Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4 Αυγ 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 20) Αντικρουόμενα Αισθήματα

Η χαρακτηριστική ζωντάνια των παιδιών στη γειτονιά των φαντασμάτων παρέμενε αναλλοίωτη. Η Λορέτα καθόταν με τον Ιάσονα, τον Μανώλη, τον Γρηγόρη και τον Αναστάση και συζητούσαν ανέμελα. Ο Μάρκος καθόταν στη χαρακτηριστική του θέση, κοιτάζοντας το ταβάνι χωρίς να λέει τίποτα.
Η Μαριάννα, ο Λεωνίδας, η Κατερίνα και ο Γιάννης είχαν σχηματίσει έναν κύκλο και έπαιζαν ένα επιτραπέζιο χωρίς να δίνουν σημασία στις φωνές των υπολοίπων.
   Ο Ορφέας, η Αιμιλία, ο Δάκης και η Εύη είχαν καθίσει στο γραφείο και κοιτούσαν για ακόμη μία φορά τους υπολογιστές τους. Ο Δάκης παρακολουθούσε τη δουλειά τους, αν και δεν συμμετείχε. Άκουγε τον Ορφέα και την Εύη να μιλάνε για πράγματα από τα οποία καταλάβαινε ελάχιστα.
   Η Αιμιλία, χαμένη στο δικό της κόσμο δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να προσέξει όσα έλεγαν τα δύο παιδιά. Αντιθέτως, η προσοχή της είχε στραφεί στα τέσσερα παιδιά που έπαιζαν το επιτραπέζιο και κάθονταν ακριβώς πίσω της.
   «Εσύ Μαριάννα;» ρώτησε η Κατερίνα. «Θα έρθεις μαζί μας στο Λούνα Παρκ την Κυριακή;»
   Η Αιμιλία ένιωσε ένα κόμπο στο στομάχι ακούγοντας τις λέξεις «Λούνα Παρκ». Τα χέρια της, που βρίσκονταν μαζεμένα γύρω από το στομάχι της σφίχτηκαν.
   Η Μαριάννα απάντησε με μία δυσαρεστημένη έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.  «Όχι» είπε με ηρεμία, αλλά η ενόχλησή της  ήταν φανερή. «Δεν πηγαίνω ποτέ στο Λούνα Παρκ».
   «Α ναι...» είπε ο Λεωνίδας. «Εκεί δεν είναι...;»
   «Ναι» απάντησε η Μαριάννα. «Εκεί πέθανε η αδερφή μου όταν έκανε την πρακτική της. Υποτίθεται πως έπεσε από τις σκάλες στις τουαλέτες κατά  τη διάρκεια του διαλείμματός της. Τουλάχιστον έτσι δικαιολόγησαν το σπασμένο σβέρκο. Από τότε δεν έχω ξαναπατήσει εκεί».
   «Ήταν μέλος της συμμαχίας, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Γιάννης.
   «Του Δράκου» είπε σιγανά. «Όπως εμείς».
 «Είναι σιχαμένοι. Κάθε φορά έχουν κάποια δικαιολογία για όσα κάνουν και την υποστηρίζουν ακόμα και όταν ολοφάνερα δε βγάζει κανένα απολύτως νόημα. Αλλά οι άνθρωποι τους πιστεύουν ό,τι και να υποστηρίξουν» είπε θλιμμένα η Κατερίνα.
   «Δεν πεθαίνουν οι δικοί τους συγγενείς» είπε πικρά ο Γιάννης. «Δε θα συνέβαινε το ίδιο αν έβρισκαν νεκρά τα δικά τους αδέρφια. Τότε ίσως να τους άγγιζαν τα ακραία ποσοστά των ‘εργατικών» ατυχημάτων’. Σιχαίνομαι που δεν κάνουν καν το κόπο να βρουν μία καλύτερη δικαιολογία για όλες αυτές τις μαζικές δολοφονίες».
   Η Κατερίνα μάζεψε το πολύχρωμο ψηφιακό ζάρι που ήταν πεσμένο δίπλα από τον Γιάννη. Έσφιξε τη μικρή συσκευή στα χέρια της τόσο που φανέρωσε τον πόνο και την πικρία της. «Ναι...» είπε μέσα από τα δόντια της.
   Η Αιμιλία είχε ακούσει πολλά για τους νεκρούς συγγενείς αυτών των παιδιών.
   Θυμόταν την Μαριάννα να μιλάει για τη νεκρή αδερφή της. Να μιλάει για τους γονείς της που είχαν χωρίσει μετά το θάνατο της αφού δεν μπορούσαν να αντέξουν το χαμό του παιδιού τους. Η Μαριάννα είχε περιγράψει τους τσακωμούς τους και όχι μόνο. Ο πατέρας της που δεν είχε συνέλθει από το σοκ είχε καταλήξει αλκοολικός.
   Τις λίγες φορές που μιλούσε για τον εαυτό της είχε περιγράψει τους εφιάλτες με το θάνατο της μεγάλης της αδερφής που έβλεπε σαν παιδί η ίδια . Ήξερε πως ήταν μετάλλαξη και ήξερε πως ο θάνατος της οφειλόταν σε αυτό. Δεν ήταν λίγες οι φορές που φοβόταν πως η μητέρα της θα έφευγε από το σπίτι και θα επέστρεφε ποτέ.
   Κουρασμένη από το φόβο που ένιωθε καθημερινά έγινε μέλος του Δράκου.
   Ο Δάκης της είχε μιλήσει για τα αδέρφια του Λεωνίδα. Στα μέσα του Ιανουαρίου, δούλευαν στις ιχθυοκαλλιέργειες της Ωκεανίας. Οι δύο δίδυμοι αδελφοί είχαν σταλεί να τσεκάρουν κάποια νήματα τα οποία στα συστήματα έδειχναν σπασμένα. Η βάρκα που βρίσκονταν άρχισε να μπάζει νερά και τα δυνατά ρεύματα του χειμώνα τους καταδίκασαν σε θάνατο τα δύο νεαρά αγόρια πολύ πριν προλάβουν να φτάσουν στη στεριά.
   Κανένας δε μίλησε για την αμέλεια συντήρησης του μικρού καϊκιού που ευθυνόταν για το θάνατό τους.  Ενώ τα παράπονα των γονιών του Λεωνίδα για  τα δύο παιδιά  που είχαν σταλεί για μία τόσο ανούσια ασχολία με τόσο αντίξοες καιρικές συνθήκες δε βρήκαν ούτε ένα  πρόθυμο αυτί να τα ακούσει.
  Ήταν ξεκάθαρο πως ο θάνατος τους ήταν προμελετημένος.
   Η Κατερίνα είχε μία από τις πιο εξωφρενικές ιστορίες πίσω από την οικογένεια της. Με βάση τα όσα υποστήριξαν οι αρχές της  Ωκεανίας,  ο ταυτόχρονος θάνατος των δύο της γονιών, ήταν αυτοκτονία. Το ζευγάρι ανέβηκε στη ταράτσα του Παραγωγείου και έπεσε μαζί, αφήνοντας πίσω ένα απολογητικό μέιλ προς την κόρη τους όπου  της εξηγούσαν τους λόγους της απόφασής τους.
   Οι ανούσιες δικαιολογίες δεν έβγαζαν κανένα νόημα, εδικά από τη στιγμή που άφηναν πίσω τους τη δεκάχρονη κόρη τους.
   Η Λορέτα της είχε πει πως είχε χάσει τη μητέρα της δύο χρόνια πριν. Η απολύτως υγιής μητέρα της ξαφνικά ασθένησε χωρίς λόγο. Οι γιατροί υποστήριξαν πως έπασχε από μία σοβαρή κληρονομική ασθένεια για την οποία δεν υπήρχε θεραπεία. Στην πραγματικότητα τη δηλητηρίαζαν καθημερινά με μικρές δόσεις,  μέχρι που τα όργανα της έπαψαν να λειτουργούν.
   Η Λορέτα ήταν αναγκασμένη να βλέπει τη μητέρα της να πεθαίνει λίγο λίγο, κάθε μέρα. Έχανε την επαφή με το περιβάλλον μέχρι που δεν αναγνώριζε την ίδια της την κόρη.
   Επίσης της είχε εξομολογηθεί πως φοβόταν ότι η Ωκεανία θα χρησιμοποιούσε σε λίγα χρόνια την ίδια δικαιολογία για να δικαιολογήσει και το δικό της θάνατο. Πίστευε πως δεν θα ζούσε για πολλά χρόνια, καθώς η υποτιθέμενη κληρονομική ασθένεια θα χτυπούσε αργά ή γρήγορα και την ίδια.
   Άλλωστε ήταν μέλος της συμμαχίας. Για πόσο καιρό θα μπορούσε να μείνει ζωντανή;
   Εξίσου ανατριχιαστικές ιστορίες είχαν να διηγηθούν και πολλά από τα υπόλοιπα παιδιά. Λίγες ήταν οι εξαιρέσεις παιδιών που οι οικογένειες τους είχαν μείνει ανέπαφες.
   Η Αιμιλία ήταν τυχερή. Η οικογένεια της αγνοούσε πλήρως την αλήθεια πίσω από τις μεταλλάξεις. Ακόμα και ο πατέρας της, που ήταν μετάλλαξη, δε διέτρεχε κάποιο ουσιαστικό κίνδυνο αφού πίστευε ακόμα ότι ανήκει σε αυτή τη συντριπτική μειοψηφία. Επίσης η είσοδός της στην ομάδα του Δράκου συνέπεσε με την ειρηνική εποχή της συμμαχίας, παρ’ όλη την πίεση,  λόγω όλων των προετοιμασιών για το Φεστιβάλ Τεχνολογίας.
   Προσπαθούσε να κατανοήσει τα συναισθήματα αυτών των παιδιών, μέσα της όμως ήξερε πως αυτό ήταν δύσκολο. Η ίδια προερχόταν από τελείως διαφορετικό περιβάλλον. Μπορεί να ζούσε για πολλά χρόνια με τον φόβο πως θα την ανακαλύψει η πόλη άλλα ποτέ δεν χρειάστηκε να δει την οικογένεια της να υποφέρει.
   Δεν είχε χάσει τίποτα, ακόμα και αν βρισκόταν υπό τον φόβο πως θα χάσει τα πάντα.
   Ακριβώς για αυτόν το λόγο καταλάβαινε το μίσος και την οργή που ένιωθαν αυτά τα παιδιά, δεν μπορούσε όμως να ταυτιστεί με τα συναισθήματα τους. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν έκρινε της αντιδράσεις των παιδιών εναντίων των ανθρώπων,  από τότε που βρέθηκε ως μέλος στην ομάδα του Δράκου.
   Άλλωστε οι άνθρωποι ήταν εκείνοι που τους στερούσαν όλα τα δικαιώματα τους. Εκείνοι ήταν που τους αποκαλούσαν τέρατα και τρόμαζαν στην ιδέα της ύπαρξης τους. Έτσι η ηγεσία της πολιτείας που αποτελούνταν από ανθρώπους, με την εξουσία που ασκούσε, σκότωνε τις οικογένειές τους.  
   Τα πικρά σχόλια και η παραγωγική οργή που οδηγούσαν τις μεταλλάξεις να κυνηγούν ένα καλύτερο μέλλον ήταν δεκτά και κατανοητά.
   Αλλά θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει με αυτόν τον τρόπο όσα είχαν συμβεί στο λούνα παρκ;
   «Αιμιλία;» ακούστηκε η φωνή της Εύης.
   Η Αιμιλία, που ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της την κοίταξε σαν χαμένη. Τα πράσινα μάτια της Εύης είχαν καρφωθεί πάνω της σα να περίμεναν κάτι. Η Αιμιλία ανασήκωσε τους ώμους της.
   «Άκουσες τίποτα από αυτά που είπαμε;» ρώτησε με περιέργεια η Εύη.
   Κοίταξε προς την πλευρά του Ορφέα και έπειτα προς την πλευρά του Δάκη. Τa δύο αγόρια είχαν καρφώσει με την ίδια  περιέργεια τα μάτια τους πάνω της.
   Έκανε ένα αρνητικό νεύμα αμήχανα νιώθοντας άσχημα που την είχαν πιάσει αφηρημένη κατά τη διάρκεια που έκαναν κάτι τόσο σημαντικό. Έμοιαζε πραγματικά αδύνατο να συγκεντρωθεί στο κώδικα.
   Η ενοχή της χάθηκε μέσα σε δευτερόλεπτα όμως.
   Κοιτώντας τα πράσινα μάτια της Εύης θυμήθηκε την έκφραση της καθώς ο Νίκος ξυλοκοπούσε τον άτυχο άνθρωπο. Αυτό το πρόσωπο χωρίς συναίσθημα που παρακολουθούσε με άνεση το θέαμα.
   «Θα τα ξαναπώ» είπε η Εύη ενοχλημένη. «Συγκεντρώσου αυτή τη φορ...»
   «Νομίζω πως θα κάνω ένα διάλειμμα.» είπε η Αιμιλία διακόπτοντας την.
   Τα πράσινα μάτια της Εύης ξυπνούσαν μέσα της την οργή που ένιωθε και δεν άφηνε να φανεί. Για ποιο λόγο να νοιώθει  ενοχές που είχε αφαιρεθεί; Ήταν κάθε μέρα μαζί τους και μάθαινε όσα περισσότερα μπορούσε αλλά τώρα δεν ήταν σίγουρη πως αυτό που έκανε ήταν το σωστό. Δεν μπορούσε να ακούει άλλο για αυτόν τον κώδικα μετά τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας. Ήθελε να κάνει ένα διάλειμμα και να βάλει σε σειρά τις μπερδεμένες σκέψεις της.
   «Δεν μπορείς να κάνεις διάλειμμα τώρα» είπε αυστηρά η Εύη. «Πρέπει να ολοκληρώσουμε αυτό που κάνουμε».
   «Νομίζω πως μπορώ» είπε με ασυνήθιστη για εκείνη θρασύτητα. Χωρίς να δώσει σημασία στην Εύη που την κοιτούσε με ένα μείγμα περιέργειας και έκπληξης σηκώθηκε από τη θέση που καθόταν την τελευταία ώρα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα χωρίς να πει τίποτε άλλο.
   Όλο το υπόγειο σίγασε βλέποντας την Αιμιλία να βγαίνει έξω. Τα παιδιά εστίασαν τη προσοχή τους στη πόρτα και έπειτα όλα τα μάτια έπεσαν πάνω στην ομάδα των υπόλοιπων τριών παιδιών τα οποία είχαν παγώσει στη θέση τους.
   Σπάνια κάποιος αντιμιλούσε στην Εύη και αυτός συνήθως ήταν ο Ορφέας. Κανείς δεν περίμενε από την ήρεμη και ήσυχη Αιμιλία να δείξει ένα τέτοιο θράσος και νεύρο τη στιγμή που όλοι την είχαν συνηθίσει να πηγαίνει με τα νερά της ομάδας.
   «Μάλιστα!» αναφώνησε η Εύη συγχυσμένη. «Δεν μας έφταναν όλα τα πραγματικά προβλήματα, τώρα έχουμε και τα ανούσια δράματα της Αιμιλίας»
   Ο Δάκης κοίταξε την Εύη με την κλασσική απαθή έκφραση του. Αλλά μετά άνοιξε το στόμα του και με τον μόνιμα  ψύχραιμο τόνο του είπε «Ίσως αυτό θα έπρεπε να το έχεις σκεφτεί πριν δώσεις τη σύριγγα στο Νίκο»
   Το πρόσωπο της Εύης κοκκίνισε από θυμό. Με έναν περίεργο τρόπο ο ψύχραιμος τόνος του Δάκη την εκνεύρισε ακόμα παραπάνω. «Που θες να φανταστώ ότι θα φτάσει σε τέτοια άκρα με τον άνθρωπο; Νόμιζα πως απλά ήθελε παίξει λίγο μαζί του και να του κάνει την ένεση!»
   «Δεν σου πέρασε από το μυαλό πως θα κατέληγε έτσι;» συνέχισε με τον ίδιο τόνο και χωρίς να ανεβάζει την ένταση της φωνής του.
   Η Εύη όμως δεν είχε την ίδια ψυχραιμία. Η δυνατή φωνή της τρύπησε τα αυτιά των υπολοίπων παιδιών στο υπόγειο. «Εκείνη τη στιγμή το τελευταίο πράγμα που με ένοιαζε ήταν η ασφάλεια του ανθρώπου! Με ένοιαζε πολύ περισσότερο να έφευγε αυτός και η φίλη του από τη μέση πριν γίνει κάποια ανεπανόρθωτη ζημιά»
   «Η οποία συνέβη με το να δώσεις τη σύριγγα στο Νίκο»
   «Έι!» φώναξε ο Ορφέας εκνευρισμένα. Το κεφάλι του κουδούνιζε από την κούραση. Οι φωνές των δύο φίλων του έκαναν την κατάσταση ακόμα χειρότερη. Επίσης δεν έβρισκε κανένα απολύτως νόημα στον τσακωμό τους. «Φτάνει! Αν θέλετε να τσακωθείτε κάντε το όταν θα έχουμε τελειώσει ό,τι είναι να κάνουμε».
   Τα υπόλοιπα παιδιά κοίταξαν με έκπληξη τον Ορφέα. Ήταν ασυνήθιστο να συμπεριφέρεται σαν το συγκρατημένο μέλος της παρέας.
   «Αυτό να το πεις στην Αιμιλία που σηκώθηκε και έφυγε ενώ μιλούσαμε!» είπε η Εύη.
   Ήταν υπερβολικά κουρασμένος για αυτή τη διένεξη. Τόσο μάλιστα που απορούσε με την ενέργεια της Εύης που είχε το κουράγιο να φωνάξει με τέτοια ένταση μέσα στο αυτί του.
   «Δεν μπορούμε να ασχολούμαστε κάθε ώρα και στιγμή με τέτοιου είδους δράματα. Πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβει πως είναι μετάλλαξη και πως οι άνθρωποι θα την σκότωναν δίχως δισταγμό. Δεν μπορεί να βρίσκεται μονίμως σε αυτή την ενδιάμεση κατάσταση. Ο Νίκος έκανε στον άνθρωπο ελάχιστα μπροστά σε αυτά που κάνουν αυτοί σε εμάς κάθε μέρα» είπε με τον ίδιο ακριβώς τόνο. «Αλλά βέβαια! Η Αιμιλία δεν μπορεί να καταλάβει κάτι τέτοιο διότι είναι ακόμη προσκολλημένη στην ανθρώπινη οικογένεια της»
   Ο Ορφέας αισθανόταν πως η Εύη είχε δίκιο.
   «Δεν πρόκειται να λυπηθώ για τον άνθρωπο»
   «Η Αιμιλία βλέπει την μητέρα της και την αδερφή της στη θέση αυτού του ανθρώπου» είπε ο Δάκης με την χαρακτηριστική ηρεμία που διατηρούσε ακόμα.
   «Αναρωτιέμαι τι θα έκαναν αυτοί οι δύο άνθρωποι αν ανακάλυπταν πως είναι μετάλλαξη»
   «Είσαι απόλυτη. Αν η δική σου αδερφή ήταν άνθρωπος θα αντιδρούσες διαφορετικά»
   Ο Ορφέας κοίταξε την Εύη. Ήξερε πως είχε δίκιο. Αλλά από την άλλη πλευρά, ο Δάκης που υποστήριζε πως η Αιμιλία για ακόμη μία φορά επηρεαζόταν από την άμεση συγγένεια της με ανθρώπους, είχε και αυτός δίκιο.
   Αυτή την ιδιαιτερότητα της Αιμιλίας την γνώριζαν όλοι.
   Το πρόβλημα όμως δεν ήταν η Αιμιλία. Η Αιμιλία βρισκόταν ακόμα σε μία μεταβατική περίοδο στην ομάδα. Και όλοι ήξεραν πάρα πολύ καλά πως για εκείνη ήταν ακόμη πιο δύσκολη από όλα τα υπόλοιπα μέλη της συμμαχίας.      Ο Ορφέας έπρεπε να παραδεχτεί πως το φταίξιμο ήταν του Νίκου και σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό του ίδιου και της Εύης, ακόμα και αν εκείνη το αρνιόταν.
   Μπορεί οι άνθρωποι να τον ενοχλούσαν και να τον εκνεύριζαν, αλλά το να συμπεριφέρονται οι μεταλλάξεις σαν απολίτιστα όντα εναντίον τους ήταν κάτι με το οποίο δε συμφωνούσε. Άλλωστε υπήρχαν πολύ πιο αποτελεσματικοί τρόποι για να καταλάβουν οι άνθρωποι την ανωτερότητα των μεταλλάξεων από τη ζωώδη και ανούσια βία.
   «Πάω να μιλήσω στην Αιμιλία» είπε ο Δάκης.
   Το χέρι του Ορφέα τον άρπαξε από το μπράτσο μία στιγμή πριν σηκωθεί όρθιος. Ο Δάκης τον κοίταξε με την απαθή έκφραση του, που όμως από πίσω έκρυβε μία γερή δόση περιέργειας.
   «Θα το κάνω εγώ» είπε ο Ορφέας.
   Σίγουρα ο ίδιος ήταν το άτομο με το οποίο η Αιμιλία ήταν περισσότερο εκνευρισμένη. Εκείνος ήταν που την σταμάτησε πριν βοηθήσει τον άνθρωπο στο λούνα παρκ. Ήταν δικιά του ευθύνη να της εξηγήσει μερικά πράγματα που  στα μάτια της έμοιαζαν ακραία και την έκαναν να αντιδράσει.
   Πάντως εντυπωσιαζόταν με την έντονη αντίδραση της προς την Εύη. Ήταν κάτι που λίγα παιδιά στη συμμαχία ολόκληρη τολμούσαν καθώς η Εύη απέπνεε πάντα έναν αέρα αυστηρότητας, ίσως και τρόμου. Οι απαιτήσεις της ήταν συνήθως κανόνες στην ομάδα ενώ έβρισκαν αντίσταση μόνο από τον ίδιο τον Ορφέα και ελάχιστες φορές από το Δάκη.
   Η πορεία της Αιμιλίας είχε ενδιαφέρον. Όλα τα κρυμμένα γνωρίσματα του χαρακτήρα της έβγαιναν σταδιακά στην επιφάνεια.
   Σηκώθηκε όρθιος, παρόλο που το κεφάλι του κουδούνιζε. Με ηρεμία βγήκε έξω από το υπόγειο.

*  *  *

   Η Αιμιλία κοιτούσε το ξερό  έδαφος του μαραμένου κήπου. Ένιωθε μία έντονη θλίψη, που έμοιαζε αβάσταχτη. Ήταν η πρώτη φορά, από τότε που είχε μπει στην ομάδα του Δράκου που αμφισβητούσε την απόφαση που είχε πάρει εκείνο το βράδυ μετά το Φεστιβάλ Ενότητας.
   Οι φωνές του αγοριού είχαν χαραχτεί στο μυαλό της. Τα βογκητά πόνου, οι πνιγμένοι λυγμοί, τα γέλια των μεταλλάξεων και η ανατριχιαστική φωνή του Νίκου συνόδευσαν τον αναστατωμένο ύπνο της. Ένα καμπανάκι χτυπούσε μες το μυαλό της, που της έλεγε ότι όσα είχε παρακολουθήσει το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν απλά ανήθικα, αλλά και εγκληματικά.
   Η κακοποίηση ήταν έγκλημα.
   Οι υπόλοιπες  μεταλλάξεις δεν έμοιαζε να συμμερίζονται τις απόψεις της. Τουλάχιστον αυτό άφηναν να φανεί από τα γέλια τους κατά τη διάρκεια του σκηνικού. Καμία δεν είχε κάνει τον παραμικρό κόπο να σταματήσει το Νίκο. Απλά κοιτούσαν σα να έβλεπαν σκηνή βίας σε ταινία δράσης. Συγκεκριμένα μία από εκείνες τις σκηνές που ο κακός συναντούσε τη μοίρα που του άξιζε.
   Μεταξύ αυτών των μεταλλάξεων ήταν και παιδιά που δεν περίμενε ποτέ να συμπεριφερθούν έτσι. Η Εύη και ο Ορφέας, που δε γελούσαν αλλά ούτε βοήθησαν τον άνθρωπο, δεν αποτελούσαν εξαίρεση.
   Μετά από αυτό το σκηνικό οι ίδιες οι μεταλλάξεις πήγαν το θύμα τους στο νοσοκομείο, προσποιούμενες πως τον βοηθούσαν.
   Έμοιαζε με υποκρισία.
   Κι απ’ την άλλη αυτές οι ενέργειες, έμοιαζαν απολύτως φυσιολογικές και δίκαιες στα μάτια των μεταλλάξεων.
   Οι μεταλλάξεις έβλεπαν τους ανθρώπους σαν τους κακούς. Οι άνθρωποι έβλεπαν τις μεταλλάξεις σαν τους κακούς.
   Ήταν ένας φαύλος κύκλος μίσους, φόβου και οργής.
   Η Αιμιλία  δεν έβλεπε την κατάσταση τόσο απόλυτα όσο οι μεταλλάξεις και οι άνθρωποι. Όσο καταλάβαινε το μίσος των μεταλλάξεων άλλο τόσο καταλάβαινε το φόβο των ανθρώπων. Είχε βιώσει και τα δύο και για αυτό δεν μπορούσε να πάρει μία απόλυτη θέση προς τη μία ή την άλλη πλευρά.
 Παρά την οργή που ένιωθε προς τους ανθρώπους που αγνοούσαν τα στοιχεία γύρω απ τις μεταλλάξεις και γι αυτό ήταν αδιάλλακτοι, ήξερε ότι και η ίδια παλαιότερα σε παρόμοια θέση. Μη γνωρίζοντας όλη την αλήθεια για τις μεταλλάξεις πίστευε ότι ήταν ένα τέρας.
  Συγχρόνως οι άνθρωποι  δεν ήθελαν να πιστέψουν κάτι άλλο πέρα από αυτά που ήδη γνώριζαν. Ήταν κολλημένοι σε μία συγκεκριμένη νοοτροπία που δεν ήταν διατεθειμένοι να αλλάξουν για κανένα απολύτως λόγο.
   Αυτό ήταν που οι μεταλλάξεις έβλεπαν σαν λάθος της ανθρώπινης φύσης.
   Η δυνατή φωνή της Εύης ακούμπησε τα ακουστικά της τύμπανα. Μάλλον ήταν εξοργισμένη που είχε σηκωθεί και είχε φύγει από το υπόγειο με αυτό τον τρόπο. Βέβαια αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που την ένοιαζε εκείνη τη στιγμή.
   Λίγη ώρα μετά, ο ήχος της πόρτας που έκλεινε της κίνησε την προσοχή. Φαντάστηκε πως αυτός έπρεπε να ήταν ο Δάκης. Αλλά καθώς κοιτούσε προς τις σκάλες είδε ένα άλλο πρόσωπο να την πλησιάζει.
   Το πρόσωπο του ατόμου που ήταν το τελευταίο που θα ήθελε να δει. Εκείνου που την είχε σταματήσει όταν ήταν έτοιμη να βοηθήσει τον άνθρωπο και κοιτούσε με την άνεση της Εύης το θέαμα του ξυλοδαρμού…
   Του Ορφέα.
   Ο Ορφέας αντιλήφθηκε το δυσαρεστημένο βλέμμα της, αλλά χωρίς να διστάσει την πλησίασε. Δεν περίμενε να χαρεί βλέποντας το πρόσωπο του. Ήταν σίγουρος πως θα προτιμούσε να δει το Δάκη…. 
 Όμως ο ίδιος δεν είχε σκοπό να κάνει όσα θα έκανε ο Δάκης στη θέση του. Ήταν μερικά πράγματα που πίστευε πως μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να της τα εξηγήσει με το δικό του τρόπο, ο οποίος αν και δεν ήταν πάντα ήπιος, ήταν σαφής και κατανοητός.
   Στάθηκε δίπλα στην Αιμιλία και έριξε το βάρος του σώματος του στο φθαρμένο μεταλλικό φράχτη του σπιτιού. «Μάλλον ήταν αδύνατον να μην ακούσεις τις φωνές της Εύης» είπε στην προσπάθειά του να ανοίξει συζήτηση.
   Η Αιμιλία δεν είπε τίποτα. Δεν πίστευε πως είχε να δώσει λογαριασμό στην Εύη. Είχε δικαίωμα μετά από τόσες ώρες να κάνει ένα διάλειμμα χωρίς να είναι υποχρεωμένη να υπακούσει στις εντολές της.
   Ο Ορφέας περίμενε για αρκετή ώρα για κάποια αντίδραση από την Αιμιλία. Αλλά δεν του έκανε εντύπωση που αδιαφορούσε πλήρως για το σχόλιό του. Αν την ένοιαζε έστω και λίγο η άποψη της Εύης δε θα είχε βγει από το υπόγειο με αυτόν τον τρόπο. Αντιθέτως, θα είχε μείνει μέσα και θα βοηθούσε στη δουλειά τους.
   Αλλά μπορούσε να της κινήσει την προσοχή με άλλο τρόπο. «Τσακωνόταν με τον Δάκη»
   Τα μάτια της Αιμιλίας γύρισαν απευθείας πάνω του.
   Ήξερε πως ήταν υπέρ αρκετό να αναφέρει το όνομα του Δάκη για της κινήσει την προσοχή. Ακριβώς όπως και η προσοχή του Δάκη στρεφόταν σε όποιον ανέφερε το όνομα της Αιμιλίας.
   «Για όσα έγιναν χθες» πρόσθεσε στην προηγούμενη του πρόταση.
   Η Αιμιλία ξεροκατάπιε. Συναισθανόταν πως ο Δάκης πολλές φορές προσπαθούσε να δει την κατάσταση από τη δικιά της οπτική και αυτή ήταν μία από αυτές. Η προσπάθεια του την άγγιζε αλλά δεν υπήρχε λόγος να τσακώνεται με τους παιδικούς του φίλους. Δεν ήθελε να μπαίνει σε μία τέτοια διαδικασία καθώς αυτά ήταν δικά της προβλήματα τα οποία έπρεπε με τον ένα ή τον άλλον τρόπο να αντιμετωπίσει.
   Βέβαια εκτιμούσε το ενδιαφέρον του και αναγνώριζε πως θα έπρεπε να είναι πραγματικά δύσκολο για εκείνον.
   Αλλά δεν μπορούσε παρά να αναρωτιέται μέσα της. Αν βρισκόταν στο λούνα παρκ μαζί τους, θα είχε την ίδια έκφραση με τον Ορφέα και την Εύη; Ή θα ήταν μία από εκείνες της ελάχιστες φορές θα διάβαζε τα συναισθήματα του στο πρόσωπο του.
   Μέσα της ήξερε την απάντηση. Και δεν ήταν αυτή που θα ήλπιζε να ισχύει.
   «Έβλεπα το πρωί τις ειδήσεις στη τηλεόραση» είπε ήρεμα η Αιμιλία. «Μιλούσαν για ένα κακοποιημένο παιδί το οποίο βρέθηκε στα στενά του Νοτιανατολικού Συγκροτήματος. Το οποίο δυστυχώς τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας απεβίωσε. Η αιτία ήταν πως υπέκυψε στα τραύματα του από τον ξυλοδαρμό που δέχτηκε λίγο πριν φτάσει στο νοσοκομείο. Οι αρχές έχουν επιδοθεί στην αναζήτηση του κακοποιού»
   Την ίδια είδηση την είχαν ακούσει όλοι στην ομάδα. Ήταν η νούμερο ένα είδηση στην Ωκεανία εκείνη τη στιγμή, ενώ η ομάδα των παιδιών που είχαν πάει τον άνθρωπο μέχρι στο νοσοκομείο είχε κληθεί για κατάθεση. Ήταν μία κατάληξη που κανένας δεν περίμενε, καθώς όλοι πίστευαν πως τα τραύματα του ανθρώπου ήταν πολλά  αλλά όχι τόσο σοβαρά.
   «Το ξέρω» είπε ο Ορφέας απότομα.
   Τα μάτια της Αιμιλίας έπεσαν πάνω στον Ορφέα. Στο πρόσωπό της είχε μία αποφασιστική έκφραση γεμάτη θυμό. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε έτσι.
   «Για πιο λόγο με σταμάτησες;» είπε με ήρεμη αλλά αποφασιστική φωνή. «Θα μπορούσα να τον έχω σταματήσει»
   «Τα πράγματα ήταν περίπλοκα» είπε ο Ορφέας με παρόμοια αποφασιστικότητα. «Έπρεπε να σε σταματήσω»
   «Γιατί;» φώναξε η Αιμιλία. «Μάλλον ευχαριστιόσουν να βλέπεις το θέαμα του ανθρώπου να βογκάει από το πόνο, όπως οι υπόλοιπες μεταλλάξεις! Έβρισκαν το θέαμα ξεκαρδιστικό»
   Ο Ορφέας αναστέναξε. Η Αιμιλία νόμιζε πως το σκηνικό ήταν ευχάριστο για όλες τις μεταλλάξεις της συμμαχίας, αλλά αυτό δεν ήταν η πραγματικότητα. Μπορεί να μην ήταν διατεθειμένος να σταματήσει το Νίκο αλλά σίγουρα οι λόγοι δεν ήταν αυτοί που εκείνη υπέθετε και φανταζόταν
   «Δε θα προσποιηθώ πως λυπάμαι για τον άνθρωπο, αυτό θα ήταν ψέμα» είπε ο Ορφέας. «Αλλά επίσης δεν επιδοκιμάζω την ωμή βία εναντίον των ανθρώπων, ακόμα και αν είναι ένα μέσο που έχουν χρησιμοποιήσει πολλές φορές εκείνοι σε εμάς»
   Η Αιμιλία δεν  πήρε το βλέμμα της. «Αυτό δε δικαιολογεί τίποτα»
   «Αιμιλία δεν μπορούσα να σε αφήσω να βοηθήσεις τον άνθρωπο. Είσαι ακόμα καινούρια στη συμμαχία. Όλοι σε έχουν υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες και σε έχουν δεχτεί σαν το καινούριο μέλος. Αλλά αν σε έβλεπαν να βοηθάς τον άνθρωπο τότε θα το έβλεπαν σα δείγμα προδοσίας στην ομάδα και τις μεταλλάξεις. Ειδικά από τη στιγμή που πριν από λίγα λεπτά ο άνθρωπος τσίριζε τη λέξη «μετάλλαξη» στη μέση του λούνα παρκ»
   Προδοσία. Ήταν αναμενόμενο πως με βάση όσα είχε παρακολουθήσει στο λούνα παρκ οι μεταλλάξεις θα έβλεπαν αρνητικά μία πράξης βοηθείας προς τον άνθρωπο. Αλλά και πάλι πίστευε πως έπρεπε να τον βοηθήσει. Ένιωθε άσχημα που είχε σταματήσει όταν της είπε ο Ορφέας. Πιθανότατα θα μπορούσε να του είχε σώσει τη ζωή.
   Άλλωστε ήταν γνωστό πως ο άνθρωπος θα συμπεριφερόταν εχθρικά στις μεταλλάξεις, διότι έτσι είχε μάθει. Για ποιό λόγο όμως έπρεπε και οι μεταλλάξεις να συμπεριφέρονται έτσι στους ανθρώπους από τη στιγμή που γνώριζαν την άγνοιά τους;
   Οι μεταλλάξεις υποστήριζαν πως είναι το νέο εξελιγμένο είδος, που καταπιεζόταν από τους ανθρώπους. Παρ’ όλα αυτά, τη στιγμή που βρίσκονταν στην θέση του δυνατού, ασκούσαν βία και γελούσαν με τα κατορθώματά τους.
   Αυτό την έκανε να αναρωτιέται. Ήταν στα αλήθεια οι μεταλλάξεις τόσο ακίνδυνες όσο υποστήριζαν;
   «Κατάλαβα» είπε με σκληρή φωνή. «Εμένα δε με άφησες να τον σταματήσω για να μη θεωρηθώ προδότης. Αλλά τότε γιατί δεν τον σταμάτησες εσύ ή η Εύη; Άλλωστε δεν υποστηρίζεις τη χρήση ωμής βίας εναντίον των ανθρώπων. Εσένα που είσαι μέλος τη συμμαχίας τόσα χρόνια αποκλείεται να σε θεωρούσαν προδότη. Εσύ γιατί δεν έκανες τίποτα;»
   Ήταν αλήθεια. Ο Ορφέας μπορούσε να σταματήσει το Νίκο χωρίς πρόβλημα και κανένας δε θα γυρνούσε εναντίον του. Άλλωστε ο τίτλος του γιου της μετάλλαξης που είχε σε όλη την Ωκεανία τον προστάτευε και όλοι γνώριζαν την οργή του εναντίον των ανθρώπων. Το σκηνικό θα μπορούσε να έχει λήξει χωρίς δράματα.
   «Δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσω το Νίκο. Ακόμα και αν δεν συμφωνώ με όσα έκανε, καταλαβαίνω απόλυτα γιατί είχε την ανάγκη να φτάσει στα άκρα»
   Η Αιμιλία ήξερε πως ο Νίκος είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα άκρα με όσα είχε κάνει. Ο άνθρωπος είχε καταλήξει νεκρός ενώ η αστυνομία έψαχνε τον ένοχο. Και ήταν μία από εκείνες της περιπτώσεις που δεν το έκαναν μόνο και μόνο επειδή ήταν μετάλλαξη, αλλά επειδή ακόμα και με ανθρώπινα κριτήρια ήταν εγκληματίας.
   «Σκότωσε έναν άνθρωπο!» είπε η Αιμιλία.
   «Κανένας δεν περίμενε ότι θα πεθάνει, ούτε καν ο Νίκος» είπε ο Ορφέας. Είχε δει το παιδί πριν το μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Έμοιαζε ταλαιπωρημένο, αλλά όχι ετοιμοθάνατο. Πίστευε πως λίγες μέρες αργότερα θα έβγαινε από το νοσοκομείο και θα επέστρεφε στον ανθρώπινο σιχαμένο εαυτό του που έτρεμε τις μεταλλάξεις χωρίς να θυμάται τίποτα απ’ όσα του είχαν συμβεί.
   «Λογικά υποθέτεις πως εγώ είμαι το άτομο που τρέφει το μεγαλύτερο μίσος προς τους ανθρώπους» είπε ο Ορφέας παραδεχόμενος κάτι που πρώτη φορά ξεστομούσε μπροστά στην Αιμιλία. «Είμαι δακτυλοδεικτούμενος απ’ όλη την Ωκεανία μόνο και μόνο επειδή η μητέρα μου ήταν μετάλλαξη. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αν υπάρχει κάποιος που μισεί τόσο πολύ τους ανθρώπους αυτός είναι ο Νίκος»
   Η ιστορία του Νίκου ήταν πασίγνωστη στη συμμαχία. Ξεπερνούσε κάθε είδους εμπειρία που είχαν ζήσει οι υπόλοιπες μεταλλάξεις και ακριβώς για αυτόν το λόγο η άποψή του για τους ανθρώπους ήταν η χειρότερη, ενώ η συμπεριφορά του ξεπερνούσε κατά πολύ την εχθρική.
   Η έκφραση της Αιμιλίας παρέμενε αναλλοίωτη. Δεν έδειχνε να της κάνουν εντύπωση τα λόγια του. Ο Ορφέας ενοχλήθηκε διότι έδειχνε μία ασυνήθιστη αδιαφορία για τη συγκεκριμένη ιστορία η οποία ήταν μία από τις πιο τρανταχτές στη συμμαχία.
   Αν και αυτό θα άλλαζε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
   Την κοίταξε κατάματα. «Όταν ήταν μικρός ανακάλυψε τα πτώματα των γονιών του μέσα το σπίτι του»
   Η Αιμιλία επιτέλους άλλαξε έκφραση. Για ένα δευτερόλεπτο η εικόνα των δικών της γονιών της ήρθε στο μυαλό. Όμως την έδιωξε απευθείας και κοίταξε τον Ορφέα.
    «Τι εννοείς;» ρώτησε χωρίς πραγματικά να ξέρει αν ήθελε να  μάθει τη συνέχεια.
   Τα καστανά μάτια του Ορφέα κοίταξαν τον ξάστερο ουρανό. Προσπαθούσε να θυμηθεί όσα είχε ακούσει χρόνια πριν από τη Νάσια. «Όταν ήταν οχτώ ετών ένας από τους γείτονες των γονιών του ανακάλυψε πως οι γονείς του ήταν μεταλλάξεις. Ο άντρας είχε ανισσόροπη πνευματική κατάσταση, δηλαδή με απλά λόγια ήταν θεότρελος, και έτσι όταν ανέφερε στις αρχές πως είχε ανακαλύψει δύο μεταλλάξεις αυτές αδιαφόρησαν και υποστήριξαν πως η τρέλα θόλωνε την κρίση του. Και για αυτό ο παλαβός άνθρωπος αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του»
   Η Αιμιλία ένιωσε μία ανατριχίλα να απλώνεται σε όλο της το σώμα καταλαβαίνοντας τι μπορούσε να σημαίνει η τελευταία φράση του Ορφέα.
   «Με κάποιον τρόπο μπούκαρε στο σπίτι των γονιών του Νίκου και τους μαχαίρωσε μέχρι θανάτου. Ο Νίκος, που  βρισκόταν στο σπίτι ενός φίλου του, επέστρεψε σπίτι για να βρει τα πτώματα των γονιών του στο πάτωμα της κουζίνας. Ξέρεις τι έγινε στον άνθρωπο μετά από αυτό;»
   Η Αιμιλία ξεροκατάπιε.
   Κανονικά μία ήταν η ποινή που θα έπρεπε να δεχτεί κάποιος μετά από ένα τέτοιο αποτρόπαιο έγκλημα, αλλά μάλλον δεν ίσχυε σε αυτή την περίπτωση.
   Τα μάτια του Ορφέα γεμάτα αποφασιστικότητα καρφώθηκαν πάνω της. Η ίδια έκανε ένα  αρνητικό νεύμα.
   «Αθωώθηκε!» είπε ο Ορφέας με ένταση. «Ένας άνθρωπος που μαχαίρωσε τους γονείς ενός οχτάχρονου αγοριού μέχρι θανάτου αθωώθηκε λόγω της ανισσόροπης πνευματικής του κατάστασης. Υπό κανονικές συνθήκες θα δεχόταν θανατική ποινή, αλλά επειδή οι αρχές γνώριζαν πως οι γονείς του Νίκου ήταν μεταλλάξεις τον αθώωσαν! Ο άνθρωπος αυτός ζει τη ζωή του κανονικά μέχρι σήμερα και δεν έχει καν λερωμένο ποινικό μητρώο!»
   Το στομάχι της Αιμιλίας σφίχτηκε. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως οι αρχές είχαν αθωώσει έναν τέτοιον άνθρωπο μετά από μία τόσο μακάβρια πράξη.
   Ο Ορφέας της ανέφερε αυτή την ιστορία για της δείξει την αδικία που αντιμετωπίζουν οι μεταλλάξεις έναντι των ανθρώπων αλλά και για να της εξηγήσει γιατί ο Νίκος δεν ήταν το τέρας που πίστευε. Ένας άνθρωπος του είχε καταστρέψει ολόκληρη τη ζωή μόνο και μόνο επειδή φοβόταν τους γονείς του…. και κατ’  επέκταση τις μεταλλάξεις.
   Η Αιμιλία ένιωσε μία έντονη αηδία και ένα ψήγμα λύπης για τον Νίκο. Το οποίο όμως χάθηκε ένα δευτερόλεπτο μετά, ανακτώντας την εικόνα του ξυλοδαρμένου παιδιού
   Ο Ορφέας συνέχισε. «Μπορεί να μη συμφωνώ με όσα έκανε ο Νίκος, αλλά δε θα γίνω εγώ αυτός που θα τον σταματήσει. Δεν λέω ότι είναι καλό ή σωστό, αλλά δέχομαι την αντίδρασή του» είπε βέβαιος πως την είχε πείσει. Και η χαμένη αηδιασμένη έκφραση της που είχε πια εξαφανιστεί από το πρόσωπό της, ισχυροποίησε αυτή του την άποψη.
   Τα λόγια της Αιμιλίας ωστόσο ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά που περίμενε.
   «Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως μπορείς να δικαιολογήσεις τόσο απλά τον εαυτό σου;» είπε ανακτώντας την προηγούμενη έκφραση της.
   Η Αιμιλία κατανοούσε πως ο Νίκος μπορεί να έτρεφε άσβεστο μίσος εναντίον των ανθρώπων, αλλά  η ιστορία του δεν μπορούσε να δικαιολογήσει καμία από τις μεταλλάξεις. Ο Ορφέας δεν αποτελούσε εξαίρεση.
   Ο Ορφέας δεν έχασε το αποφασιστικό του βλέμμα, αν και ένιωσε έκπληξη από την ερώτηση της. Πίστεψε πως η αντίδραση της Αιμιλίας άγγιζε τα όρια της αναισθησίας. Άλλωστε στο μυαλό του έβλεπε τον εαυτό του πλήρως δικαιολογημένο. Μπορεί ο Νίκος να έκανε ό,τι έκανε, αλλά σίγουρα είχε καλούς λόγους για αυτό.
   Η Αιμιλία συνέχισε. «Καταλαβαίνω πως είσαι οργισμένος με τους ανθρώπους, δεν σου έχουν κάνει λίγα. Αλλά το να δέχεσαι την επίθεση από μία μετάλλαξη σε έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή αυτός είναι άνθρωπος είναι σωστό; Δεν είναι το ίδιο με αυτό που κάνει η Ενότητα Ειρήνης η οποία κατηγορεί όλες τις μεταλλάξεις για όσα έκανε ο Ξενοφών Αλεξάκης;»
   «Δεν έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο!» είπε ο Ορφέας με ένταση. «Οι μεταλλάξεις δεν έχουν βλάψει τους ανθρώπους όπως οι άνθρωποι τις μεταλλάξεις. Οι άνθρωποι δεν έχουν υποφέρει από εμάς, ό,τι και να λένε. Και όσα έχουν κάνει σε μας δεν τα έχει κάνει ένας και μοναδικός άνθρωπος. Όλοι μαζί  οδηγούν τις μεταλλάξεις στο περιθώριο μόνο και μόνο επειδή φοβούνται»
   «Αυτοί δεν πιστεύουν το ίδιο» είπε η Αιμιλία. «Αντιθέτως, νομίζουν πως οι μεταλλάξεις τους έχουν βλάψει όσο κανένας και έχουν μία ολόκληρη Πολιτεία να δικαιολογεί και να ενισχύει την άποψή τους»
Γιατί είναι ηλίθιοι! σκέφτηκε από μέσα του ο Ορφέας. Αλλά αυτή τη σκέψη την κράτησε μέσα του. Μπορεί να τον εξόργιζαν τα λόγια της αλλά γνώριζε πως δε θα βοηθούσε την κατάσταση με την Αιμιλία και όσα πίστευε για το προηγούμενο βράδυ.
   Η Αιμιλία συνέχισε. «Δεν ξέρω τι λες, αλλά ο ξυλοδαρμός που δέχτηκε αυτό το παιδί επειδή φοβόταν τις μεταλλάξεις μοιάζει ολόιδιος με την σπρωξιά που δέχτηκε η Ελίζα Δημοκράτους για όσα υποστήριξε υπέρ των μεταλλάξεων»
   Ο Ορφέας ένιωσε μία γερή σουβλιά στο στομάχι.
   Τα επόμενα λόγια της του τρύπησαν τα αυτιά. «Αλλά υποθέτω πως ούτε αυτό σε νοιάζει. Άλλωστε η Ελίζα Δημοκράτους είναι άνθρωπος»
   Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που είπε η Αιμιλία πριν κατευθυνθεί προς το υπόγειο.

   Και με αυτόν τον απλό τρόπο, ο θυμός του Ορφέα χάθηκε, και έδωσε τη θέση του σε αυτό το απροσδιόριστο συναίσθημα που ακόμα δεν γνώριζε τι ήταν.



Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου