Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

8 Σεπ 2016

2 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 8)

Ιούνιος 1990

Ο Σπύρος Καλαϊτζής, ξακουστός μάγειρας κάποτε στη Θεσσαλονίκη και πλέον ανερχόμενο όνομα στην Αθήνα, μετά από χρόνια που είχε να επισκεφθεί τη γενέτειρά του, αποφάσισε αυτό το καλοκαίρι να το περάσει με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, η Ρεβέκα, μάλλον ανησύχησε στο άκουσμα της απόφασής του. Είχε αρνηθεί μια πολλά υποσχόμενη θέση σ’ένα μαγαζί στην παραλιακή που, σίγουρα θα τον καταξίωνε και θα του άνοιγε νέους ορίζοντες στα επαγγελματικά του. Κανείς στη θέση του δεν θα αρνιόταν επ’ουδενί λόγω μια τέτοια θέση μόνο και μόνο για να περάσει ευχάριστες διακοπές με την οικογένεια του. Όσο κι αν την χαροποιούσε η προοπτική να πάνε για τρεις μήνες στη Θεσσαλονίκη, όσο κι αν ήθελε να τον πιστέψει όταν της έλεγε ότι ήθελε μόνο να περάσει λίγο χρόνο με την οικογένεια του μετά από καιρό που δούλευε από τη μία νύχτα ως την άλλη, παρ’όλα αυτά αδυνατούσε να διώξει από το μυαλό της η Ρεβέκα τη σκέψη ότι, πίσω από αυτήν την απόφαση του Σπύρου κρύβονταν κι άλλες σκοπιμότητες. Σκοπιμότητες που σχετίζονταν με το θάνατο του αδερφού του, Νικήτα, πριν τρία χρόνια.
Ο Νικήτας είχε χάσει τη ζωή του ένα πρωινό του Δεκέμβρη πριν σχεδόν τρία χρόνια όταν, πηγαίνοντας το πρωί στο στρατόπεδο για να αναλάβει υπηρεσία, σε μία στροφή έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και καρφώθηκε σε μια τσιμεντένια κολώνα. Αν και η μεταφορά του στο νοσοκομείο έγινε πολύ γρήγορα, ο τραυματισμός του κατά τη σύγκρουση ήταν σφοδρός και κατέστη μοιραίος για τη ζωή του. Όλοι τότε μίλησαν για ένα τραγικό δυστύχημα. Όσοι τολμούσαν να μαντέψουν, υπέθεταν ότι ίσως είχε αργήσει λίγο και γι’αυτό έτρεχε παραπάνω απ’ότι θα έπρεπε. Κανείς, ούτε ακόμα η αστυνομία, δεν εξέταζε κάποιο σενάριο διαφορετικό. Μόνο ο Σπύρος, μέσα στην παράνοια του χαμού και στην οδύνη, μόνο εκείνος επέμενε και ζητούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο δολιοφθοράς. Φώναζε ξανά και ξανά πως τον αδερφό του τον σκότωσαν και δεν ήταν ατύχημα. Φώναζε και ξανά φώναζε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Όλοι θεωρούσαν την αντίδραση του φυσιολογική, τον αδερφό του είχε χάσει άλλωστε, και δεν έδιναν βάση στα λόγια του. Ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε πολύ γρήγορα με το πόρισμα να μιλάει απλά για ένα θανατηφόρο τροχαίο χωρίς εμπλοκή δεύτερου οχήματος και πιθανή αδιαθεσία του οδηγού που τον έκανε να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του. Ο Σπύρος εξαγριώθηκε διαβάζοντας το. Φώναξε, έβρισε, έκλαψε, κι αφού είδε ότι δεν έβγαζε πουθενά όσο κι αν αντιδρούσε, απλά μάζεψε την οικογένεια του κι έφυγε από τη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Αθήνα και σκοπό να μην επιστρέψει ποτέ ξανά πίσω στην πόλη που σκότωνε για δεύτερη φορά το Νικήτα κλείνοντας τον φάκελο του δυστυχήματος.
Παρά τις υποψίες της, που ομολογουμένως ήταν πολλές, η Ρεβέκα αποφάσισε να μην κάνει καμία περαιτέρω κουβέντα επί του θέματος στον Σπύρο και να δεχτεί την απόφαση του άντρα της με χαρά φαινομενικά μεγαλύτερη από αυτή που ένιωθε πραγματικά. Η ημερομηνία αναχώρησης τους ορίστηκε για τις είκοσι Ιουνίου, λίγες μόλις μέρες αφού κλείσουν τα σχολεία. Ο γιος τους, ο Γιώργος, πήγανε στο νηπιαγωγείο και το τελευταίο διάστημα στο νήπιο προετοίμαζαν τα παιδιά για την πρώτη δημοτικού. Δεν θα μπορούσαν λοιπόν να φύγουν πριν το πέρας της σχολικής χρονιάς. Λίγες μέρες προετοιμασία, δεδομένου ότι θα έλλειπαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν απαραίτητες ώστε να ετοιμάσει η Ρεβέκα όλα όσα θα χρειάζονταν. Έτσι, αφού συμφώνησαν την ημέρα που θα έφευγαν, ξεκίνησαν ο καθένας από τη μεριά του τις προετοιμασίες που του αναλογούσαν. Η Ρεβέκα ξεχώριζε ρούχα, παπούτσια, σεντόνια, πετσέτες και άλλα είδη προσωπικής φροντίδας για τον καθένα. Ο Σπύρος είχε κάποιες συναντήσεις ώστε να διασφαλίσει ότι, επιστρέφοντας στο τέλος του καλοκαιριού, θα είχε κάποια συμφωνία για δουλειά να τον περιμένει. Κι ο μικρός Γιώργος, πραγματικά ενθουσιασμένος που θα πήγαιναν για πρώτη φορά, απ’όσο θυμόταν, διακοπές με τους γονείς του, μάζευε τα παιχνίδια και τα παραμύθια που θεωρούσε απαραίτητα να πάρει μαζί του.
Με τις ετοιμασίες και την προσμονή, οι μέρες πέρασαν γρήγορα κι έφτασε το πρωινό της Τετάρτης, στις είκοσι Ιουνίου, που μπήκαν οι τρείς τους στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν το πολύωρο ταξίδι τους προς την συμπρωτεύουσα. Είχαν συμφωνήσει από πριν ότι, θα έκαναν κάποιες στάσεις στο ταξίδι προκειμένου να ξεκουράζεται ο μικρός Γιώργος, κι ας αργούσαν λίγο παραπάνω να φτάσουν. Το σπίτι του θείου του, στο οποίο έζησε αρκετά χρόνια σαν παιδί ο Σπύρος, και το οποίο είχε πλέον περιέλθει στην ιδιοκτησία του, ήταν ήδη καθαρό κι έτοιμο να τους υποδεχτεί, οπότε και αργά το βράδυ να έφταναν τελικά στη Θεσσαλονίκη δεν θα αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα. Ξεκίνησαν νωρίς το πρωΐ, πριν πιάσει η ζέστη. Τόσο η Ρεβέκα όσο κι ο Γιωργάκης που καθόταν μόνος του στο πίσω κάθισμα, έδειχναν πολύ χαρούμενοι. Ο Σπύρος πάλι έδειχνε λιγάκι προβληματισμένος. Αισιόδοξα προβληματισμένος. Λες και αυτό το ταξίδι ξεκινούσε με μεγάλες προσδοκίες για εκείνον. Όταν πια κόντευαν στο ¨90¨, κι αφού είχαν ήδη αποφασίσει ότι εκεί θα ήταν η πρώτη τους στάση, η Ρεβέκα σκέφτηκε να κάνει μία νίξη στον Σπύρο για τον πραγματικό λόγο του ταξιδιού αυτού. Δεν είχε σκοπό να τον πιέσει να ομολογήσει κάτι, ούτε θα ακολουθούσε τακτική κατά μετώπου επίθεσης. Θα επιχειρούσε απλά να του δώσει την ευκαιρία να της πει από μόνος του. Εκείνη την ώρα στο ράδιο έπαιζε ένα από τα αγαπημένα τους τραγούδια, το ¨Θα προχωράμε μαζί¨ του Βαρδή.
–Λοιπόν, εμείς πάντα προχωράμε μαζί, έτσι δεν είναι;
–Ναι, αγάπη μου, φυσικά! της απάντησε χαρίζοντας της ένα μεγάλο χαμόγελο γεμάτο από την αγάπη του για εκείνη.
–Δεν μου είπες, πώς αποφάσισες τελικά αυτήν την μικρή τρέλα. Άλλοι θα σκότωναν για τη θέση που εσύ απέριψες για καλοκαίρι. Όχι ότι σε κατηγορώ για την απόφαση που πήρες... Ξέρεις ότι σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη και στηρίζω κάθε σου απόφαση. Απλά μου έκανε εντύπωση...
–Η αλήθεια είναι ότι, τα τελευταία τρία χρόνια, είχα πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Ναι μεν αυτό μου πρόσφερε σταδιακά την αναγνώριση που αποζητούσα, αλλά κόντεψε να μου στερήσει την οικογένεια μου. Και μη μου πεις όχι. Αν είμαστε ακόμα μαζί κι αγαπημένοι το χρωστάμε στην κατανόηση και την υπομονή σου. Άλλη στη θέση σου, θα μου είχε δώσει τα παπούτσια στο χέρι.
–Δεν έκανα τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από αυτό που μου έλεγε η καρδιά μου, Σπύρο μου.
–Γι’αυτό λοιπόν είχε έρθει η ώρα να σας αποζημιώσω και να προσπαθήσω να ανακτήσω, όσο γίνεται, τον χαμένο χρόνο. Δόξα τω Θεώ η δουλειά μου πάει καλά. Δεν κινδυνεύω να μείνω άνεργος σταματώντας για διακοπές. Έχω ήδη κλείσει δουλειά από Σεπτέμβρη για χειμερινή σεζόν. Ήταν λοιπόν η κατάλληλη εποχή για να τολμήσουμε αυτήν την ¨τρέλα¨.
–Και πώς αποφάσισες τη Θεσσαλονίκη αντί για κάποιο άλλο μέρος;
–Μη νομίζεις ότι θα περάσουμε δυόμισι μήνες κλεισμένοι στην πόλη. Το σπίτι μας εκεί θα είναι η έδρα μας. Και τις εκδρομές μας θα κάνουμε, και κανένα διήμερο θα πάμε στη Χαλκιδική, και τα μπάνια μας στη θάλασσα κι απ’όλα!
–Δεν εννοούσα αυτό! Απλά... τα τελευταία χρόνια δεν μιλούσαμε καν για τη Θεσσαλονίκη. Όχι να κανονίσουμε να την επισκευθούμε κι όλας.
–Είχε έρθει η ώρα να κάνω το βήμα παρακάτω και να ξεπεράσω όσα με κρατούσαν πίσω. Το σκεφτόμουν καιρό. Έλαβα κι ένα τηλεφώνημα από έναν παλιό μου συμμαθητή που μου είπε ότι ετοιμάζουν συνάντηση συμμαθητών, κι έτσι απλά το αποφάσισα. Νομίζεις ότι δεν έκανα καλά;
–Όχι... όχι... Δεν είπα τίποτα τέτοιο. Αντιθέτως χάρηκα με την απόφαση σου. Ξέρεις ότι αγαπώ τη Θεσσαλονίκη και πάντα νοσταλγούσα τη ζωή μας εκεί. Απλά δεν θα ήθελα να επηρεαστείς...
–Μην ανησυχείς γλυκιά μου. Έχεις το λόγο μου ότι δεν θα αφήσω τίποτα να με φέρει πίσω. Πάμε να περάσουμε όμορφες διακοπές σαν οικογένεια κι αυτό ακριβώς θα κάνουμε!

Η Ρεβέκα αρκέστηκε να του χαμογελάσει. Δεν θα τον πίεζε άλλο για την ώρα. Τον άντρα της τον ήξερε καλά. Έβλεπε την αμηχανία πίσω από τις απαντήσεις του παρ’ότι κατάφερε να αποφύγει αριστοτεχνικά όλες τις μικρές ¨παγίδες¨ που του έστησε η Ρεβέκα για να ομολογήσει. Για την ώρα θα κοιτούσε να απολαύσει το ταξίδι τους. Η αλήθεια είναι ότι είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που μπόρεσαν να μοιραστούν ορισμένες χαρούμενες οικογενειακές στιγμές οι τρεις τους. Από το θάνατο του Νικήτα και μετά ένα σύννεφο είχε σκεπάσει τη ζωή τους. Ο Σπύρος το είχε ρίξει στη δουλειά κι η Ρεβέκα είχε απομείνει να φροντίζει για όλα μόνη της. Ήταν πραγματικά πλέον ο καιρός να χαλαρώσουν και να απολαύσουν ξανά την οικογένεια τους και το να είναι όλοι μαζί χωρίς άγχη και έγνοιες.
Το ταξίδι για την συμπρωτεύουσα διήρκησε αρκετές ώρες. Έκαναν στάση για καφέ στο ¨90¨, για φαγητό στο Βόλο, ξανά για καφέ στη Μεθώνη, κι έτσι έφτασαν στη Θεσσαλονίκη γύρω στις οκτώ το βράδυ. Ήταν αρκετά κουρασμένοι αλλά όχι ταλαιπωρημένοι. Ο μικρός Γιώργος είχε κοιμηθεί στο αυτοκίνητο και ήταν ακμαίος παρά το πολύωρο ταξίδι. Μόλις έφτασαν μπροστά στην παλιά μονοκατοικία στην οδό Φιλίππου, μόλις τρία τετράγωνα πάνω από την Εγνατία, κοντά στην πλατεία αρχαίας αγοράς και άνοιξαν τη βαριά ξύλινη πόρτα, ο Γιώργος ξεχύθηκε σαν σίφουνας κι άρχισε να εξερευνά και τα δύο πατώματα του σπιτιού που θα τους φιλοξενούσε τους επόμενους μήνες.  Ο Σπύρος άρχισε να κατεβάζει μία-μία τις βαλίτσες τους από το αυτοκίνητο και η Ρεβέκα ξεκίνησε ετοιμάζοντας τα κρεβάτια τους για το βράδυ προτού αρχίσει να τακτοποιεί ορισμένα από τα είδη που εκείνη χαρακτήριζε ως ¨πρώτης ανάγκης¨, δηλαδή ότι τρόφιμα είχε φέρει μαζί και τα είδη προσωπικής φροντίδας του καθενώς. Τα ρούχα τους θα τα βόλευε στις ντουλάπες το επόμενο πρωί με την ησυχία της.
Μόλις ολοκλήρωσαν τις απαραίτητες προετοιμασίες για την πρώτη νύχτα των διακοπών τους, ο Σπύρος και η Ρεβέκα βγήκαν στην βεράντα του πρώτου ορόφου, έξω ακριβώς από το υπνοδωμάτιο τους, και κάθισαν να πιουν ένα ποτό και να χαλαρώσουν. Ο Σπύρος προτιμούσε το ουΐσκι ενώ η Ρεβέκα είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα λικέρ. Απόψε είχε επιλέξει ένα από τα αγαπημένα της, το λικέρ κανέλας. Είχε έντονο κόκκινο χρώμα, το αγαπημένο της, υπέροχη γεύση και της άφηνε ένα πολύ ωραίο άρωμα στο στόμα. Κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλο, σε δύο καράκλες σκηνοθέτη, κι είχαν μπροστά τους μια υπέροχη θέα της νυχτερινής Θεσσαλονίκης. Παρ’όλο που δεν είχαν ζήσει ποτέ σε αυτό το σπίτι όταν έμεναν στη Θεσσαλονίκη, αυτό το ρομαντικό τετ-α-τετ έφερε και στους δύο μ’ένα τρόπο σχεδόν μαγικό αναμνήσεις από τον πρώτο καιρό που, σαν νιόπαντροι τότε, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην συμπρωτεύουσα. Ο Σπύρος την κοιτούσε τρυφερά μέσα στα μάτια και της κρατούσε τα χέρια μέσα στα δικά του. Η σιωπή τους έλεγε περισσότερα από όσα θα μπορούσαν ποτέ να πουν τα λόγια. Η αγάπη που τους έδενε απλά ξεχείλιζε τις αισθήσεις τους. Το απαλό τους φιλί, γλυκό κι αέρινο σαν το πρώτο τους φιλί, διέκοψε η φωνούλα του Γιώργου που καλούσε τη μανούλα του σε βοήθεια. Το αυτοκινητάκι που έπαιζε είχε πάει κάτω από το κρεβάτι και δεν το έφτανε. «Πάω να τον βάλω για ύπνο κι έρχομαι...» του είπε η Ρεβέκα και η ματιά της ήταν γεμάτη νόημα. Εκείνο το βράδυ έκανε το ζευγάρι να ερωτευθεί λες απ’την αρχή. Ξεχνώντας όσα είχαν περάσει κι είχαν στοιχειώσει τις ζωές του τα τελευταία χρόνια. Έδειχνε να σηματοδοτεί μία νέα, εντελώς διαφορετική περίοδο στη σχέση τους και στη ζωή που μοιράζονταν. Μία περίοδο ευτυχίας ίσως;
Το επόμενο πρωί η Ρεβέκα σηκώθηκε νωρίς. Ήθελε όταν σηκωθούν οι άντρες της το πρωινό να είναι έτοιμο. Έφτιαξε καφέ και πορτοκαλάδα και ζέστανε γάλα για το Γιώργο. Ζέστανε ψωμί στη φρυγανιέρα κι έβγαλε στο τραπέζι βούτυρο, μαρμελάδα, μέλι και κέικ που είχε φτιάξει στην Αθήνα. Λουκούλειο γεύμα για τους βασιλιάδες της καρδιάς της! Σκεφτόταν, τώρα το πρωί, να τους έστελνε μια βόλτα τους δυο τους ώστε να μπορέσει εκείνη να τακτοποιήσει τα πράγματα τους με την ησυχία της, κι από κει κι έπειτα να μπορούν να περάσουν όλοι μαζί την υπόλοιπη μέρα. Όταν με το καλό σηκώθηκε κι ο Σπύρος, με κάποια λύπη ανακάλυψε ότι, είχε κι εκείνος τα σχέδια του για την πρώτη τους μέρα εκεί, εντελώς διαφορετικά από τα δικά της. Ο Σπύρος σχεδίαζε να συναντήσει έναν από τους παλιούς του συμμαθητές, εκείνον που τον είχε ενημερώσει για την προγραματισμένη συνάντηση επανένωσης, οπότε θα άφηνε τη Ρεβέκα με τον Γιώργο στο σπίτι, και θα επέστρεφε πριν το μεσημεριανό. Αν και δυσαρεστημένη, δεν έφερε αντίρησση στον άντρα της, ελπίζοντας ότι έστω και η μισή μέρα θα ήταν αρκετή για να κάνουν οι τρεις τους μία βόλτα στην πόλη.
Ο Σπύρος δεν φάνηκε συνεπής απέναντι στη γυναίκα του και δεν ήρθε στο σπίτι για μεσημεριανό. Ούτε για βραδινό ήρθε. Η Ρεβέκα, πολύ εκνευρισμένη, ετοίμασε το Γιώργο για ύπνο, πήρε ένα ποτό και κάθισε ξανά στη βεράντα που εχθές καθόταν με τον άντρα της. Από τη μία είχε αρχίσει να ανησυχεί λίγο με την πολύωρη απουσία του άντρα της και ίσως, βαθιά μέσα της, να ένιωθε και κάποιες τύψεις για τον εκνευρισμό της. Από την άλλη μεριά, τα νεύρα της χτυπούσαν κόκκινο. Η γαϊδουριά του Σπύρου δεν είχε όρια. Με το μυαλό της τον έβλεπε να έρχεται, να κάθεται δίπλα της όλο χαρά, ίσως και λιγάκι πιωμένος, κι εκείνη να του δίνει ένα δυνατό χαστούκι και να πηγαίνει για ύπνον αφήνωντας τον να προσπαθεί να καταλάβει από πού του ήρθε! Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο ήχος της βαριάς πόρτας να κλείνει την επανέφερε και, νικώντας η ανησυχία, έτρεξε κάτω να συναντήσει τον άντρα της.
–Σπύρο μου, είσαι καλά; Τι είναι; Τι έπαθες; τον ρώτησε τρελαμένη κυριολεκτικά από την τρομάρα της όταν, τον βρήκε στην κουζίνα να κάθεται με το κεφάλι ακουμπισμένο στα χέρια και να κλαίει με λυγμούς.
–Είμαι καλά. Τώρα είμαι καλά. Τώρα όλα θα πάνε καλά! της απάντησε λίγο αργότερα, μόλις κατάφερε να επιβληθεί στον εαυτό του.
–Τι έγινε; Πού χάθηκες όλη μέρα;
–Ότι και να πεις έχεις δίκιο, αγάπη μου. Δώσε μου δέκα λεπτά να κάνω ένα μπάνιο και θα σου τα εξηγήσω όλα!


Η Ρεβέκα έδωσε τόπο στην οργή. Ευτυχώς είχε επιστρέψει και, αν και ταραγμένος, ήταν καλά. Θα περίμενε να ακούσει τις εξηγήσεις που είχε να της δώσει. Άλλωστε, ποτέ στο παρελθόν δεν είχε φερθεί ανάλογα, οπότε θα του έδινε το δικαίωμα να απολογηθεί. Γέμισε ξανά το ποτήρι της με ποτό, έβαλε κι ένα ποτό για το Σπύρο, πήρε και φαγητό σ’ένα πιάτο μήπως πεινούσε, και κάθισε στη βεράντα περιμένοντας τον άντρα της να βγει από το μπάνιο. Λίγη ώρα αργότερα έβγαινε στη βεράντα κι ο Σπύρος που, αντί να πάει να καθίσει στην καρέκλα του, πήγε πίσω από τη δική της καρέκλα, έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά στον ώμμο.


–Θα μπορέσεις άραγε να μου συγχωρέσεις τη σημερινή μου συμπεριφορά;
–Θα εξαρτηθεί από τις εξηγήσεις που θα μου δώσεις.... η απάντηση της ήρθε σαν κεραυνός.
–Ας τα πάρουμε από την αρχή τα πράγματα, λοιπόν.
–Σε ακούω...
–Άκου να δεις γλυκιά μου... Πριν από περιπου ένα μήνα, έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον παλιό μου συμμαθητή, τον Γεράσιμο που σου έλεγα.
–Ναι... Που σε ενημέρωνε σχετικά με το πάρτυ που ετοιμάζεται, ώστε να βρεθείτε οι παλιοί συμμαθητές.
–Αυτός νόμιζα κι εγώ ότι ήταν ο λόγος που επικονώνησε μαζί μου... Μέχρι σήμερα το πρωί που πήγα και τον βρήκα στη δουλειά.
–Τι εννοείς;
–Σου έχω πει τι δουλειά κάνει ο Γεράσιμος;
–Όχι... Δεν θυμάμαι να μου το είχες αναφέρει.
–Ο Γεράσιμος, λοιπόν, είναι αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας.
–Και λοιπόν;
–Το πρωί που λες, πήγα στο γραφείο του, στο αστυνομικό μέγαρο, όπου με περίμενε μια έκπληξη. Ο Γεράσιμος κρατούσε στα χέρια του το φάκελο της υπόθεσης του Νικήτα. Έπειτα από κάποιες νέες μαρτυρίες, τις οποίες δεν μου ανέφερε, ανοίγει ξανά ο φάκελος. Όλη μέρα ήμουν στο αστυνομικό μέγαρο κι έδινα εκ νέου κατάθεση για το δυστύχημα του αδερφού μου.
–Τα ίδια, Παντελάκη μου, δηλαδή; Ξανά τα ίδια; Υποτίθεται ότι ήρθαμε εδώ να περάσουμε όμορφες οικογενειακές διακοπές! Κι εσένα θα σε φάνε ξανά οι αστυνομίες, οι καταθέσεις, το άγχος, τα νεύρα; Πάλι θα στοιχειώσει τη ζωή μας το φάντασμα του αδερφού σου;
–Όχι, Ρεβέκα μου, στο υπόσχομαι! Αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά! Μου πήρε χρόνια να το ξεπεράσω. Σας ταλαιπώρησα πολύ, το ξέρω! Τώρα δεν θα είναι το ίδιο. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στο Γεράσιμο. Θα τα φροντίσει όλα εκείνος. Εμείς από αύριο, αφού σήμερα δεν ήρθαν όπως τα περιμέναμε, ξεκινάμε επιτέλους τις διακοπές μας. Είμαι εδώ για εσάς! Μόνο για εσάς! Κι αν έχει έρθει η ώρα να δικαιωθεί ο Νικήτας, αυτή η δικαίωση θα έρθει φυσικά.
–Σπύρο Καλαΐτζή, σε προειδοποιώ! Είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Εάν με απογοητεύσεις ξανά, βάζοντας τον πεθαμένο αδερφό σου πάνω από την οικογένεια σου, τότε θα πάρω το παιδί και θα φύγω. Υπέμεινα πολλά αυτά τα τρία χρόνια. Πάλεψα όσο δεν μπορεί άνθρωπος να φανταστεί γι’αυτό το γάμο. Τώρα ήρθε η σειρά σου να παλέψεις γι’αυτόν. Καληνύχτα.

Με αυτά τα λόγια η Ρεβέκα σηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι τους, αφήνωντας τον Σπύρο βυθισμένο στις σκέψεις του. Τα λόγια της ήταν τελεσίγραφο κι ο Σπύρος το ήξερε καλά αυτό. Όπως ήξερε κι εκείνη ότι, όταν της έλεγε ότι αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά, το εννοούσε. Έπρεπε όμως κι εκείνη να πει όσα ένιωθε, να τα βγάλει από μέσα της. Και το έκανε. Κι ο Σπύρος ένιωσε την παράκληση και την ανασφάλεια πίσω από την σπίθα των ματιών της. Ένιωσε την καρδιά της που διψούσε για δύο λόγια παρηγοριάς και για μια αγκαλιά να της προσφέρει σιγουριά. Ένα λιμάνι απάνεμο για να αράξει. Έτσι, λίγα λεπτά μόνο αφότου έφυγε η Ρεβέκα από την βεράντα, την ακολούθησε κι εκείνος στην κρεβατοκάμαρα. Ξάπλωσε δίπλα της, την πήρε αγκαλιά κι έσκυψε στο αυτί της. Δεν της είπε πολλά. Δυο λόγια μόνο. Δυο λόγια αληθινά, που για εκείνη ήταν αρκετά. Της είπε μόνο « Είμαι εδώ για εμάς! Καληνύχτα! Σ’αγαπώ!».


 Αλεξία Λαμπροπούλου

2 σχόλια: