Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24 Οκτ 2016

4 Κατακτώντας την Αγάπη (Κεφάλαιο 10)

Το πρωί της Παρασκευής η Αγάπη ξύπνησε με πολύ καλή διάθεση. Αν και ξεκινούσε μάθημα από τις οκτώ, σηκώθηκε χωρίς πρόβλημα κι ετοιμάστηκε με περισσότερη φροντίδα απ’ ό,τι συνήθως. Ανυπομονούσε για τη στιγμή που, ανάμεσα στα μαθήματα, θα έβλεπε τον Ηλία και ήθελε να δείχνει όμορφη. Ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να εκδηλωθούν μπροστά στους άλλους, ήξερε ότι μπορούσε να διαβάσει τα μάτια του, κι ήθελε σε αυτά τα μάτια να δει τον θαυμασμό.Έχοντας έξι ώρες συνεχόμενα μάθημα, με πολύ μικρά διαλείμματα στο ενδιάμεσο, δεν παραξενεύτηκε που, μέχρι τις δύο που επιτέλους τελείωσε, δεν είχε καταφέρει ακόμα να δει κάπου έστω και στιγμιαία τον Ηλία.
Πριν φύγει από τη σχολή, πέρασε μια τελευταία φορά από τις κερκίδες, με τις ελπίδες της να διαψεύδονται και πάλι αφού ούτε τώρα ο Ηλίας ήταν εκεί. Ρώτησε τον Λάμπρο αν είχε μιλήσει μαζί του, για να ακούσει έκπληκτη από τα χείλη του ότι ο Ηλίας είχε φύγει εκτάκτως για μία δουλειά εκτός Αθηνών και θα έλειπε για δύο μέρες. «Δεν μπορούσε να με ενημερώσει;» σκέφτηκε η Αγάπη κι έφυγε χωρίς να χαιρετίσει.
Φτάνοντας στο μετρό, συνάντησε την Ιωάννα, δευτεροετή στη σχολή της κι επίσης οργανωμένη. Αν και η Αγάπη ήταν ακόμα αρκετά κλειστή απέναντι στους υπόλοιπους συντρόφους της, με την Ιωάννα ένιωθε αρκετά οικεία. Ήταν πάντα χαμογελαστή, περιποιητική με την Αγάπη και κατάφερνε κάθε φορά να την κάνει να νιώθει άνετα μαζί της. Γι’αυτό κι η Αγάπη δεχόταν, με ανακούφιση θα έλεγε κανείς, την παρουσία της και την παρέα της κάθε φορά που είχαν δουλειά με την οργάνωση. Ήταν αρχή ακόμα και η Αγάπη δεν κατάφερνε ακόμα να αποβάλλει το άγχος της, ούτε όσον αφορούσε τη συναναστροφή της με τόσα νέα πρόσωπα, ούτε σχετικά με την εκπλήρωση των λιγοστών της, για την ώρα, καθηκόντων. Η Ιωάννα την είχε θέσει υπό την προστασία της, κι αυτό την βοηθούσε πολύ.

Φτάνοντας στο Σύνταγμα, κι ενώ η Αγάπη ετοιμαζόταν να κατέβει, ήρθε μια κουβέντα της Ιωάννας να της ανατρέψει τα πάντα.
 ̶   Άκουσα ότι ο Ηλίας πήγε στο Λονδίνο.     
 ̶ Στο Λονδίνο; Είσαι σίγουρη; Ο Λάμπρος μου είπε μόνο ότι λείπει εκτός Αθηνών. Δεν μου είπε εκτός Ελλάδας.
 ̶  Άκουσα τον Λάμπρο το πρωί να το λέει σε κάποιον στο τηλέφωνο.
 ̶  Τι να κάνει στο Λονδίνο;
 ̶   Δεν καταλαβαίνεις; Ταξιδάκι εξπρές να δει τη Μαρία θα πήγε!
 ̶  Ποια Μαρία; ρώτησε η Αγάπη κι είχε ξαφνικά την αίσθηση ότι η απάντηση δεν θα την ευχαριστούσε καθόλου...
  ̶  Ξέχασα... Πού να ξέρεις εσύ! Η κοπέλα του, η Μαρία, σπουδάζει στο Λονδίνο! Θα πήγε να την δει.

Στο άκουσμα της είδησης που, τόσο φυσικά, της πρόσφερε η Ιωάννα, η Αγάπη ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή φρέναρε κι ο οδηγός του μετρό λιγάκι απότομα, με αποτέλεσμα η Αγάπη να χάσει την ισορροπία της και να σωριαστεί στο πάτωμα του συρμού που στο Σύνταγμα είχε σχεδόν αδειάσει. Κόσμος έτρεξε να την σηκώσει και την βοήθησαν να βγει από το συρμό και να καθίσει σε ένα κάθισμα στην αποβάθρα. Άλλοι της έκαναν αέρα, άλλος έβγαλε και της πρόσφερε ένα μπουκάλι νερό, ο σεκιουριτάς ανέλαβε να την οδηγήσει σε ένα πιο ήσυχο μέρος του σταθμού και ειδοποιήθηκε ένας γιατρός να έρθει να την εξετάσει. Αν και η Αγάπη επέμενε ότι ήταν μια χαρά, κι ότι ήταν μία περαστική ζαλάδα της στιγμής, εντούτοις δεν της επετράπει να φύγει πρωτού ο γιατρός που έφτασε λίγα λεπτά αργότερα απεφάνθει ότι δεν ήταν κάτι ανησυχητικό και με τη συνοδεία πάντα της Ιωάννας που ανέλαβε να την συνοδέψει μέχρι το σπίτι.
Σε όλο το δρόμο του γυρισμού η Αγάπη, από τη μία προσπαθούσε να καθησυχάσει την Ιωάννα που είχε ανησυχήσει πολύ, κι από την άλλη προσπαθούσε να επεξεργαστεί και να διαχειριστεί την πληροφορία που μόλις είχε ακούσει. Ήθελε να μάθει κι άλλα, αλλά φοβόταν να ρωτήσει. Περίμενε μήπως και η Ιωάννα επανέφερε τη συζήτηση από μόνη της. Την ώρα που έμπαιναν στην πολυκατοικία, τότε επανήλθε η συζήτηση μετά από μία παρατήρηση της Ιωάννας
 ̶   Νομίζω ότι εδώ μένει κι ο Ηλίας! είπε η Ιωάννα
 ̶   Ναι, στον πέμπτο.
 ̶  Δηλαδή μένετε στην ίδια πολυκατοικία; Δεν μας το είχε πει!
 ̶  Δεν είναι και το συνταρακτικό γεγονός, γι’αυτό μάλλον θα το παρέλλειψε. Αν και νομίζω ότι ο Λάμπρος το ξέρει. Μάλλον δεν θα έτυχε να αναφερθεί μπροστά σου.
 ̶   Εσύ σε ποιον όροφο μένεις;
 ̶   Στον τέταρτο. Συγκατοικώ με την κολλητή μου από το σχολείο, τη Μίνα.
̶  Με αυτά και με εκείνα αφήσαμε και το κουτσομπολιό στη μέση! συνέχισε η Ιωάννα. Σου έλεγα, λοιπόν, για τον Ηλία!
̶  Ναι, δίκιο έχεις. Ήταν λίγο πριν χάσω τον κόσμο. είπε η Αγάπη με ένα επιτηδευμένα πειρακτικό ύφος, προσπαθώντας να κρύψει την αγωνία της για τη συνέχεια.
̶  Σου έλεγα για την κοπέλα του, τη Μαρία. Εγώ την γνώρισα πέρσι τα Χριστούγεννα. Είναι γλυκιά κοπέλα. Συντρόφισσα κι εκείνη απο τα σχολικά της χρόνια. Απ’ότι έχω ακούσει είναι μαζί από παιδιά, αν και ακούγεται για μπερμπάντης ο Ηλίας. Δεν ξέρω αν δεν τσουλάει η υπόθεση ή αν απλά γεμίζει το χρόνο του όσο λείπει εκείνη. Πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι, για να κάνει ταξιδάκι στο Λονδίνο ο Ηλίας, τότε πάει να την βρει.
̶   Εδώ είμαστε, φτάσαμε.

           Η Αγάπη άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος, αποφεύγοντας έτσι να δώσει μια απάντηση στην εξιστόρηση της Ιωάννας. Δεν ήξερε τι να πει και τι να σκεφτεί. Οι πληροφορίες ήταν πολλές και καινούριες ακόμα. Αυτήν την ώρα θα προτιμούσε σίγουρα να μείνει μόνη της, αλλά δεν μπορούσε να διώξει την Ιωάννα, που είχε δείξει τόσο ενδιαφέρον για την ίδια. Παράγγειλαν φαγητό, φάγανε και, λίγο αργότερα, σηκώθηκε η Ιωάννα να φύγει. Λυπόταν πολύ που δεν μπορούσε να καθίσει παραπάνω για να γνωρίσει και τη Μίνα, αλλά είχε δουλειά στο στέκι. Η Αγάπη δεν επιχείρησε να την κρατήσει παραπάνω. Αποζητούσε άλλωστε από ώρα την απομόνωση. Έτσι, φεύγοντας κι η Ιωάννα, είχε ακόμα λίγη ώρα μέχρι να επιστρέψει η Μίνα, βυθίστηκε στις σκέψεις της.
           Το αρχικό σοκ, η αλήθεια είναι ότι το είχε ξεπεράσει. Ήταν σίγουρα πολύ θυμωμένη με τον Ηλία που, στις γενικότερες εξιστορήσεις του σχετικά με τη ζωή του, είχε παραλείψει μία τόσο βασική λεπτομέρεια. Αυτό που προσπαθούσε τώρα να μαντέψει η Αγάπη, ήταν γιατί της το είχε κρύψει. Ήταν ακόμα μία στο σωρό, που θα γέμιζε τις άδειες ώρες του Ηλία μέχρι να επιστρέψει η καλή του; Κι όμως, η συμπεριφορά του μέχρι τώρα δεν την άφηνε να αποδεχτεί αυτό το ενδεχόμενο. Ένιωθε ότι ανάμεσα σε εκείνη και τον Ηλία, είχε υπάρξει κάτι, μία άλλου είδους σύνδεση. Γιατί όμως δεν της είπε τίποτα για τη Μαρία; Αν δεν σήμαινε τίποτα για αυτόν, αν η σχέση τους είχε φθαρεί από την απόσταση και το χρόνο, τότε γιατί να της κρατήσει κρυφή την ύπαρξη της Μαρίας; Άρα είχε αισθήματα για εκείνη. Κι η ίδια τι ήταν; Άλλο ένα τρόπαιο; Το παιχνιδάκι του; Ένιωθε ξανά το θυμό να την κατακλύζει. Το αίμα στις φλέβες της να βράζει. «Το τέρας... Ο κρετίνος...» σκέφτηκε. Τα μάτια του όμως της έλεγαν άλλα. Όσες φορές την κοίταξαν, έμοιαζαν καθαρά και ειλικρινή. Οι αντικρουόμενες σκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη με αποτέλεσμα σύντομα η Αγάπη να ξεσπάσει σε κλάματα. Ένα κλάμα γεμάτο παράπονο, γοερό, που έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς της. Ένιωθε σίγουρα προδομένη. Περισσότερο όμως κι από προδομένη, ένιωθε ηλίθια! Πολύ ηλίθια που αφέθηκε να παρασυρθεί τόσο εύκολα από τον ενθουσιασμό της, πολύ ηλίθια που τον πίστεψε! Τα γεγονότα μιλούσαν από μόνα τους. Κι εκείνη δεν είχε παρά να τα αποδεχτεί. Έκλαψε για να ξεσπάσει. Έκλαψε γιατί το είχε ανάγκη. Όταν επέστρεψε η Μίνα στο σπίτι, αγνοώντας τελείως τι είχε συμβεί, την βρήκε απλά να την έχει πάρει ο ύπνος στον καναπέ. Της έριξε μια κουβερτούλα και δεν την ενόχλησε, θεωρώντας ότι την είχε καταβάλει η κούραση.
Το επόμενο πρωί, ξυπνώντας η Μίνα, δεν βρήκε την Αγάπη στον καναπέ, οπότε και υπέθεσε ότι είχε ήδη φύγει για τη σχολή. Τις περισσότερες μέρες άλλωστε ξεκινούσαν πολύ νωρίς τα μαθήματα της. Ξεκίνησε να φτιάξει μια κούπα καφέ για εκείνη και, κοιτώντας το ημερολόγιο στο τραπέζι της κουζίνας, συνειδητοποίησε ότι ήταν Σάββατο, άρα η Αγάπη δεν είχε φύγει για το μάθημα. Αποφάσισε τότε να μεταθέσει για λίγο αργότερα τις προγραμματισμένες δουλειές του σπιτιού και να πάει να ξυπνήσει τη φίλη της να πιουν παρέα τον καφέ τους και να τα πούνε λίγο, που είχαν μέρες να βρεθούν. Μπαίνοντας στο δωμάτιο της Αγάπης, την βρήκε κουκουλωμένη μέχρι επάνω να κοιμάται βαριά, όπως νόμιζε, κι ήταν έτοιμη να φύγει όταν, κάτι στην ανάσα της Αγάπης δεν της άρεσε καθόλου.
̶   Τι είναι μικρή; Δεν αισθάνεσαι καλά;
̶   Με πονάει πολύ το κεφάλι μου. της απάντησε η Αγάπη χωρίς να κουνηθεί καθόλου.
̶   Να σου φέρω ένα παυσίπονο;
̶    Ό,τι θες.

Η Μίνα πήγε γρήγορα στην κουζίνα και της ετοίμασε ένα παυσίπονο, αναβράζον για να την ανακουφίσει πιο γρήγορα, κι ένα τοστ. Το πιο πιθανό ήταν να μην το θέλει η Αγάπη αφού δεν ένιωθε καλά, αλλά έπρεπε να φάει κάτι για να μην την πιάσει και το στομάχι της. Μπαίνοντας ξανά στο δωμάτιο της Αγάπης, την βρήκε να μην έχει κουνηθιεί καθόλου, οπότε την πλησίασε και , αφού ακούμπησε στο κομοδίνο της το ποτήρι και το πιάτο, έπιασε την άκρη της λεπτής, πικέ κουβέρτας, ξεσκεπάζοντας αργά το κεφάλι της Αγάπης. Αυτό που είδε όμως την έκανε να ανησυχήσει ακόμα περισσότερο από πριν.
̶   Τι είναι; Τι έπαθες; Γιατί είσαι έτσι;
̶   Πώς έτσι δηλαδή;
̶    Άντε να ρίξεις λίγο νερό και να δεις και τα μούτρα σου στον καθρέφτη!

Η Αγάπη σηκώθηκε απρόθυμα και πήγε μέχρι το μπάνιο. Η όψη της ήταν μάλλον άθλια, είχε δίκιο η Μίνα. Είχε ένα χρώμα που μάλλον πλησίαζε το εκρού σε όλο της το πρόσωπο και μάτια κατακόκκινα, πρησμένα λες και είχε επιβιώσει από την επίθεση ενός ολόκληρου σμήνους μελισσών. Τώρα μάλλον θα έπρεπε να δώσει κάποιες εξηγήσεις στη Μίνα, δεν γινόταν να το αποφύγει. Θα προτιμούσε να κρατούσε λίγο παραπάνω για τον εαυτό της το τι είχε μάθει, να το χώνευε πρώτα η ίδια, να αποφάσιζε πώς θα κινηθεί, πρωτού το μοιραστεί με τη Μίνα. Δεν ένιωθε ακόμα έτοιμη να αντιμετωπίσει τον χείμαρο Μίνα, ειδικά όταν αναπόφευκτα θα της έλεγε το μεγαλοπρεπές «Στα έλεγα εγώ». Τώρα όμως έπρεπε να βγει από το μπάνιο και, θέλοντας και μη, να μοιραστεί με τη Μίνα τα συμβάντα και τα νέα της χθεσινής μέρας. Βγαίνοντας από το μπάνιο κατευθύνθηκε στην κουζίνα, όπου βρήκε τη Μίνα να την περιμένει κρατώντας την κούπα της με τον καφέ και παίζοντας νευρικά με το κουταλάκι, φανερά ανήσυχη. Μπαίνοντας η Αγάπη στην κουζίνα η Μίνα δεν της είπε κουβέντα. Απλά σήκωσε το βλέμμα της, κοίταξε την Αγάπη στα μάτια και περίμενε να αρχίσει εκείνη να της λέει τι είχε συμβεί. Η αγωνία της και η περιορισμένης έκτασης περιέργεια της έπρεπε να παραταθούν για λίγο ακόμα, καθώς η Αγάπη δεν ξεκίνησε να της λέει τίποτα πρωτού ετοιμάσει κι εκείνη έναν καφέ και πάρει μια-δυο καλές γουλιές.  Στο μεταξύ, η Μίνα δεν την πίεσε καθόλου. Δεν είπε κουβέντα, απλά περίμενε. Μόλις κάθισε κι η Αγάπη σε μία καρέκλα, ακριβώς απέναντι απο τη Μίνα, ξεκίνησε από μόνη της την εξιστόρηση των όσων είχε μάθει την προηγούμενη μέρα και την είχαν ταράξει τόσο πολύ. Δεν παρέλειψε να της πει για τη ζαλάδα της και την πτώση στο μετρό, ούτε τις λεπτομέριες που έμαθε από την Ιωάννα όταν τη συνόδεψε στο σπίτι. Αφού της τελείωσε την εξιστόρηση των γεγονότων, η Αγάπη κοίταξε για πρώτη φορά μετά από ώρα την Μίνα στα μάτια, που δεν την είχε διακόψει καθόλου όση ώρα της μιλούσε, γεγονός πολύ περίεργο για την μάλλον παρορμητική Μίνα. Την είδε σκεπτική και αναποφάσιστη. Σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να μιλήσει ή τι έπρεπε να πει. Λίγη ώρα αργότερα, κι αφού θα έλεγε κανείς ότι είχε μετρήσει δυο φορές την κάθε κουβέντα που επρόκειτο να πει, έλυσε επιτέλους την αινιγματική σιωπή της.
̶  Κοίτα, Αγάπη. Η αλήθεια είναι ότι στο παρελθόν είχα ακούσει για τη Μαρία, αλλά θεώρησα ότι είχαν χωρίσει όταν ξεκίνησε η ιστορία μαζί σου. Άλλωστε, θυμάμαι ότι δεν προχωρούσε αυτή η σχέση πια.
̶  Και τώρα τι πάει να κάνει στο Λονδίνο; Έφυγε χωρίς να πει κουβέντα. Ακόμα και το ότι θα έλλειπε, από αλλού το έμαθα.
̶  Σε αυτό δεν έχεις άδικο. Διατηρώ όμως τις επιφυλάξεις μου σχετικά με τον σκοπό της επίσκεψης του. Εσύ δεν είπες ότι ανήκει κι εκείνη στην οργάνωση;
̶   Ναι. Απ’ότι έμαθα, δηλαδή.
̶ Τι σου λέει, λοιπόν, ότι δεν είναι σε κάποιου είδους αποστολή, που να αφορά την οργάνωση; Σε αυτήν την περίπτωση, θα ήταν μάλλον απόρρητο το ταξίδι του, τι λες; 
̶   Ακόμα και σε μένα;
̶ Εννοείται ακόμα και σε εσένα. Αφού δεν σας συνδέει τίποτα ιδιαίτερο για τα υπόλοιπα μέλη. Πώς, λοιπόν, να ξέρεις εσύ, ο τελευταίος τροχός της αμάξης;
̶   Λες να είναι έτσι τα πράγματα, Μίνα μου;
̶   Λέω, γλυκιά μου. Όπως επίσης λέω ότι τσάμπα έχυσες τόσα δάκρυα και χάλασες τα ωραία σου ματάκια. Το μυστήριο θα λυθεί ευθύς αμέσως μόλις επιστρέψει. Κι εσύ, αν είσαι ακόμα θυμωμένη μέχρι τότε, κράτα του μούτρα για κανένα δεκάλεπτο, δεν σε βλέπω για παραπάνω, και τελειώνει η υπόθεση! Άντε τώρα να κάνεις ένα μπάνιο να συνέλθεις λίγο κι ετοιμάσου! Το πρωινό είναι δικό μας! Οι βιτρίνες μας περιμένουν!

           Για μία ακόμα φορά η Μίνα τα είχε καταφέρει. Είχε επιβληθεί απέναντι στις ανασφάλειες της Αγάπης, παίζοντας καταλυτικό ρόλο ώστε να ηρεμήσει η Αγάπη και να επανέλθει η ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία της στα επιθυμητά επίπεδα αυτοπεποίθησης. Παρά τα όσα ομολόγησε, καθόλου σίγουρη δεν ήταν για την καθαρότητα του Ηλία. Ήθελε απλά να κερδίσει λίγο χρόνο μέχρι να ανακαλύψει η ίδια τι συμβαίνει πραγματικά και , αν χρειαστεί, να το φέρει η ίδια στην Αγάπη με τρόπο λιγότερο επώδυνο από την Ιωάννα που, άθελα της, την είχε κάνει κυριολεκτικά σμπαράλια. Έπρεπε να μάθει και μάλιστα γρήγορα. Από ποιον όμως; Μα, από τον ίδιο τον Ηλία. Θα τον αιφνιδίαζε με απ’ευθείας ερωτήσεις στο θέμα, ώστε να δει και τις αντιδράσεις του. Πήρε στα χέρια της το κινητό της κι έστειλε βιαστικά μήνυμα στον Ηλία. «Πότε γυρνάς;» «Απόψε στις οχτώ. Έγινε κάτι;» η απάντηση του ήρθε χωρίς καθυστέρηση. «Θα σε περιμένω στο αεροδρόμιο. Τα υπόλοιπα από κοντά.» Η Μίνα τα είχε κανονίσει όλα με ταχύτητα αστραπής. Πρώτα θα έφτιαχνε το κέφι της Αγάπης και θα την ξεθέωνε στις βόλτες, κι έπειτα θα ανέκρινε τον Ηλία ώστε να μάθει την αλήθεια. Η συνέχεια θα εξαρτιόταν σαφώς από τις απαντήσεις που θα έπαιρνε και το πόσο αληθοφανείς θα ήταν οι απαντήσεις αυτές. Μέχρι τότε δεν είχε παρά να εικάζει. Να εικάζει και να περιμένει.
Σε λίγο φάνηκε και η Αγάπη. Η όψη της ήταν φανερά βελτιωμένη από πριν. Δεν είχε ετοιμαστεί με την ίδια υπομονή και περιποιητικότητα όσο συνήθως, ήταν όμως καλύτερα κι έδειχνε αποφασισμένη να περάσει ένα ωραίο πρωινό παρέα με τη Μίνα. Έτσι ξεκίνησαν οι δύο φίλες παρέα για τη βόλτα τους, η Αγάπη μερικώς απαλαγμένη από τις σκέψεις που στοίχειωσαν τη νύχτα της, ενώ η Μίνα με φαινομενικά ανάλαφρη διάθεση, αλλά μια μεγάλη αγωνία να την κρατάει συνεχώς σε επαγρύπνηση. Αγωνία τόσο για τυχόν ψυχολογικές μεταπτώσεις της Αγάπης κατά τη διάρκεια της βόλτας, όσο και για την δύσκολη αποστολή διαλεύκανσης της υπόθεσης που είχε οικειοθελώς αναλάβει. Μια αγωνία που δεν θα την άφηνε λεπτό κατά τη διάρκεια της ημέρας, που θα αυξανόταν σημαντικά παίρνοντας το δρόμο για τον διεθνή αερολιμένα Αθηνών και θα έφτανε στο ζενίθ την στιγμή που διάβασε τον πίνακα αναχωρήσεων- αφίξεων.

ΛΟΝΔΙΝΟ-ΑΘΗΝΑ  πτήση No…. ΑΦΙΧΘΗ.



Αλεξία Λαμπροπούλου

4 σχόλια:

  1. μια μικρή παρατήρηση μόνο... το περιστατικό στο μετρό σε ποια χώρα έγινε? γιατί αποκλείεται να ήταν στην Ελλάδα! τέτοιο ενδιαφέρον... :P άντε να γυρνάει σιγά σιγά ο Ηλίας να δούμε τι θα γίνει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το καημένο το.κορίτσι! Η Ιωάννα τι ρόλο βαράει; Γιατί δε μου φάνηκε πολύ "καθαρή"...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Απλά ένα πρόσωπο μπαλαντέρ για να βοηθήσει την πλοκή να εξελιχθεί! Δεν θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα ως προσωπικότητα!

      Διαγραφή