Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Ιουλ 2016

0 Σκιές (Κεφάλαιο 21) Προδοσία

Κατηφόρισα γρήγορα το δρόμο για το αυτοκίνητό μου. Έκανα μια γρήγορη αναδρομή προσπαθώντας να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που το χρησιμοποίησα. Συνήθως έπαιρνα ταξί για να αποφεύγω τον κόπο του παρκαρίσματος, έτσι κι αλλιώς το επάγγελμά μου ήταν αρκετά επικερδές ώστε να μην με νοιάζει πόσο πάει η ταρίφα. Τώρα όμως ήθελα να οδηγήσω για να καθαρίσω το μυαλό μου κι επειδή για κάποιον λόγο με έκανε να αισθάνομαι πιο ασφαλής.
Έστριψα για να διανύσω το μικρό παρκάκι κόβοντας δρόμο, γιατί η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να γίνεται πολύ βαριά και δε μου άρεσε καθόλου αυτό. Ένιωθα ένα βλέμμα να γαργαλάει την πλάτη μου και αυτό με έκανε να την τινάζω νευρικά. Κοντοστάθηκα και κοίταξα πίσω μου αλλά κανείς δεν ήταν εκεί. Δεν ήθελα να καθυστερήσω ψάχνοντας κι έτσι απλώς άνοιξα το διασκελισμό μου. Για κακή μου τύχη άρχισα να το νιώθω πιο έντονα, γύρισα απότομα και με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια κίνηση ανάμεσα στα δέντρα. Η περίεργη αίσθηση στην πλάτη μου συνεχίστηκε, κάτι σαν μούδιασμα, όμως αυτή τη φορά, σαν να ανεβαίνει όλο το αίμα μου ψηλά κι έπειτα να παρασέρνει ό,τι υπάρχει στο διάβα του. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα αν και ήξερα ότι μάλλον δεν έχει νόημα αν αυτό που είδα ήταν Σκιά αποφασισμένη να με πιάσει. Η μεταφορά είναι πιο εύκολη και πιο γρήγορη όταν δεν έχεις ύλη.
Λαχανιασμένη έφτασα στο αυτοκίνητο και χώθηκα στο κάθισμα. Τα χέρια μου ήταν ιδρωμένα και έτρεμαν, δεν μπορούσα να βάλω το κλειδί στη μίζα. Πήρα βαθιές ανάσες για να ηρεμήσω, το 'χα μάθει στα μαθήματα διαχείρισης άγχους και έκλεισα για λίγο τα μάτια μου. Έδωσα στον εαυτό μου ένα δυο δευτερόλεπτα να ηρεμήσει και ξεφύσηξα..."Έλα κοπέλα μου...". Σκούπισα τα χέρια μου και ξαναπροσπάθησα να βάλω μπρος αυτή τη φορά με επιτυχία. Τα λάστιχα έσκουξαν καθώς έκανα όπισθεν στην ανηφόρα για να καταφέρω να φύγω και η γνώριμη μυρωδιά καμένου έφτασε γρήγορα στη μύτη μου "Σκατά". Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα μου φάνηκαν αιώνας. Παρ' όλο που δεν ήταν τόσο έντονη η αίσθηση ότι κάτι είναι κολλημένο στην πλάτη μου, ήταν ακόμα εκεί. Σαν να μου είχαν ξεκολλήσει βίαια ένα τσιρότο. Την αγνόησα για την ώρα.
Το παρκάκι που είχαμε δώσει ραντεβού ευτυχώς δεν ήταν πολύ μακριά. Κοίταξα το ρολόι μου και ενώ σχεδόν είχα φτάσει μου έμεναν τουλάχιστον 20 λεπτά μέχρι την προκαθορισμένη ώρα της συνάντησης. Υπέροχα, τώρα θα έπρεπε να περιμένω μόνη μου. Δε μου άρεσε η ιδέα κι έτσι κάλεσα τον Στέφανο. Μετά από δύο χτύπους απάντησε.
"Έλα"
"Έλα, έχω φτάσει σχεδόν, τώρα παρκάρω που βρίσκεσαι;"
"Στον δρόμο είμαι δε θ' αργήσω", είπε και μου το έκλεισε στα μούτρα. Παραξενεύτηκα αλλά το απέδωσα στην κατάστασή του που όσο να 'ναι πρέπει να είναι το λιγότερο, χάλια.
Έστριψα σε ένα στενάκι, όχι μακριά απ' το πάρκο και έψαξα για θέση. Να μια ιδανική εκεί. Πάρκαρα. Αποφάσισα να μείνω για λίγο εκεί να σκεφτώ. Μου την έδινε που δεν ήξερα αν έπιασε το ξόρκι και μου την έδινε ακόμα περισσότερο που το έβαλα τόσο εύκολα στα πόδια. Ακόμα κι αν έπιασε το ξόρκι τι σήμαινε αυτό; Το μυαλό μου κουράστηκε και άρχισε να περιπλανιέται μαζί με το βλέμμα μου. Η μέρα ήταν εξαιρετικά ηλιόλουστη και τελείωνε με εξαιρετικά χρώματα στον ουρανό. Όπως πάντα θαύμασα το μεγαλείο της φύσης και παρατηρούσα με περισσό ενδιαφέρον τις σκιές των δέντρων στους τοίχους των παλιών αρχοντικών και τα πουλιά που πετούσαν εδώ κι εκεί, χαρούμενα κι αυτά για τον καιρό.
Βγήκα απ' το αμάξι και κατευθύνθηκα προς το σημείο που είχαμε πρωτογνωριστεί με τον Στέφανο με την σκέψη να περιπλανηθώ ανάμεσα στα υπέροχα δέντρα και να δω αν θα εμφανιζόταν πάλι κάτι. Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα δεν λένε; Όσο περπατούσα χάθηκα στο παρελθόν, στις μέρες εκείνες που ερχόμουν εδώ συνέχεια, μαζί του. Ήμουν χαρούμενη τότε. Οι επισκέψεις των Σκιών ελαττώνονταν μέρα με τη μέρα και δεν με ένοιαζε ιδιαίτερα που δεν ήξερα τον λόγο. 
Η περίεργη αίσθηση επέστρεψε κι αυτή τη φορά κάτι με ακούμπησε στην πλάτη. Γύρισα απότομα κρατώντας το στόμα μου για να μην ακουστώ και αντίκρισα τον Στέφανο. 
"Συγγνώμη δεν ήθελα να σε τρομάξω"
"Δεν πειράζει, τι κάνεις πώς είσαι; Τι έγινε;", είπα και τον πήρα αγκαλιά.
"Η Αλεξάνδρα έμαθε τι είμαι"
"Τι; Τι εννοείς;", ψέλλισα και τον κοίταξα στα μάτια που σιγά σιγά κοκκίνιζαν. Όταν κατάλαβα τι εννοούσε και πήγα να τρέξω ήταν πια αργά. Με άρπαξε και μου έκλεισε το στόμα.
"Μην βγάλεις άχνα", ψιθύρισε και με έσυρε ενώ εγώ χτυπιόμουν. Μάταια, είχε απίστευτη δύναμη. Σταματήσαμε κάπου και μου έδεσε να μάτια, τα χέρια και το στόμα και έπειτα συνέχισε να με τραβάει. Αυτή τη φορά συνεργάστηκα, ήξερα ότι δεν είχε νόημα να χτυπιέμαι και να φωνάζω.
                                                               ~*~
Κάποιος μου τράβηξε απότομα το μαντήλι απ' τα μάτια ξεριζώνοντας και μια τούφα απ' τα μαλλιά μου μαζί, πράγμα που με έκανε να μορφάσω.
"Αν πόνεσες μ' αυτό περίμενε να δεις τι θα πάθεις μετά, αν δε με υπακούσεις", άκουσα τη φωνή του Στέφανου πίσω μου. Νομίζω δηλαδή, ήταν εντελώς αλλαγμένη. Προσπάθησα να γυρίσω αλλά δεν χρειάστηκε, ήρθε αυτός και κάθισε μπροστά μου.  Μου έβγαλε το μαντήλι απ' το στόμα και χαμογέλασε κακιασμένα.
"Σε έφερα εδώ για να πούμε κάποια πράγματα. Πρώτα θα ακούσεις αυτά που θα σου πω και μετά θα μιλήσεις, κατανοητό;"
Έγνεψα.
"Τα πράγματα είναι πολύ απλά, όπως ξέρεις θέλουμε το βιβλίο. Απορίες;"
"Ήσουν πάντα Σκιά;", ρώτησα κοφτά. Το γέλιο του πλημμύρισε το δωμάτιο. Γέλαγε σαν να μην υπάρχει αύριο καθώς η μορφή του τρεμόπαιζε στο αχνό φως και μια γινόταν Σκιά με γαμψά νύχια και μια το τέρας που τόσο καλά ήξερα.
"Απ' την πρώτη στιγμή", μου ψιθύρισε καθώς έφερε το πρόσωπό του κολλητά στο δικό μου και πήρε τη μορφή Σκιάς ολοκληρωτικά αυτή τη φορά. Αυτή η φράση πόνεσε πιο πολύ απ' ό,τι περίμενα, σαν αλάτι σε πληγή.
"Γιατί οι Σκιές δεν με πλησίαζαν όσο ήμουν μαζί σου;"
"Μα δεν είχαν λόγο, ήταν όλα μέρος ενός σχεδίου, που εσύ φυσικά ήσουν τόσο χαζή ώστε να το καταλάβεις" 
Ένιωθα τα γρανάζια του μυαλού μου να καίνε. "Δηλαδή όλη η οικογένειά σου..."
"Όλη", με διέκοψε,
"Και γιατί δεν προσπαθήσατε να πάρετε..."
"Εσύ ήσουν πιο εύκολος στόχος απ' τον πατέρα σου γι΄ αυτό καταστρώσαμε αυτό το σχέδιο"
"Τότε γιατί στείλατε τη Μυρτώ; Και γιατί; Αφού το βιβλίο το είχες, εσύ μου το έδωσες, δεν καταλαβαίνω τίποτα"
"Πώπω εντάξει κέρδισες", χαχάνισε και χωρίστηκε σε δύο σώματα, ένα της Σκιάς και ένα του Στέφανου που εξαντλημένο κατέρρευσε δίπλα μου. "Τι; Ήθελα να παίξω λίγο!" κάγχασε.
Κοίταξα στο μέρος του Στέφανου και νευρίασα που ήμουν τόσο ανήμπορη να το βοηθήσω.
"Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω..."
"Δεν έφταιγε αυτός που δε σε πλησιάζαμε ηλίθια...απλώς εκείνα τα χρόνια ο κόσμος μας κόντεψε να αφανιστεί και δεν είχαμε την δύναμη να πηγαινοερχόμαστε τόσο εύκολα. Όμως τώρα καταφέραμε να χρησιμοποιούμε ενέργεια των ανθρώπων και γι' αυτό έχουν αναπτυχθεί και οι δεξιότητές μας. Γι' αυτό και καταφέραμε να μπούμε στο σώμα του"

Τότε εμφανίστηκε μια Σκιά με λευκά μάτια απ' το πουθενά κάνοντας το κεφάλι μου να χτυπάει σαν να πρόκειται να σπάσει και επιτέθηκε στον σκλάβο. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν αλλά μάλλον ειπώθηκε κάτι που δεν έπρεπε. Έπρεπε να βρω τρόπο να φύγω από δω και μάλιστα σύντομα.


Αργυρώ - Μέδουσα Βένιου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου