Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23 Ιουλ 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 19) Ορός Αμνησίας

   «Πιάστε τους!» φώναξε η Νάσια στον Κοσμά και στο Θεμιστοκλή που ήταν μπροστά της. Έτρεχαν να προλάβουν τους δύο ανθρώπους που μόλις είχαν βγει από το στοιχειωμένο σπίτι. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι έτρεχαν με ταχύτητα μακριά τους προσπαθώντας να ξεφύγουν από τις ταραγμένες μεταλλάξεις οι οποίες αγνοούσαν τι ακριβώς είχαν ακούσει τα δύο παιδιά.
   Αν είχαν ακούσει οτιδήποτε είχε σχέση με τα σχέδιά τους, ήταν πολύ πιθανόν να φτάσει στις αρχές και τότε όχι μόνο θα καταστρεφόταν η δουλειά και η προσπάθειά τους όλον αυτό τον καιρό αλλά θα κινδύνευε άμεσα και η ύπαρξή τους. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να μην τους ξεφύγουν.
   Ο Κοσμάς άρπαξε την όμορφη κοπέλα από το μπράτσο και την ακινητοποίησε ενώ ο Θεμιστοκλής πρόλαβε το αγόρι το οποίο κούτσαινε αρπάζοντας το από την μπλούζα με ταχύτητα. Το αγόρι χτυπιόταν με ένταση στη προσπάθεια του να ξεφύγει χωρίς αποτέλεσμα. Τα δύο παιδιά σύρθηκαν με το ζόρι προς τον κήπο του θεματικού σπιτιού όπου σταδιακά μαζεύονταν οι και υπόλοιπες μεταλλάξεις.
   Τα  αγόρια πλησίασαν με τους ομήρους τους την ομάδα.
   Η Αιμιλία στεκόταν δίπλα από τον Ορφέα ενώ στη παρέα τους είχαν προστεθεί η Εύη και ο Νίκος.
   «Δεν το πιστεύω!» φώναξε ο Νίκος εκνευρισμένα. «Έχει πάνω από δέκα χρόνια να πατήσει άνθρωπος στο σπίτι του τρόμου! Σήμερα βρήκαν οι ηλίθιοι;»
   Ο Ορφέας κοιτούσε εξίσου εκνευρισμένος  το ζευγάρι.
Πραγματικά ηλίθιοι. σκέφτηκε από μέσα του. Με ποια  λογική σκέφτηκαν πως θα ήταν καλή ιδέα να πατήσουν στο σπίτι του τρόμου; Μόνο οι φήμες που κυκλοφορούσαν γύρω από αυτό ήταν ικανές να απομακρύνουν και τους πιο ατρόμητους λάτρεις της δράσης. Και όμως,  ένα ζευγάρι που έμοιαζε να έχει βγει από κάποια αισθηματική ταινία θεώρησε πως ήταν καλή ιδέα να εξερευνήσει τι υπάρχει  μέσα σε ένα από τα πιο ανατριχιαστικά μέρη της Ωκεανίας. Οι άνθρωποι πάντοτε είχαν τις πιο ανόητες ιδέες.
   Η Εύη πλησίασε προς τον Ορφέα και ψιθύρισε προς το μέρος του. «Τι νομίζεις ότι άκουσαν;»
   Ο Ορφέας κοίταξε το αγόρι που πάσχιζε ανεπιτυχώς να ξεφύγει από τη λαβή του Θεμιστοκλή. Έπειτα τα μάτια του έπεσαν στο όμορφο κορίτσι δίπλα του. Η κοπέλα έτρεμε ενώ από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα. Παρόλα αυτά έμενε ακίνητη στη θέση της κοιτάζοντας ταραγμένη όλα τα πρόσωπα γύρω της. Ήταν πραγματικά τρομοκρατημένη.
   «Πολλά. Αν δεν είχαν ακούσει κάτι σημαντικό δε θα έτρεχαν σαν τρελοί να ξεφύγουν από εμάς. Επίσης ήταν μες στο κτήριο την ώρα που πέτυχε η μεταφορά δεδομένων και αρχίσαμε όλοι να φωνάζουμε»
   «Και εμείς ήμασταν στο γραφείο δίπλα από την πόρτα» είπε η Αιμιλία κοιτώντας τους δύο ανθρώπους. «ενώ μιλούσαμε για τα συστήματα ασφαλείας και το Ξωτικό»
   Η Εύη έπνιξε μία βρισιά. Αυτό ήταν το χειρότερο δυνατό σενάριο. Τουλάχιστον τους είχαν πιάσει πριν ξεφύγουν από το πάρκο. Από τη στιγμή που ήταν στα χέρια τους το πρόβλημα ήταν επιλύσιμο.
   «Έι Εύη! Το ‘χεις;» φώναξε η Νάσια που στεκόταν μπροστά από τους δύο ανθρώπους και τους κοιτούσε υποτιμητικά. «Ξέχασα το δικό μου πάνω!»
   Η Αιμιλία, καθώς έβλεπε την Εύη να βγάζει από το παλτό της μερικές ασφαλισμένες σύριγγες, θυμήθηκε τον ορό αμνησίας που είχε φτιάξει για τέτοιες περιπτώσεις. Τον ορό όπου διέγραφε τις αναμνήσεις της βραχύχρονης μνήμης, δηλαδή των τελευταίων 48 ωρών. Ενώ με το δυνατό υπνωτικό το ζευγάρι θα έπεφτε αναίσθητο πριν προλάβει να αντιδράσει.
   Η Εύη πλησίασε το αγόρι κρατώντας μία από τις σύριγγες στα χέρια της.
   Αλλά όσο πιο κοντά ερχόταν στο αγόρι τόσο εκείνο χτυπιόταν σαν παλαβό και βογκούσε. «Άσε με! Άσε με!» φώναζε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του ενώ ο Θεμιστοκλής που τον κρατούσε δυσκολευόταν από την αντίστασή του.
   Όταν η Εύη είχε φτάσει ακριβώς μπροστά του άνοιξε τη σύριγγα έτοιμη να την καρφώσει στο λαιμό του. Το αγόρι την κοιτούσε με τρομαγμένη αλλά και αηδιασμένη έκφραση. Την έκφραση που συνήθως έπαιρνε κάποιος άνθρωπος όταν έβλεπε μπροστά του μία μετάλλαξη.
   Ένα δευτερόλεπτο πριν αγγίξει η  βελόνα το δέρμα του φώναξε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του, σαν να ήλπιζε  πως κάποιος άλλος θα ήταν κοντά και θα τον άκουγε.
   «Μετάλλαξη! Βοήθεια μετάλλαξη!»
   Η Εύη πάγωσε ακούγοντας τις κραυγές του. Το χέρι της έμεινε παγωμένο χωρίς η σύριγγα να αγγίζει το λαιμό του αγοριού. Τα υπόλοιπα παιδιά ξεκίνησαν να ψιθυρίζουν ταραγμένα.
   «Τι είπε αυτός ο ηλίθιος;» φώναξε η Εύη καθώς ο Θεμιστοκλής μετέφερε ένα από τα χέρια του στο στόμα του αγοριού κλείνοντάς το με δυσκολία. Το αγόρι συνέχιζε να μουγκρίζει ασταμάτητα ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει από τη λαβή του αγοριού.
   Ο Ορφέας με έκπληξη αλλά και περιέργεια κοίταξε το αγόρι. Δεν περίμενε να είχε καταλάβει πως όλοι τους ήταν μεταλλάξεις από τα συμφραζόμενα, καθώς το μόνο που είχε αναφερθεί που να έχει σχέση με μεταλλάξεις ήταν τα στοιχεία που είχε δώσει στην Εύη. Αλλά από την άλλη η αντίδρασή του ιδιαίτερα απέναντι στην  Εύη ήταν ακραία.
Εκτός αν...
   «Πρέπει να κοιτούσε από τη μισάνοιχτη πόρτα. Και εμείς τόση ώρα δεν είχαμε αντιληφθεί τίποτα!» φώναξε ο Ορφέας νιώθοντας ανόητος. Δεν έπρεπε να είναι τόσο απερίσκεπτοι τη στιγμή που έκαναν κάτι τόσο σημαντικό. Με όλους να έχουν την προσοχή τους εστιασμένη στους υπολογιστές κανείς δεν έδωσε σημασία στο κατακόκκινο λαμπάκι που αναβόσβηνε για ώρα.
   Το αγόρι κοίταξε τον Ορφέα και με έκπληξη και ανησυχία αναγνωρίζοντας το όμορφο πρόσωπο του. Άλλωστε αυτό  το πρόσωπο  ήταν γνωστό και απεχθές για όλη την Ωκεανία.
   Ο Ορφέας κατάλαβε ότι τον αναγνώρισε, αλλά δεν έδωσε σημασία. Αυτά που είχε  ακούσει το αγόρι ήταν πολύ πιο σημαντικά από το κατά πόσο αναγνώρισε ποιος είναι. Η σύνδεση του με τις μεταλλάξεις ήταν γνωστή και δεν ήταν κάτι που τον ανησυχούσε.
   Ο Ορφέας έριξε μία ματιά πως την πλευρά του Νίκου, ο οποίος όμως είχε χαθεί από δίπλα του και κατευθυνόταν προς την πλευρά της Εύης.
   «Δεν έχει σημασία!» είπε η Εύη ενοχλημένη. «Τώρα θα ξεχάσει ό,τι είδε και ότι άκουσε.» είπε καθώς κατηύθυνε το χέρι της προς το λαιμό του.
   Το χέρι του Νίκου, σταμάτησε το δικό της. «Θα το κάνω εγώ»
   Η Εύη για μία στιγμή δίστασε, αλλά έπειτα χωρίς να πει τίποτα του έδωσε τη μικρή μεταλλική σύριγγα την οποία με ταχύτητα έκλεισε στη παλάμη του.
   Η Εύη επέστρεψε προς την πλευρά του Ορφέα και πέταξε μία δεύτερη σύριγγα προς το μέρος της Νάσιας η οποία την έπιασε με ταχύτητα πριν πέσει στο έδαφος.
   Ο Νίκος έσφιξε την μη ασφαλισμένη σύριγγα και κοίταξε το παιδί με ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο.
   «Μετάλλαξη! Βοήθεια μετάλλαξη!» είπε κοροϊδευτικά μιμούμενος τον τόνο του.
   Πολλά από τα παιδιά, μέσα σε δευτερόλεπτα, ξεπέρασαν το σοκ που τους είχαν προκαλέσει οι ταραγμένες φωνές του αγοριού και άρχισαν να γελάνε κοιτάζοντας το τρομοκρατημένο πρόσωπο του.
   Η Εύη ξεφύσηξε εκνευρισμένα. «Τι κάνει ο βλάκας; Έχουμε καλύτερα πράγματα να ασχοληθούμε από αυτό»
   Ο Ορφέας έβγαλε ένα ειρωνικό γελάκι. «Εσύ του έδωσες τη σύριγγα»
   Η Αιμιλία αδιαφόρησε για το ειρωνικό σχόλιο του Ορφέα καθώς υπήρχε κάτι άλλο που της κίνησε περισσότερο  την προσοχή. Το κοροϊδευτικό ύφος του Νίκου μαζί με το γέλιο των υπολοίπων, της προκάλεσε μία έντονη ανατριχίλα αλλά και δυσφορία στο στομάχι που χειροτέρευσε με τη συνέχεια.
   «Ο ανθρωπάκος φοβάται!» είπε ένα από τα κορίτσια της ομάδας του Κέρβερου ξεσηκώνοντας άλλο ένα κύμα γέλιου. «Η κακιά μετάλλαξη θα του ρουφήξει την ψυχή»
   Οι μεταλλάξεις άρχισαν να γελάνε ακόμα πιο έντονα καθώς έβρισκαν το σκηνικό ξεκαρδιστικό. Ενώ το αγόρι τρομοκρατημένο είχε πάψει να βογκάει και απλά με υγρά μάτια κοιτούσε το μοχθηρό πρόσωπο του Νίκου που στα μάτια του φαινόταν σαν  ψυχοπαθής.
   Ο Νίκος έδειξε με τον δείκτη του δεξιού του χεριού την Εύη ενώ στο αριστερό κρατούσε ακόμα τη σύριγγα. «Ξέρεις δεν είναι η μοναδική μετάλλαξη εδώ» είπε και με το μαγνητικό του πεδίο του αριστερού του χεριού ανασήκωσε τη σύριγγα.
   Το αγόρι ξανάρχισε να μουγκρίζει ενώ το κορίτσι που ήταν ακινητοποιημένο από τον Κοσμά άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
   Πλησίασε το πρόσωπό του σε απόσταση αναπνοής και τον κοίταξε με αυτό το μοχθηρό βλέμμα. «Όλα τα παιδιά που βλέπεις μπροστά σου είναι μεταλλάξεις. Όλα...»
   Η σιγανή του φωνή έμοιαζε με το μουγκρητό ενός επικίνδυνου τέρατος.
   Το αγόρι σφίχτηκε και άλλο. Η συνειδητοποίηση πως γύρω του υπήρχαν τα χέρια μιας μετάλλαξης του μεγάλωνε τη φρίκη, που διαγραφόταν ξεκάθαρα στο πρόσωπο του. Αυτή τη φορά σταμάτησε να χτυπιέται και έμεινε ακίνητος στη θέση του κοιτώντας την τρομακτική μετάλλαξη μπροστά του.
   Ο Νίκος πλησίασε λίγο ακόμα το πρόσωπό του.
   «Μπου!» είπε με σιγανή αλλά επιβλητική φωνή.
   Το αγόρι τινάχτηκε προς τα πίσω διευκολύνοντας τη λαβή του Θεμιστοκλή ο οποίος έδειχνε να διασκεδάζει με το θέαμα, μαζί με τις υπόλοιπες μεταλλάξεις που έβαλαν και πάλι τα γέλια.
   Η Αιμιλία ξεροκατάπιε. Καθώς το θέαμα ξετυλιγόταν ένιωθε μία έντονη φρίκη με τη συμπεριφορά του Νίκου. Και ακόμα μεγαλύτερη φρίκη με τα γέλια των υπόλοιπων μεταλλάξεων που έβρισκαν το θέαμα ξεκαρδιστικό.
   «Τι κάνει;» ρώτησε γεμάτη αηδία.
   «Τη ζωή μας δύσκολη!» είπε ο Ορφέας ενοχλημένος. Όμως η ενόχληση του δεν ήταν σαν της Αιμιλίας. Έμοιαζε περισσότερο με την ενόχληση που έχει κάποιος όταν ένα κουνούπι βουίζει στα αυτιά του.
   Την ίδια ενόχληση έδειχνε να έχει και η Εύη.
   «Ρεμάλι τελείωνε!» φώναξε η Νάσια εκνευρισμένη.
   «Να περιμένεις!» φώναξε με ύφος προς το μέρος της. Έπειτα έπιασε άγρια το αγόρι από το σαγόνι και του πρόσφερε ένα σαδιστικό βλέμμα.
   «Ξέρεις, θα πρέπει να δικαιολογήσουμε πως αύριο μία ασχημόφατσα σαν εσένα δεν θα θυμάται τίποτα από σήμερα» είπε.
   Και έπειτα του έδωσε μία γερή κλοτσιά στο στομάχι.
   «Στέλιο!» βγήκε μία κραυγή από το στόμα της κοπέλας που ακόμα κρατούσε σφιχτά ο Κοσμάς. Η οποία έπεσε απευθείας αναίσθητη με την ένεση της δυσαρεστημένης Νάσιας.
   Η Αιμιλία τινάχτηκε από τη θέση της έτοιμη να βοηθήσει τον ανυπεράσπιστο άνθρωπο καθώς ο Θεμιστοκλής τον άφηνε να πέσει στο σκληρό έδαφος.
   Το χέρι του Ορφέα βρέθηκε στο δρόμο της σταματώντας την. Τα αποφασιστικά μάτια του έπεσαν πάνω της.  «Μην το κάνεις» είπε σιγανά άλλα επιβλητικά.
   Η Εύη κοιτούσε με ένα απαθές βλέμμα το θέαμα χωρίς να δείχνει κάποιο ιδιαίτερο συναίσθημα στην εικόνα που έβλεπε μπροστά της.
   Ενώ η Αιμιλία ήταν έτοιμη να παραπονεθεί για τη στάση του Ορφέα και της Εύης που παρακολουθούσαν τον θέαμα με άνεση, μία δεύτερη κλοτσιά καρφώθηκε στα πλευρά του αγοριού και μία τρίτη ανάμεσα στα πόδια. Μην αντέχοντας να παρακολουθεί το σκληρό θέαμα γύρισε από την άλλη. Άκουγε τις κραυγές και τα βογκητά του αγοριού, το οποίο δυσκολευόταν να αναπνεύσει από τον πόνο. Και μέσα σε αυτά τα βογκητά μπορούσε να ακούσει και πνιγμένους λυγμούς που δεν προλάβαιναν να βγουν από τις φωνητικές του χορδές.
   «Κάνε την ένεση και τελείωνε!» φώναξε ο Ορφέας εκνευρισμένα.
   Ο Νίκος, με ένα ταχύτατο ελιγμό του μαγνητικού του πεδίου κάρφωσε τη σύριγγα στο λαιμό του.

*  *  *

   Το αγόρι άνοιξε τα θολωμένα του μάτια αντικρίζοντας ένα μεγάλο λευκό φως. Ζαλισμένος ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα του προσπαθώντας να εστιάσει αποτυχημένα στον μεγάλο πάλλευκο χώρο που δεν του θύμιζε τίποτα.
   Μα που βρισκόταν; Τι είχε συμβεί; Και πως είχε βρεθεί εκεί; Δεν μπορούσε να ανακαλέσει τίποτα από τη μνήμη του, η οποία έμοιαζε με άδειο καμβά δίχως χρώματα. Μόνο μερικές θολές εικόνες, όπως ένας παλιός κλόουν και μερικοί παρατημένοι σκελετοί. Μάλλον θα  ήταν κάποιο όνειρο, παρά ανάμνηση. Έτσι ξανάκλεισε τα μάτια του σε μία προσπάθεια να βυθιστεί  ξανά σε έναν πολυπόθητο ύπνο.
   «Καλησπέρα Στέλιο» ακούστηκε μία ήρεμη γυναικεία φωνή.
   Το αγόρι ξανάνοιξε τα μάτια του έχοντας πιο ακριβή αντίληψη  αυτή τη φορά. Η εικόνα ξεκίνησε να ξεκαθαρίζει . Ένα μεγάλο λευκό δωμάτιο με λευκούς τοίχους και λευκά έπιπλα απλωνόταν στο οπτικό του πεδίο. Ενώ, κοιτώντας το σώμα του, συνειδητοποιούσε ότι και αυτό ήταν καλυμμένο με λευκά σεντόνια ενώ στο αριστερό του χέρι μπορούσε να δει καρφωμένα μερικά σωληνάρια.
   Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Μόνο σε ένα μέρος θα μπορούσε να βρίσκεται.
   Νοσοκομείο.
   Κοίταξε το σώμα του. Φορούσε μία νοσοκομειακή ρόμπα και στα λίγα κομμάτια σάρκας που έβλεπε μπορούσε να διακρίνει μεγάλους καφέ μοβ μώλωπες. Η αναπνοή του ήταν βαριά και ένιωθε έντονους πόνους στη κοιλιά και στα πλευρά.
   Γιατί βρισκόταν στο νοσοκομείο; Τι είχε συμβεί και είχε βρεθεί εκεί και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση;
   Η εικόνα ενός μοχθηρού χαμόγελου και δύο επιθετικών καστανών ματιών ζωντάνεψε μες το μυαλό του. Μία τρομακτική φιγούρα γεμάτη μίσος τσίριζε στο κεφάλι του και μία μοναδική λέξη έφτανε στην συνείδησή του…. Κίνδυνος.
   «Νιώθεις καλύτερα;» ξανακούστηκε η γυναικεία φωνή.
   Έστριψε το κεφάλι του με δυσκολία προς την πηγή της φωνής. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο σβέρκο που μάλλον ήταν σακατεμένος όπως και  το υπόλοιπο σώμα του.
   Μια εντυπωσιακά όμορφη παρουσία στεκόταν ακριβώς δίπλα του. Μία πανέμορφη γυναίκα με σμαραγδένια μάτια και υπέροχα μαύρα λεία μαλλιά όπου τον κοιτούσε με ένα φιλικό άλλα απόμακρο ύφος. Αποσβολωμένος  προσπαθούσε να θυμηθεί που είχε ξαναντικρίσει αυτό το θεσπέσιο και οικείο πρόσωπο.
   «Κυρία πολιτάρχη;» ρώτησε αν και δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο στη πραγματικότητα βρισκόταν η Αριάδνη Μακρή στο δωμάτιο μαζί του.
   Η γυναίκα χαμογέλασε με ένα υπέροχο αλλά απόμακρο χαμόγελο. «Βλέπω επανήλθες στη πραγματικότητα»
   Γιατί ήταν η πολιτάρχης σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου μαζί του;
   Η εικόνα ενός άλλου προσώπου, γυναικείου αυτή τη φορά, διαπέρασε το μυαλό του. Κόκκινα μαλλιά, πράσινα μάτια, περίεργοι κρίκοι στη μύτη και στο αυτί.  Όμορφη αλλά τρομακτική.
   «Τι συνέβη;» είπε ανατριχιάζοντας.
   Το χαμόγελο της γυναίκας χάθηκε. «Είχες μία ατυχή συνάντηση. Αλλά τελείωσε τώρα, είσαι ασφαλής. Μερικά παιδιά φρόντισαν να φέρουν εσένα και τη φίλη σου εδώ με ασφάλεια»
   Φίλη του; Ποια φίλη του; Ήταν κάποια κοπέλα μαζί του πριν βρεθεί στο νοσοκομείο. Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι; Δεν είχε πολλά κορίτσια φίλες και δύσκολα θα έβγαινε με κάποια από αυτές βράδυ.
   Η εικόνα μεταξένιων κυματιστών μαλλιών ήρθε στο μυαλό του αυτή τη φορά. Σταρένιο δέρμα, καστανά μάτια... Η Χλόη; Αποκλείεται να ήταν η Χλόη. Πώς θα μπορούσε ποτέ αυτή η καλλονή να βγει μαζί του; Μάλλον ήταν σε κάποιο όνειρο του  όπως ο κλόουν και οι σκελετοί.
   «Δεν θυμάμαι τίποτα» αναφώνησε τρομαγμένα αλλά εξαντλημένα. Πώς γινόταν να είχε βρεθεί στο νοσοκομείο και να μην θυμόταν τίποτα;
   «Είναι λογικό. Αυτοί που σου επιτέθηκαν σε νάρκωσαν με έναν περίεργο ορό. Αλλά εμείς έχουμε το αντίδοτο του. Οι αναμνήσεις σου θα επανέλθουν σταδιακά» είπε η πολιτάρχης με ήρεμο και φιλικό τόνο. «Σε λίγα λεπτά θα θυμάσαι τα πάντα»
   Ο ορός αμνησίας είχε αποκτήσει τους τελευταίους μήνες μία σημαντική αδυναμία. Ένα αντίδοτο το οποίο αν χορηγούταν λίγες ώρες μετά τον ορό αμνησίας μπορούσε να ανακαλέσει τις χαμένες αναμνήσεις της βραχύχρονης μνήμης. Οι απρόσεκτες μεταλλάξεις, έχοντας κακοποιήσει το αγόρι και αναισθητοποιήσει την κοπέλα, αναγκάστηκαν να τους φέρουν μέχρι το νοσοκομείο όπου υποστήριξαν ότι τους βρήκαν αναίσθητους στα στενά του Νοτιοανατολικού Συγκροτήματος.
   Η πολιτάρχης ωστόσο γνώριζε πολύ καλά που βρισκόταν το ζευγάρι πριν μεταφερθεί στο νοσοκομείο.
Στο εγκαταλελειμμένο κομμάτι του λούνα παρκ της Ωκεανίας, όπου – όπως καλά ήξερε – βρισκόταν ένα από τα  κρησφύγετα των μεταλλάξεων. Το αγόρι μπροστά της έπρεπε να είχε πολύτιμες πληροφορίες που η ίδια δεν είχε καταφέρει να ξετρυπώσει.
Βοήθεια...! άκουσε την ίδια του τη φωνή το αγόρι μέσα στο κεφάλι του. Γέλια και φωνές...
   «Μεταλλάξεις!» φώναξε με ένταση. «Πολλές μεταλλάξεις!»
   Ανατρίχιασε ακούγοντας τις ίδιες του τις λέξεις.
   Η πολιτάρχης γνώριζε πως ο συγκεκριμένος χώρος του νοσοκομείου ήταν πλήρως ηχομονωμένος. Έτσι δεν ένιωθε οποιαδήποτε  ανησυχία που το αγόρι φώναξε με τόσο υψηλή ένταση. Άλλωστε  εκείνη είχε δώσει την εντολή να μεταφερθεί σ΄ αυτό το  δωμάτιο ώστε να μπορεί να του μιλήσει με την ησυχία της χωρίς να ανησυχεί για άγνωστα αυτιά που αγαπάνε να κρυφακούν.
   Ακούμπησε τον ώμο του με έναν σχεδόν στοργικό τρόπο. «Σςςςς...» είπε με ήρεμη και γλυκιά φωνή. «Ηρέμησε, δεν υπάρχει καμία μετάλλαξη εδώ μέσα»
   Το αγόρι άρχισε να βαριανασαίνει καθώς οι αναμνήσεις η μία μετά την άλλη επανέρχονταν στη μνήμη του.
   Ήταν στο παρατημένο κομμάτι του λούνα παρκ της Ωκεανίας μετά τα μεσάνυχτα μαζί με την Χλόη. Ναι, την πανέμορφη Χλόη που για έναν ανέλπιστο λόγο είχε δεχτεί να βγει μαζί του. Προσπαθώντας να αξιοποιήσει ένα χαζό φαινόμενο που είχε ανακαλύψει στο ίντερνετ επιδίωκε να την τρομάξει για να τον ερωτευτεί. Αποδεχόμενη την πρόσκλησή του για περιπέτεια, η Χλόη είχε αντιπροτείνει να μπουν στο σπίτι του τρόμου. Εκεί ανακάλυψαν τις μεταλλάξεις.
   Έτρεμε ολόκληρος από τις απαίσιες αναμνήσεις. Οι σιχαμένες μεταλλάξεις προσπαθούσαν να του κάνουν κάποια περίεργη ένεση.
   «Πως είναι δυνατόν;» φώναξε ταραγμένος. «Πως είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσες μεταλλάξεις στην Ωκεανία; Η Ωκεανία υποτίθεται πως είναι ασφαλής πόλη!»
   «Σςςςς...» ξαναείπε η πολιτάρχης η οποία περίμενε αυτή την αντίδραση. «Είναι όλα καλά τώρα»
   Ο παλμογράφος του είχε φτάσει στο κόκκινο χρώμα. Βρισκόταν σε κρίση πανικού, αλλά σύντομα ένα ελαφρύ ηρεμιστικό κύλησε στο αίμα του από ένα από τα σωληνάρια που ήταν καρφωμένα στο χέρι του. Οι παλμοί του έπεσαν ενώ το χρώμα του παλμογράφου έγινε κίτρινο.
   «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ενώ με προσπάθεια κρατούσε τη φωνή του σταθερή. «Από που ήρθαν αυτές οι μεταλλάξεις;»
   Η πολιτάρχης έτριψε μαλακά τον ώμο του σαν ένα δείγμα στοργής. Και έπειτα το πρόσωπο της πήρε μία απολογητική έκφραση. «Δυστυχώς υπάρχουν μερικές παραπάνω μεταλλάξεις στην Ωκεανία από αυτές που γνωρίζει ο κόσμος. Προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα αλλά ο εντοπισμός τους είναι δύσκολος και πρέπει να γίνει με απόλυτη μυστικότητα. Δεν θέλουμε να προκαλέσουμε πανικό στους πολίτες»
   Παραπάνω μεταλλάξεις; Ανατρίχιασε στη σκέψη. Πόσες μεταλλάξεις υπήρχαν δίπλα του; Μόνο αυτές που είχε δει εκείνο το βράδυ ξεπερνούσαν τις δέκα. Σε τι κίνδυνο βρισκόταν η πόλη καθημερινά;
  Ήταν ξεκάθαρο πως η πολιτάρχης βρισκόταν μαζί του στο δωμάτιο ακριβώς επειδή είχε έρθει σε επαφή με αυτές τις μεταλλάξεις. Πιθανότατα χρειαζόταν κάτι από εκείνον. «Θέλετε την βοήθεια μου να εντοπίσετε όσες είδα;»
   «Θα ήταν χρήσιμο, αλλά προηγείται κάτι άλλο» είπε η πολιτάρχης χωρίς να χάσει τον στοργικό της τόνο. Έβαλε μία τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της και κοίταξε κατάματα το αγόρι.
   Το αγόρι ξεροκατάπιε κοιτώντας τα εντυπωσιακά μάτια της. Σαν πιστός ακόλουθος της, ήταν έτοιμος να υπακούσει την οποιαδήποτε εντολή του έδινε αυτή η σειρήνα της στεριάς.
   «Θυμάσαι την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ Ενότητας;» ρώτησε η γυναίκα. «Το βίντεο που είχε προβληθεί;»
   Το βίντεο με τον Μιχάλη Θεοδοσίου που είχε σοκάρει όλη την Ωκεανία ήταν αδύνατο να ξεχαστεί. Το βίντεο που είχε παρουσιάσει την πολιτάρχη, αυτή την πανέμορφη γυναίκα δίπλα του σαν άσπλαχνο τέρας που είχε σκοτώσει το νεαρό παιδί εν ψυχρώ. Όμως αυτό το παιδί, που παρουσιαζόταν σε αυτή την προβολή σαν αθώο ήταν μετάλλαξη, κι αυτό ήταν πολύ μακριά από την αθώα εικόνα που είχε  δείξει αυτή η προβολή.
   Η εικόνα της πολιτάρχη απέκλινε ακόμα παραπάνω από την πραγματικότητα. Η απόμακρη αλλά φιλική και στοργική πολιτάρχης που είχε δίπλα του δεν έμοιαζε στο ελάχιστο με τη γυναίκα που είχε αποτυπωθεί σε αυτό. Η εικόνα παρουσίαζε μία από τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα της σαν επικεφαλή του νόμου και  της τάξης.
    Έκανε ένα θετικό νεύμα νιώθοντας για ακόμη μία φορά τον οξύ πόνο στο λαιμό του. «Δεν ξεχνιέται»
   Η γυναίκα χαμογέλασε θλιμμένα. «Αυτό το βίντεο ήταν δουλειά των μεταλλάξεων που είδες στο λούνα παρκ. Αυτές ήταν που μπόρεσαν και εισέβαλλαν στα συστήματα της σκηνής με σκοπό να σοκάρουν την Ωκεανία και να πάρουν εκδίκηση για το θάνατο της μετάλλαξης που πέθανε το Σεπτέμβριο»
   Το αγόρι ξεροκατάπιε για ακόμη μία φορά. Ήταν τρομακτικό που οι μεταλλάξεις είχαν τη δύναμη να κάνουν κάτι τέτοιο και να εισβάλλουν στα συστήματα ασφαλείας με τέτοια άνεση. Οι ισχυρισμοί της πολιτάρχη έμοιαζαν απολύτως λογικοί.
   Ποιος άλλος θα έβλεπε μία μετάλλαξη με αυτόν τον διεστραμμένο τρόπο; Μόνο μία άλλη μετάλλαξη που είχε εξίσου διεστραμμένη λογική και συμπεριφορά.
   Στο πρόσωπό του αποτυπώθηκε η αηδία που ένιωθε, αφού το ηρεμιστικό που έτρεχε στο αίμα του δεν του επέτρεπε να νιώσει ταραχή. «Έχουν θράσος»
   «Έχουν μεγάλο θράσος» συμφώνησε η γυναίκα. «Όμως το πρόβλημα δεν έγκειται σε όσα έγιναν στο Φεστιβάλ Ενότητας άλλα σε όσα πρόκειται να ακολουθήσουν στο μέλλον. Οι μεταλλάξεις φαίνεται να έχουν κάποιο σχέδιο που εμείς αγνοούμε και είναι έτοιμες να σπείρουν πανικό στην Ωκεανία»
   Ακούγοντας τα λόγια της πολιτάρχη μία άλλη ανάμνηση άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό του. Αυτή τη φορά δεν ήταν εικόνα, ήταν λόγια. Κάποια μπερδεμένα λόγια και μόνο μια περίεργη λέξη μπορούσε να ξεχωρίσει. Ξωτικό...
   Έσφιξε τα μάτια του. Προσπαθούσε να ανασύρει τη συζήτηση  από το χάος του μυαλού του ,το οποίο ακόμα δεν είχε ανακτήσει όλες τις αναμνήσεις.
   «Εσύ ήσουν στο κρησφύγετό τους. Τυχαίνει να άκουσες κάτι που είχε σχέση με αυτό που σχεδιάζουν; Θα μας ήταν κάτι παραπάνω από πολύτιμο»
   Το αγόρι πίεσε τον εαυτό του να θυμηθεί κάτι άλλο που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο στη πολιτάρχη. Κάτι που ίσως θα μπορούσε να σώσει την Ωκεανία από την μοίρα που είχαν σχεδιάσει οι μεταλλάξεις.
   «Θυμάμαι κάτι για κάποιο Ξωτικό.... και κάτι στοιχεία. Νομίζω... ότι έλεγαν για κάτι στοιχεία για τις μεταλλάξεις. Τι στοιχεία;»
   «Πιθανότατα διαστρεβλωμένα στοιχεία ώστε να δικαιολογήσουν την ύπαρξη τους. Οι μεταλλάξεις έχουν την συνήθεια να πείθουν τους εαυτούς τους με θεωρίες οι οποίες παρουσιάζουν  τους ανθρώπους σαν κακούς»
   Ήταν γνωστό στις αρχές πως οι μεταλλάξεις είχαν πολύτιμα στοιχεία στα χέρια τους, εκ των οποίων πολλά και τη σφραγίδα του πολιταρχείου. Όμως αυτά τα στοιχεία είχαν μείνει ανεκμετάλλευτα για πολλά χρόνια, ίσως γιατί φάνταζαν απίστευτα στα μάτια ενός κοινού ανθρώπου. Αν όμως έβρισκαν κάποιο αποτελεσματικό τρόπο να χρησιμοποιήσουν αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να αποβούν όχι μόνο επικίνδυνα αλλά καταστροφικά.  Άλλωστε, όσο κι αν έμοιαζαν απίθανα, αυτά τα στοιχεία ήταν πέρα για πέρα αληθινά.  
Αυτό ωστόσο που  έκανε εντύπωση στην πολιτάρχη απ’ όσα είχε πει το αγόρι ήταν η λέξη που ξεστόμισε. Υπήρχε κάτι πολύ ενδιαφέρον κρυμμένο στις αναμνήσεις του. «Είπες Ξωτικό;» ρώτησε ήρεμα.
   «Ναι» είπε το μπερδεμένο αγόρι. «Κάτι για ένα ξωτικό. Αλλά νομίζω ότι είναι κάτι τελείως διαφορετικό από το μυθικό πλάσμα. Είχε σχέση με κάποιον κώδικα»
   Το Ξωτικό ήταν μία κωδική ονομασία που χρησιμοποιούσαν ανάμεσα τους οι  μεταλλάξεις εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά ακόμα δεν είχαν καταφέρει να ανακαλύψουν  οποιοδήποτε αξιόλογο στοιχείο σχετικό  με αυτή των κωδική ονομασία. Πιθανότατα αυτό ήταν το πιο χρήσιμο απ’ όσα θα μπορούσε να έχει ακούσει το αγόρι κατά  τη διάρκεια της παραμονής του στο λούνα παρκ.
   «Κώδικα;»
   «Ναι κάποιον περίεργο κώδικα. Νομίζω ότι είχε σχέση με προγραμματισμό» συνέχισε εξίσου προβληματισμένος «Ίσως είναι κάποιου είδους πρόγραμμα το οποίο το φώναζαν Ξωτικό»
   Ένα πρόγραμμα με την κωδική ονομασία Ξωτικό ήταν κάτι το οποίο έδενε με τα λιγοστά στοιχεία που είχε το πολιταρχείο. Προγραμματιστές υπήρχαν άπειροι στην Ενότητα Ειρήνης, το ίδιο και προγράμματα, όμως τίποτα από αυτά δεν μπορούσε να φανεί επικίνδυνο με κάποιο τρόπο.  Άλλωστε με τα παντοδύναμα συστήματα ασφαλείας δύσκολα μπορούσε να εισβάλλει κάτι, και σίγουρα αυτό δε θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από ένα βίντεο όπως έγινε στο Φεστιβάλ Ενότητας.
   Είχαν περάσει μήνες από την προβολή του επίμαχου βίντεο κι ακόμη η παρεμβολή του ήταν ένα άλυτο μυστήριο  για το πολιταρχείο και το δημαρχείο. Οι προγραμματιστές είχαν πέσει σε αδιέξοδο. Κανένας δεν γνώριζε πως οι μεταλλάξεις είχαν πάρει στα χέρια τους τα συστήματα προβολής του Φεστιβάλ,. Τα συστήματα έμοιαζαν απροσπέλαστα  και δεν μπορούσαν να βρουν με ποιόν τρόπο θα μπορούσε κάποιος να είχε προβάλλει το βίντεο.
   Σαν πολιτάρχης είχε υποχρέωση να μην υποτιμήσει το πρόγραμμα. Θα μπορούσε να φανεί μοιραίο για το μέλλον της πόλης, όσο  απίθανο κι αν φαινόταν.
   «Θέλουν να το χρησιμοποιήσουν στις 3 Μαΐου, ανήμερα του Φεστιβάλ Τεχνολογίας!» είπε  καθώς άλλη μία από τις αναμνήσεις είχε ανακληθεί στη μνήμη του.
   Η πολιτάρχης δεν μίλησε. Έπρεπε να αφήσει τις αναμνήσεις του αγοριού να έρθουν στην επιφάνεια.
   «Όταν θες να δημιουργήσεις έναν ιό...» ψιθύρισε το αγόρι μέσα από τα δόντια του. «...που να μπορεί να προσβάλλει τα καλύτερα συστήματα ασφαλείας στην Ενότητα Ειρήνης πρέπει να γράψεις το ακατόρθωτο»
  Η πολιτάρχης τον κοίταξε με έκπληξη. Έμοιαζε να ψιθυρίζει κάτι που είχε ακούσει όσο ήταν στο σπίτι του τρόμου το οποίο δυστυχώς αν  συσχετιζόταν με το Ξωτικό σήμαινε πως οι μεταλλάξεις ετοιμάζονταν να φέρουν μεγάλους μπελάδες.
   Η εικόνα ενός οικείου προσώπου που συνδυαζόταν με αυτή τη φωνή ήρθε στο μυαλό του αγοριού. Για ακόμη μία φορά ένιωσε την φρίκη να φουντώνει, καθώς αυτό το γνωστό πρόσωπό δεν ήταν άλλο από τον γιο της μετάλλαξης.
Ο Ορφέας Πετρής! Ο οποίος δεν ήταν απλά μετάλλαξη, άνηκε και σε αυτή την ομάδα μεταλλάξεων που συνωμοτούσαν εναντίον της πολιτάρχη και της Ωκεανίας. Η φωνή που άκουγε όσο ήταν μαζί με τη Χλόη μέσα στο σπίτι του τρόμου αλλά και η φωνή που είχε βγάλει ο Ορφέας Πετρής όταν είχε πει σε αυτή την κοκκινομάλλα πως μάλλον έπρεπε να τους παρακολουθούσαν από την μισάνοιχτη πόρτα,  ήταν ολόιδιες. Του είχε κάνει φοβερή εντύπωση όταν τον είχε ακούσει και γι αυτό παρατήρησε το πρόσωπο του. Φωνή και όψη  είχαν χαραχτεί στη μνήμη του και έμοιαζε πως θα έμεναν μόνιμα εκεί.
   «Το Ξωτικό είναι ένας ψηφιακός ιός!» φώναξε. «Ο οποίος έχει μέσα τα διαστρεβλωμένα στοιχεία για τις μεταλλάξεις. Και θυμάμαι πως κάτι κατάφεραν όσο ήμασταν μέσα στο κτήριο. Ο ιός δουλεύει!»
   Η ηρεμιστική δράση έμοιαζε ανούσια, καθώς οι παλμοί του ξεκίνησαν να ανεβαίνουν για ακόμα μία φορά, ενώ η πολιτάρχης έχασε το ήρεμο φιλικό της βλέμμα και είχε μείνει με ένα παγωμένο και ανέκφραστο που προσπαθούσε μάλλον να κρύψει την ταραχή της. Δευτερόλεπτα μετά απέκτησε πάλι την αυτοκυριαρχία της κι επανέφερε το φιλικό της βλέμμα, αλλά έντονα προβληματισμένο αυτή τη φορά. Η ψυχραιμία της πολιτάρχη τον εντυπωσίασε την στιγμή που ο ίδιος δεχόταν μια δεύτερη δόση ηρεμιστικού. «Στέλιο» είπε με ηρεμία και με τον ίδιο πάντα φιλικό τόνο. «Έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα»
   Χάιδεψε τον ώμο του για ακόμα μία φορά.
   Το αγόρι την κοίταξε απορημένα. Ναι υπήρχε τεράστιο πρόβλημα. Οι μεταλλάξεις ήταν έτοιμες να απελευθερώσουν έναν ψηφιακό ιό που είχε διαστρεβλωμένα στοιχεία για τις ίδιες. Αλλά το πρόβλημα δεν ήταν αυτό. Εφ΄ όσον  οι μεταλλάξεις μπορούσαν να φτιάξουν κάποιου είδους ιό και να πάρουν στα χέρια τους τα ψηφιακά συστήματα της Ωκεανίας, η Ωκεανία θα μετατρεπόταν σε μία δεύτερη Πυρήνις και οι μεταλλάξεις θα κυβερνούσαν με τρομοκρατία.
   Ξανακοίταξε την πολιτάρχη και τα υπέροχα φιλικά και ζεστά μάτια της. Έμοιαζε να είναι ένα ουράνιο πλάσμα, σαν κάποιου είδους ανώτερη ύπαρξη που στεκόταν πολύ μακριά του, και ας ήταν ακριβώς δίπλα του.
   «Δυστυχώς τα αποτελέσματα του αντίδοτου που σου δώσαμε δεν αναιρούνται. Οι αναμνήσεις δεν μπορούν να διαγραφούν ξανά...»
   Προτού το συνειδητοποιήσει το αριστερό χέρι της πολιτάρχη βρέθηκε μπροστά από το πρόσωπό του κρατώντας ένα ασημένιο όπλο.
    Τα φιλικά πράσινα μάτια της μετατράπηκαν σε αυτά ενός απόκοσμου τέρατος καθώς πατούσε τη σκανδάλη.

*  *  *

   Η εικόνα του κατακόκκινου αίματος άφηνε ανεπηρέαστη την Αριάδνη Μακρή καθώς έβλεπε τους αστυνομικούς να απομακρύνουν το πτώμα του νεαρού αγοριού από το κάποτε ολόλευκο δωμάτιο. Τα κατακόκκινα από το αίμα σεντόνια την άφηναν απολύτως αδιάφορη ενώ το μόνο που την ενοχλούσε ήταν τα λερωμένα φρεσκοτυπωμένα τακούνια της που είχαν αποκτήσει μεγάλους κόκκινους λεκέδες από το αίμα που είχε στάξει πάνω τους.
   Μία ξανθιά γυναίκα με ένα αψεγάδιαστο καρέ κούρεμα στεκόταν ακριβώς δίπλα της κρατώντας μία φορητή οθόνη αφής. Στα χέρια της κρατούσε ένα δεύτερο ζευγάρι τακούνια.
   «Τι θα θέλετε να αναφερθεί στου συγγενείς του;» ρώτησε η προσωπική της βοηθός η οποία δημιουργούσε ένα αρχείο με τα στοιχεία που είχαν συλλέξει από το αγόρι.
   Η Αριάδνη έβγαλε τα τακούνια της και τα πέταξε στα λερωμένα σεντόνια και πήρε το δεύτερο ζευγάρι από τα χέρια της βοηθού της. «Ποιοι τον επισκέφτηκαν πριν έρθω;»
   Η βοηθός κοίταξε για λίγο την οθόνη με όλα τα ιατρικά αρχεία. «Μόνο οι γονείς του»
   Φόρεσε τα τακούνια και κοίταξε για λίγο τους αστραγάλους της. Σιγουρεύτηκε ότι ταιριάζουν με το με τα πόδια της και με και σύνολο που φορούσε και σηκώθηκε για να τσεκάρει την άνεση τους. «Έχει κανένας από τους δύο ιατρικές γνώσεις;»
   «Όχι» απάντησε η βοηθός η οποία έδειχνε εξίσου ασυγκίνητη με την πολιτάρχη. «Και οι δύο δουλεύουν στο τομέα παραγωγής»
   Περπάτησε για μερικά μέτρα διαπιστώνοντας πως τα καινούρια της παπούτσια ήταν ιδανικά. Έτσι κατευθύνθηκε προς την έξοδο, ενώ η βοηθός της την ακολούθησε.

   Η φωνή της ακούστηκε ήρεμη αλλά παγωμένη. «Τότε πες πως υπέκυψε στα τραύματα του».


Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου