Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2 Οκτ 2016

0 Ο Ισορροπιστής 2: Η ένοχη γραμμή αίματος (Κεφάλαιο 2) - Κατασκοπικά Παιχνίδια

      Κάποτε ήταν το δωμάτιο του Άιρους. Σκοτεινό, με γοτθικούς πίνακες που αναπαριστούν σκηνές της κολάσεως. Είναι τόσο σοκαριστικές που σου μηδενίζουν την ελπίδα και θα τρέλαιναν ακόμα και τον συγγραφέα της Θείας Κωμωδίας, Δάντη Αλιγκέρι. Από το ταβάνι κρέμονται αρχαία όπλα με την αιχμή προς τα κάτω. Μεσαιωνικά ξίφη, Ιαπωνικά Ναγκινάτα, βαρβαρικοί πέλεκες και αραβικά μαχαίρια που στόχευαν το έδαφος. Από έπιπλα λίγα πράγματα και απαραίτητα. Όσον αφορά τον φωτισμό, Ασσυριακά λυχνάρια στις τέσσερις γωνίες που σιγόκαινε και φωτίζουν τον εφιάλτη που αντιπροσωπεύει αυτό το δωμάτιο. Η υπογραφή του Άιρους είναι προφανής. Μισός δαίμονας γαρ.
      Πλέον, όμως, το δωμάτιο έχει περάσει στην κατοχή του Ανούβις. Η ταπεινωτική του ήττα μία βδομάδα πριν τον ώθησε να κλειδωθεί εδώ μέσα. Κάποτε ήτανε θεός και όλοι τον φοβούνταν και τον σέβονταν. Γυναίκες του δίνονταν χωρίς ερωτήσεις και άντρες πολεμούσαν εις το όνομα του. Περασμένα μεγαλεία και ξεχασμένα στον ανθρώπινο χρόνο. Κλεισμένος εδώ μέσα αρνείται να δει στα μάτια τους πάλαι ποτέ υποτακτικούς του. Τους διέταζε επτά ημέρες πριν, δε μπορεί τώρα να δεχθεί ότι είναι ίσος με αυτούς. Όποτε προσπαθεί να κάνει τη δουλειά που του ανατέθηκε. Να βρει τους Σκοτεινούς Ισορροπιστές.
      Το Κροατόαν εδώ και μια εβδομάδα βράζει ασταμάτητα. Ο Ανούβις το κρατάει με τη δύναμη του αναμμένο και το αφήνει να βράζει και να έχει τη μορφή πηχτού μαύρου υγρού συνεχόμενα. Εν συνεχεία με τηλεπάθεια σηκώνει λίγο από το υγρό και το εκσφενδονίζει με δύναμη στο τεράστιο χάρτη στο δυτικό τοίχο. Ο Ανούβις τότε προσπαθεί να ελέγξει τις κηλίδες που σχηματίζονται. Είναι το αίμα του και περιμένει να τον κατευθύνει προς τις τοποθεσίες των Σκοτεινών Ισορροπιστών. Λίγο πάλλονται όμως και μετά στάζουν προς τα κάτω. Το αίμα του είναι συνδεδεμένο με το αίμα Ισορροπιστή κι αυτό παρεμποδίζει τη διαδικασία. Δε θα σταματήσει όμως. Το επαναφέρει πίσω και αναδιοργανώνεται για μια νέα προσπάθεια.
      Καθώς προετοιμάζεται για μια νέα προσπάθεια, η πόρτα ανοίγει και μπαίνει η Μέδουσα μέσα. Τον κοιτάζει που συγκεντρώνεται και που δε γυρίζει να την κοιτάξει. Κρατάει μουτράκια, σκέφτεται. Έρχεται κοντά του, κοιτάζει το Κροατόαν και μετά τον χάρτη. Κουνάει λίγο το κεφάλι της εμφανώς απογοητευμένη και λέει:
«Να μαντέψω. Χμμμ τζίφος.»
      Εκείνος γυρίζει και κοιτάζει το ειρωνικό πρόσωπο της. Από τα νεύρα του, κάποιες πορτοκαλί εστίες φωτίζονται περισσότερο στο καρβουνιασμένο σώμα του. Μέσα από τα δόντια του λέει:
«Ίσως αν είχα ολόκληρο το σώμα μου και συνεπώς τις δυνάμεις μου…»
«Δηλαδή τώρα μου δηλώνεις ότι είσαι άχρηστος;»
      Ερώτηση καρφί στη καρδιά και στο μυαλό. Η Μέδουσα ξέρει που χτυπάει και απλά περιμένει την επόμενη κίνηση. Και γίνεται. Μέσα από τα δόντια του βγάζει έναν ήχο οργής και με τα χέρια σηκώνει ένα μεγάλο λίτρο, και το εκσφενδονίζει με μεγαλύτερη δύναμη. Αρχίζει και πάλι να προσπαθεί και βλέπει ότι το υγρό αρχίζει να αντιδρά λίγο καλύτερα. Αλλά για λίγο. Αυτό είναι αρκετό για τη Μέδουσα που είδε ότι ο Ανούβις χρειαζόταν ένα μικρό σπρώξιμο, το οποίο και έδωσε.
      Πριν φτάσει στη πόρτα, εκείνη ανοίγει και μπαίνει ασθμαίνοντας ο Δίραξ. Εκείνη τον ρωτάει:
«Τι συμβαίνει;»
«Δε θα το πιστέψεις. Επικοινώνησε μαζί μας ένα Ίζερας και μας έδωσε πληροφορία ότι είδε τον Γκονάς στη περιοχή του. Στο Σαν Αντόνιο του Τέξας».
«Μάλιστα» λέει και γυρίζει και κοιτάζει τον Ανούβις που δεν έχει ακούσει τίποτα.
«Ετοιμάζω μια ομάδα και φεύγω αμέσως».
«Όχι, περίμενε» λέει και γυρνάει προς το μέρος του. Εκείνος περιμένει και εκείνη του λέει:
«Πάνε μόνος σου».
«Δεν έχω τόση δύναμη για να τα βάλω με τον Γκονάς».
«Δεν θέλω να τα βάλεις με τον Γκονάς. Θέλω να πας να μιλήσεις με τα Ίζερας».
«Δε….δε καταλαβαίνω. Νόμιζα ότι το θέμα ήταν να πιάσουμε τον Γκονάς».
«Είναι και θα τον πιάσουμε. Απλά θα το καθυστερήσουμε λίγο, γιατί μόλις εμφανίστηκε μια ευκαιρία που δεν πρέπει να αγνοήσουμε».
      Κουνάει το κεφάλι του σχεδόν ζαλισμένος και αποδιοργανωμένος. Δε μπορεί να αναλύσει το σκεπτικό της Μέδουσας οπότε ρωτάει:
«Τι θες να τους πω;»
«Τα πάντα. Τι ετοιμάζουμε, το καινούργιο καθεστώς εδώ πέρα. Και για το τέλος δώστους κι ένα δωράκι. Πες τους ότι είναι….εποχή κυνηγιού Ρυθμιστή».
      Ο Δίραξ κουνάει το κεφάλι του σε ένδειξη συγκατάβασης και αποχωρεί. Η Μέδουσα όμως έχει δει τον αποπροσανατολισμό του και του φωνάζει ενώ κλείνει τη πόρτα:
«Δίραξ» εκείνος γυρίζει «Όταν γυρίσεις θα καταλάβεις ακριβώς τι εννοώ με τη λέξη ευκαιρία. Εμπιστέψου με».
      Και του χαμογελάει με νόημα. Εκείνος αποϋλοποιείται και εκείνη κατευθύνεται στη σάλα σκεπτόμενη τη λέξη ευκαιρία. Την έμαθε πρώτη φορά στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αλλά υπήρχε και μια προϊστορία της όλης υπόθεσης.
      Βρισκόμαστε στην εποχή της δεύτερης περσικής επιδρομής υπό τον Ξέρξη. Ο στρατός του επεκτείνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Η Ελλάδα υποδουλώνεται, οι σκλάβοι φεύγουν με πλοιάρια για τη Μικρά Ασία και μετά τη πύρρειο νίκη στις Θερμοπύλες και τη καταστροφή της Αθήνας, ο Ξέρξης πλέον είναι πιο κοντά από ποτέ για να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος του τότε γνωστού κόσμου. Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Ολάκερη η Περσική αυτοκρατορία χτίστηκε με τις πλάτες των Συγχρονιστών. Αόρατα έδωσαν σε αυτό το λαό τη πολυθεΐα, την εναλλακτική ιατρική, τις γνώσεις πάνω στη μαγεία. Εξέλιξαν το στρατό τους και το ναυτικό και στην ουσία σχεδόν υποκίνησαν την όλη εκστρατεία. Αλλά τα σχέδια τους ήταν καθαρά στρατηγικά. Ο Ηρόδοτος στα Μηδικά γράφει επακριβώς όλα τα ασιατικά φύλα που τότε ενώθηκαν στο στρατό των Περσών. Το 1/3 από αυτά ήταν απότοκοι των ξεχασμένων πλέον Χετταίων. Το σχέδιο ήταν να φτιαχτεί μια μυστικιστική αυτοκρατορία μαζί με τα Ελληνικά φύλα. Απώτερος στόχος ήταν ένας Σκοτεινός Ισορροπιστής να ηγηθεί αυτού του στρατού ενάντια στους Ρυθμιστές και τον Ισορροπιστή. Από τότε προετοιμαζόταν και τότε θα γινόταν. Αλλά η ψυχολογική μανία του Ξέρξη τα χάλασε όλα. Ήθελε αφανισμό του ελληνικού φύλου, για να εκδικηθεί τον πατέρα του.
      Δεν του βγήκε όμως. Ο στόλος του διαλυόταν και ήδη άκουγε τις απεγνωσμένες κραυγές των στρατιωτών του που πνίγονταν, καταπλακώνονταν ή καίγονταν στη θάλασσα. Η θάλασσα γέμισε από αίμα και σπασμένα ξύλα. Τα πλοία του τα έβλεπε είτε να καίγονται, είτε να σπάζουν στα δύο με κρότο. Η μάχη χάνεται και δεν είναι μόνο από τη πολύ καλά σχεδιασμένη στρατηγική των Ελλήνων. Οι Ρυθμιστές έχουν στείλει την Χλόη, τη Πρώτη Γυναίκα Ισορροπίστρια, να βοηθήσει τη κατάσταση και να τερματίσει την επέλαση των Περσών. Οι Ρυθμιστές επενέβησαν για πρώτη φορά επειδή δεν ήθελαν ένα φύλο μόνο να κυριαρχήσει στο πλανήτη.
      Η Χλόη ήταν μια μαυρομάλλα γυναίκα, 1,65 ύψος, με πλούσιο στήθος, γυμνασμένα χέρια και φωνή που τρόμαζε και τέρατα. Κρατούσε ένα ατσάλινο δόρυ μήκους 1,5 μέτρου που το έφτιαξε η ίδια από τα σωθικά του πρώτου ατσάλινου Γκόλεμ. Το δόρυ είχε χαραγμένη την ιστορία της στη μεγάλη λαβή και η κόψη θύμιζε βέλος αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα. Ήταν τόσο δυνατό όπλο που τσάκιζε τα ξύλα και σήκωνε αέρα με μια κίνηση. Η Χλόη κατέστρεφε όποιο περσικό πλοίο έκανε μανούβρα για να κυκλώσει τον ελληνικό στόλο. Τηλεμεταφερόταν, βαρούσε με δύναμη τα ξύλα, απωθούσε Πέρσες και προσπαθούσε να μην τους σκοτώσει και εν συνεχεία το βύθιζε. Με συνοπτικές κινήσεις.
      Ο Ξέρξης, καθισμένος στον σκαλισμένο θρόνο του με εικόνες από την οικογένεια του, κοιτάζει τρομαγμένος τη μάχη. Δάκρυα κυλάνε στα μάγουλα του και μπλέκονται με τα μακριά γένια του. Δύσκολο να δεχτεί ότι δεν ήταν ανίκητος ο στόλος του. Σηκώνεται και πάει μέχρι την άκρη του γκρεμού. Η φρουρά του από κοντά. Ο καπνός από τη καταστροφή σκοτεινιάζει τον ουρανό του. Το όραμα του διαλύεται από πλοίο σε πλοίο.
      Πιο πίσω η γυναίκα του. Γι’αυτόν  και το βασίλειο του η Εσθήρ. Στη πραγματικότητα όμως είναι η Μέδουσα μεταμορφωμένη. Τον κοιτάζει επικριτικά ενώ παράλληλα παρακολουθεί τη Χλόη να συνεχίζει να καταστρέφει. Αναστενάζει γιατί σκέπτεται ότι αυτή τη φορά Συγχρονιστές και Ρυθμιστές είχαν το ίδιο συμφέρον να σταματήσουν. Τι ειρωνεία.
      Γυρίζει τότε λίγο προς τα δεξιά και βλέπει μερικούς πέρσες που έχουν βγει στη στεριά. Καταπονημένοι, ματωμένοι, τρομαγμένοι παλεύουν να πάρουν μια ανάσα. Ένας μικρός καταυλισμός έχει στηθεί κοντά στο στρατόπεδο του Ξέρξη. Ο καπνός σχεδόν τους καλύπτει και δημιουργεί ομίχλη στον γύρω τόπο. Τότε η Μέδουσα παρατηρεί κάτι. Ένας από τους Πέρσες βγαίνει μέσα από τους καπνούς και πιάνει τα μάτια του που τσούζουν. Βγάζει μερικές κραυγές χειρότερες από των άλλων. Η Μέδουσα απομακρύνεται για λίγο και πλησιάζει για να δει καλύτερα. Ο άντρας τότε γονατίζει και το δέρμα του πάλλεται και σχεδόν αλλάζει. Σα να παίρνει άλλη μορφή. Η Μέδουσα καταλαβαίνει ότι βρήκε έναν νέο Σκοτεινό Ισορροπιστή. Κοιτάζει μία τον Ξέρξη και ένα σχέδιο δημιουργείται στο μυαλό της. Ο άντρας αυτός μόλις έδωσε μια ευκαιρία στο εγχείρημα των Συγχρονιστών και η Μέδουσα την άδραξε.
      Σαν Αντόνιο. Η πόλη καμάρι του Τέξας και του αμερικάνικου νότου. Πατρίδα των Texas Rangers, των θρυλικών πολεμιστών στη διάρκεια του Μεξικάνικου πολέμου ανεξαρτησίας, και πρώτη αποικία των Ισπανών. Πόλη με ιστορία που κρύβει μέσα στα σοκάκια και στους τοίχους της τον Γκονάς. τον άνθρωπο για τον οποίο είναι σήμερα εδώ η Ρουθ.
      Με νέο look και πλήρως ανανεωμένη, σα να μη πέρασε πότε αυτή τη φρικτή δοκιμασία, περπατάει της Λέον Βάλλεϋ. Ωραία περιοχή και ήσυχη. Απλοί άνθρωποι από την επαρχία κυρίως τον γεμίζουν προκείμενου να κλείσουν δουλειές με τους κατά τόπους καταστηματάρχες. Ανάμεσα του περνάει η διαφορετική Ρουθ. Με κολλητό ψηλοκάβαλο μπλακ τζιν, καφέ δερμάτινες μπότες με λίγο τακούνι, λεπτό μπουφανάκι λίγο ανοικτό, κοντά καρέ μαλλιά κομμένα που καλύπτονται με μαύρο σκουφάκι και γυαλιά ηλίου πλατφόρμα Police. Πολλοί αφήνουν τις δουλειές τους για να κοιτάξουν τη κοπέλα που περνάει. Μερικές γυναίκες τη κοιτάζουν και ζηλεύουν την ομορφιά της. Κοντά φθόνος. Εκείνη απλά κοιτάζει μπροστά, ρίχνοντας μερικές κλεφτές ματιές δεξιά αριστερά. Παλιά της τέχνη κόσκινο. Θυμάται εποχές που περπατούσε σε πόλεις σαν αυτές, όπως Βαλτιμόρη, Ορλάντο, Μάντσεστερ και Βελιγράδι. Έμπαινε μέσα στο πλήθος και μελετούσε το χώρο με τα μάτια. Από πού θα σκότωνε τον στόχο, με ποιο τρόπο και ποια ήταν η καλύτερη οδός διαφυγής. Τις σκέφτεται και ένα χαμόγελο νοσταλγίας σχηματίζεται στο λεπτά βαμμένο πρόσωπο της. Την ίδια δουλεία ήρθε να κάνει κι εδώ. Να εντοπίσει τον Γκονάς.
      Σταματά στην οδό Ελ Βέρντε και βγάζει το κινητό της. αμέσως λέει:
«Με ακούς;»
«Όβερ» απαντάει στο Bluetooth της ο Τρόι.
«Τι ήταν αυτό το όβερ τώρα;»
«Πριν το όνειρο να γίνω δικηγόρος, ήθελα να γίνω κατάσκοπος.»
«Και τι σε σταμάτησε;»
«Το ότι έχανα πάντα στο κρυφτό».
      Ξεφυσάει χαμογελώντας η Ρουθ. Και μετά από αυτή τη σύντομη χαλαρή συζήτηση πιάνει δουλειά. Το πρόσωπο του Τρόι είναι παντού στο κόσμο και δεν έχει νόημα να δώσει περισσότερες αφορμές. Όποτε παίρνει τη θέση του εκείνη και αναλαμβάνει να μιλήσει εκ μέρους και των δύο. Ο Γκονάς τους είπε ότι βρίσκεται στο Σαν Αντόνιο, αλλά καλύτερα να μη μιλήσουν τετ-α-τετ για να διατηρήσει τη κάλυψη του. Ρουθ και Τρόι βέβαια έχουν τελείως διαφορετική άποψη πάνω σ’αυτό.
      Η Ρουθ κοιτάζει τριγύρω και δε βλέπει αυτό που θέλει και που τους υποσχέθηκε ο Γκονάς. Όποτε λέει:
«Πολύ έξυπνη η κίνηση του αφεντικού σου, να αφήσει ένα κινητό σ’ένα τυχαίο παγκάκι. Λες και δε θα το έχουν τζουρνέψει ήδη».
«Ρυθμιστής ήταν ρε συ. Δε αναγκάστηκε ποτέ να ζήσει έτσι αλλά ανάγκαζε άλλους να ζήσουν έτσι. Εξάλλου αυτή ήταν η δουλειά σου κάποτε. Να ξετρυπώνεις τέτοιος τύπους.» λέει ειρωνικά.
«Ανθρώπους Τρόι, όχι υπερφυσικά όντα. Αυτή είναι η δικιά σου ειδικότητα».
«Δικιά ΜΑΣ. Πλέον».
      Έχει ένα δίκιο σκέφτεται η Ρουθ. Εκείνη τη στιγμή ακούει πολύ κοντά της τον ήχο ενός κινητού. Είναι ήχος από παλιό κινητό που ακούγεται πολύ δυνατά. Εμπιστευόμενη την ακοή της ακολουθεί τον ήχο και βρίσκει ένα Nokia 3310 πεταμένο σ’ έναν κάδο. Το σηκώνει και απαντάει:
«Ναι;»
«Επιτέλους το βρήκατε. Νόμιζα ότι δε θα μιλούσαμε».
«Πανέξυπνος χώρος και ιδιοφυέστατο το σχέδιο σου, Ρυθμιστή Γκονάς. Τώρα πες μου που είσαι να έρθω να σε πάρω».
«Αποκλείεται. Πρέπει να παραμείνω κρυμμένος. Πρέπει να μη με βρουν.»
«Γκονάς, ήρεμα…»
«Πρέπει να με ακούσετε κι εσύ κι ο Τρόι».
      Το παραλήρημα του συνεχίζεται με πρέπει και πρέπει. Ο Τρόι το ακούει αλλά παραμένει ψύχραιμος. Η Ρουθ από την άλλη κοιτάζει τριγύρω. Το ένστικτο της λέει ότι από κάπου την είδε και κάλεσε. Και πιστεύει ότι είναι κοντά. Τα ερευνητικά της μάτια κοιτάζουν στο πάρκο απέναντι. Πολύ προφανές. Μερικά ανοικτά παράθυρα στα γύρω κτίρια. Δεν είναι τόσο έξυπνος για να το κάνει. Μένουν οι γύρω γωνίες. Κοιτάζει και βλέπει ένα τύπο να αντανακλάται σ’ένα τζάμι στη Τζεφ Λουπ.
      Ο Γκονάς συνεχίζει το παραλήρημα του λέγοντας:
«Είμαι ακόμα αυτός που σας διατάζει. Είμαι ακόμα….»
«Ένας μαλάκας που δεν ξέρει τι του γίνεται».
      Ο Γκονάς ακούει την φωνή της ακριβώς δίπλα του. Γυρίζει και την κοιτάζει που χαμογελάει και κρατάει το κινητό. Εκείνος με ρούχα βρώμικα και μαλλιά λαδωμένα της γυρίζει τη πλάτη λέγοντας:
«Πρέπει να φύγεις. Δεν πρέπει να είσαι εδώ.»
«Δεν ήμουν ποτέ των πρέπει.» και τον ακολουθεί. «Γι’αυτό άλλωστε έγινα και δολοφόνος».
«Δεν είναι ώρα για αστεία. Υπάρχει δουλειά που πρέπει να γίνει.»
«Συμφωνούμε. Πες μου που είναι το Οπλοστάσιο και θα αναλάβουμε με το Τρόι να τη κάνουμε».
      Ο Γκονάς σταματάει απότομα στο υγρό σοκάκι που περπατάει σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Γυρίζει και βλέπει τη Ρουθ που μιλάει σοβαρά. Εκείνη όμως βλέπει στη μάτια του όχι μόνο την διαφωνία, αλλά και ένα διαφορετικό σχέδιο. Και θέλει να μάθει τι ακριβώς γι’αυτό ρωτάει:
«Αλλά κάτι άλλο έχεις στο μυαλό σου. Ρίχτο».
      Παίρνει μια βαθιά ανάσα και με βλέμμα σαν παιδί που θέλει να ομολογήσει την αταξία του λέει:
«Εκ νέου σύγκλιση των πρώτων υπερφυσικών πλασμάτων. Θα βρούμε τις σφραγίδες τους, θα τους καλέσουμε και θα ξαναξεκινήσουμε από την αρχή. Νέοι Ρυθμιστές, συμμάζεμα των παλαιών κανόνων και κυνήγι της Μέδουσας και των Συγχρονιστών».
      Αγάλματα μένουν Ρουθ και Τρόι στο άκουσμα αυτής της πρότασης. Προσπαθούν να καταλάβουν. Προσπαθούν να δεχτούν ότι ο μόνος επιζών Ρυθμιστής είναι ακόμα κολλημένος στο παλιό καθεστώς και θέλει να το επαναφέρει. Τα λόγια χάνονται για λίγο.
      Σε μια περιοχή που συνορεύει με τη Λέον Βάλλεϊ, στο Φαρ Γουεστ Σάϊντ, ένας μικρός όχλος από άντρες Ίζερας στην οδό Γκρίσσομ. Είναι περίπου μια εικοσαριά όλοι μικρής ηλικίας, 20-30 χρόνων. Ο μπροστάρης τους σταματάει σηκώνοντας το χέρι σε γροθιά. Κάτι δονεί το κεφάλι του κυριολεκτικά. Νοιώθει ότι κάτι πολύ δυνατό είναι στη πόλη. Χωρίς να γυρίσει στους άλλους λέει:
«Κάτι πολύ δυνατό είναι εδώ και δεν είναι μόνο του.»
«Ο Ρυθμιστής είναι» εμφανίζεται από δίπλα του ο Δίραξ. «Και πιθανότατα ο Τρόι».
      Μίσος απλώνεται στα ανθρώπινα προσωπεία τους. Ακούγονται κόκαλά που σφίγγονται σε γροθιές και αχνοί ήχοι φλεγόμενης αναπνοής. Ο Δίραξ το βλέπει και τους λέει:
«Τι περιμένετε; Πλέον το καθεστώς άλλαξε. Ο κόσμος άλλαξε. Αυτοί είναι μικρόβια που μας ενοχλούν. Λιώστε τα!»
      Οι δύο τελευταίες λέξεις τους μπατάρουν το μυαλό. Σαν υπνωτισμένοι αρχίζουν να κινούνται γοργά προς τη Λέον Βάλλεϊ, ενώ ο Δίραξ με τα χέρια στις τσέπες παρακολουθεί. Ακόμα περιμένει να δει την ευκαιρία που του είπε η Μέδουσα.
      Εντωμεταξύ στη Νέα Υόρκη, ο Τζέικ ετοιμάζει τα πράγματα του και είναι μούσκεμα στον ιδρώτα. Οι τελευταίες μέρες στο τμήμα ήταν μέρες πραγματικής τρομοκρατίας. Δε φθάνει που ήρθαν τεχνικοί και χτίστες για να επιδιορθώσουν τη ζημιά στο κτίριο και κάναν όλη μέρα φασαρία, αλλά και ο Μόρτον εξαπέλυσε κυνήγι μαγισσών. Διέταξε να ελεγχθούν οι πάντες στα πάντα. Από οικογενειακή κατάσταση μέχρι περιουσιολόγιο. Φυσικά βρέθηκαν μερικά πολύ ωραία λαβράκια, καθώς αποκαλύφθηκαν μίζες, συνδέσεις με υπόκοσμο, διαρροές πληροφοριών και άλλα ωραία πραγματάκια. Τίποτα όμως απ’όλα αυτά δεν ενοχοποιούσε ή συνέδεε κάποιον με την έκρηξη, πράγμα που έκανε τον Μόρτον αληθινό τύραννο. Απέλυσε κόσμο, μετέθεσε, φυσικά η φωνή ήταν πάντα στο ανώτερο ντεσιμπέλ και γενικότερα οποιοδήποτε λάθος το πλήρωνες ακριβά. Από το να του φέρεις μέτριο καφέ μέχρι να μην ελέγξεις ένα στοιχείο. Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε και τον κόσμο που έχει κατασκηνώσει έξω και ακόμα περιμένει απαντήσεις. Η κατάσταση φυσικά έχει εξομαλυνθεί καθώς δεν έχουμε φωνές και απρόοπτα, αλλά παραμένει κίνδυνος.
      Όλα αυτά είχαν τρελάνει τον Τζέικ τόσο καιρό. Αυτά και το γεγονός ότι προσπαθούσε να φέρει εις πέρας την αποστολή που του ανέθεσε η Ιόνη. Πλέον φθάνει στο τέλος της. Μόνο όποιος δεν έχει επαφή με τη κοινωνία και τον κόσμο γενικότερα δεν ξέρει το πρόσωπο του Τρόι. Ο Τζέικ το έστειλε παντού και τώρα ετοιμάζεται να αυτομολήσει. Οι τελευταίες εικόνες ήδη στέλνονται και η τσάντα του είναι ήδη έτοιμη.
      Ξάφνου ακούει βήματα πίσω του. Οι τρίχες του σηκώνονται γιατί αναγνωρίζει απόλυτα αυτόν τον βαρύ βηματισμό. Γυρίζει σιγά-σιγά, κατασκευάζοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο, και κοιτάζει τον Μόρτον που κρατάει κάτι χαρτιά. Εκείνος βλέπει τη τσάντα και ρωτάει:
«Πας κάπου;»
«Εεεε…να…να αλλάξω. Δεν είναι σωστό να περπατάω ανάμεσα στους συναδέλφους….και να μυρίζω ιδρωτίλα».
      Ο Μόρτον κοιτάζει χωρίς κάποιο συναίσθημα σαν να μην έχει ψυχή. Η καρδιά του Τζέικ χτυπάει πολύ δυνατά. Ο Μόρτον διαπιστώνει:
«Η ιδρωτίλα, σημαίνει άγχος. Εσύ τι άγχος έχεις; Ούτε στο πεδίο είσαι, ούτε ανακρίσεις και προσαγωγές κάνεις. Δεν έχει κάνεις όπλο και σήμα. Είσαι ένας πληροφορικάριος. Γιατί αγχώνεσαι;»
      Νοιώθει ανακρινόμενος. Νοιώθει πιεσμένος. Και νοιώθει την εμβολή και το καρδιακό να πλησιάζουν. Δεν μπορεί να φτιάξει ψέμα τόσο γρήγορα. Δεν έχει ιδέα αλλά ούτε και μυαλό αυτή τη στιγμή να απαντήσει. Νοιώθει στριμωγμένος και σιγά-σιγά τα μάτια του θολώνουν και ακούει την αναπνοή του. Σεισμός διακατέχει το σώμα του. Όλα είναι έτοιμα για τη κατάρρευση.
«Δε θα σας καταλάβω ποτέ εσάς τους πληροφορικάκηδες!»
      Λέει ο Μόρτον κοιτώντας τα χαρτιά και ξάφνου ο Τζέικ παίρνει αναπνοή και όλα καθαρίζουν. Το φως επανέρχεται, ο ήχος είναι πάλι ξεκάθαρος και το σώμα του ηρεμεί κάπως. Κοιτάζει τον Μόρτον που έκανε ένα αστείο αλλά δε ταιριάζει με την όλη φάτσα που κρατάει. Δεν τον νοιάζει και απλά παίρνει μερικές ανάσες. Ο Μόρτον τότε του λέει:
«Υπέγραψε λίγο αυτά τα χαρτιά και φύγε».      
      Ο Τζέικ κάθεται στο γραφείο του και αρχίζει να βάζει τζίφρες, ενώ παράλληλα σκουπίζει τον ιδρώτα του. Ο Μόρτον βγάζει το κινητό του πληκτρολογεί κάτι και το ξαναβάζει μέσα. Ο ήχος εισερχόμενου μηνύματος ακούγεται στο κινητό του Τζέικ. Εκείνος το σηκώνει, βλέπει ένα αρχείο .PDF και λέει:
«Κύριε, τι είναι αυτό που μου στείλατε;»
«Α σε σένα το έστειλα; Λάθος μου. Σβήσ’ το».
      Χωρίς συγνώμη, χωρίς αλλαγή στο σκληρό πρόσωπο του. Ο Τζέικ το σβήνει, τελειώνει με τα χαρτιά και τα δίνει. Ο Μόρτον φεύγει και πηγαίνει στο γραφείο, όπου κάθεται αλλά από τις γρίλιες βλέπει τον Τζέικ που φεύγει. Στο γραφείο του μπαίνει ο Κρίσπιν κρατώντας ένα τάμπλετ. Εκείνος τον ρωτάει:
«Τον έχουμε;»
«Ω ναι.» απαντάει ο Κρίσπιν. «Αυτό το πρόγραμμα θα μας δίνει ακόμα και τον ήχο των κλανιών του».
«Υπάρχει κάποια στιγμή της ημέρας που δεν κάνεις πλάκα;»
«Μπααα».
      Ξεφυσάει από αγανάκτηση και σηκώνεται όρθιος. Παίρνει το υπηρεσιακό του πιστόλι Beretta 92 και του λέει:
«Κάτσε εδώ. Εγώ θα τον ακολουθήσω. Αν δεις οτιδήποτε που μπορεί να φανεί χρήσιμο….»
«Θα σε καλέσω κατευθείαν καουμπόι. Πήγαινε».
«Γκάρζα! Πόούπ! Σηκωθείτε. Μαζί μου».
      Δύο αστυνομικοί σηκώνονται και ακολουθούν τον ντετέκτιβ ενώ ο Κρίσπιν κάθεται στο καρέκλα, και απλώνει τα πόδια του στο γραφείο κοιτώντας την οθόνη του τάμπλετ. Ο Μόρτον δεν έκανε κανένα λάθος στην αποστολή του μηνύματος. Το .PDF ήταν συγκαλυμμένος ιός παρακολούθησης. Πλέον είναι στο κινητό του και βλέπουν που πάει και τι λέει.
      Πίσω στο Σαν Αντόνιο η Ρουθ αποφασίζει να κόψει την ανάλυση της πρότασης του Γκονάς. Οπότε περνάει στην αντεπίθεση και λέει:
«Ο κόσμος άλλαξε βίαια. Το καθεστώς σας σχεδόν εξολοθρεύτηκε. Η Μέδουσα ετοιμάζει κάτι που θα αλλάξει όλους τους υπερφυσικούς γαλαξίες. Κι εσύ……εσύ ρε πούστη ακόμα θες να παίξεις με τους κανόνες! ΤΟΣΟ ΠΑΠΑΡΑΣ.»
«Δε βλέπω άλλον τρόπο».
«Λογικό. Έχεις τη σάρκα ανθρώπου, αναπνέεις σαν άνθρωπος, τρως, χέζεις και κοιμάσαι σαν άνθρωπος, αλλά ποτέ δεν απέκτησες τα βιώματα του ανθρώπου».
«Ξέρω τον ανθρώπινο είδος καλύτερα από σένα και τον Τρόι! Καλύτερα κι από όλους τους ανθρώπους».
«Ξέρω. Πολύ σωστό ρήμα χρησιμοποίησες. Ξέρεις, αλλά δε βίωσες. Ξέρεις, αλλά δεν έμαθες. Ξέρεις, αλλά είχες τις χόκους πόκους δυνάμεις και άλλαζες τη δυσκολία κατά το δοκούν. Λοιπόν παπάρα μάθε ότι, οι άνθρωποι στις δύσκολες στιγμές παίρνουν δύσκολες αποφάσεις. Αναγκάζονται να πολεμήσουν ή και να κιοτέψουν. Κι όταν δεν έχουν επιλογές, τις δημιουργούν. Μπορεί να μας επιτρέψατε να εξελιχθούμε ως Ρυθμιστές, αλλά δεν ήσασταν εκεί στις μεγάλες στιγμές. Εμείς ήμασταν.»
      Ο ηρωικός της λόγος σταματάει και αφήνει τον Γκονάς να κατεβάζει το κεφάλι του σαν ηττημένος και τον Τρόι να νοιώθει περήφανος που είναι άνθρωπος. Έντεκα χρόνια είναι αρκετά για να ξεχάσεις ποιος είσαι. Χρειάζεται ένας άνθρωπος σα τη Ρουθ για να σε ταρακουνήσει γερά και να επανέλθεις.
      Ο Γκονάς κοιτάζει τριγύρω, αποφεύγοντας σκόπιμα να κοιτάξει τη Ρουθ, και ρωτάει:
«Έχετε σχέδιο;»
«Ναι. Χρειαζόμαστε ένα αντικείμενο από το Οπλοστάσιο. Τρόι πως το λένε;»
«Το Κέρας του Γαλάζιου Αγίου».
«Το Κέρας κάποιου βαμμένου Αγίου».
      Τα μάτια του Γκονάς γουρλώνουν. Πιάνει λίγο το πιγούνι του σκεπτόμενος και λέει:
«Πάτε να ξεκινήσετε πόλεμο».
«Έχει ήδη ξεκινήσει. Απλά μαζεύουμε τα όπλα τώρα».
«Ξέρεις δεν είναι τόσο…..»
      Η φράση του κόβεται απότομα όταν βλέπει πίσω από την Ρουθ μια ομάδα αντρών να πλησιάζει. Εκείνη γυρίζει και τους βλέπει. Χαμηλώνει λίγο τα γυαλιά της και βλέπει τη πραγματική τους μορφή. Το υπερφυσικό τους σώμα είναι χλωμό, έως κίτρινο, και πλήρως γυμνασμένο. Το κεφάλι τους είναι πλήρως φυσιολογικό σχηματικά μόνο που αντί για στόμα, έχουν κάθετες μαλακές χορδές. Η Ρουθ δεν νοιώθει τρόμο, όπως τη πρώτη φορά στη Νορβηγία. Αντιθέτως γυρίζει και είναι έτοιμη για τη πρώτη της μάχη ως Ισορροπίστρια.
      Ο Γκονάς τη πιάνει από τον ώμο και μπαίνει μπροστά της. Εκείνη έκπληκτη τον ρωτάει:
«Τι….τι κάνεις ρε;»
«Είμαι ακόμα Ρυθμιστής και αυτοί είναι ακόμα κατώτεροι μου.
      Προχωράει μερικά βήματα για να δείξει ότι είναι απτόητος και πιο δυνατός από αυτούς. Ο Τρόι βλέπει μέσα από τα μάτια της τα όντα. Αμέσως σηκώνεται από τη καρέκλα του αγχωμένος και λέει:
«Αποϋλοποιήσου γρήγορα. Μαζί με τον Γκονάς. ΤΩΡΑ!»
      Χωρίς να χάσει χρόνο απλώνει το χέρι της στον ώμο του και συγκεντρώνεται για να αποϋλοποιηθεί. Προς έκπληξη της όμως, δε λειτουργεί. Δε μπορεί να κάνει καν τη κίνηση και ρωτάει με έντρομη φωνή:
«Τι στο πούτσο; Τρόι, δε μπορώ να φύγω.»
«Τι;»
«Το παθαίνω κι εγώ.» απαντάει ο Γκονάς. «Μετά τη βίαιη αλλαγή, η Ισορροπία αλλάζει κι εμείς βιώνουμε τις παρενέργειες.»
      Ο όχλος αγριεύει και είναι πλέον έτοιμοι για επίθεση. Ο Τρόι λέει στη Ρουθ ότι πρέπει να τρέξει, καθώς δεν έχει το απαραίτητο όπλο για να τους αντιμετωπίσει. Φωνάζει στο ακουστικό της, αλλά εκείνη τον αγνοεί και κοιτάζει τον όχλο. Μέχρι τώρα έκανε ότι ήθελε ο Τρόι. Δικός του κόσμος, δικοί του οι κανόνες. Τώρα όμως είναι αυτή στο πεδίο. Είναι πάλι στη δράση και στον κίνδυνο όπως παλιά. Και θα το αντιμετωπίσει με τον δικό της τρόπο.
      Βλέπει δύο αστυνομικούς και πάει προς εκεί. Χτυπάει τον έναν στη καρωτίδα και τον ρίχνει κάτω, ενώ ο άλλος πάει να την πιάσει. Μέγα λάθος. Του πιάνει το χέρι, τον στριφογυρίζει και πιέζοντας το κεφάλι του τον ξαπλώνει. Παίρνει ένα όπλο Glock 35 και συνολικά τέσσερις γεμιστήρες. Σηκώνει το βλέμμα της και βλέπει τον όχλο να αλαλάζει κατά του Γκονάς. Εκείνος κάθεται ακίνητος. Ακόμα νομίζει ότι θα σταματήσουν εμπρός του. Εκείνη γεμίζει, οπλίζει, βγάζει την ασφάλεια, στοχεύει στον όχλο και πυρ.
      Δύο Ίζερας πέφτουν κάτω και τα υπόλοιπα κρύβονται πίσω από αμάξια. Εκείνη ρίχνει μερικές ακόμα και ξεσηκώνει τον κόσμο γύρω που πανικοβάλλεται. Πηγαίνει δίπλα στον Γκονάς και φέρνει τη κάννη στον κρόταφο του. Μέσα στο πανικό και στις φωνές λέει ήρεμα:
«Τρέχα.»
«Δεν θα με πυροβολήσεις. Με χρειάζεσαι……»   
      Τον σπρώχνει μπροστά της, φέρνει το όπλο δίπλα από το δεξί του αυτί και πυροβολεί κατά των Ίζερας. Ο Γκονάς πιάνει το αυτί του από το πόνο. Η Ρουθ τον γυρίζει προς το μέρος της και του λέει:
«Καλώς όρισες στο νέο κόσμο, μαλάκα. Δε σε χρειαζόμαστε, απλά σε προστατεύουμε και δε σε παρακαλάμε. Τώρα τρέχα…….ή ψόφα.»
            Εκείνος αφήνει το αυτί του και με βλέμμα χαμένο στα μάτια της αρχίζει να τρέχει. Η Ρουθ ακολουθεί και παρακολουθεί τα Ίζερας. Αυτά που πέτυχε σηκώνονται και τρέχουν ξοπίσω της. Πηγαίνει στο ακουστικό και λέει στον Τρόι:
«Τρόι;»
«Που είστε;»
«Αααα….λίγο δύσκολο να σου πω γιατί τρέχουμε. Επίσης αυτά τα γαμημένα…..»
«Τα Ίζερας. Ρουθ, βρείτε ένα μέρος να κρυφτείτε ή να αμυνθείτε.»
«Πως σκοτώνονται;» φωνάζει στο ακουστικό.
«Θα δεις. Κρυφτείτε και έρχομαι.»
      Ο ήχος τερματισμού κλήσης την τσατίζει ακόμα περισσότερο. Γυρνάει πίσω και βλέπει Ίζερας να τους κυνηγάνε σαν αφηνιασμένα. Σηκώνει το πιστόλι και ρίχνει συνεχόμενα. Οι άνθρωποι τριγύρω τρέχουν να κρυφτούν. Τα αμάξια σταματάνε και οι οδηγοί κρύβονται κάτω από τα τιμόνια. Ένας όχλος κυνηγάει δύο άγνωστα άτομα. Κανένας δε νοιάζεται γιατί, απλά όλοι προσπαθούν να προστατευθούν.  
      Η Ρουθ ασθμαίνοντας και βλέποντας τα Ίζερας να κοντεύουν, γυρνάει το κεφάλι της αριστερά και βλέπει μια ξεχασμένη από το χρόνο πολυκατοικία. Αμέσως φωνάζει στον Γκονάς:
«ΑΡΙΣΤΕΡΑ! ΣΤΡΙΨΕ!»
      Εκείνος υπακούει και οι δύο τους φθάνουν στη πολυκατοικία. Η Ρουθ αδειάζει τη πρώτη γεμιστήρα και μπαίνει μέσα. Τα Ίζερας κυκλώνουν το κτίριο και αρχίζουν να σκαρφαλώνουν. Ρουθ και Γκονάς ανεβαίνουν από όροφο σε όροφο. Ο Γκονάς είναι κατατρομαγμένος. Η Ρουθ είναι συγκρατημένη και ετοιμάζει το όπλο της. Από κάτω έχουν αριβάρει τα περιπολικά και προσπαθούν να μαζέψουν τους ταραξίες. Ακολουθεί κλεφτοπόλεμος χουλιγκανικού τύπου. Χημικά και γκλομπ εναντίον σιδερογροθιών και μολότοφ. Πραγματική μάχη. 
      Ρουθ και Γκονάς φθάνουν στον τελευταίο όροφο και προσπαθούν να αμπαρώσουν τη πόρτα. Ρίχνουν μια άδεια ντουλάπα μπροστά και ο Γκονάς τραβιέται πίσω. Στο κέντρο του διαμερίσματος στέκεται αγέρωχη η Ρουθ, έτοιμη να πολεμήσει. Όπως κάποτε. Το πιστόλι είναι έτοιμο στο χέρι της και οπλισμένο.     
      Οι πρώτοι γδούποι στη πόρτα ξεκινούν. Οι φωνές και οι μάχες απέξω φθάνουν στ’αυτιά της αλλά δεν την απασχολούν. Η πόρτα σπρώχνεται με δύναμη και σε λίγο θα μπουν. Ο Γκονάς είναι ταραγμένος και δε ξέρει αν πρέπει να πολεμήσει ή να κρυφτεί κάπου. Εκείνη περιμένει. Δεν είναι η πρώτη της φορά που πρέπει να αμυνθεί για τη ζωή της. Το είχε ξανακάνει στις Χιλιανικές φυλακές και γλύτωσε με μόλις μερικές αμυχές.
      Κομμάτια της πόρτας πετάγονται και τα Ίζερας πατούν πόδι. Η Ρουθ πυροβολεί συνεχόμενα. Οι σφαίρες τους αναγκάζουν σε οπισθοχώρηση, καθώς τα πρώτα Ίζερας πέφτουν κάτω από το πόνο. Η γεμιστήρα όμως αδειάζει. Αυτά τα δευτερόλεπτα αλλαγής της γεμιστήρας, είναι υπεραρκετά. Τα Ίζερας επιχειρούν δεύτερη έφοδο. Η Ρουθ ξανασηκώνει το πιστόλι. Δε πέφτει όμως πυροβολισμός. Ο Τρόι εμφανίζεται ξαφνικά κρατώντας δύο σάκους με τριμμένο μάρμαρο και σταματάει την έφοδο. Παγωμάρα επικρατεί για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου. Εκείνος ρίχνει το πρώτο σάκο στην είσοδο που σκάει και αρχίζει να δηλητηριάζει τα Ίζερας. Πέφτουν κάτω βγάζοντας ένα κίτρινο υγρό από το στόμα τους. Βασανιστικός θάνατος. Το μάρμαρο τα σκοτώνει. Αυτά που είναι μέσα κάνουν το λάθος να επιτεθούν. Ο Τρόι αφήνει τον ένα σάκο κάτω και επιτίθεται.  Γονατιά στον πρώτο στη κοιλιά, χτύπημα με το πίσω μέρος της παλάμης στη γνάθο του δεύτερου. Η Ρουθ πυροβολεί τα άλλα δύο και τα ρίχνει κάτω. Τα εναπομείναντα δύο επιχειρούν να τον πλευροκοπήσουν. Ο Τρόι τους πιάνει από το λαιμό, ενεργοποιεί τη θνητοποίηση και με τα χρυσά του χέρια τους σπρώχνει ως τα παράθυρα. Με δύναμη και με μια κραυγή τους σηκώνει και τους ρίχνει έξω. Δύο σπάνε τα παράθυρα, τέσσερις άνθρωποι θα προσγειωθούν στο οδόστρωμα. Χούλιγκανς και αστυνομικοί σταματούν βλέποντας τα πτώματα. Επάνω στον όροφο η Ρουθ ρίχνει δύο σφαίρες στο σάκο και η μαρμάρινη σκόνη σκοτώνει τρία από αυτά. Το τελευταίο πάει να τρέξει αλλά βλέπει ότι είναι παγιδευμένο καθώς η είσοδος είναι γεμάτη από μάρμαρο. Ο Τρόι του χαμογελάει, κάνει στην άκρη και η σφαίρα το πετυχαίνει στο μέτωπο ρίχνοντας τον στην σκόνη. Από κάτω τα Ίζερας αλαλάζουν από οργή και μπαίνουν όλα μαζί στο κτίριο. Οι αστυνομικοί δε μπορούν να τα κρατήσουν. Ο Γκονάς ακούει τον συρφετό και αποφασίζει να μπει στη μάχη. Με μια κραυγή χώνει τις γροθιές του στο ξύλινο πάτωμα. Στο διάδρομο της πολυκατοικίας χιλιάδες ακόντια βγαίνουν απότομα από τους τοίχους και καρφώνουν πολλά Ίζερας, σχεδόν κομματιάζοντας τα. Μόλις φεύγουν τα υπόλοιπα δεν αποθαρρύνονται και ανεβαίνουν τις σκάλες.  
      Ο Τρόι βλέπει ότι έχουν κερδίσει λίγο χρόνο. Γυρίζει και πάει αποφασιστικά στον Γκονάς. Τον σπρώχνει στον τοίχο και τον ρωτάει φωναχτά:
«Που είναι το Οπλοστάσιο; ΠΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ!»
«Δε μπορώ να σου πω.»
«ΓΙΑΤΙ;»
«Γιατί δεν έχει νόημα, ρε μαλακισμένο! Το κλειδί του Οπλοστασίου είναι στο αρχοντικό!»
      Η απάντηση του σε συνδυασμό με τις φωνές των Ίζερας τον εξοργίζουν απίστευτα. Σηκώνει τη γροθιά του και σπάει ένα κομμάτι του τοίχου λίγα εκατοστά μακριά από το κεφάλι του Γκονάς. Πιάνει το κεφάλι του από την αγανάκτηση. Ο Γκονάς όμως λέει κάτι που του τραβάει τη προσοχή:
«Ίσως όμως μπορούμε να το πάρουμε με άλλο τρόπο.»
«Πως;» γυρίζει και ρωτάει η Ρουθ.
«Δε μπορώ να σας πω, γιατί δε θα σας αρέσει και θα προσπαθήσετε να με σταματήσετε.»
«Γκονάς, δεν έχω όρεξη για παιχνίδια. Πες μου τι ετοιμάζεις.»
      Και πάει απειλητικά επάνω του, όμως εκείνος μεταμορφώνεται στον θηριώδη πολεμιστή με τα δόρια που βγαίνουν από τη πλάτη του. Μέχρι κα ιη Ρουθ στρέφει το όπλο εναντίον του. Εκείνος λέει απλά:
«Σ’εμπιστεύτηκα πριν λίγο καιρό, Τρόι. Σειρά σου τώρα να με εμπιστευτείς.
      Και με αυτή τη φράση τα δόρια λυγίζουν, μπήγονται στο πάτωμα και το κόβουν κυκλικά. Ο Γκονάς χάνεται μέσα στη τρύπα που πάει μέχρι κάτω από το έδαφος. Τρόι και Ρουθ τρέχουν να δουν αλλά μόνο σκοτάδι και καταστροφή αντικρίζουν. Κοιτάζονται μεταξύ τους. Η Ρουθ ρωτάει:
«Και τώρα;»
«Δεν έχουμε επιλογές. Περιμένουμε την επόμενη κίνηση του.»
      Η προσοχή τους στρέφεται βίαια στα Ίζερας που πηδάνε μέσα στο διαμέρισμα. Η Ρουθ σηκώνει το πιστόλι αλλά ο Τρόι τη πιάνει από τον ώμο. Τους κάνει κωλοδάχτυλο και αποϋλοποιούνται μαζί. Τα Ίζερας κραυγάζουν από οργή. Χάσανε πολλούς και χάσανε και τους υπαιτίους για τις απώλειες τους. Από την απέναντι ταράτσα ο Δίραξ βλέπει τη καταστροφή. Ακόμα προσπαθεί να δει την ευκαιρία, αλλά μόνο πανικό, νεκρούς και καταστροφή βλέπει στον Σαν Αντόνιο.
      Πίσω στην Νέα Υόρκη, ο Τζέικ είναι σ’ένα σοκάκι παρέα με την Λυσάνδρα. Εκείνη ήρθε άρον-άρον από το αρχοντικό μετά από τα αλλεπάλληλα τηλεφώνημα-παρακλήσεις του. Εκείνος αγχώθηκε περισσότερο απ’ολους με τον θάνατο της Ιόνης. Από την άλλη όμως δεν ήθελε να μην κάνει τη δουλειά που ανατέθηκε από τη Μέδουσα. Πλέον όμως η δουλειά του τελείωσε και τώρα θέλει τη πληρωμή του.
      Μέσα στο υγρό σοκάκι με τον γκρίζο καιρό από πάνω έτοιμο να δακρύσει στη πόλη. Ο Τζέικ λέει:
«Πρέπει να με αποδεσμεύσετε.»
«Δεν είναι δική μου απόφαση, Τζέικ. Η Μέδουσα μπορεί να σε χρειάζεται.» λέει κάπως περιπαικτικά
«Και θα είμαι πάντα στη διάθεση της. Στη διάθεση των Συγχρονιστών. Απλά…απλά….»
«Απλά τι; Φοβάσαι τον Μόρτον; Μήπως να σου θυμίσω ότι είναι απλά ένας άνθρωπος κι εσύ ένα Σεληνιακό φάντασμα; Ότι μπορείς να τον τρελάνεις και να τον απαγάγεις ότι ώρα θες; Μήπως;»
«Τρελάθηκες! Σου έστριψε τελείως;»
«Χαμήλωσε τη φωνή σου.» λέει με ήρεμο τρόπο αλλά που δηλώνει ξεκάθαρα ενόχληση.      
      Εκείνος ηρεμεί και παίρνει μια βαθιά ανάσα και σκέπτεται ότι δε πρέπει να θυμώσει αυτή από την οποία περιμένει βοήθεια. Μόλις νοιώθει έτοιμος λέει:
«Με συγχωρείς. Αλλά κάποια στιγμή που απήχθη ο Μόρτον, ο Ισορροπιστής μπήκε στο τμήμα και μ’έπιασε από το λαιμό. Όπως καταλαβαίνεις, φοβάμαι.»
      Η Λυσάνδρά σφίγγει τα χείλη της στο άκουσμα της τελευταίας λέξης. Κάνει μερικά βήματα και φθάνει κοντά του σε απόσταση αναπνοής. Καρφώνει τα μάτια της στο τρομαγμένο βλέμμα του και του λέει:
«Ο κόσμος….είναι πλέον δικός μας. Η Μέδουσα ήδη κινεί τα νήματα. Σε λίγο καιρό θα δεις πράγματα που δεν τα είδες ποτέ στην άθλια φωλίτσα σου στο φεγγάρι. Το μόνο πράγμα που πρέπει να φοβάσαι…..είναι να μη μας γίνεις εμπόδιο ή πρόβλημα.»
      Σαν ηττημένος κατεβάζει το κεφάλι του και κοιτάζει το οδόστρωμα. Εκείνη όμως δεν έχει τελειώσει. Του λέει:
«Θα γυρίσεις κανονικά στη δουλειά σου. Θα μείνεις κοντά στον Μόρτον. Και επιπλέον, θα σου αναθέσω μια νέα δουλειά.»
«Τι.» λέει τέρμα απογοητευμένος και με χάλια ψυχολογία.
«Ζαλάικα Χανίφ. Υποψήφια Ισορροπίστρια. Σκότωσε τους Φρουρούς που τη φυλούσαν στη Κανταχάρ και εξαφανίστηκε. Μπες σε ότι κάμερα υπάρχει στο κόσμο και εντόπισε την.»
«Θα το κάνω.»
«Καλό παι…..»
      Ξάφνου το χαμόγελο που πάει να του σκάσει εξαφανίζεται εν ριπή οφθαλμού. Μια αντρική φωνή στον αέρα γελάει και τη κάνει να κοιτάξει τριγύρω. Η φωνή συνεχίζοντας το γέλιο λέει περιπαικτικά:
«Τρέχα Λυσανδρούλα!»
      Αμέσως βλέπει κάτι σκιές πίσω από μια γωνία και καταλαβαίνει ότι έπεσε σε παγίδα. Αλλά δεν της είναι πρόβλημα. Μ’ένα σάλτο κολλάει στο τοίχο και αρχίζει να σκαρφαλώνει με τα νύχια της. Γυρίζει στον εμβρόντητο Τζέικ και του φωνάζει:
«ΤΡΕΧΑ!»
      Εκείνος πάει να τρέξει από την αντίθετη κατεύθυνση αλλά από τη γωνία εμφανίζεται ο Μόρτον με το πιστόλι παρατεταμένο. Πίσω από τον Τζέικ οι άλλοι δύο αστυνομικοί του κόβουν οποιαδήποτε ελπίδα είχε για φυγή. Εκείνος σηκώνει ψηλά τα χέρια και γονατίζει, γνωρίζοντας τη διαδικασία. Η Λυσάνδρα καταφέρνει να φθάσει στην οροφή και να δει τη σύλληψη. Σφίγγει τα δόντια της τσατισμένη και φεύγει. Ο Μόρτον κοιτάζει τριγύρω αλλά δε βλέπει πουθενά τη συνομιλούσα του Τζέικ. Αμέσως κοιτάζει τους αστυνομικούς και τους λέει:
«Γρήγορα, ψάξτε το τετράγωνο. Δε θα πήγε μακριά. ΤΡΕΞΤΕ!»
      Αμέσως φεύγουν προς την αντίθετη κατεύθυνση τροχάδην. Ο Μόρτον πιάνει τον δεμένο Τζέικ από το χέρι και τον σηκώνει με βία. Νοιώθει το τρέμουλο στο δέρμα του και ξέρει ότι έχει το πάνω χέρι, όποτε του λέει:
«Και τώρα πληροφορικάκια οι δύο μας. Έχεις πάρα πολλά να μου πεις.»
      Και όπως είναι δεμένος πισθάγκωνα τον τραβάει προς το περιπολικό που καιροφυλακτούσαν τόση ώρα.     
      Ο Δίραξ έχει γυρίσει στο αρχοντικό και περπατάει γοργά προς τη σάλα. Όλοι και όσες τον βλέπουν παρατηρούν το προβληματισμένο του πρόσωπο. Και οι περισσότεροι ξέρουν ότι όταν είναι έτσι, καλύτερα να μην του μιλάνε.
      Μπαίνει στη σάλα και βλέπει την Μέδουσα αραχτή στη καρέκλα της. Κοιτάζει το κινητό της και έχει το ένα πόδι στηριγμένο στο μπράτσο. Δεν αντέχει άλλο και ξεφυσώντας τη πλησιάζει. Μόλις είναι σε μια καλή απόσταση λέει:
«Δεν τα καταφέραμε.»
«Τι εννοείς;» ρωτάει μην παίρνοντας τα μάτια της από το κινητό.
«Ο Γκονάς ξέφυγε. Δεν ξέρω πόσα Ίζερας πέθαναν. Και…..και δε ξέρω τι ακριβώς πετύχαμε σήμερα. Μέδουσα είναι τρέλα έπρεπε να είμαστε εκεί έξω. Να κυνηγάμε τον Τρόι, τη Ρουθ. Να υποτάσσουμε κόσμο. Να εφαρμόζουμε το σχέδιο των αφεντών Συγχρονιστών. Και δεν έχουμε κάνει τίποτα. Είμαστε στο μηδέν. Πρέπει……πρέπει…..πρέπει να τρέξουμε. Να δουλέψουμε.»
       Τελειώνει το λογύδριο του και παίρνει μερικές ανάσες ενώ από πίσω του μερικοί Φρουροί τον κοιτάζουν. Η Μέδουσα σηκώνει το βλέμμα και τον κοιτάζει ανέκφραστή. Αμέσως τον ρωτάει:
«Τα έβγαλες από μέσα σου; Είσαι πιο ήρεμος;»
«Ναι.» λέει ξεψυχισμένα.
       Αμέσως του πετάει το κινητό και εκείνος το πιάνει στον αέρα. Είναι στο Facebook και βλέπει τραβηγμένα βίντεο από γνωστές σκηνές. Την Ρουθ και τον Γκονάς να τρέχουν και να τους κυνηγάνε τα Ίζερας. Την οδομαχία έξω από τη πολυκατοικία. Είναι πολλά βίντεο και αυξάνουν σε likes και κοινοποιήσεις. Ο Δίραξ κουνάει απορημένος το κεφάλι και ξανακοιτάει τη Μέδουσα. Εκείνη σηκώνεται και παίρνοντας του το κινητό λέει:
«Ερώτηση κρίσεως: Πως θες να κερδίσεις έναν πόλεμο αν δεν έχεις στρατιώτες να σε υποστηρίζουν;»
«Εεεεε.» χάνει τα λόγια του.
«Αυτή είναι η ευκαιρία που σου είπα. Αν πήγαινες μαζί με άντρες ενάντια στον Γκονάς θα είχαμε απώλειες. Τώρα μια μερίδα υπερφυσικών όντων επαναστάτησε ενάντια στο εναπομείναν παλαιό καθεστώς. Κι αυτό γίνεται viral. Το δικό μας καθεστώς διαδίδεται. Απόδειξη;»
       Και του ξαναγυρίζει το κινητό στη μούρη του. Σα να του τρίβει το σωστό της απόφασης της. Οι κοινοποιήσεις και τα likes αυξάνουν και το μήνυμα εξαπλώνεται.   
       Τον προσπερνάει και πηγαίνει στο τραπεζάκι με τα εκλεκτά κρασιά. Βάζει ένα λευκό και πίνει γευόμενη το υπέροχο υγρό που ηδονίζει τον ουρανίσκο της. Ο Δίραξ νοιώθει ντροπιασμένος. Σφίγγει τη ψυχή του και γυρίζει προς το μέρος της λέγοντας:
«Συγχώρεσε με. Δεν έπρεπε να σε αμφισβητήσω.»
«Δε πειράζει. Συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια. Δεν είναι η πρώτη φορά που αμφισβητούνται οι κινήσεις μου.»
«Τι εννοείς;»
       Κρατώντας το ποτήρι και με το χαμόγελο πάντα στο πρόσωπο γυρνάει, τον κοιτάζει και του λέει:
«Αιώνες πριν πήρα μια απόφαση που όχι μόνο αμφισβητήθηκε αλλά και με καθαίρεσε από την αποστολή, αλλά και με επικήρυξε. Δεν άρεσε αρχικά στους Συγχρονιστές.»
«Τι απόφαση;»
«Αντικατέστησα τον Ξέρξη μ’έναν wannabe Σκοτεινό Ισορροπιστή.»
       Εκπλήσσεται ο Δίραξ στο άκουσμα της αποκάλυψης. Και όντως έτσι έγινε. Το πλοίο του Ξέρξη βρισκόταν εν πλω στο Αιγαίο και επέστρεφε στη Μικρά Ασία μετά την ολέθρια ήττα στη Σαλαμίνα. Μέσα στο πλοίο όμως, στη πολυτελή καμπίνα, πάνω στο γυαλισμένο πάτωμα κείται το πτώμα του Ξέρξη. Από το στέρνο του είναι περασμένο ένα γυρτό περσικό ξίφος. Λίγο πιο πέρα ο Πέρσης δολοφόνος είναι γονατισμένος και αλλάζει πρόσωπο. Το σώμα του κυματίζει. Τρέμει ολόκληρος και σφίγγει τα δόντια. Σίγα-σιγά αρχίζει να ομοιάζει με τον Ξέρξη. Λίγο πιο πέρα η Μέδουσα παρακολουθεί και περιμένει την ολοκλήρωση.     
       Ξάφνου όμως ανοίγουν βίαια οι πόρτες της καμπίνας και ακούγεται ένας τρομακτικός θόρυβος. Η Μέδουσα γυρίζει και βλέπει το σκοτάδι να κινείται σα στερεή μάζα. Αμέσως ακούγονται πολλαπλές φωνές από μέσα να λένε:
«Τι κάνεις;»
«Μια μικρή αλλαγή. Ο άντρας αυτός είναι Σκοτεινός Ισορροπιστής. Θα….»
«Και λοιπόν;» ρωτάνε όλες μαζί νευριασμένα.
«Ακούστε, χάσαμε τα ίχνη τα Σκοτεινών εδώ και δεκαετίες. Τώρα έχουμε μια ευκαιρία και να επεκτείνουμε το αίμα τους μέσω αυτού, αλλά και να ελέγχουμε μια αυτοκρατορία. Είναι μοναδική ευκαιρία.»
«Η αποστολή σου ήταν να χειραγωγείς τον Ξέρξη. Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να τον σκοτώσεις;»
«Ηρεμήστε λίγο και προσπαθήστε να κοιτάξετε μακροπρόθεσμα. Αυτή η αλλαγή….»
«ΑΡΚΕΤΑ! Παράκουσες και τώρα θα σε στείλουμε στο Καθαρτήριο μιαρό πλάσμα.»
       Αμέσως το σκότος απλώνει πλοκάμια να την αρπάξει. Η Μέδουσα σκύβει τη τελευταία στιγμή και το αποφεύγει, ενώ τα πλοκάμια απλά κάνουν κάτι γρατζουνιές στο ξύλινο τοίχο. Χωρίς να το σκεφτεί, πηδάει, σπάει το τζάμι της καμπίνας και πέφτει στο νερό. Κοιτάζει λίγο το πολυτελές πλοίο και μετά χάνεται μέσα στο απύθμενο βάθος της θάλασσας.  
       Πίσω στο αρχοντικό, η Μέδουσα πίνει μια ακόμα γουλιά και λέει:
«Χρόνια αργότερα, οι Συγχρονιστές κατάλαβαν το πόσο τους ωφέλησε αυτή η κίνηση μου και έπαψαν να με κυνηγούν.»
«Πως ωφελήθηκαν;»
«Είδα ότι οι Έλληνες θα ζητούσαν εκδίκηση αργά ή γρήγορα για ότι προκάλεσαν οι Πέρσες. Οπότε απλά άλλαξα το αφεντικό, τους ηρέμησα για εκατό και κάτι χρόνια. Το αίμα του Σκοτεινού άρχισε ξανά να πολλαπλασιάζεται, κι όταν ήρθαν οι στρατιές του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τις προσμίξεις μεταξύ Ελλήνων και Περσών είχαμε το πρώτο σοβαρό δείγμα Σκοτεινού και δυνατού Ισορροπιστή.»
       Ο Δίραξ μένει ενεός από την αποκάλυψη και πιάνει το στόμα του τρίβοντας το από απορία. Η Μέδουσα τον κοιτάζει καθώς βλέπει στα μάτια του την κατανόηση της αποφάσεως της. χαμογελάει πιο πολύ και πάει να πιεί λίγο ακόμα, όταν ακούγεται το κινητό της. Το σηκώνει και λέει:
«Έλα Λυσάνδρα».
«Μέδουσα, ήταν παγίδα. Ο Μόρτον έπιασε τον Τζέικ.
«Γαμώτο. Εσύ; Πως ξέφυγες;»
«Δε θα το πιστέψεις αλλά άκουσα μια φωνή στον αέρα που μου είπε να τρέξω.» 
«Τι φωνή; Περίγραψέ την».
«Σαν να με κορόιδευε. Ήταν ένα χαχανητό».
       Η Μέδουσα μένει λίγο σιωπηλή όταν ακούει αυτό το πράγμα. Σκέπτεται και σιγά-σιγά ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίζεται στο πρόσωπο της. Λέει τότε:
«Λοιπόν πήγαινε προς το παρόν στην Ίρμα να σε φιλέψει και θα στείλω άτομα να σε πάρουν.»
«Και ο Τζέικ;»
«Θα κρίνει η φωνή για το πώς θα τον διαχειριστεί».
«Δε…..δε καταλαβαίνω. Ποια ήταν αυτή η φωνή;»
        Ο Δίραξ παρακολουθεί τη συζήτηση και καρφώνει τα μάτια του πάνω στη Μέδουσα. Η Λυσάνδρα περιμένει μια απάντηση ενώ περιπατάει κατά μήκος του δρόμου. Και η Μέδουσα απαντάει:
«Ο δεύτερος που θα έρθει στο αρχοντικό και θα δίνει εντολές μαζί με μένα.»

     Δίραξ και Λυσάνδρα παγώνουν στο άκουσμα αυτής της είδησης.       

Γιώργος Πουρλιάκας      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου