Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Σεπ 2016

6 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 9)

     Ο Ηλίας ήταν εκείνο το πρωινό της Πέμπτης με τον Λάμπρο σε μια καφετέρια κοντά στη σχολή. Είχαν αποφασίσει να βρεθούν εκεί πριν πάνε στη σχολή για να μπορέσουν να συζητήσουν λίγο οι δυο τους. Ο Λάμπρος προβληματιζόταν σοβαρά από τη συμπεριφορά και τις πράξεις του Ηλία και τον κάλεσε ο ίδιος πρωί-πρωί να συναντηθούν για να μιλήσουν. Ο οποιοσδήποτε τους έβλεπε θα καταλάβαινε ότι οι δύο άντρες διαφωνούσαν.
–Τι εννοείς δεν ξεκαθάρισες ακόμα μαζί της; Πάνε δυο μέρες... Τι σκοπό έχεις;
–Λάμπρο, ειλικρινά δεν ξέρω τι να σου πω. Είμαι πολύ μπερδεμένος...
–Τι μπερδεμένος και αηδίες μου λες... Θα μπλέξεις άσχημα. Και πέρα από τα αμιγώς προσωπικά σου, η ιστορία αυτή θα βλάψει σοβαρά τη συνοχή της οργάνωσης. Τι θα γίνει αν φτάσει τίποτα στα αυτιά της Μαρίας;
–Οχι... όχι... αυτό δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι. Δε λέω, με τη Μαρία περνάμε κρίση, αλλά όχι να το μάθει από κάποιον άλλο.... Κι όχι όσο είναι στην Αγγλία.
–Και τι θα κάνεις; Δεν μπορείς και να είσαι με τη μία, και να μην το μάθει η άλλη.
–Ούτε μπορώ όμως να πιάσω την Αγάπη και να της πω ¨Κοίτα κοριτσάκι, όλα καλά αλλά θα περιμένεις πότε θα χωρίσω την προηγούμενη για να γίνεις η επόμενη...¨. Λέγονται αυτά;
–Θα γίνω σαφής, Ηλία, και συγχώρεσε μου τη σκληρή στάση. Δεν με νοιάζει πώς θα τα καταφέρεις όσον αφορά τα προσωπικά σου, αν πέσει στην αντίληψη μου ότι αυτή η ιστορία προκαλεί πρόβλημα στην οργάνωση τότε, ούτε λίγο ούτε πολύ, θα βρεθείς εκτός μια κι έξω. Με καταλαβαίνεις;
–Σε καταλαβαίνω... Τα έκανα μύλο....
–Μα καλά ρε παιδάκι μου, κι εσένα πώς στη βάρεσε ξαφνικά με την πάρτη της; Δεν υποτίθεται ότι απλά θα της πουλούσες έρωτα; Ή μήπως γούσταρες από την αρχή κι απλά μου πούλησες το παραμύθι για να μην σε αποτρέψω;
–Όχι, Λάμπρο, έχεις το λόγο μου. Δεν είχα τέτοια πρόθεση. Δεν ξέρω πώς την πάτησα μαζί της. Εσύ κάνε απλά πως δεν ξέρεις τίποτα. Μην καταλάβει η μικρή ότι στο είπα. Σε εκείνη θα πω να το κρατήσουμε κρυφό λίγο στην αρχή και, τα Χριστούγεννα που θα έρθει με το καλό η Μαρία, τότε ξεκαθαρίζω και με εκείνη και όλα καλά! Εντάξει ρε φίλε;
–Εντάξει. Άντε να δούμε....


Το πρωί της Πέμπτης η Αγάπη δεν είχε μάθημα νωρίς. Παρ’όλα αυτά αποφάσισε να πάει νωρίτερα στη σχολή, με την ελπίδα ότι θα έβλεπε τον Ηλία. Από τη Δευτέρα το βράδυ που την άφησε έξω από την πόρτα του διαμερίσματος της καληνυχτίζοντας την μ’ένα φιλί, είχε γίνει πρακτικά άφαντος. Λες και, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ήθελε να την αποφύγει. « Λες να μετάνιωσε και να μην ξέρει πώς να μου το πει;» σκεφτόταν εκείνη συνεχώς. Εκτός του ότι δεν τον είχε δει, δεν απαντούσε ούτε στα τηλέφωνα. Μήνυμα δεν του είχε στείλει. Τι να του έλεγε άλλωστε; Περίμενε πότε θα έβλεπε την κλήση της να την πάρει πίσω. Αυτή η στιγμή όμως δεν ήρθε ποτέ κι είχαν περάσει αισίως δύο μέρες που εκείνος ήταν εντελώς εξαφανισμένος. Φτάνοντας στη σχολή, κατευθύνθηκε προς τις εξέδρες όπου καθόταν συνήθως, με την ελπίδα να τον συναντήσει. Οι ελπίδες της όμως δεν ευοδώθηκαν καθώς, ο Ηλίας, δεν είχε φανεί ακόμα από τη σχολή. Χαιρέτισε τους ¨συντρόφους ¨ της και γύρισε να φύγει όταν, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, είδε τον Ηλία παρέα με τον Λάμπρο να περνούν την πύλη. Αφού οι δύο άντρες ήρθαν στις εξέδρες και καλημερίστηκαν με τους υπόλοιπους, ο Ηλίας, έκανε νόημα στην Αγάπη να τον ακολουθήσει διακριτικά. Έφυγε πρώτα εκείνος και, μετά από λίγο, χαιρέτισε κι εκείνη κι έφυγε, ακολουθώντας τον από κάποια απόσταση. Βγήκαν από την πύλη και πήγαν στην καφετέρια, ακριβώς απέναντι από τη σχολή. Κάθισαν σε ένα τραπεζάκι στο βάθος, όπου θα ήταν ασφαλείς από αδιάκριτα βλέμματα . Πρώτος πήρε το λόγο ο Ηλίας, καταλαβαίνοντας από τη στάση της Αγάπης ότι εκείνη περίμενε κάποιες εξηγήσεις.
–Σου οφείλω μια συγνώμη για την απουσία μου αυτές τις μέρες. Ξέρω ότι δεν δικαιολογούμαι, αλλά είχα πολλή δουλειά με την οργάνωση.
–Σαφώς και την οφείλεις.
–Έλα... Μη μου κάνεις μούτρα... Κι εμένα μου έλλειψες...
–Αλήθεια; με αυτή του τη δήλωση η Αγάπη σαν να μαλάκωσε...
–Φυσικά και μου έλλειψες. Μακάρι να μπορούσα να επανορθόσω με κάποιο τρόπο. Τι λες; Μπορώ;
–Αν θες, θα βρεις τρόπο. Η Αγάπη το έπαιζε ακόμα σκληρή.
–Τι ώρα τελειώνεις το μάθημα;
–Στις τρεις.
–Να σε περιμένω να πάμε για φαγητό;
–Να με περιμένεις...
–Ωραία! Με αυτή της την απάντηση ο Ηλίας της χάρισε ένα μεγάλο, αληθινό χαμόγελο.

Κάθισαν στην καφετέρια αρκετή ώρα, πίνοντας το καφεδάκι τους και συζητώντας διάφορα θέματα. Έδειχναν και οι δύο να απολαμβάνουν τον χρόνο που περνούσαν μαζί. Κανείς από τους δύο δεν τολμούσε να θίξει το φλέγον ζήτημα που απασχολούσε και τους δύο και που, ο καθένας από τη μεριά του, ευχόταν να αναφερθεί πρώτος ο άλλος. Αντιθέτως, μίλησαν αρκετά για τα θέματα της οργάνωσης. Ο Ηλίας την ενημέρωσε ότι συνεδρίασε το αρμόδιο όργανο, εγκρίνοντας την ένταξη της και μάλιστα είχαν αναθέσει την καθοδήγηση της στον Ηλία. Ξεκίνησε, λοιπόν, να της μιλάει για τους τρόπους δράσης τους μέσα στη σχολή. Έπρεπε να είναι πανταχού παρόντες, με έντονη παρουσία στα αμφιθέατρα, ώστε να αντιλαμβάνονται έγκαιρα τα προβλήμτα στη λειτουργία του ιδρύματος και να μπορούν να επεμβαίνουν για την λύση τους. Έδωσε επίσης στην Αγάπη πλούσιο έντυπο υλικό ώστε να ξεκινήσει τη μελέτη στα ιδεολογικά θέματα, μελέτη που θα την εφοδίαζε και θα την θωράκιζε ώστε να μπορέσει να σταθεί και να αντικρούσσει τους ιδεολογικούς τους αντίπαλους στις μικρές καθημερινές λογομαχίες και στο κυνήγι των εντυπώσεων προκειμένου να αποκτήσει επιρροή σε περισσότερους συμφοιτητές της. Όλα αυτά βέβαια, θα έρχονταν σταδιακά. Κανείς δεν θα της ζητούσε από την πρώτη μέρα να ορθώσει το ανάστημα της και να αντιμετωπίσει τον εχθρό που, δεν αποτελούσε άλλον από τον ίδιο τον καπιταλισμό και τον τρόπο που αυτός εκφραζόταν μέσα από τους υποστηριγκτές του. Τα καθήκοντα της για την ώρα θα ήταν η αυτομόρφωση της σε θέματα ιδεολογίας και να ακολουθεί τον καθοδηγητή της ώστε να διδάσκεται από εκείνον και τις δικές του ¨μάχες¨.
Η ώρα που είχε στη διάθεση της η Αγάπη μέχρι να ξεκινήσει το μάθημα πέρασε σαν νερό. Η συζήτηση με τον Ηλία την είχε απορροφήσει τόσο που, μάλλον καταλάθος κοίταξε το ρολόι της, διαπιστώνοντας ότι ήταν ώρα να φύγει. Χαιρέτισε τον Ηλία που, ιπποτικά, σηκώθηκε να την χαιρετίσει και να της θυμίσει ότι, εννοείται, θα πληρώσει εκείνος του καφέδες. Έπειτα, εξίσου ιπποτικά, της φίλησε τρυφερά το χέρι κι απέμεινε να την κοιτάζει όρθιος καθώς εκείνη απομακρυνόταν με προορισμό το γήπεδο της χειροσφαίρισης. Την κοιτούσε, σαν μαγεμένος, θαυμάζοντας την όμορφη σιλουέτα της και τα μακρυά μαλλιά της που, λιτά, ανέμιζαν στο ανάλαφρο φθινοπωρινό αεράκι.
Δύο ώρες εργαστήριο και μία ώρα θεωρία είχε μόνο την Πέμπτη η Αγάπη, παρ’όλα αυτά της φάνηκαν αιώνας. Τελειώνοντας η διάλεξη της ανατομίας που παρακολουθούσε, σχεδόν τρέχοντας έφυγε από το μεγάλο αμφιθέατρο για να συναντήσει τον Ηλία που την περίμενε έξω από το μετρό της Δάφνης, όπως της είχε γράψει στο μήνυμα που της είχε στείλει λίγο νωρίτερα. Λίγο πριν φτάσει δίπλα του σταμάτησε τον ήπιου τρεξίματος βηματισμό της, αντικαθιστώντας τον με ένα χαλαρό βάδισμα. «Μην καρφωθούμε κι όλας...» σκέφτηκε.
Μπήκαν στο μετρό, που εκείνη την ώρα ήταν πάντοτε γεμάτο κόσμο. Το βαγόνι ήταν ασφυκτικά γεμάτο, με αποτέλεσμα τα σώματα τους να είναι υπερβολικά κοντά, να αγγίζονται σχεδόν. Κοιτιόντουσαν στα μάτια συνεχώς. Λες κι ο χρόνος είχε σταματήσει, λες και ήταν εντελώς μόνοι, μόνο οι δυο τους. Η ματιά της Αγάπης τα έλεγε όλα, κι ο Ηλίας κατάλαβε. Έσκυψε και της έδωσε ένα στιγμιαίο φιλί στα χείλη. Η κίνηση του αυτή ήταν αρκετή για να της δώσει τις απαντήσεις που ζητούσε. Τώρα ήξερε. Το χαμόγελο που του χάρισε ακτονιβολούσε. Από εκείνη τη στιγμή ο Ηλίας και η Αγάπη ήταν ζευγάρι.
Έχασαν τη στάση στο Σύνταγμα, απορροφημένοι καθώς ήταν, κι αποφάσισαν να κατεβούν στην Ομόνοια και να περπατήσουν μέχρι το Μοναστηράκι. Ανέβηκαν τα στενά της Πλάκας, χαζεύοντας παράλληλα τα ατελείωτα ιστορικά μνημεία που συνέθεταν το σκηνικό γύρω τους, καταλλήγωντας σε ένα παραδοσιακό ταβερνάκι που, όπως πίστευε η Αγάπη, πρέπει να μετρούσε πολλά χρόνια παρουσιάς στην περιοχή. Παρήγγειλαν τη σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, που τους πρότεινε ο μετρ, και μισό κιλό κρασί. Την περισσότερη ώρα συζητούσαν γενικά για τη μέχρι τότε ζωής τους. Ο Ηλίας έδειχνε να θέλει να μάθει τα πάντα για την Αγάπη, κι εκείνη με τη σειρά της άκουγε με μεγάλο ενδιαφέρον τις αφηγήσεις του Ηλία για τα σχολικά του χρόνια. Ο Ηλίας, γνωρίζοντας ότι δεν παίρνει αναβολή, πήρε κάποια στιγμή την απόφαση να μιλήσει στην Αγάπη για το θέμα της μυστηκότητας που έπρεπε να διατηρήσουν.
–Θα ήθελα μόνο... τώρα λίγο στην αρχή...
–Τι είναι, Ηλία; Μίλα μου πιο ξεκάθαρα.
–Κοίτα, μην το πάρεις στραβά. Απλά θα ήθελα λίγο τώρα στην αρχή να το κρατήσουμε κρυφό. Δεν θέλω να μαθευτεί στην οργάνωση, όχι ακόμα τουλάχιστον. Στη σχολή, κι όταν είμαστε με συντρόφους γενικότερα, θα πρέπει να προσέχουμε μην καρφωθούμε, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Με καταλαβαίνεις;
–Ναι, βέβαια! Κι εγώ θα νιώθω άβολα αν ξαφνικά το μάθουν όλοι. Δεν είναι ανάγκη να μαθευτεί ακόμα. Αυτό ήταν όλο; Γι’αυτό φυσούσες και ξεφυσούσες τόση ώρα;
–Δεν ήθελα να το πάρεις στραβά... Δεν έχει να κάνει με εσένα... Απλά δεν μπορώ την καζούρα, ούτε θα ήθελα να θεωρηθεί ότι έχεις ευνοϊκή μεταχείρηση ή ότι η δουλειά μου ως καθοδηγητή επηρεάζεται από τη σχέση μας. Θα προτιμούσα τώρα στην αρχή να την αφήσουμε να εξελιχθεί με την ησυχία της.
–Μην ανησυχείς. Βασικά, χαίρομαι που το συζητήσαμε. Κι εγώ το προτιμώ έτσι, αλήθεια!

Ένα μεγάλο θέμα, βραχνάς μέχρι τότε για τον Ηλία, είχε διευθετηθεί, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Καλύτερα απ’ότι είχε τολμίσει να ελπίζει ο Ηλίας. Ευτυχώς για εκείνον, η μάλλον ντροπαλή φύση της Αγάπης την οδηγούσε να επιθυμεί την ιδιωτικότητα που της πρότεινε εξίσου, αν όχι περισσότερο κι από εκείνον. Τώρα έπρεπε μόνο να δει πώς θα ξεκαθάριζε την κατάσταση με τη Μαρία.
Η Μαρία, συμμαθήτρια του Ηλία και η πρώτη του αγάπη, είχε εξελιχθεί, φυσικά θα έλεγε κανείς, από την παιδική του φίλη και την κολλητή του στην πρώτη του σχέση. Η αγάπη του για τη Μαρία ήταν βαθειά, αλλά ο έρωτας του για εκείνη είχε σβήσει καιρό τώρα. Λίγο η απόσταση, μιας που εκείνη όταν τελείωσαν το λύκειο πήγε για σπουδές στο Λονδίνο, λίγο ο χρόνος που περνά αμείληκτος και φθείρει, όλα είχαν οδηγήσει στο να αποτελεί πλέον η Μαρία παρελθόν στην καρδια του Ηλία. Σαφώς την αγαπούσε, αλλά σαν φίλη του, σαν ένα σημαντικό άτομο στη ζωή του, σαν ένα κεφάλαιο που είχε κλείσει. Μέχρι τώρα όμως, παρ’ότι μόνο η συνήθεια τον κρατούσε μαζί της, χωρίς το παρελθόν να αποτελεί εγγύηση για το μέλλον, δεν είχε σκεφτεί ποτέ σοβαρά να τερματίσει τη σχέση του μαζί της. Μέχρι που, εκείνο το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας ήρθε να ταράξει το είναι του, κι άρχισε πλέον να αποτελεί φλέγον ζήτημα το να ξεκαθαρίσει με τη Μαρία. Δεν ήθελε να την πληγώσει, χάριν του παρελθόντος. Είχαν κοινούς φίλους στην οργάνωση καθώς, ήταν και οι δύο οργανωμένοι από τα σχολικά τους χρόνια – ακόμα ένα κοινό που τους έδενε- και δεν θα ήθελε για κανέναν λόγο να μάθει η Μαρία από κάποιον άλλο για τη σχέση του με την Αγάπη. Έπρεπε να φερθεί σαν άντρας και να της μλήσει εκείνος. Όχι όμως από το τηλέφωνο. Πώς μπορύσε να της πει κάτι τέτοιο από το τηλέφωνο; Έπρεπε να είναι πρόσωπο με πρόσωπο, να την κοιτάει στα μάτια. Θα της έλεγε και για την Αγάπη; Αυτό ήταν ένα ερώτημα που τον ταλαιπωρούσε, Δεν μπορούσε ακόμα να αποφασίσει αν θα ήταν σκόπιμο να της αποκαλύψει ότι κάποια άλλη κατείχε τη θέση που κάποτε της ανήκε στο μυαλό και την καρδιά του. Γιατί η Αγάπη, ανεξάρτητα από την εξέλιξη που θα είχαν, πίστευε ακράδαντα ότι είχε μπει στην καρδιά του και τον είχε σημαδέψει. Έτσι απλά, χωρίς η ίδια να το ξέρει ή να το έχει επιδιώξει, είχε αφήσει το σημάδι της. Το θέμα όμως τώρα ήταν η Μαρία. Πώς θα τελείωνε το γρηγορότερο δυνατό η κατάσταση που τον εμπόδιζε να αφεθεί στον τυφώνα Αγάπη, με τις μικρότερες συνέπειες για το πρόσωπο που ήταν αναγκασμένος να πληγώσει. Να περίμενε μέχρι τα Χριστούγεννα, όπως είχε πει στο Λάμπρο; Πήγαινε πολύ μακριά και οι πιθανότητες να προδωθούν και να το μάθει η Μαρία πλήθαιναν. Όχι. Έπρεπε να το διευθετήσει και σύντομα! Έπρεπε να πάει ο ίδιος στο Λονδίνο, να την βρει, να της μιλήσει. Δεν θα έλλειπε πολύ. Μόνο δυο μέρες. Η λύση που του ήρθε σαν φώτιση από τον ουρανό φάνταζε η ιδανική στα μάτια του. Σίγουρα θα κρατούσαν λίγο για τον εαυτό τους το τρυφερό τους ξεκίνημα ακόμα και μετά το ταξίδι του. Θα ήταν όμως ο ίδιος ήσυχος. Ήσυχος και εντάξει, απέναντι σε όλους. Την Αγάπη, τη Μαριά και τη συνείδηδη του. Πήρε τον Λάμπρο τηλέφωνο να του ανακοινώσει τα σχέδια του κι έκλεισε αμέσως εισητήρια για την επόμενη μέρα. «Καλά, εσύ δεν κρατιέσαι!» του είχε πει ο Λάμπρος.
«Τι στο καλό είναι αυτή η μικρή, μάγισσα και σε μάγεψε έτσι;».

«Μια μικρή αιθέρια νεράιδα! Ευχήσου μου καλή τύχη!» του απάντησε ο Ηλίας κλείνοντας το τηλέφωνο. Ετοίμασε λίγα πράγματα σε ένα σακβουαγιάζ, έστειλε κι ένα μέιλ στη Μαρία ότι θα έφτανε το απόγευμα της επομένης κι έπεσε να κοιμηθεί, ανάλαφρος κι απελευθερωμένος μετά από μέρες!


Αλεξία Λαμπροπούλου

6 σχόλια:

  1. Αχ η νεραιδουλα μας!!! ❤❤❤ τι σου κάνει ο έρωτας όμως... Ακόμα και τη στάση στο μετρό μπορείς να χάσεις ��

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εύκολα! Ήταν πολύ απασχολημένα τα παιδιά για να προσέχουν τη στάση!

      Διαγραφή
  2. Ηλία σε βλέπω από κομματόσκυλο άντρακλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. βρε τον Ηλία... το παρεξηγησα το παιδι. να τωρα θελει να τα κανει ολα σωστα! :P

    ΑπάντησηΔιαγραφή