Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

12 Ιουλ 2016

0 Σκιές (Κεφάλαιο 20) Έκπληξη

Όσο κι αν ταράχτηκα με την ανεξήγητη συμπεριφορά του Στέφανου, ήξερα ότι ήταν πιο σημαντικό να κάνουμε το ξόρκι. Τινάχτηκα λοιπόν σαν ελατήριο και πήγα να φέρω το βιβλίο.
Επέστρεψα γρήγορα και είδα ότι η Ειρήνη είχε ένα χαμένο βλέμμα, ίσως και να φοβόταν λιγάκι, προσπαθούσε όμως να το κρύψει. Την λοξοκοίταξα προσπαθώντας να στείλω ένα κύμα ηρεμίας, πράγμα που όπως είδα την βοήθησε.
Άνοιξα το βιβλίο και άρχισα να το ξεφυλλίζω με την Μυρτώ να κοιτάει πάνω απ' τον ώμο μου. Όταν έφτασα στη σελίδα με τις ασπίδες έσπευσε να βάλει το χέρι της πάνω και αμέσως ήρθε κι έκατσε δίπλα μου τραβώντας το βιβλίο προς το μέρος της.
"Ασπίδες χώρου, ασπίδες ονείρων, ασπίδες αύρας, ασπίδες οικογένειας, εδώ είμαστε! Προσωπικές ασπίδες", είπε καθώς έσερνε τον δείκτη της στους τίτλους.
Την πλησίασα και κοίταξα κι εγώ, ενώ η Ειρήνη αρνιόταν και την παραμικρή ματιά.
"Βλέπεις τίποτα;", ρώτησα.
"Δεν λέει κάτι για σκέψεις προς το παρόν", απάντησε κοφτά και συνέχισε να ψάχνει.
Εγώ την άφησα για λίγο μόνη και πήγα να μιλήσω στην Ειρήνη που καθόταν αμίλητη στην πολυθρόνα.
"Αν δεν αισθάνεσαι άνετα μπορείς να φύγεις", της είπα χαμογελαστά.
"Κοντεύω να τα κάνω πάνω μου είναι η αλήθεια, αλλά δεν θέλω να φύγω", μου απάντησε και την πήρα αγκαλιά. Μία από εκείνες που όταν στις κάνουν ή όταν τις κάνεις είναι σαν να λες στον άλλο "Ευχαριστώ που υπάρχεις".
"Το βρήκα!", ακούστηκε η Μυρτώ ενθουσιασμένη.
Άφησα την Ειρήνη και πήρα το βιβλίο στα χέρια μου. Διάβασα προσεκτικά το ξόρκι και είδα ότι δεν ήταν δύσκολο, απλά χρειαζόμασταν πολλά λευκά κεριά για να κάνουμε έναν κύκλο. Το ξόρκι ήταν για ένα ή περισσότερα άτομα.
"Χμμ Ειρήνη σου έχω δυσάρεστα νέα", είπα και είδα την αγωνία να χαράζεται στο πρόσωπό της.
"Πρόσεχε τι θα πεις!", με προειδοποίησε.
"Πρέπει να συμμετέχεις κι εσύ στο ξόρκι", εκτόξευσα γρήγορα και μπερδεμένα περιμένοντας την αντίδρασή της.
"Τι;", είδα με μιας το χρώμα απ' το πρόσωπό της να φεύγει δίνοντας τη θέση του σε μια πεθαμένη χλομάδα.
"Όχι όχι μην πανικοβάλλεσαι, δε χρειάζεται να κάνεις κάτι, απλά θα είσαι μέσα στον κύκλο", την καθησύχασα μετανιώνοντας για τον τόνο που χρησιμοποίησα προηγουμένως.
"Και γιατί αυτό;", ρώτησε ζαρώνοντας στη θέση της.
"Γιατί μπορεί να διαβάσουν και τις δικές σου σκέψεις οι Σκιές", απάντησα διστακτικά.
"Οι ποιες;", γούρλωσε τα μάτια της απορώντας.
"Αυτές που μας κυνηγάνε τέλος πάντων και μου προκαλούν τον πονοκέφαλο και τις λιποθυμίες. Διαβάζουν τη σκέψη μου και προσπαθούμε να κάνουμε κάτι να τις σταματήσουμε", εξήγησα όσο πιο απλά μπορούσα, αν κι αυτό δεν έδειξε να βοηθάει και πολύ την κατάσταση.
Αναστέναξα και πήγα να φέρω τα λευκά κεριά απ' την κουζίνα, δεν είχα κανονικά γι' αυτό θα χρησιμοποιούσα ρεσώ. Τα έβγαλα απ' τη συσκευασία τους και τα τοποθέτησα σε έναν κύκλο στο σαλόνι. Ύστερα είπα στη Μυρτώ να μπει πρώτη και στην Ειρήνη να την ακολουθήσει. Έκατσα όρθια στο κέντρο του κύκλου και είπα στις άλλες να κάτσουν γονατιστές δίπλα μου. Συγκεντρώθηκα και αφού επικαλέστηκα τα 5 στοιχεία, διάβασα δυνατά τα λόγια του βιβλίου. Έπρεπε να τα επαναλάβω τρεις φορές, ήδη με την δεύτερη αισθανόμουν το κεφάλι μου πιο ελαφρύ. Μόλις τελείωσα ήταν σειρά της Μυρτώς. Της έδωσα το βιβλίο και είπε κι εκείνη τα λόγια. Έπειτα η Ειρήνη και τέλος ευχαρίστησα τα στοιχεία που μας βοήθησαν και έσβησα ένα ένα τα κεριά.
"Τι αυτό ήταν μόνο;", είπε άψυχα η Ειρήνη.
"Ναι", απάντησε γαλήνια η Μυρτώ.
Καθίσαμε όλες στον τριθέσιο καναπέ χωρίς να μιλάμε για λίγο και μετά σκεφτήκαμε να παραγγείλουμε κάτι γιατί νύχτωσε και δεν είχαμε βάλει μπουκιά στο στόμα μας. Η βραδιά κύλησε ευχάριστα και πείσαμε μετά από πολλές προσπάθειες την φιλενάδα μου να διανυκτερεύσει στο φτωχικό μας.
~*~
Πόδια χτυπούν επίμονα και βιαστικά τα πλακάκια. Τακούνια από ακριβά αντρικά παπούτσια. Ελάχιστο φως και μια κλειστή πόρτα. Τα πόδια προχωρούν προς το μέρος της και ο άγνωστος άντρας την ανοίγει. Ένα πτώμα στην μπανιέρα και αίμα παντού. Δεν μπορώ να δω πρόσωπο, μόνο αίμα και δύο κομμένους καρπούς.
Ξυπνάω.
Κοιτάω το ρολόι, 3:15. Φοράω τη ρόμπα μου και βγαίνω στο μπαλκόνι. Ευτυχώς οι άλλες κοιμούνται στο σαλόνι και δεν με πήραν χαμπάρι. Αρκετά κρύα νύχτα, σφίγγω τη ρόμπα στο στήθος μου και ψάχνω το φεγγάρι. Δε φαίνεται από εδώ που είμαι, κρίμα, πάντα μου έδινε δύναμη. Επιστρέφω στο κρεβάτι και κοιμάμαι ήρεμα για την υπόλοιπη νύχτα.
~*~

"Δανάη, Δανάη ξύπνα!", ακούω τη Μυρτώ να φωνάζει από πάνω μου και με σκουντάει τόσο που κοντεύω να πέσω απ' το κρεβάτι.
"Τι έγινε;;", τη ρωτάω έντρομη.
"Ήρθαν στον ύπνο μου και μου είπαν ότι δεν τελειώσαμε ακόμα, ότι δεν πρόκειται να μείνουμε για πολύ μέσα στο σπίτι κι ότι η μαγεία σου δε θα τους σταματήσει τόσο εύκολα"
Ανασηκώθηκα και την πήρα αγκαλιά. Η Ειρήνη στεκόταν ακριβώς πίσω της και της έτριβε την πλάτη.
"Μπορώ να σας βοηθήσω εγώ, θα σας φέρνω φαγητό και ό,τι χρειαστείτε απ' έξω", προθυμοποιήθηκε.
"Αυτό θα είναι πολύτιμη βοήθεια είναι η αλήθεια", χαμογέλασα και της χάιδεψα κι εγώ με τη σειρά μου το χέρι.
Άκουσα από μέσα τον ήχο κλήσης του κινητού μου. Έτρεξα να το σηκώσω και ξαφνιάστηκα όταν είδα το όνομα του Στέφανου ν' αναβοσβήνει στην οθόνη.
"Καλημέρα", είπα χαρούμενη που επικοινώνησε μετά απ' τον αλλόκοτο τρόπο που έφυγε χθες απ' το σπίτι.
"Η Αλεξάνδρα αυτοκτόνησε, πρέπει να βρεθούμε"
Κοκάλωσα. "Τι είπες;", οι λέξεις με το ζόρι έβγαιναν απ' το στόμα μου και ο νους μου έτρεξε στο χθεσινό όνειρο. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι γινόταν. Αν η κοπέλα που είδα στην μπανιέρα ήταν όντως η Αλεξάνδρα τότε γιατί δεν αναγνώρισα τον χώρο; Έμεναν μαζί στο παλιό μας σπίτι υποτίθεται.
"Άκουσα, άκουσα, δε χρειάζεται να το επαναλάβεις...", πρόσθεσα βιαστικά για να μην τον αναγκάσω να το ξαναπεί. "...πότε μπορείς να έρθεις από εδώ;", ρώτησα χαμηλόφωνα.
"Θα προτιμούσα να βρεθούμε κάπου έξω, μόνοι μας." Αυτό θα ήταν πρόβλημα, σκέφτηκα, αλλά ήταν και μια ευκαιρία να δω αν έπιασε το ξόρκι ή τέλος πάντων τι γίνεται με τους διώκτες μου.
"Εντάξει, εντάξει, μπορείς σε μία ώρα;"
"Σε μία ώρα στο πάρκο που πρωτογνωριστήκαμε", είπε και έκλεισε.

Επέστρεψα στην κρεβατοκάμαρα και βρήκα τη Μυρτώ να κλαίει ακόμα και την Ειρήνη δίπλα της να προσπαθεί να την συνεφέρει.
"Όλα θα πάνε καλά. Θα βγω έξω", της ψιθύρισα στ' αυτί όσο την κρατούσα αγκαλιά.
"Μα είναι πολύ επικίνδυνο", κλαψούρισε.
"Πρέπει να δω πού βρισκόμαστε ματάκια μου, εσύ θα μείνεις εδώ, με την Ειρήνη αν μπορεί να σε κρατήσει και θα με περιμένεις", κοίταξα παρακλητικά την Ειρήνη ελπίζοντας να με βοηθήσει.
"Φυσικά και μπορώ να την κρατήσω", απάντησε σαν να διάβασε την σκέψη μου.
"Τι μου κρύβεις;", σταμάτησε να κλαίει και με διαπέρασε με τα βουρκωμένα μελιά της μάτια.
Ξεφύσηξα και της είπα για το όνειρο και το τηλεφώνημα του Στέφανου.
"Να προσέχεις, δεν έχω καλό προαίσθημα.", η φωνή της είχε μετατραπεί σε βαθιά και σταθερή, φαινόταν να πιστεύει πολύ αυτά που λέει.

"Θα προσέχω"


Αργυρώ - Μέδουσα Βένιου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου