που ακόμα κοιμόταν, ξεκίνησε να ετοιμάζει το φάκελο με τα απαραίτητα δικαιολογητικά που έπρεπε να προσκομίσει για την εγγραφή της στη σχολή. Ένιωθε μία περίεργη αγωνία, έναν εκνευρισμό άνευ λόγου να την κατακλύζει. Αποφάσισε να μπει να κάνει ένα μπάνιο για να χαλαρώσει. Την ώρα που έβγαινε από το μπάνιο τυλιγμένη στο μπουρνούζι της, σηκώθηκε κι η Μίνα.
–Καλημέρα!
–Καλημέρα και σε σένα! Καλά, τι ώρα σηκώθηκες και πρόλαβες να κάνεις και μπάνιο;
–Η αλήθεια είναι ότι έχω αρκετή ώρα σηκωμένη. Έχω κάνει και πρωινό. Έλα να φάμε.
Φόρεσε ένα φορεματάκι πρόχειρο, από αυτά που φοράει μόνο για μέσα στο σπίτι, και με την πετσέτα τυλιγμένη στο κεφάλι για να στραγγίζουν τα μαλλιά, πήγε στην κουζίνα. Πίσω της ερχόταν και η Μίνα που ακόμα χασμουριόταν και τεντωνόταν σχεδόν εναλλάξ σε τακτά χρονικά διαστήματα.
–Τι έχεις κάνει εδώ; είπε έκπληκτη η Μίνα βλέποντας το πρωινό που την περίμενε. Με κακομαθαίνεις και δεν ξέρω τι θα κάνω όταν έρθει η ώρα να φύγεις.
–Είναι ανάγκη να φύγω; την ρώτησε η Αγάπη και το βλέμμα της μαρτυρούσε καθαρά ότι κάτι σχεδίαζε.
–Τι εννοείς; Δεν σε διώχνω. Σαφώς και δεν θέλω να φύγεις!
–Το ξέρω ότι δεν θέλεις να φύγω. Κι αφού ούτε εγώ θέλω να φύγω, σκεφτόμουν εδώ και μέρες να σου κάνω μια σοβαρή πρόταση.
–Γάμου; είπε η Μίνα και ξέσπασε σε γέλια.
–Μπορείς να το πεις κι έτσι. Ήθελα να σου προτείνω, αν θες κι εσύ, να μείνω μαζί σου. Να συγκατοικήσουμε. Μην βιαστείς να μου απαντήσεις. Πάρε το χρόνο σου να το σκεφτείς καλά γιατί μια τέτοια απόφαση δεν είναι παίξε γέλασε! Να ξέρεις πώς δεν υπάρχει παρεξήγηση ότι κι αν αποφασίσεις!
Μην το δραματοποιείς τόσο! Το ξέρω πως δεν υπάρχει παρεξήγηση. Θα το σκεφτώ και θα το συζητήσουμε ξανά! Άντε να ετοιμαστούμε τώρα γιατί έχουμε μεγάλη μέρα μπροστά μας!

Η Μίνα ήταν φανερά ενθουσιασμένη. Η ιδέα να συγκατοικήσει με την Αγάπη της φαινόταν εξαιρετική. Είχαν περάσει ήδη δέκα μέρες που την φιλοξενούσε και δεν είχε νιώσει ούτε για μία στιγμή ότι αυτή η φιλοξενία της γινόταν βάρος κι ότι ενδεχομένως θα ήθελε να λήξει. Αντίθετα είχε αρχίσει να συνηθίζει την παρουσία της Αγάπης στο σπίτι και ένιωθε ότι θα στεναχωριόταν πολύ την στιγμή που θα έπρεπε να την αποχωρηστεί. Τώρα όμως φαινόταν στον ορίζοντα η πιθανότητα να μην χρειαστεί να χωριστούν με την φίλη της. Ήταν σίγουρα μία σοβαρή απόφαση, η Αγάπη είχε δίκιο. Τυχόν απόρριψη της πρότασης της από την αρχή δεν θα ήταν πρόβλημα. Να συμφωνήσει όμως τώρα και στην πορεία να αναγκαζόταν να την διώξει, όσο όμορφα και να γινόταν, αυτό θα επέφερε τεράστιο πλήγμα στη φιλία τους. Πλήγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε χάσμα τόσο αγεφύρωτο που να στοίχιζε και την ίδια τη φιλία στο τέλος. Έπρεπε να ζυγιάσει τα υπέρ και τα κατά μιας πιθανής συγκατοίκησης και να πάρει μία πολύ σοβαρή απόφαση.
Όση ώρα η Μίνα έπινε τον καφέ της σκεπτόμενη την πρόταση της Αγάπης, η δεύτερη είχε αρχίσει να ετοιμάζεται. Προσπαθούσε να αποφασίσει τι θα φορούσε. Ήλπιζε ότι θα συναντούσαν τον Ηλία και ήθελε να δείχνει όμορφη. Έπρεπε όμως να δείχνει φυσικά όμορφη κι όχι εξεζητημένα. Πήρε τελικά ένα ανοιχτόχρωμο τζιν, ένα φούξια πόλο μπλουζάκι και πήγε στο μπάνιο να ετοιμαστεί. Έβαλε λίγο αφρό στα μαλλιά και τα στέγνωσε βοηθώντας τα με τα χέρια της να αποκτήσουν ένα φυσικό σπάσιμο. Στη συνέχεια έφτιαξε μία ωραία αλογοουρά και βάφτηκε ελαφρά. Μόνο λίγο ρουζ στα μάγουλα, καφέ μολύβι στα μάτια και φυσικά μάσκαρα για να τονίσει τις μεγάλες καμπυλωτές της βλεφαρίδες. Την εμφάνιση της ολοκλήρωναν τα κατάλευκα πάνινα παπούτσια της κι ένα μικρό, λευκό, δερμάτινο τσαντάκι στο στυλ σακιδίου πλάτης. Κοιτάχτηκε για μια τελευταία φορά στον ολόσωμο καθρέφτη που είχε η Μίνα στο μπάνιο κι έμεινε απόλυτα ικανοποιημένη με την εικόνα της. Ένιωσε την αυτοπεποίθηση να εισβάλλει σχεδόν βίαια και να κατακλύζει κάθε της κύτταρο.
Μπαίνοντας στην κουζίνα έριξε ένα αυστηρό βλέμμα στη Μίνα. Εκείνη άφησε αμέσως το φλιτζάνι με τον καφέ στο τραπέζι και πηγε να ετοιμαστεί. «Μέχρι να ετοιμαστεί κι εκείνη προλαβαίνω να πιω κι εγώ μια γουλιά καφέ» σκέφτηκε. Πήρε μια κούπα από το ντουλάπι, έβαλε καφέ από την κανάτα της καφετιέρας μέχρι τη μέση και συμπλήρωσε με μια γενναία ποσότητα φρέσκου γάλακτος. Έβαλε και μια κουταλιά ζάχαρη και πήγε στο σαλόνι. Τράβηξε την κουρτίνα ώστε να μπορεί να βλέπει απ’ έξω και κάθισε άνετα στον καναπέ. Είχε αρκετό χρόνο να απολαύσει τον καφέ της. Η Μίνα πάντοτε χρειαζόταν τον χρόνο της για να ετοιμαστεί. Προλάβαινε και να φάει αν ήθελε. Αλλά δεν ήθελε. Η αγωνία της δημιουργούσε ένα σφίξιμο στο στομάχι και δεν μπορούσε να φάει μπουκιά.
Όσο περίμενε αποφάσισε να πάρει την μητέρα της ένα τηλέφωνο. Δεν είχε άλλα νέα από τον Φίλιππο σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι. Η μητέρα της, αν και την έπαιρνε καθημερινά στο τηλέφωνο για να δει την πρόοδο της υγείας της, δεν της είχε πει τίποτα αναφορικά με εκείνον τον καβγά με τον πατέρα της την περασμένη εβδομάδα. Όλοι τηρούσαν σιγήν ιχθύος κι αυτό της κινούσε την περιέργεια. Κοίταξε ολόγυρα στο σαλόνι για το κινητό της αλλά δεν το έβλεπε. Μάλλον θα το είχε ξεχάσει στην κρεβατοκάμαρα. «Δεν πειράζει» σκέφτηκε. «Θα την καλέσω αργότερα». Για μια στιγμή της πέρασε από το μυαλό να καλέσει και τον πατέρα της, άλλα την ίδια στιγμή έδιωξε αυτήν την σκέψη από το μυαλό της. Η αδιαφορία του είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Μια βδομάδα άρρωστη, δεν έκανε τον κόπο να την πάρει ένα τηλέφωνο. Δεν θα ήταν αυτή που θα έριχνε πάλι τα μούτρα της να τον πάρει πρώτη. Αν τον ενδιέφερε να δει τι κάνει η κόρη του, ας έπαιρνε. Εκείνη από τη μεριά της τον είχε ξεγράψει. Από δω και μπρος οι σχέσεις τους θα ήταν απλά τυπικές.
–Τι έπαθες εσύ και έχεις τέτοια μούτρα; ρωτησε η Μίνα βλέποντας την Αγάπη.
Τίποτα. Κάτι σκεφόμουν. Είσαι έτοιμη; Ξεκινάμε;
–Ναι έτοιμη είμαι. Εσύ έχεις ετοιμάσει ότι χρειάζεσαι;
–Απο νωρίς.
–Καλά, καλά μη βαράς φιλενάδα. Δεν σε έθιξα.
–Έχεις δίκιο Μίνα μου, συγνώμη. Είμαι λίγο ταραγμένη. Σε πέντε λεπτάκια θα μου έχουν περάσει όλα. Λοιπόν, τι λες; Ξεκινάμε;
Πάμε!

Πιάστηκαν αγκαζέ κι έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. Το ασανσέρ ήταν κατειλημμένο κι αποφάσισαν να κατεβούν από τις σκάλες. Τι ήταν άλλωστε τρεις όροφοι; Βγήκαν στον δρόμο και κατηφόρισαν μέχρι την Πατησίων. Πήραν το τρόλεϊ μέχρι την Ομόνοια κι από κει μετρό μέχρι τη Δάφνη. Βγαίνοντας από το μετρό στην πλατεία Κολοκοτρώνη, κατευθύνθηκαν προς την λεωφόρο Βουλιαγμένης. Την διέσχισαν, ανέβηκαν την Τριπόλεως και βρέθηκαν στην Εθνικής Αντιστάσεως. Κοιτώντας απέναντι και λίγο αριστερά έβλεπες την έκταση της Αθλητικής Ακαδημίας να ξετυλίγεται μπροστά σου.
Περπάτησαν την Εθνικής Αντιστάσεως μέχρι την κεντρική πύλη της σχολής. Περνώντας την είσοδο η Αγάπη ένιωσε ξαφνικά τους παλμούς της να πληθαίνουν. Ρώτησαν μια παρέα νέων που βρίσκεται η γραμματεία και σε λίγη ώρα η Αγάπη συμπλήρωνε ήδη την αίτηση για την εγγραφή της στο πρώτο εξάμηνο σπουδών. Ενημερώθηκε για την ημερομηνία έναρξης το μαθημάτων, πήρε και κάποιο έντυπο υλικό που θα την βοηθούσε τώρα στην αρχή με το πρόγραμμα και τους χώρους που γίνονται οι θεωρίες και τα εργαστήρια και βγήκε από το κτίριο για να συναντήσει τη Μίνα που την περίμενε απ’έξω.
Μίλησα με τα παιδιά. Θα βρεθούμε στο Πανεπιστήμιο να πάμε για καφεδάκι. Τι λες; Έχει μια πολύ ωραία καφετέρια πάνω από τη στοά Πεζματζόγλου.
Ναι πάμε.
–Τι έγινε πάλι; Γιατί τέτοια μούτα; Εσύ θα έπρεπε να πετάς από τη χαρά σου. Από αυτή τη στιγμή είσαι κι επίσημα φοιτήτρια των ΤΕΦΑΑ.
Φυσικά και χαίρομαι. Η σχολή φαίνεται ωραία, η πρόσβαση είναι εύκολη, το πρόγραμμα είναι λίγο βαρύ για πρώτο εξάμηνο αλλά θα το παλέψω.
–Τότε τι είναι; Γιατί αυτή η απογοήτευση στο βλέμμα σου;
–Να... Ήλπιζα ότι θα βλέπαμε και τον Ηλία.
–Αυτό είναι όλο; είπε η Μίνα και ξέσπασε σε γέλια.
–Καλά γέλα εσύ. Δεν σου ξαναλέω τίποτα.
Μη θυμώνεις αμέσως! Υπάρχει λύση και γι’αυτό! Αν θες του στέλνουμε μήνυμα να έρθει για καφέ εκεί που θα είμαστε. Αν μπορεί φυσικά...

Τα μάτια της Αγάπης έλαμψαν. Ήταν φανερό πως της άρεσε ο Ηλίας και δεν είχε σκοπό να κρύβεται πια από τον εαυτό της και από τη Μίνα. Ξεκίνησαν να συναντήσουν τον Γιώργο και την Άννα έξω από το μετρό στο Πανεπιστήμιο. Κατηφόρισαν λίγο την Σταδίου μέχρι την στοά Πεζματζόγλου κι ανέβηκαν την μεγάλη μαρμάρινη σκάλα. Βρέθηκαν σε μια μεγάλη ταράτσα, όλη μαρμάρινη κι αυτή, στην μία άκρη της οποίας βρισκόταν ένα πολύ ωραίο κουλτουριάρικο καφέ. Κάθισαν σε ένα τραπεζάκι έξω με θέα το κατάλευκο των μαρμάρων και τα γύρω κτίρια, κλασσικού ρυθμού τα περισσότερα. Η Αγάπη ήταν τρομερά ευδιάθετη τώρα. Από τη μια η πρώτη βόλτα μετά την κλεισούρα της ασθένειας, από την άλλη η προσμονή της γνωριμίας της με τον Ηλία, της έδιναν τρομερή ζωντάνια και κέφι. Κι ο Γιώργος φαινόταν πολύ ευδιάθετος κι ήταν ιδιαίτερα περιποιητικός με την Αγάπη. Συνεχώς την ρωτούσε αν ένιωθε καλά, αν κρύωνε, ξανά και ξανά τις εντυπώσεις της από την σχολή. Μόνο η Άννα δεν έδειχνε καμία ιδιαίτερη χαρά ή δυσαρέσκεια από την παρέα της Αγάπης. Για εκείνη, είτε ήταν μαζί τους η Αγάπη είτε όχι, ήταν το ίδιο. Ανησυχούσε μόνο λίγο για τον Γιώργο. Έβλεπε τις περιποιπήσεις του προς την Αγάπη, έβλεπε και την δική της φιλική στάση, κι είχε την αίσθηση ότι κάποιος θα πληγωνόταν στο τέλος. Κι αυτός ο κάποιος μάλλον θα ήταν ο Γιώργος.
Κάθισαν στην καφετέρια αρκετές ώρες, Αφού ήπιαν τον καφέ τους, γευμάτισαν, συζήτησαν πολλά και διάφορα, ήρθε κάποια στιγμή η ώρα να φύγουν. Πήραν το τρόλεϊ από την Πανεπιστημίου που θα τις πήγαινε απ’ευθείας σπίτι. Όταν βρέθηκαν μόνες η Μίνα με την Αγάπη, πήρε η δεύτερη το θάρρος να ρωτήσει τι είχε απαντήσει τελικά ο Ηλίας και γιατί δεν ήρθε. Η απάντηση της Μίνας ήχησε σαν μουσική στα αυτιά της. «Είχε μία δουλειά. Θα έρθει όμως το βράδυ από το σπίτι για μπυρίτσα». Είχε εντέλει να προσμένει σε κάτι θετικό γι’απόψε. Τι να προσμένει δηλαδή; Τίποτα παραπάνω από το να τους γνωρίσει η Μίνα και να μάθει λίγα πράγματα γι’αυτόν. Ακόμα κι αυτό το ελάχιστο όμως ήταν αρκετό.
Φτάνοντας στο σπίτι ξεχύθηκαν κι οι δύο στον καναπέ. Η Αγάπη άφησε να της φύγει ένας μάλλον χαρούμενος αναστεναγμός, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από την Μίνα. Μάλλον είχε έρθει η ώρα να κάνουν οι δυο τους μια κουβεντούλα. Να την προετοιμάσει, όπως πίστευε ότι έπρεπε, για κάποια πράγματα.
–Ξέρεις, Αγάπη, ο Ηλίας είναι ένα ιδιαίτερο παιδί. Πολύ διαφορετικός από τα αγόρια που ξέρεις και που κάναμε παρέα στην Κρήτη.
–Τι εννοείς διαφορετικός;
–Να... Έχει κάποιες απόψεις, όχι απαραίτητα κακές. Απλά όχι γνώριμες σε εσένα.
–Δεν σε καταλαβαίνω Μίνα μου.
–Θα σου εξηγήσω. Μπαίνοντας σε μία σχολή, όποια σχολή κι αν είναι αυτή, βλέπεις ότι ανάμεσα στους φοιτητές υπάρχει συνήθως μια κατηγοριοποίηση. Αυτή η κατηγοριοποίηση σχετίζεται με τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός. Υπάρχει μια οργάνωση των φοιτητών σε παρατάξεις, ανάλογες των κομμάτων της Βουλής. Δεν είναι κάτι υποχρεωτικό. Μπορείς σαφώς εάν θες να μην δείξεις προτίμηση σε καμία παράταξη.
Ωραία. Τι σχέση έχει αυτό με τον Ηλία;
–Εκεί ακριβώς ήθελα να καταλλήξω. Ο Ηλίας είναι φοιτητής με αριστερό προσανατολισμό. Είναι οργανωμένος πολιτικά. Αυτοαποκαλείται αγωνιστής. Δεν είναι κακό παιδί, απλά λίγο ενθουσιώδης έως πορωμένος σε θέματα που αφορούν τα δικαιώματα των λαϊκών στρωμμάτων. Με καταλαβαίνεις;
–Σε γενικές γραμμές θα έλεγα. Ξέρεις ότι από πολιτικά δεν κατέχω. Δεν επιτρεπόντουσαν τέτοιες συζητήσεις σπίτι μας. Ο πατέρας μου μόνο στο εθνόσημο πιστεύει. Ζήτω ο Ελληνικός στρατός και Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια. Μην τα ξαναλέμε.
Το ξέρω. Απλά ήθελα να το ξέρεις μην σου έρθει απότομα αν ξεκινήσει καμιά τέτοια συζήτηση το βράδυ.
–Γενικά ελπίζω να το αποφύγει. Πιστεύω ότι θα έπλητα συζητώντας τέτοια θέματα.
Κι εγώ το ελπίζω!!! Λοιπόν, πάω να πάρω έναν υπνάκο. Τα λέμε αργότερα!

Μόλις έμεινε μόνη της η Αγάπη άρχισε να επεξεργάζεται τις πληροφορίες που απλόχερα της είχε προσφέρει η Μίνα. Δεν ήξερε αν όσα της είχε πει της τα είπε για να την αποτρέψει ή για να την ενθαρρύνει. «Το να αγωνίζεται κάποιος για το καλό των πολλών δεν είναι κακό» σκεφτόταν. Παρ’όλα αυτά κάτι μέσα της της έλεγε πως η Μίνα ήθελε να την προειδοποιήσει. Έδιωξε από το μυαλό της αυτές τις σκέψεις. Αρνούνταν να δεχτεί κάτι αρνητικό για τον Ηλία. Όχι πριν τον γνωρίσει και σχηματίσει τη δική της γνώμη τουλάχιστον... Άλλωστε, αν η Μίνα δεν τον ενέκρινε ως συναναστροφή, δεν θα έμπαινε σε όλην αυτή τη διαδικασία να τους γνωρίσει.
Άφησε τον Ηλία σε μια άκρη του μυαλού της κι αποφάσισε να ασχοληθεί με άλλα θέματα, πιο σοβαρά. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο που έλεγε τέσσερις και μισή. Άραγε να κοιμόταν η μητέρα της; Συνήθως ξάπλωνε για μεσημέρι γύρω στις τρεις και μισή και σηκωνόταν στις πέντε. Θα περίμενε μισή ώρα και θα την έπαιρνε μετά. Άνοιξε τον υπολογιστή να χαζέψει λίγο μέχρι να περάσει το μισάωρο. Βρήκε τον Φίλιππο ενεργό στη συνομιλία κι επιχείρησε να ανοίξει κουβέντα μαζί του, όμως δεν πήρε καμία απόκριση στο μήνυμα που του έστειλε. Λίγα λεπτά αργότερα της ήρθε ένα  μήνυμα στο κινητό από το κινητό της μητέρας της. «Ο Φίλιππος είμαι. Δεν μπορώ να σου μιλήσω. Παρακολουθεί ο μπαμπάς τον υπολογιστή. Θα σου στείλω γράμμα με το ταχυδρομείο. Στείλε μου μόνο τη διεύθυνση με μήνυμα στο κινητό μου». Τα πράγματα στο σπίτι γίνονταν όλο και πιο περίεργα. Δεν μπορούσε να κάνει πλέον την ανήξερη. Θα ρωτούσε τη μαμά της ευθέως. «Λίγα λεπτά υπομονή ακόμα να επιστρέψει ο μικρός το τηλέφωνο στο κομοδίνο, δίπλα στη μαμα, και θα την πάρω. Ας την ξυπνήσω, δεν πειράζει.» σκέφτηκε. Λίγα λεπτά αργότερα πήρε ξανά το κινητό στα χέρια της και πήρε στο κινήτο της μητέρας της. Εκείνη απάντησε σχεδόν αμέσως.
–Αγάπη; Τι κάνεις κοριτσάκι μου;
–Από υγεία είμαι πολύ καλά μαμά. Έχω επανέλθει πλήρως.
–Τι είναι Αγάπη; Γιατί ακούγεσαι έτσι; Συνέβη τίποτα;
–Εσύ θα μου πεις τι συμβαίνει μαμά. Το ξέρω ότι κάτι συμβαίνει κι έχει έρθει η ώρα να μου μιλήσεις.
–Τι θες να μάθεις γλυκιά μου; Τι θες να σου πω;
Τα πάντα. Γιατί ο μπαμπάς δεν με έχει πάρει ούτε ένα τηλέφωνο, γιατί τσακωθήκατε, γιατί δεν αφήνει τα αδέρφια μου να επικοινωνούν μαζί μου και κυρίως γιατί όλες αυτές τις μέρες δεν μου έχεις πει τίποτα για όλα αυτά.
Ένα ένα Αγάπη μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να σε θορυβήσω. Ναι είχαμε έναν καβγά με τον πατέρα σου την περασμένη εβδομάδα. Δεν είναι η πρώτη φορά που καβγαδίζουμε. Περνάμε μια μικρή κρίση αλλά θα την ξεπεράσουμε, όπως ακριβώς κάναμε κι άλλες φορές στο παρελθόν.
–Του είπες ότι ήμουν άρρωστη; Το έμαθε;
–Δεν θέλω να σου λέω ψέματα... Ναι το έμαθε. Όχι από την πρώτη στιγμή που αρρώστησες αλλά στην πορεία το έμαθε.
–Και γιατί δεν με πήρε ένα τηλέφωνο; Δεν νοιάζεται καθόλου για μένα;
Σαφώς και νοιάζεται. Εμένα με ρώτησε αρκετές φορές πώς είσαι. Απλά με όλα όσα συνέβαιναν... Τον ξέρεις τον πατέρα σου. Είναι δύσκολος με τα τηλέφωνα έτσι κι αλλιώς. Δεδομένης της κατάστασης, ένας λόγος παραπάνω.
–Ο λόγος που καβγαδίσατε ποιος ήταν; Εγώ πάλι; Τι έκανα αυτή τη φορά;
–Κορούλα μου, γλυκιά μου, δεν είσαι εσύ ο λόγος που καβγαδίζουμε με τον πατέρα σου. Πρέπει να απενοχοποιήσεις τον εαυτό σου. Σαν αντρόγυνο έχουμε κι εμείς τις διαφορές μας. Κάποια μελανά ενδεχομένως σημεία που στοιχειώνουν την σχέση μας. Εσύ υπήρξες θύμα των διαφορών μας κι όχι θύτης.
–Γιατί; Τι σχέση έχω με τις διαφορές σας; Και γιατί μόνο εγώ υπήρξα θύμα; Γιατί τα έβαζε και τα βάζει πάντα μόνο μαζί μου;
–Κοριτσάκι μου έχεις δίκιο να απορείς και να νιώθεις αδικημένη. Απλά είχες την ατυχία να γεννηθείς στην πιο δύσκολη περίοδο που περάσαμε με τον πατέρα σου. Μια περίοδο με καταστάσεις που λίγο έλλειψαν στο να μας διαλύσουν σαν οικογένεια. Όποτε επανέρχονται θέματα από τότε, περνάμε από την αρχή άλλη μία κρίση. Αγάπη ο πατέρας σου δεν είναι κακός άνθρωπος. Απλά κι εκείνος, όπως κι εσύ, μένει κολλημένος σε καταστάσεις και συναισθήματα που δεν τον ευχαριστούν. Όλο αυτό είναι πολύ άδικο για σένα, το ξέρω, αλλά εκείνος δεν έχει καταφέρει να το διαχειριστεί όλα αυτά τα χρόνια και να απομονώσει την ύπαρξη σου και τη μεταξύ σας σχέση από εκείνη την περίοδο που μας σημάδεψε σαν οικογένεια.
–Τι συνέβη τότε; Τι είναι αυτό που τον έχει σημαδέψει τόσο ώστε να μην μπορεί να με αποδεχτεί;
–Αυτό δεν είναι κάτι που μπορώ να συζητήσω μαζί σου. Εσύ θέλω απλά να ξέρεις, και γι’αυτό κάνω αυτήν την κουβέντα μαζί σου τώρα, ότι δεν έχει κάτι προσωπικό μαζί σου ο πατέρας σου. Δεν είσαι κακό παιδί, ούτε έκανες κάτι λάθος. Το πρόβλημα είναι δικό του κι εκείνος πρέπει να το διαχειριστεί. Το μόνο που μπορείς να κάνεις εσύ είναι υπομονή και να δείχνεις κατανόηση. Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Σε κάλυψα μπέμπα μου;
–Σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ότι περίμενα, οφείλω να ομολογήσω.
–Κατα τ’άλλα πώς είσαι μικρή μου;Πες μου τα νέα σου... Πήγες στη σχολή;
–Ναι πήγαμε σήμερα με τη Μίνα. Έκανα την εγγραφή μου, πήρα και πρόγραμμα, σε δυο εβδομάδες ξεκινάμε.
Ωραία. Καλη σταδιοδρομία κοριτσάκι μου. Το μόνο που εύχομαι είναι αυτό που επέλεξες να ακολουθήσεις να σε γεμίζει και να σε κάνει ευτυχισμένη.
Έτσι νομίζω... Μανούλα μου θα σε αφήσω τώρα. Θα μιλήσουμε αύριο, εντάξει;
–Εντάξει! Να προσέχεις!
–Μαμά... Συγνώμη αν σε στεναχώρησα...
Δεν πειράζει. Να θυμάσαι μόνο ότι σ’αγαπάω πολύ!
Κι εγώ! Φιλιά στα αγόρια!

Η Αγάπη έκλεισε το τηλέφωνο. Προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τα συναισθήματά της μετά από αυτήν την συζήτηση με τη μητέρα της.  Ένιωθε μάλλον λυτρωμένη. Ήταν σίγουρα εφησυχασμένη, αν και όχι απόλυτα. Για πρώτη φορά, η μητέρα της, της είχε μιλήσει τόσο ξεκάθαρα. Δεν συγχωρούσε τον πατέρα της για την συμπεριφορά του. Σίγουρα όχι. Απλά ένιωθε λίγο καλύτερα ως προς τον εαυτό της. Πάντοτε μέχρι τώρα κατηγορούσε τον εαυτό της για την κακή σχέση που είχε μαζί του. Πρώτη φορά ένιωσε ότι το φταίξιμο δεν ήταν δικό της. Όσο άδικο κι αν ήταν το γεγονός απέναντι της, τουλάχιστον δεν ήταν εκείνη υπεύθυνη γι’αυτό. Με αυτές τις σκέψεις, κι ένα μεγάλο βάρος να έχει φύγει από την ψυχή της, αφέθηκε να την κυριεύσει η κούραση της ημέρας και παραδόθηκε σ’ έναν ύπνο λυτρωτικό. Δεν κατάφερε όμως να κοιμηθεί πολύ ώρα. Ένας δυνατός θόρυβος, σαν γυαλί που σπάει, την επανέφερε βίαια. Πετάχτηκε από τον καναπέ κι έτρεξε προς την κουζίνα, για να δει τη Μίνα να κοιτάζει σαστισμένη το βάζο της ζάχαρης που βρισκόταν σπασμένο πια και άδειο στο πάτωμα.
Συγνώμη... Δεν ήθελα να σε ξυπνίσω... Να σου κάνω καφέ; Είναι το ελάχιστο μετά την ταραχή που σου προξένησα.
–Ναι σε παρακαλώ... Ομολογώ ότι τον χρειάζομαι...
–Μια και δεν με ρωτάς από μόνη σου, θα σου πω γιατί μου έπεσε το βάζο με τη ζάχαρη. συνέχισε η Μίνα καθώς μάζευε παράλληλα τη ζημιά.
–Επειδή είσαι απρόσεκτη;
–Δεν σε παρεξηγώ που γκρινιάζεις. Κι εγώ το ίδο θα έκανα μετά από τέτοια λαχτάρα. Συνεχίζω λοιπόν.... Μου έπεσε το βάζο επειδή ήμουν αφηρημένη. Σκεφτόμουν την κουβέντα που είχαμε το πρωί.
–Και;
–Κατέληξα σε δύο συμπεράσματα! είπε η Μίνα μ’ ένα πραγματικά πλατύ χαμόγελο και τεντώνοντας το κορμί της όλο ηπερηφάνεια.
–Μίλα ξεκάθαρα βρε κοριτσάκι μου. Γιατί με μπερδεύεις; Λυπήσου με...
Ωραία... ωραία... Θα μιλήσω ξεκάθαρα. Ναι θέλω να συγκατοικήσουμε, αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει να μετακομίσουμε.
–Γιατί να μετακομίσουμε;
–Επειδή καλό θα ήταν η καθεμία να έχει το χώρο της. Θα βρούμε ένα σπίτι με δύο κρεβατοκάμαρες και θα το νοικιάσουμε μαζί.
–Λοιπόν, δεν έχεις άδικο... της απάντησε η Αγάπη ενώ παράλληλα τεντωνόταν. Θες να χαζέψουμε καμιά αγγελία; Θα έλεγα να μην απομακρυνθούμε πολύ από αυτήν την περιοχή. Βολεύει.
–Δεν χρειάζεται να απομακρυνθούμε καθόλου! Ακριβώς από πάνω μας, στον τέταρτο, υπάρχει ένα διαμέρισμα ξενοίκιαστο. Νομίζω ότι είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε! Θα ρωτήσω το βράδυ τον Ηλία. Εκείνος θα ξέρει από τον πατέρα του.
–Ο Ηλίας σε ποιον όροφο είναι;
–Στον πέμπτο. Νομίζω ότι δεν με προσέχεις αρκετά όταν σου μιλάω. Μένει στον πέμπτο κι είναι ο γιος ενός εκ των ιδιοκτητών διαμερισμάτων που είναι κι ο διαχειριστής της πολυκατοικίας. Αν δεν κάνω λάθος και το διαμέρισμα στον τέταρτο δικό τους πρέπει να είναι.
–Σε αυτήν την περίπτωση θα ξέρει σίγουρα να μας πει. Κι ίσως μεσολαβήσει στον πατέρα του να μας κάνει καλύτερη τιμή στο ενοίκιο.
–Είσαι πολύ πονηρή, το ξέρεις Αγάπη;
–Όχι πονηρή. Απλά πρακτική! απάντησε η Αγάπη και ξέσπασε σ’ένα γέλιο δυνατό, μέσα από την καρδιά της.
Η Μίνα είχε απομείνει να κοιτάζει την Αγάπη που γελούσε δυνατά. Τι το αστείο είχε βρει άραγε σε αυτό που είπε; Η Αγάπη βλέποντας την έκφραση στο πρόσωπο της φιλής της σαν να κατάλαβε την απορία της, ξερόβηξε κι έκοψε το γέλιο της απότομα.
Δεν είναι τίποτα. Απλά ένα αστείο που συνηθίζαμε με τα αδέρφια μου. Τι λες να κάναμε καμία δουλειά; Να ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά για το βράδυ...
–Σιγά τις ιδιαίτερες ετοιμασίες που έχουμε να κάνουμε. της απάντησε η Μίνα με έντονα πειρακτικό ύφος.
–Ιδιαίετερες ίσως όχι, ετοιμασίες όμως έχουμε, ανεξάρτητα από την επίσκεψη.
–Τι ετοιμασίες δηλαδή; την ρώτησε η Μίνα μ’ένα πονηρό χαμόγελο όλο νόημα.
–Πρώτα πρώτα μία από τις δύο μας, δηλαδή εσύ, πρέπει να πάει σούπερ μάρκετ. Χρειαζόμαστε κάποια πράγματα.
–Πως; Τι πράγματα;
–Μπύρες σίγουρα! Δεν έχουμε ούτε για δείγμα. Και κανένα συνοδευτικό για τη μπύρα.
Μάλιστα..... Τι άλλο έχουμε να κάνουμε;
–Η άλλη, δηλαδή εγώ, πρέπει να μαγειρέψει. Όχι μόνο λόγω των αναμενόμενων επισκέψεων. Δεν γίνεται να τρώμε κάθε βράδυ απ’έξω. Είναι τουλάχιστον ασύμφορο.
Ωραία. Εγώ, εν ολίγοις, θα πάω για ψώνια κι εσύ θα μαγειρέψεις...
–Πολύ σωστά!
–Και τι καλό έχεις σκοπό να φτιάξεις;
–Θυμάσαι τα σνίτσελ κοτόπουλου που πήραμε;
–Ναι...
–Θα τα ψήσω στο φούρνο και θα τα συνοδέψω με μια σάλτσα αλα κρεμ μανιταριών και ρύζι με ανάμεικτα λαχανικά.
–Εσύ, σαν να λέμε, έχεις βαλθεί να καταπλήξεις απόψε! Εντάξει λοιπόν. Πάω για ψώνια.

Η Αγάπη δεν απάντησε στο τελευταίο σχόλιο της Μίνας. Ασυναίσθητα χαμήλωσε ελαφρώς το βλέμμα κι ένιωσε μια θερμότητα στα μάγουλα της που δήλωνε ξεκάθαρα ότι είχε κοκκινήσει. Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω της η Μίνα, η αγάπη έβαλε αμέσως μπροστά το φαγητό. Άναψε τον φούρνο να θερμαίνεται κι έβγαλε το πακέτο με τα σνίτσελ από την κατάψηξη. Παράλληλα, ξεκίνησε να προετοιμάζει τα υλικά για το αλα κρεμ. Έβαλε και νερό στο κατσαρολάκι να βράσει για το ρύζι, ενώ έπινε και καμιά τζούρα από τον καφέ της πού και πού. Προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα ήταν καλύτερα το βράδυ να φάνε στο σαλόνι, όπως θα κάθονται άνετα, ή να στρώσει κανονικά τραπέζι στο κουζινάκι. Θα ήταν μεν πιο στριμωχτά, αλλά και πιο νοικοκυρεμένα απ’ ότι στο σαλόνι. Ενώ λοιπόν αμφιταλαντευόταν σχετικά με το καλύτερο μέρος για να προσφέρει το δείπνο, χτύπησε το κουδούνι. «Γρήγορα γύρισε» σκέφτηκε. «Να δεις που κάτι ξέχασε». Ανοίγοντας, λοιπόν, την πόρτα κι όντας έτοιμη να πειράξει τη Μίνα για την αφηρημάδα της, αντίκρυσσε απέναντι της την καλογυμνασμένη σιλουέτα ενός άνδρα. Σηκώνοντας το βλέμμα της ώστα να δει το πρόσωπο του επισκέπτη τους, ένιωσε να χάνεται στο βαθύ σμαραγδένιο βλέμμα του Ηλία.
Γεια σου! Είμαι ο Ηλίας...
–Πέρασε! του είπε με όση ψυχραιμία μπορούσε να επιστρατεύσει και με ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Σε πειράζει να καθίσουμε λίγο στην κουζίνα, επειδή μαγειρεύω; Σε λιγάκι θα έρθει κι η Μίνα. Πετάχτηκε να πάρει δυο πράγματα.
–Εκτός από την ομορφιά διαθέτεις και ταλέντα! Δηλώνω ήδη ταπεινός θαυμαστής σου! της απάντησε ο Ηλίας με έντονο ύφος και μια μικρή υπόκλιση.

Η Αγάπη αρκέστηκε να του χαρίσει ένα αχνό χαμόγελο και γύρισε αμέσως προς τον πάγκο που ετοίμαζε το φαγητό. Ήταν σίγουρη πως είχε κοκκινήσει και δεν ήθελε να γίνει ρεζίλι κάνοντας φανερή την αμηχανία της. Το μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν αν η Μίνα του είχε πει τίποταπου να πρόδιδε το δικό της ενδιαφέρον ή αν εκείνος από μόνος του ήταν τόσο άνετος χαρακτήρας κι έπαιρνε πρωτοβουλίες. Ότι και να συνέβαινε από τα δύο το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Εκείνη είχε χάσει τη λαλιά της! Πάνω στην ώρα γύρισε και η Μίνα, για να εκπλαγεί εξίσου με την Αγάπη.
Καλώς τον! Βραδάκι δεν είχες πει ότι θα έρθεις;
–Η αλήθεια είναι ότι ακυρλωθηκε μια δουλειά που είχα και είπα να έρθω νωρίτερα. Συγνώμη που δεν ειδοποίησα.
–Έλα μωρέ, μια πόρτα είμαστε. Δεν χρειάζονται τέτοιες τυπικότητες. Απλά έτυχε να λείπω. Πάμε στο σαλόνι να καθίσουμε; Θα πιεις καφέ; Δεν σας γνώρισα κι όλας. Παράλειψή μου. Ηλία, από δω η φίλη και συγκάτοικος μου,η Αγάπη.
–Είχαμε τη χαρά να γνωριστούμε νωρίτερα. Αγάπη, θα σου ήταν κόπος να μου φτιάξεις έναν καφέ;
Αυτή του η ευγένια την είχε κυριολεκτικά αφοπλίσει.
Όχι. Εννοώ ναι. Δηλαδή, δεν μου είναι κόπος. Καθίστε στο σαλόνι και σε δέκα λεπτά έρχομαι κι εγώ.

Το δεκάλεπτο που μεσολάβησε μέχρι να καταφέρει η Αγάπη να βρει ξανά την αυτοκυριαρχία της, της φάνηκε σαν αιώνας. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να φτιάξει τον καφέ του Ηλία, κι ακόμα έναν για εκείνη, και πήγε να καθίσει μαζί τους στο σαλόνι.
–Λοιπόν; Πήγες στη σχολή; Όλα εντάξει με την εγγραφή σου; Ο Ηλίας της απήυθυνε αμέσως τον λόγο.
Ναι, όλα εντάξει. Πήρα και το πρόγραμμα των μαθημάτων. Τι έτος είσαι εσύ;
Ξαφνικά η Αγάπη, μ’έναν τρόπο σχεδόν μαγικό, είχε καταφέρει να επιβληθεί στον εαυτό της. Είχε κυριολεκτικά καταπνίξει την ταραχή της κι ήταν έτοιμη να συμμετάσχει κανονικά και ισότιμα στην παρέα. Βλέποντας την αλλαγή αυτή στη στάση της Αγάπης, που ήταν πλεόν έκδηλη σε όλες της τις αντιδράσεις, από τον τόνο της φωνής της και τον τρόπο που καθόταν στον καναπέ μέχρι την λάμψη των ματιών της, ένιωσε κι η Μίνα μια τεράστια ανακούφιση. Ο πανικός που είχε καταβάλλει την Αγάπη όταν την βρήκε γυρνώντας με τον Ηλία, είχε επηρεάσει και τη δική της διάθεση. Τώρα πια μπορούσε κι εκείνη να χαλαρώσει.
–Είμαι αισίως στο τρίτο έτος.
–Έχετε πολλά μαθήματα; Το δικό μας πρόγραμμα, απ’όσο μπόρεσα να του ρίξω μια ματιά, είναι σχεδόν απάνθρωπο.
–Δεν σε φοβάμαι εσένα! Φαίνεσαι τσακάλι!


Η Αγάπη είχε αρχίσει πλέον να δέχεται με ευχαρίστηση τα κοπλιμέντα που της έκανε ο Ηλίας κάθε τόσο. Ένιωθε την αυτοπεποίθηση της συνεχώς να ανεβαίνει με κάθε του σχόλιο που έδειχνε θαυμασμό. Δεν ήταν σίγουρη για το πόσα από αυτά θα μπορούσε να εννοεί, ήταν όμως σίγουρη ότι η παρέα του της ήταν εξαιρετικά ευχάριστη. Η Μίνα από τη μία ήταν υπερήφανη για τη φίλη της και για τον τρόπο που κατάφερε να χειριστεί τον ίδιο της τον εαυτό. Την έβλεπε να λάμπει κι ήταν απλά υπερήφανη. Αδυνατούσε από την άλλη να διώξει την ανησυχία που επίμονα την βασάνιζε. Όφειλε να προφυλλάξει την Αγάπη. Δεν ήθελε όμως, επ’ουδενί λόγω, να της χαλάσει την αποψινή βραδιά. Απόψε η Αγάπη έκανε το ντεμπούτο της στον κόσμο του φλερτ κι η βραδιά ήταν όλη δική της. Μια βραδιά που κύλισε τόσο υπέροχα αλλά και τόσο γρήγορα. Κι όταν ήρθε επιτέλους η ώρα, πολύ αργότερα, που η Μίνα συνόδεψε τον Ηλία μέχρι την εξώπορτα, χρειάστηκαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα για να επιστρέψει στο σαλόνι και να βρει την Αγάπη να έχει ήδη αποκοιμηθεί στον καναπέ μ’ένα φαρδύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στο γλυκό της προσωπάκι. Είχε ήδη αγκαλιάσει σφιχτά τον Μορφέα και τριγυρνούσε στις γειτονιές ωραίων ονείρων. Έφερε μία κουβέρτα από το δωμάτιο και την σκέπασε. Δεν ήθελε να την ενοχλήσει και να διακόψει τον γαλήνιο ύπνο της. Έσκυψε μόνο και της ψιθύρισε «Καληνύχτα... Να προσέχεις...».

Αλεξία Λαμπροπούλου

2 σχόλια: