Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28 Οκτ 2016

0 Ο Ισορροπιστής 2: Η ένοχη γραμμή αίματος (Κεφάλαιο 3) - "Πύρρειο σχέδιο"

                                       
      Πυροβολισμός ακούγεται μέσα από το δασώδες βουνό κοντά στη λίμνη Ουτικούμα του Καναδά. Ακούγεται άλλος ένας που όμως ανοίγει μια τρύπα σ’ένα άμοιρο δέντρο. Τα πουλιά πετάνε μακριά από το φόβο τους, ενώ ο ήχος αντηχεί σ’ όλη την περιοχή φθάνοντας μέχρι τη λίμνη, όπου τραβά τα βλέμματα μερικών ψαράδων.  
      Μέσα στο δάσος ο Τρόι τρέχει με βαριά αναπνοή και καλύπτεται πίσω από ένα δέντρο. Σκύβει λίγο το κεφάλι και μετράει τις ανάσες του. Σταγόνες ιδρώτα στάζουν από την άκρη της μύτης του και ποτίζουν το μισοχιονισμένο χώμα. Από το σβέρκο του ατμίζει, σημάδι ότι τρέχει πολλή ώρα να ξεφύγει. Ξάφνου όμως, ξαναμαζεύει την αναπνοή του καθώς η θέα της Ρουθ υλοποιείται μπροστά του. Εκείνη κραδαίνει μια καραμπίνα Winchester 1887. Παλιό όπλο αλλά πολύ δυνατό, καθώς ένα μόνο φυσίγγι μπορεί να διαπεράσει όλο σου το σώμα. Ο Τρόι πέφτει με τη μία κάτω καθώς το όπλο εκπυρσοκροτεί και αποφλοιώνει ακόμα ένα δέντρο. Εκείνη αφήνει το αριστερό χέρι της και με το δεξί περιστρέφει το μοχλό δίπλα στη λαβή οπλίζοντάς το ξανά. Το ξαναπιάνει με τα δύο χέρια αλλά ο Τρόι έχει ήδη αποϋλοποιηθεί. Το σηκώνει στο ύψος του κεφαλιού και σκανάρει την περιοχή. Σαν γνήσια κυνηγός προσπαθεί να εντοπίσει το θήραμά της. Αφουγκράζεται το περιβάλλον. Περιμένει εκείνο τον ήχο που θα προδώσει το θύμα της. Είναι υπομονετική όπως όλοι οι αλάνθαστοι δολοφόνοι.     
      Ο ήχος της αποϋλοποίησης έρχεται από πίσω της. Γυρνάει ακαριαία και πατάει τη σκανδάλη αλλά ο Τρόι έχει ήδη πιάσει το όπλο και το στρέφει αλλού. Με την παλάμη του, της δίνει μια γερή σπρωξιά και της παίρνει το όπλο. Τραβάει τρεις φορές το μοχλό, το αποσυναρμολογεί σε δύο κομμάτια και το πετάει στο χώμα. Εκείνη δεν χάνει το κουράγιο της και του επιτίθεται με τα χέρια της. Εκείνος μπλοκάρει κάθε της επίθεση. Η Ρουθ παλεύει με χέρια και με πόδια προκειμένου να τον χτυπήσει. Ο Τρόι όμως κερδίζει στο τετ-α-τετ χωρίς να της ρίξει ούτε μία γροθιά. Εκείνη κουράζεται από τη συνεχή προσπάθεια και τότε εκείνος την πιάνει από τον καρπό, έρχεται πλάτη στο στήθος της και με μια λαβή την στρέφει και την ρίχνει στο έδαφος. Εκείνη αναστενάζει βαθιά και ξεφυσάει απογοητευμένη. Ο Τρόι αποϋλοποιείται.
      Η Ρουθ σηκώνεται στα γόνατα ενώ ο Τρόι επανέρχεται κρατώντας δύο ξίφη. Ένα Μακεδονικό με πολύ χοντρή και γυρτή λάμα και ένα Ρωμαϊκό ίσιο με ξύλινη λαβή. Η Ρουθ τα βλέπει και σηκώνοντας τα χέρια λέει:
«Time out»
«Εμ, εγώ είμαι ο προπονητής. Εγώ θα πω πότε θα κάνουμε διάλλειμα».
«Για τον πούτσο προπονητής είσαι! Με τρέχεις από τις 6 τα χαράματα. Δεν έχω άλλες δυνάμεις. Δεν αποδίδω».
«Όταν θα σου επιτεθούν αναιμικοί βρικόλακες ή θα σου στήσουν καρτέρι τα Όγας πες τους κι εκεί: Δεν έχω άλλες δυνάμεις! Είμαι κουρασμένη
      Εκείνη σηκώνεται και παίρνει μερικές αναπνοές. Ξέρει ότι δεν θα τον μεταπείσει αλλά ξέρει ότι έχει και μεγάλο δίκιο. Κάνει όμως μια τελευταία προσπάθεια λέγοντας:
«Δεν έχω ξαναπιάσει ξίφος».
«Είσαι Ισορροπίστρια. Θα δοκιμαστείς σε όλα τα όπλα και θα μάθεις να τα χρησιμοποιείς. Όπως έμαθες να ελέγχεις τη νέα σου φύση».
      Και με το που το λέει τής πετάει το Ρωμαϊκό ξίφος. Εκείνη το πιάνει στον αέρα και ξαφνικά γονατίζει βγάζοντας έναν ήχο απόγνωσης. Ο Τρόι εκπλήσσεται. Η Ρουθ βρίσκεται στο σώμα ενός στρατιώτη. Έχει σηκωμένη την ασπίδα του και προστατεύεται από έναν καταιγισμό βελών. Μόλις τελειώνει η βροχή τρέχει προς την ανηφόρα ανάμεσα από δέντρα, μέσα στη νύχτα και προσπερνώντας άλλους ρωμαίους στρατιώτες. Κάποιοι κείτονται κάτω νεκροί και τυχεροί ενώ άλλοι σφαδάζουν από τον κολασμένο πόνο που τους δίνει το διάτρητο από βέλη σώμα τους, εκλιπαρώντας για βοήθεια. Εκείνος πατάει μέσα στα αίματα και καλύπτεται πίσω από ένα δέντρο αποφεύγοντας μια δεύτερη βροχή βελών. Παίρνει γρήγορες ανάσες καθώς είναι τρομοκρατημένος. Στο βάθος βλέπει τους συμπολεμιστές του που τρέχουν επίσης να σωθούν και καλούν και τους άλλους να τρέξουν. Ξάφνου μέσα στο σκοτάδι μια σκοτεινή φιγούρα στο βάθος τον κοιτάζει.
      Το όραμα κόβεται απότομα όταν ο Τρόι παίρνει το σπαθί από το χέρι της και την κρατάει από τη μέση. Εκείνη τον κοιτάζει τρομαγμένη και τον ρωτάει:
«Από… από… από πού είναι αυτό το σπαθί;»
«Από τη μάχη του Άσκλου» και κοιτάζει το σπαθί.
      Τότε καταλαβαίνει. Το σπαθί ανήκει σε άτομο της ένοχης γραμμής αίματος. Της δικιάς της γραμμής. Και αυτό ενεργοποίησε μια ανάμνηση στο μυαλό της. Κοιτάζει το σπαθί και σκέπτεται: τύχη ή σύμπτωση; Δεν έχει σημασία. Γυρίζει στη Ρουθ και της λέει:
 «Η προπόνηση τελείωσε. Ώρα για μάθημα ιστορίας».
      Πιάνει το σπαθί και κρατώντας γερά και αυτό και τη Ρουθ αποϋλοποιείται.  
      Στην Νέα Υόρκη και συγκεκριμένα στο μαγαζί της Ίρμα, η Λυσάνδρα ετοιμάζει ένα μαύρο σακβουαγιάζ με ρούχα και λίγο φαγητό. Τις τελευταίες μέρες έμεινε εδώ γιατί η αστυνομική δύναμη της Νέας Υόρκης, υπό τις εντολές του Μόρτον, ξεκίνησε ανθρωποκυνηγητό για την ανεύρεση μιας ύποπτης γυναίκας. Δεν ήταν θέμα ότι δε μπορούσε να ξεφύγει στην αχανή πόλη, απλά προτίμησε να μείνει μήπως χρειαστεί κάτι η Μέδουσα, και αυτή ήταν η μόνη ενεργή και μάχιμη σύνδεσμός της εδώ. Πάντα πιστή, πάντα έτοιμη.
      Η πόρτα πίσω της ανοίγει και μπαίνει η Ίρμα που κρατάει ένα κλειδί αμαξιού. Το αφήνει δίπλα της και λέει:
«Ούτε καν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω τα μαγικά μου. Απλά του έταξα 2000 δολάρια μπροστάντζα και δέχτηκε αμέσως. Οι άνθρωποι έχουν γίνει τελείως ηλίθιοι».
«Χα! Μην το λες σε μένα. Περπατώ ανάμεσα τους κοντά έναν αιώνα. Το πιο εύκολο φαγητό σε κάθε γαλαξία που έχω πάει».
«Να σε πω. Μπορώ να έρθω μαζί σου;»
«Θα μιλήσω στη Μέδουσα. Έκανες πολλά για μας και…»
«Μήπως μπορείς να το κάνεις τώρα;»
      Η Λυσάνδρα εντοπίζει αγωνία στο βλέμμα της καθώς τοποθετεί το τελευταίο ρούχο στο σακβουαγιάζ. Την ρωτάει:
«Φοβάσαι τον Τρόι, ε;»
«Είναι ακόμα εκεί έξω. Είναι ακόμα επικίνδυνος. Και μετά από αυτό που έγινε στο Σαν Αντόνιο…» κατεβάζει το κεφάλι της και σφίγγει τα χείλη της σκεπτόμενη τη μοίρα που την περιμένει στα χέρια του.
      Η Λυσάνδρα ξεφυσάει και καθώς κλείνει το φερμουάρ. Κουνάει λίγο το κεφάλι της και λέει:
«Τον φοβούνται πολλοί ακόμα. Τέλος πάντων, άκου τι θα κάνουμε. Πάω να πάρω ένα καφέ για το δρόμο και μόλις γυρίσω θα την πάρω τηλέφωνο. Εντάξει;»
      Κουνάει καταφατικά το κεφάλι της και πηγαίνει πίσω από τον πάγκο όπου φτιάχνει κάτι βάζα. Η Λυσάνδρα βγαίνει έξω από το μαγαζί και στρίβει δεξιά. Εκείνη τη στιγμή ένα άντρας με άθλια γκρίζα ρούχα και κουκούλα που καλύπτει το πρόσωπο του μπαίνει στο μαγαζί της Ίρμα. Εκείνη ακούει τον ήχο της πόρτας αλλά δε γυρίζει και απλά ρωτάει:
«Μπορώ να σας βοηθήσω;»
«Είσαι με τους Ρυθμιστές λοιπόν».
       Εκείνη γυρίζει απότομα και βλέπει το τύπο να σηκώνει τη κουκούλα και να αποκαλύπτει το θυμωμένο πρόσωπο του. Είναι ο Γκονάς που την κοιτάζει με μίσος. Εκείνη μένει καθηλωμένη στον τοίχο με το βλέμμα πάνω του και το δέρμα της να πάλλεται σαν σε σεισμό. Ξεροκαταπίνει. Εκείνος κάνει μερικά βήματα μπροστά και λέει:
«Ο Τρόι σε εμπιστεύτηκε. Εμείς σε εμπιστευτήκαμε, τα αδέρφια μου. Πριν προλάβει να εκτιναχθεί εκείνο το πράγμα, πρόλαβα και είδα το κουτί. Κατάλαβα αμέσως την τέχνη. Τη δικιά σου τέχνη, καριόλα!»
       Τα ρούχα του σκίζονται και οι κοφτερές και χαραγμένες άκρες των δοράτων ξεπροβάλλουν. 
       Λίγα μέτρα πιο πέρα η Λυσάνδρα διαπιστώνει ότι δεν πήρε λεφτά μαζί της. Κάνει αναστροφή και πηγαίνει πίσω. Φθάνει στο μαγαζί και βλέπει από το τζάμι ένα τρομακτικό θέαμα. Τα δόρατα έχουν μπει σε όλο το σώμα της Ίρμα και την σηκώνουν στον αέρα. Είναι νεκρή και το αίμα της κυλάει και γεμίζει το πάτωμα. Χωρίς να το σκεφτεί, το σώμα της Λυσάνδρας αλλάζει και γίνεται γκρίζο. Τα δόντια της κοφτερά και τα νύχια της μαχαίρια. Ορμάει μέσα και πέφτει στη πλάτη και τον δαγκώνει στο λαιμό. Εκείνος σκούζει λίγο από πόνο αλλά καταφέρνει να την πιάσει και να την ρίξει στον πάγκο. Εκείνη επανέρχεται και στέκεται στα πόδια της. Μέσα στον μικρό χώρο οι λεπίδες του γυαλίζουν στο αχνό φως του ήλιου. Είναι έτοιμοι και οι δύο.
       Η Λυσάνδρα ορμάει και προσπαθεί με τα νύχια να τον λαβώσει. Εκείνος αποφεύγει τη λύσσα της και την τελευταία στιγμή ένα δόρυ τής σκίζει την κοιλιά.     
       Στο αρχοντικό η Μέδουσα ξεπετάγεται από το δωμάτιό της κρατώντας την κοιλιά της. Όλοι στο διάδρομο τη βλέπουν αποσβολωμένοι. Εκείνη βγάζει μια φωνή:
«ΔΙΡΑΞ! ΣΤΗΝ ΙΡΜΑ ΓΡΗΓΟΡΑ! Κάτι έγινε».
       Ο Δίραξ δείχνει δύο Φρουρούς και δίνει εντολή στους υπόλοιπους να ετοιμάσουν τις αλυσίδες. Αποϋλοποιούνται και εμφανίζονται έξω από το μαγαζί. Η Λυσάνδρα είναι στα γόνατα και ο Γκονάς από πάνω της. Σηκώνει τα δόρατα σαν κόμπρες έτοιμες για επίθεση και λέει:
«Βδέλυγμα»
       Ο Δίραξ αποϋλοποιείται και επανέρχεται δίνοντας του μια γονατιά στο δεξί πλευρό προλαβαίνοντας τον. Ο άλλος Φρουρός εμφανίζεται και τον χτυπάει στο πηγούνι. Ο τρίτος τον χτυπάει στο γοφό και τον γονατίζει. Ο Γκονάς όμως δεν παραιτείται. Με μία κίνηση εκτινάσσει όλα του τα δόρατα προς κάθε κατεύθυνση, αλλά μάταια. Οι Φρουροί έχουν εξαφανιστεί και επανεμφανιστεί σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αμέσως τον ρίχνουν όλοι κάτω και τον κλωτσούν. Ο Δίραξ πιάνει τη Λυσάνδρα και τη σηκώνει στα χέρια του. Ο Γκονάς επιχειρεί να σηκωθεί αλλά αποϋλοποιείται μαζί με τους άλλους δύο Φρουρούς πίσω στο αρχοντικό. Προσπαθεί να ξεκινήσει νέα επίθεση αλλά τώρα Γοργόνες και Φρουροί του επιτίθεται όλοι μαζί. Τρώει γροθιές από κάθε πλευρά και δε μπορεί να αντιδράσει. Εκείνη τη στιγμή επιχειρεί να χτυπήσει το πάτωμα με τα δύο του χέρια όπως έκανε αρκετό καιρό πριν. Τα σηκώνει και τα σφίγγει. Ο Δίραξ αφήνει την Λυσάνδρα και τηλεμεταφέρει τη κλωτσιά του στη κοιλιά του Γκονάς. Εκείνος φεύγει πίσω και επανέρχεται στην ανθρώπινη μορφή του. Σαν άλλοι αγελαδάρηδες στην Άγρια Δύση όλοι στην αίθουσα απλώνουν τις αλυσίδες και τον πιάνουν από χέρια και πόδια. Εκτινάσσουν τις αλυσίδες και τις καρφώνουν στους τοίχους. Ο Γκονάς σηκώνεται δεμένος με δέκα αλυσίδες να τον κρατάνε στη σάλα του αρχοντικού.
       Οι περισσότεροι τον κοιτάνε και παίρνουν μια ανάσα από τη μάχη. Κάποιες Γοργόνες όμως τρέχουν πάνω στη Λυσάνδρα και της σκίζουν τα ρούχα. Βλέπουν ότι η πληγή της είναι πολύ βαθιά αλλά ρίχνουν σάλιο, που λέγεται ότι είναι ανακουφιστικό, για να κλείσουν την πληγή. Δεν κλείνει όμως.
       Ξάφνου οι πόρτες ανοίγουν και μπαίνει φουριόζα η Μέδουσα. Γυρίζει το κεφάλι αριστερά και βλέπει την πιο πιστή της ακόλουθο και φίλη να χαροπαλεύει και να βγάζει κραυγές. Τσαντίζεται και το δέρμα γύρω από τα μάτια σφίγγεται. Γυρίζει και κοιτάζει τον Γκονάς. Εκείνος είναι ανέκφραστος. Η Μέδουσα περιπατάει γοργά προς το μέρος του ενώ τα μαλλιά της γίνονται φίδια. Απλώνονται στο δεξί της χέρι και το κατακλύζουν. Εκείνη εκλύει μια ενέργεια και τα φίδια πετρώνουν στο χέρι της. Φθάνει κοντά του, τραβάει και ξεριζώνει τη πέτρα που ήταν μέχρι τώρα ένα με τα μαλλιά της, και με μία κραυγή πόνου αλλά και μίσους σπάει τη πέτρινη γροθιά της πάνω στο κεφάλι του.  
       Ο Γκονάς σφίγγει τα δόντια και προσπαθεί να αντέξει. Η Μέδουσα με βαριά την αναπνοή έρχεται κοντά του και τον πιάνει από το λαιμό και του λέει:
«Αν πεθάνει, δεν θα σε σκοτώσω. Θα σε κρατήσω εδώ μέσα και θα εφαρμόσω επάνω σου ό,τι βασανιστήριο έχω μάθει όλους αυτούς τους αιώνες».
       Εκείνος δεν απαντάει και σφίγγει τα δόντια γι’αυτό που θα ακολουθήσει. Η Μέδουσα του αφήνει το λαιμό και τον ρωτάει:
«Τι ήθελες στην Ίρμα;»
       Ο Γκονάς την κοιτάζει με το πρόσωπο υψωμένο και αγέρωχο. Εκείνη καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται να μιλήσει και θα επιλέξει τον ηρωικό τρόπο. Τα μαλλιά της ξαναγίνονται φίδια, τεντώνονται προς κάθε κατεύθυνση και η Μέδουσα τα ρίχνει επάνω του. Ο Γκονάς στην αρχή βγάζει μια κραυγή αλλά μετά σφίγγει το στόμα του. Η Μέδουσα τον βασανίζει με μίσος προκειμένου να πάρει απαντήσεις, την ώρα που πίσω της η κατάσταση της Λυσάνδρας χειροτερεύει.
       Την ίδια στιγμή, ο Ανούβις στο δωμάτιο του περιμένει το Κροατόαν να βράσει. Κάθεται ακίνητος και αναμένει. Ξαφνικά ακούει μια φωνή στον αέρα να του λέει:
«Ανούβις. Ανούβις. Η Μέδουσα θα σε πουλήσει».
       Η φράση επαναλαμβάνεται και ο Ανούβις κατευθύνεται προς την πόρτα. Βγαίνει στο διάδρομο και καθώς ακούει την φωνή, την ακολουθεί.         
       Πίσω στη ξύλινη καμπίνα, η Ρουθ κάθεται στο τραπέζι με το δεξί της χέρι να στηρίζει το μέτωπο της. Ο πονοκέφαλος είναι ανυπόφορος και η διάθεσή της στα Τάρταρα. Η διαδικασία μέχρι να γίνει κανονική Ισορροπίστρια την κουράζει κάθε μέρα και περισσότερο. Νιώθει το ανθρώπινο στοιχείο της να ενισχύεται και είναι πολύ βαριά διαδικασία.
       Ο Τρόι κάθεται κοντά της και της δίνει ένα ποτήρι τσάι ενώ ρίχνει μια ματιά στο ξίφος. Εκείνη πίνει μια γουλιά, αναστενάζει βαθιά και τον ρωτάει:
«Πως στο διάολο έγινε αυτό;»
«Έτσι γίνεται στην αρχή. Το σώμα μας αλληλεπιδρά με αντικείμενα που εμπλέκονται στην ιστορία του κόσμου και μας δείχνει εικόνες».
«Μάλιστα. Και τώρα;»
«Τώρα» ξανακοιτάζει το ξίφος και μετά πάλι αυτήν μ’ ένα βλέμμα συμπόνιας.
«Πρέπει να το ξαναπιάσεις».
«Δεν θέλω» και στρέφει το κορμί της από την αντίθετη πλευρά.
«Ρουθ, καταλαβαίνω. Είναι επίπονο και άδικο αυτό που σου συμβαίνει. Αλλά…»
«Δεν είναι αυτό…»
       Τον σταματάει απότομα και εκείνος παύει τη φράση του. Περιμένει εναγωνίως τη συνέχεια. Την εξήγηση. Εκείνη πίνει ακόμα μια γουλιά και γυρίζει ξανά προς το μέρος του λέγοντας:
«Είμαι η πρώτη Σκοτεινή Ισορροπίστρια. Δεν έχεις ιδέα πόσο βαρύ είναι αυτό και πόσο προσπαθώ να το αποφύγω. Δε μπορείς να φανταστείς τι εφιάλτες βλέπω κατά καιρούς. Οράματα από την ιστορία. Πράγματα που αγνοείς εσύ κι όλος ο πλανήτης. Οι Συγχρονιστές το προετοίμαζαν όλο αυτό με πολλή υπομονή».
«Γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
«Γιατί ούτε εσύ είσαι έτοιμος να μάθεις την πλήρη αλήθεια. Το μόνο που πρέπει να ξέρεις είναι πως ό,τι ξέρεις από κατορθώματα των Ισορροπιστών ό,τι νίκη ό,τι αποστολή ό,τι ανδραγάθημα έχουν πετύχει οι δικοί σου, κάπου εκεί δίπλα μες στα σκοτάδια ή και μπροστά στα μάτια σας ήμασταν εμείς. Η ένοχη γενιά του Άλδις. Η δικιά μου γενιά».
       Ο Τρόι σκέπτεται για λίγο αυτά που είπε η Ρουθ και την κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια. Περνούν λίγα δευτερόλεπτα. Απλώνει το χέρι του στο τραπέζι και πιάνει το ξίφος. Το κοιτάζει λίγο και κατόπιν ξανακοιτάζει τη Ρουθ. Εκείνη δεν αντιδρά. Εκείνος λέει:
«Αν θεωρείς ότι είμαστε εμείς κι εσείς, Ισορροπιστές και Σκοτεινοί Ισορροπιστές, τότε πάρε αυτό το σπαθί και χώσε το στη κοιλιά σου. Σε προπονώ τόσο καιρό για τις μάχες που θα έρθουν. Για την προστασία του ανθρώπου. Ο πρώτος κανόνας είναι προστάτεψε την Ισορροπία με κάθε κόστος. Ακόμα και τη ζωή σου».
       Η Ρουθ σηκώνει το κορμί της και αφήνει την κούπα στο τραπέζι. Τον κοιτάζει με καχυποψία και νιώθει τις φλέβες τις να φουσκώνουν καθώς μυρίζει μάχη. Μάχη για τη ζωή της. Εκείνος απλώνει το ξίφος κρατώντας το από τη λάμα και λέει στη συνέχεια:
«Αν όμως νιώθεις ότι θες να ξεχωρίσεις. Ότι θες να πας κόντρα στο αίμα που σε έφερε μέχρι εδώ… στα σχέδια της Μέδουσας… και να μείνεις πιστή στο είδος σου, τότε πιάσε το σπαθί και πες μου τι βλέπεις. Βοήθησε με να καταλάβω, να καταλάβουμε αυτούς τους καριόληδες τους Συγχρονιστές. Να μάθουμε ποιους πολεμάμε. Τι αποφασίζεις;»
«Κι αν αποφασίσω να φύγω; Να κρυφτώ; Τι θα κάνεις; Θα με σταματήσεις; Μήπως θα με σκοτώσεις;»
«Δεν θα μπορέσεις να κρυφτείς. Η ιστορία είναι εδώ και θα σε κυνηγήσει. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να κάνεις μια επιλογή. Και αναλόγως αυτή την επιλογή θα πάρω κι εγώ τις αποφάσεις μου. Αν θα πολεμήσω μαζί σου» παίρνει μια βαθιά ανάσα και ξεφυσώντας συνεχίζει «ή αν θα σε σκοτώσω».
       Μ’ ένα νεύμα την παροτρύνει να διαλέξει. Η ιστορία είναι όντως εδώ. Στη λαβή του ξίφους. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος μέσα στη καμπίνα. Φαίνονται όλα τόσο ακίνητα. Τα μόρια του αέρα, τα έντομα που δεν βουίζουν στα αυτιά τους, το οξυγόνο που αναπνέουν. Όλα μοιάζουν σαν εικόνα από πίνακα μπροστά στο δίλημμα της Ρουθ. Να κιοτέψει ή να μάθει;
       Με μια αστραπιαία κίνηση του χεριού πιάνει το σπαθί και με μια κραυγή βυθίζεται ξανά στο παρελθόν. Βρίσκεται κάπου στην Ιταλία σ’ένα λόφο μια νύχτα που το μόνο φως είναι το ολόγιομο φεγγάρι. Από τη μία είναι το στρατόπεδο των Ρωμαίων με λιγοστά φώτα και σχεδόν ξεκληρισμένο. Και μερικά μίλια πιο πέρα, το στρατόπεδο του Πύρρου από όπου ακούγονται ήχοι από ασπίδες που χτυπούν και χαρούμενους στρατιώτες.    
       Ο άγνωστος στρατιώτης μιλάει πάνω στη κορυφή του λόφου με μια φιγούρα που φοράει έναν κατάμαυρο μανδύα με κουκούλα, και δεν μπορεί να δει το πρόσωπό του. Η φιγούρα με χαρωπή κάπως φωνή λέει:
«Είναι αστείο το πώς εσείς οι άνθρωποι δίνετε τόσο πολύ βάρος στους αριθμούς αλλά δεν έχετε κατανοήσει ακόμα την πραγματική τους δύναμη».
«Δεν έχω χρόνο για τη φιλοσοφία των μαθηματικών. Έχασα πολλά αδέρφια σήμερα και σε λίγο μπορεί να τους χάσω όλους».
«Και θα τους χάσεις».
       Το χέρι του στρατιώτη απλώνεται στο πρόσωπό του. Η Ρουθ νιώθει την απόγνωσή του στο στήθος της. Ο στρατιώτης τον ξανακοιτάζει και του λέει:
«Σε είδα στη μάχη. Δεν σε πλήγωσαν τα βέλη. Είσαι κάτι… κάτι… σαν θεός. Γιατί δεν πηγαίνεις εκεί να τους σκοτώσεις και να σώσεις τα αδέρφια μου;»
«Αχ, δεν μπορώ. Πραγματικά δεν μπορώ. Αλλά μπορώ να κάνω κάτι άλλο».
«Τι; Πες μου» ρωτάει με έκδηλη αγωνία.
«Σήμερα θα χάσετε» γελάει χαιρέκακα. «Αλλά έχετε μια ευκαιρία για την επόμενη μάχη».
«Τι εννοείς;»
«Αριθμοί, Πετρώνιε. Οι αριθμοί είναι παντού και μένουν στην ιστορία. Σήμερα θα σου δώσω τη δύναμη να πολεμάς με πειθαρχία και να γίνεις παράδειγμα για τους στρατιώτες σου».
       Μόλις τελειώνει τη φράση του απλώνει το χέρι του. Ο Πετρώνιος το πιάνει και νιώθει να τον κατακλύζει η γνώση του πολέμου. Νιώθει πιο ικανός στο ξίφος και την ασπίδα. Νιώθει σιγουριά για την επιβίωσή του στη μάχη. Νιώθει σίγουρος.
       Η Ρουθ αφήνει το σπαθί και ανασαίνει βίαια. Σφίγγει τις γροθιές της και τις κοιτάζει. Νοιώθει ότι έχει εμπειρία στο ξίφος και ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τον οποιοδήποτε σε μια μάχη. Κοιτάζει τον Τρόι που έχει το βλέμμα του έκπληκτου και του λέει:
«Αριθμοί. Δεν καταλαβαίνω. Δεν βγάζει νόημα».
«Ω, βγάζει περισσότερο νόημα απ’ όσο φαντάζεσαι».
«Δηλαδή;»
«Ο βασιλιάς Πύρρος όντως κέρδισε εκείνη τη μάχη στο Άσκλο και κατατρόπωσε τους Ρωμαίους. Αλλά έχασε πάρα πολλούς στρατιώτες. Από κει βγήκε η φράση Πύρρειος νίκη».
«Και μετά τι έγινε;»
«Οι Ρωμαίοι τον εκδίωξαν. Δεν είναι όμως εκεί το θέμα».
«Αλλά;»
«Αυτός ο και καλά θεός που άλλαξε τον Πετρώνιο δεν του έδωσε την πολεμική ικανότητα από την καλή του την καρδιά. Κάτι άλλο προσδοκούσε και πρέπει να μάθουμε τι».
       Ξανασηκώνει το ξίφος και γονατίζει μπροστά της. Της το απλώνει και λέει:
«Πρέπει να συνεχίσεις. Πρέπει να μάθουμε ποιος και γιατί».
       Η Ρουθ ενστερνίζεται την αγωνία στα μάτια του. Αναπνέει και ξεφυσάει άλλη μία φορά και ξαναπιάνει το ξίφος. Αφήνει ακόμα μία κραυγή καθώς ξαναβυθίζεται στην ιστορία.      
       Στο αστυνομικό τμήμα της Νέας Υόρκης, στο δωμάτιο ανακρίσεως κάθεται ήσυχος ο Τζέικ. Μέσα στο ημιφωτεινό και αποπνικτικά ήσυχο μέρος μένει ακίνητος να κοιτάζει τον τοίχο απέναντι. Μέρες τώρα δέχεται τις βρισιές και τις φωνές του Μόρτον. Τον απειλεί, τον κατηγορεί ως προδότη, του λέει ότι θα τον στείλει στις χειρότερες φυλακές της Αμερικής και ότι θα τον θάψει ζωντανό. Ο Τζέικ όμως κρατάει στωική στάση. Θυμάται μια φράση της Λυσάνδρας· ότι είναι Σεληνιακό φάντασμα. Δεν μπορεί να τον βλάψει κανένας άνθρωπος. Απλά τόσα χρόνια στη Γη το είχε ξεχάσει και αφομοιώθηκε στην ανθρώπινη φύση.
       Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο Μόρτον με το laptop του παραμάσχαλα. Κάθεται απέναντί του, το ανοίγει και το γυρίζει προς το μέρος του. Ο Τζέικ ρίχνει μια ματιά στην αρχική οθόνη των Windows και κατόπιν κοιτάζει τον Μόρτον. Εκείνος τού λέει:
«Μόλις πριν από λίγο, μετά από μέρες ψαξίματος, μου ήρθαν κάποια αποτελέσματα. Ξέρω το πρόσωπο αυτής της Ζαλάικα Χανίφ. Είναι εξαφανισμένη από τη μέρα που έγινε το σκηνικό στην Times Square. Δε με νοιάζει ποια είναι, τι είναι αλλά με ανησυχεί ότι σου έδωσαν εντολή να την ψάξεις».
       Ο Τζέικ συνεχίζει να τον παρατηρεί και να περιμένει τη κατάληξη της προτάσεως του.
«Είναι ένα μικρό παιδί. Δε πρόκειται να αφήσω εσένα η τα αφεντικά σου, όποια κι αν είναι αυτά να ακουμπήσουν αυτό το παιδί. Γι’ αυτό θα την εντοπίσεις όπως σου είπαν. Για μένα όμως».
       Ο Τζέικ καταλαβαίνει ότι ο Μόρτον ξεφεύγει από το καθήκον του και μπαίνει σε νερά που δεν του αρμόζουν. Κατεβάζει λίγο το κεφάλι, χαμογελάει και ξανακοιτάζοντας τον λέει:
«Έχεις όλο το ηχητικό από εκείνη τη μέρα που μιλούσα με τη γυναίκα. Κάπου λέει ότι θα είναι καλύτερα να μην τους γίνω εμπόδιο ή πρόβλημα. Σε συμβουλεύω να κάνεις το ίδιο. Δεν έχεις ιδέα με ποιους τα βάζεις».
«Αυτή την παπαριά την έχω ακούσει από πάρα πολλούς. Τσιράκια βαρόνων ναρκωτικών, γερουσιαστές που καταχράστηκαν λεφτά του λαού, τρελοί που νόμιζαν ότι κάνουν θεάρεστο έργο σκοτώνοντας κόσμο. Ξέρεις ποια ήταν η κατάληξη όλων αυτών; Το χώμα. Όλοι κάποια στιγμή καταρρακώθηκαν από τη ψευδαίσθηση μεγαλείου που είχαν».
       Και με αυτό σηκώνεται, φτιάχνει λίγο το σακάκι του και πηγαίνει προς την πόρτα. Πριν την ανοίξει όμως πετάει το τελευταίο καρφί.
«Το ίδιο θα πάθεις κι εσύ. Αυτό που πρέπει να σε απασχολεί είναι, αν θα γίνει στο μέλλον ή κάπου στο παρόν. Για παράδειγμα όταν θα σε μεταφέρουν στις φυλακές».
       Ο Τζέικ τον κοιτάζει και βλέπει ζωγραφισμένη την απόφαση να υλοποιήσει αυτή την απειλή. Ο Μόρτον τελειώνει λέγοντας:
«Έχεις δεκαπέντε λεπτά να βρεις αυτό το κορίτσι».
       Και βγαίνει από την πόρτα. Ο Τζέικ σταυρώνει τα χέρια του και αρνείται να κάνει το οτιδήποτε. Παραμένει πιστός στη Μέδουσα. Και δεν σκοπεύει να γίνει εμπόδιο ή πρόβλημα.
       Εκείνη τη στιγμή όμως ακούγεται μια φωνή μέσα στο δωμάτιο να λέει:
«Κάντο»
       Ο Τζέικ κοιτάζει τριγύρω γυρνώντας σπασμωδικά το κεφάλι του. Δε βλέπει κανέναν αλλά η φωνή τού ξαναλέει:
«Κάντο. Βρες τη Ζαλάικα».
«Ποιος είσαι; Τι λες;»
       Ακούγεται ένα χαχανητό που τον τρομάζει και του σηκώνει τις τρίχες όρθιες. Είναι τρομαγμένος και η φωνή λέει:
«Είμαι το αφεντικό σου τώρα. Συνεργάζομαι με τη Μέδουσα. Κάνε ό,τι σου λέω και σύντομα θα έχεις μια θέση δίπλα μου, φαντασματάκι!»
«Δεν… δεν καταλαβαίνω».
«Δεν χρειάζεται. Απλώς βρες το κορίτσι. Υπάκουσε και θα ανταμειφθείς».
       Και η φωνή χάνεται μ’ένα χαχανητό αφήνοντας τον Τζέικ ακόμα τρεμάμενο. Παίρνει μερικές βαθιές ανάσες και πιάνει το laptop. Αρχίζει να πληκτρολογεί σαν τρελός καθώς θέλει να είναι μέσα στο χρόνο. Απλά ακόμα αναρωτιέται ποια ήταν αυτή η φωνή.
       Στο μεταξύ, στο αρχοντικό, η Μέδουσα περιτριγυρίζει τον σιωπηλό Γκονάς. Εδώ και ώρα τον ρωτάει διάφορα πράγματα αλλά εκείνος αντιστέκεται. Όμως κάτι δεν της κολλάει. Η όλη υπόθεση βρωμάει κατ’ αυτήν. Ποτέ στο παρελθόν δεν ήταν τόσο εύκολο να αιχμαλωτίσεις έναν Ρυθμιστή. Αδιαφιλονίκητοι στη μάχη και τρόμος για όποιον τολμούσε να ξεπεράσει τα όρια. Ακόμα και Ισορροπιστές δεν τους νίκησαν και σήμερα ένας πιάστηκε και μάλιστα σε πολύ μικρό χρόνο.
       Η Μέδουσα, σκεπτόμενη όλα αυτά, διέταξε πιο πριν τον Δίραξ να ερευνήσει την περιοχή και να προσπαθήσει να αναπαραστήσει τις κινήσεις του. Ξέρει ότι σε λίγο θα έχει απαντήσεις όποτε προχωράει στο επόμενο θέμα που την απασχολεί.
«Που είναι το Οπλοστάσιο;» τον ρωτάει ευθέως.
       Εκείνος αρχικά τής δίνει ένα βλέμμα έκπληξης και μετά ξανακοιτάζει το άπειρο επιδεικνύοντας πυγμή. Η Μέδουσα τσαντίζεται και μόνο που στέκεται έτσι εμπρός της. Γυρίζει λίγο το κεφάλι της και βλέπει τη φίλη της, τη Λυσάνδρα, να χαροπαλεύει καθώς επτά Γοργόνες προσπαθούν να της επουλώσουν την πληγή. Η Μέδουσα σφίγγει τη ψυχή της να μη λυγίσει. Γυρνάει πάλι προς αυτόν και του λέει:
«Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, ρε κόπανε, θα μάθω πού είναι αυτό καταραμένο Οπλοστάσιο και πώς ανοίγει».
«Βλέπω η πάλαι ποτέ Φρουρά στα κάρφωσε όλα. Ακόμα και το Οπλοστάσιο».
«Ήταν από τους βασικούς λόγους που δεν επιτεθήκαμε αιώνες πριν. Διαφορετικά όλο αυτό που γίνεται σήμερα, θα γινόταν πολύ νωρίτερα. Πάρα πολύ νωρίτερα».
«Ευτυχώς που έμεινα ζωντανός λοιπόν. Αλλιώς πώς θα μάθαινες για το κλειδί;»
«Παλιό το κόλπο και δε πιάνει ούτε σε τρίχρονα παιδάκια».
       Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται από πίσω της ο Δίραξ μ’ένα τάμπλετ και πλησιάζει κοντά της. Εκείνη γυρίζει λίγο και κοιτάζει στο τάμπλετ. Ο Δίραξ λέει:
«Ήταν πολλές μέρες εκεί, έξω από το μαγαζί της Ίρμα. Δε ξέρω γιατί αλλά περίμενε μέχρι να…»
       Σηκώνει το χέρι της και τον σταματάει καθώς κάτι της έχει κινήσει την περιέργεια στην εικόνα. Ο Γκονάς τη βλέπει αλλά συνεχίζει να κοιτάζει ευθεία. Η Μέδουσα κοιτάζει μια την εικόνα και μια τον Γκονάς. Το κάνει αυτό δύο-τρεις φορές και όσο πάει αγχώνεται και περισσότερο. Ο Δίραξ παρακολουθεί από δίπλα. Εκείνη τότε πλησιάζει τον Γκονάς και του λέει:
«Δεν το χάφτω» εκείνος κρατιέται για να μην τη κοιτάξει. «Η εικόνα δείχνει ξεκάθαρα ότι ποζάρεις στην κάμερα. Και μάλιστα το κάνεις τόσο ηλίθια που…»
       Παγώνει τη φράση της καθώς μια σκέψη κατακλύζει το μυαλό της. Οι υπόλοιποι εκεί μέσα αρχίζουν να έρχονται πιο κοντά της περιμένοντας τη συνέχιση της φράσης της. Ο Γκονάς ιδρωμένος, σαν να προσπαθεί για κάτι, συνεχίζει να κοιτάζει ευθεία. Η Μέδουσα λέει:
«Δεν ήθελες ποτέ την Ίρμα. Απλώς ήταν εξιλαστήριο θύμα. Και υπήρχαν χίλιοι δύο άλλοι τρόποι για να επιτεθείς εδώ και να πάρεις το κλειδί του Οπλοστασίου και εσύ επέλεξες τον πιο επίπονο. Γιατί μου φαίνεται ότι έχεις άλλα σχέδια ερχόμενος εδώ;»
       Ψύλλοι μπήκαν στ’ αυτιά όλων και αγριοκοιτάζουν τον Γκονάς. Έχουν παρατήσει μέχρι και τη Λυσάνδρα που ξαπλωμένη μόνη της κρατάει την πληγή της. Η προσπάθεια από τις αδελφές της απέδωσε και η πληγή δεν θα τη στείλει στον άλλο κόσμο. Τώρα απλώς πονάει και πιάνει την κοιλιά της προσπαθώντας να το αντέξει.  
       Βλέπει κάτι όμως στη πόρτα που της παίρνει το μυαλό από το πόνο και τη ξενίζει. Αργά και σταθερά σαν να σέρνεται ή καλύτερα σαν κάποιος να τον τραβάει μ’ ένα αόρατο σχοινί, εμφανίζεται ο Ανούβις. Το βλέμμα του είναι χαμένο και τα βήματά του σχεδόν συρόμενα. Κανένας άλλος δεν τον παίρνει χαμπάρι εκτός από αυτήν. Εκείνος πιάνει κάτι από το μπράτσο, το ξεχειλώνει και αυτό ανάβει στιγμιαία. Η Λυσάνδρα ανοίγει τα μάτια της γιατί βλέπει τι πάει να γίνει. Αμέσως τινάζεται πάνω, τρέχει και πέφτει επάνω του φωνάζοντας:
«ΚΑΛΥΦΤΕΙΤΕ!»
       Το κάρβουνο θα σκάσει ανάμεσά τους αφήνοντας μια τρομακτική έκρηξη που τους ρίχνει όλους κάτω. Ο Ανούβις έχει εκτιναχθεί προς τα πίσω και η Λυσάνδρα έχει γίνει σκόνη. Αυτή είναι η ευκαιρία του Γκονάς. Με το μισό πλήρωμά της εκτός μάχης και το άλλο μισό να χαροπαλεύει εκείνος εκσφενδονίζει όλα του τα δόρατα προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι τοίχοι σπάνε και οι αλυσίδες έρχονται στον έλεγχό του. Αμέσως τις ελέγχει τηλεπαθητικά, πιάνει τη Μέδουσα, που προσπαθεί να συνέλθει, και μαζί εξαφανίζονται. Ο Δίραξ τα χάνει και προσπαθεί να μαζέψει και τους υπόλοιπους για να βρούνε τη Μέδουσα.
       Ο Γκονάς επαναφέρεται σε άγνωστη τοποθεσία μέσα σ’ένα κτίριο και πετάει τη Μέδουσα στον τοίχο. Εκείνη αμέσως σηκώνεται και τον βλέπει με τα δόρατα να δείχνουν επάνω της και τις αλυσίδες να έχουν σπάσει σε δύο μέρη και να τα ελέγχει πλήρως. Δε χάνει το κουράγιο της όμως. Σηκώνεται και λέει:
«Αυτό ήταν το σχέδιό σου λοιπόν. Να σε πιάσουμε και τη κατάλληλη στιγμή να πιάσεις εσύ εμένα. Όλη αυτή την ώρα ήλεγχες τον Ανούβις».
«ΑΡΚΕΤΑ! Ποιοι είναι οι άλλοι τρεις που θα πάρουν τις θέσεις των αδερφών μου; Ποιοι είναι οι Συγχρονιστές;»
«Γαμημένο υβρίδιο. Αν θες απάντηση  θα πρέπει να μου τις πάρεις με το ζόρι».
       Και με αυτή τη φράση σηκώνει τις γροθιές της και μεταμορφώνεται στο αρχαίο τέρας. Ο Γκονάς σφίγγει τα χείλη του και εκσφενδονίζει τα δόρατα πάνω της. Εκείνη κάνει ένα σάλτο και βρίσκεται στον επάνω όροφο. Αμέσως εκλύει ενέργεια και όλο το μέρος πετρώνει και σπάει. Πηδάει μπροστά και ρίχνει ένα διαμέρισμα πάνω του. Εκείνος αποφεύγει τους βράχους που πέφτουν αλλά χάνει τις αλυσίδες. Εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται στο διάδρομο του ορόφου. Από τον τοίχο η Μέδουσα εκσφενδονίζει μια πέτρα με τα φίδια της και τον στέλνει στο δίπλα διαμέρισμα. Εκείνος πέφτει σε μια κολώνα και τη ραγίζει. Η Μέδουσα φέρνει το πόδι της στο λαιμό του και λέει:
«Το κλειδί. Πού είναι το κλειδί του Οπλοστασίου;»
«Στον κώλο σου έψαξες;»
       Με μία κίνηση τα δόρατα τρυπούν την κολώνα και σαν ρόδα πάνε να τη χτυπήσουν. Το αποφεύγει αλλά το πάτωμα καταστρέφεται. Πάει να του ξαναεπιτεθεί αλλά εκείνος αποφεύγει όλες τις γροθιές της. Επιχειρεί δεύτερη επίθεση με τα δόρατα αλλά οριζόντια. Το αποφεύγει στο τσακ και πετυχαίνει πάλι κολώνα κι αυτή τη φορά γκρεμίζεται. Το πάτωμα καταρρέει και δημιουργεί ομίχλη ανάμεσα τους. Η Μέδουσα πετάει ό,τι κηροπήγιο βρει μπροστά της επάνω του. Εκείνος αμύνεται με τα χέρια. Την κατάλληλη στιγμή του επιτίθεται και ρίχνοντας όλο το βάρος επάνω του τον ξαναβγάζει στο διάδρομο. Εκείνος την πιάνει από το λαιμό και την κολλάει στο τοίχο. Εκείνη επιχειρεί να τον πετρώσει αλλά κλείνει τα μάτια του. Με μια γονατιά τον χτυπάει στο αναπαραγωγικό σύστημα και με μία ακόμα κίνηση πετρώνει το διάδρομο και τα πόδια του. Τον πιάνει από τα χέρια και ξαναπηδάει στο πάνω όροφο προσγειώνοντάς τον ξανά στο πάτωμα. Η πολυκατοικία καταρρέει. Ο Γκονάς σπάει τις πέτρες στη κοιλιά της. Αποϋλοποιείται και την κτυπάει απ’ όλες τις πλευρές. Την γρατζουνάει με τις λεπίδες και αυτή αρχίζει να λυγίζει. Μόλις γονατίσει και είναι μες στα αίματα, της δίνει μια γροθιά και την ρίχνει στον τοίχο. Θεωρεί ότι είναι εκτός μάχης και την πλησιάζει. Καρφώνει ένα δόρυ στον ώμο της και εκείνη γκαρίζει από το πόνο. Την ρωτάει:
«Τελευταία ευκαιρία. Ποιοι είναι; Ονόματα».
«Πρώτα εσύ. Πού είναι το κλειδί;»
«Ακόμα επιμένεις, ε; Δεν τα παρατάς. Δεν μου φαίνεται περίεργο που επέλεξαν εσένα γι’ αυτή τη δουλειά».
«Αφού θα με σκοτώσεις βρε μπινέ, πες μου πού είναι. Τελευταία επιθυμία μελλοθάνατης. Δεν μπορείς να το αρνηθείς. Έτσι δεν είναι;»
       Σίγουρος ότι έχει κερδίσει τής χαμογελάει και λέει:
«Τζάμπα έψαχνες τόσο καιρό. Δεν υπάρχει κλειδί. Μόνο όποιος είναι Ρυθμιστής μπαίνει στο Οπλοστάσιο».
«Ευχαριστώ».
       Λέει, χαμογελάει και απλώνει τις παλάμες της στο τοίχο. Εκείνος πετρώνει και πέφτει. Ο Γκονάς πάει να τον αποφύγει, αλλά η Μέδουσα του πιάνει τα πόδια με τα φίδια της και τον ρίχνει κάτω. Ο βράχος προσγειώνεται και τον καταπλακώνει. Είναι παγιδευμένος και με κόκαλα τσακισμένα. Το κτίριο αρχίζει να σπάει. Όπου να ’ναι θα καταρρεύσει. Ο Γκονάς δεν μπορεί να κινηθεί. Εκείνη έρχεται από πάνω του και του βγάζει την περικεφαλαία. Τον πιάνει από τα μαλλιά και σηκώνει το κεφάλι του. Είναι ματωμένος και ετοιμοθάνατος. Εκείνη λέει:
«Είναι δυνατόν να την πάτησες από ένα τόσο παλιό κόλπο; Απορώ πώς κυβερνούσατε τόσα χρόνια».
«Δεν θα πετύχετε. Υπάρχει ακόμα ένας Ισορροπιστής εκεί έξω. Κι αυτήν τη φορά θα τελειώσει αυτό που άφησε… στη Σουηδία».
       Τον τραβάει πιο κοντά στο πρόσωπο της και εκείνος βγάζει μια κραυγή. Του λέει:
«Όχι μαλάκα. Θα δει τον κόσμο του να γίνεται στάχτη. Θα φροντίσω προσωπικά γι’ αυτό».
       Και αρχίζει να τού ρουφάει την ενέργεια. Ο τελευταίος Ρυθμιστής γίνεται πέτρα σιγά-σιγά. Ο Γκονάς όμως δεν έχει τελειώσει ακόμα. Ένα δόρυ φεύγει από τη πλάτη του και σαν φίδι περνάει απαρατήρητο και βγαίνει από την πολυκατοικία. Αόρατο φθάνει στο έδαφος, όπου έχει μαζευτεί κόσμος και κινείται ανάμεσα του. Σταματά μόλις βρει ένα κινητό σ’ένα χέρι. Μ’ένα σάλτο πηδάει και χάνεται μέσα στην οθόνη.
       Με το κτίριο να πέφτει, η Μέδουσα τον πετρώνει μια και καλή και σηκώνεται όρθια. Νιώθει ότι κάτι έχει αλλάξει μέσα της. Νιώθει μια νέα δύναμη να την κατακλύζει. Το κτίριο πέφτει κι εκείνη αποϋλοποιείται μόλις οι σοβάδες καταρρέουν.
       Ο Τρόι και η Ρουθ βγαίνουν έξω από τη καμπίνα και κοιτάζουν τριγύρω. Η Ρουθ ρωτά:
«Το ένιωσες;»
«Ναι»
«Λες να…»
«Ναι. Δυστυχώς ναι».
       Η Μέδουσα επανέρχεται στο αρχοντικό μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων. Μόλις την βλέπουν από τη μία χαίρονται και από την άλλη κατεβάζουν το κεφάλι σε ένδειξη σεβασμού. Η Μέδουσα είναι πλέον η πρώτη Συγχρονίστρια επι της Γης.   
       Από το διάδρομο ακούγεται η φωνή του Ανούβις. Η σκόνη του Γκονάς απορροφάται από αυτόν και αποκτά πάλι κανονικό σώμα. Όλοι γυρίζουν και τον κοιτάζουν. Ο Ανούβις περικλείεται από ένα μίνι τυφώνα γκρίζας σκόνης. Μόλις τελειώνει είναι πάλι στην αρχική του κατάσταση. Λεπτός και καλοντυμένος, με μαύρα μαλλιά και μουσάκι. Χαμογελάει όταν νιώθει το απαλό μπεζ δέρμα. Γυρίζει προς τη σάλα και το χαμόγελο τού κόβεται αμέσως. Σε απόσταση αναπνοής μπροστά του είναι η Μέδουσα με το άγριο βλέμμα της. Νιώθει κάτι διαφορετικό επάνω της. Δεν είναι πια το ίδιο τέρας των περασμένων αιώνων. Όχι, έχει αλλάξει και είναι σχεδόν ισοδύναμη με αυτόν.
       Οι δυό τους κοιτάζονται μέσα στα μάτια. Κάποια στιγμή η Μέδουσα κοιτάζει κάτω και βλέπει μία μικρή ακιδωτή κοπτήρα. Δόντι Γοργόνας. Το βλέπει και ο Ανούβις και θυμάται τι έγινε. Την ξανακοιτάζει και εκείνη σφίγγει την δεξιά γροθιά της. Εκείνος κατεβάζει λίγο το βλέμμα του και λέει:
«Μάλλον, πρέπει να συνεχίσω τη δουλειά μου.»
«Σωστά»
       Γυρίζει και φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση με σκυφτό το κεφάλι. Όχι ότι νοιώθει κάποια λύπη για την αδικοχαμένη Λυσάνδρα, απλά δεν θέλει να τα βάλει με τη Μέδουσα. Ξέρει ότι δεν τον παίρνει. Ξέρει ότι δεν είναι πια η γυναίκα που ήλεγχε κάποτε.
       Εκείνη γυρίζει προς τη σάλα και πηγαίνει στους δικούς της. Μια Γοργόνα τη ρωτάει:
«Βρήκες το κλειδί;»
«Δεν υπάρχει κλειδί. Εγώ είμαι το κλειδί πλέον».
       Όλοι κοιτάζονται μεταξύ τους από την απάντηση. Ο Δίραξ τούς προσπερνάει, έρχεται μπροστά της και λέει:
«Τα συλλυπητήριά μου. Ξέρω τι σήμαινε για σένα η Λυσάνδρα».
«Δεν στεναχωριέμαι. Οι ψυχές μας θα ξανασυναντηθούν κάποια στιγμή».  
       Και χαμηλώνει το κεφάλι ως ύστατη ένδειξη πένθους. Το κάνει για ένα λεπτό και μετά τους ξανακοιτάζει.
«Έχετε δύο μέρες για να ετοιμαστείτε. Δίραξ, βρες όσους περισσότερους συμμάχους μπορείς. Κορίτσια θα χρειαστούμε όπλα. Την Παρασκευή θέλω να είμαι στο Οπλοστάσιο».
«Πού είναι τελικά;» ρωτάει μια Γοργόνα.
       Ξανασφίγγει τη γροθιά της τα χείλια της. Όλοι βλέπουν τον θυμό να τής δημιουργεί ρυτίδες στο πρόσωπό της. Εκείνη απαντάει:
«Στο Σουδάν. Στον τάφο μιας καριόλας που νόμιζα για φίλη».
       Όλοι μένουν να κοιτάζονται και εκείνη αποχωρεί. Με νεύρα.
       Πίσω στη Νέα Υόρκη, ο Μόρτον μπαίνει στο δωμάτιο και βλέπει κάτι που τον εκπλήσσει λιγάκι. Το laptop είναι γυρισμένο προς αυτόν και έχει την κατά προσέγγιση τοποθεσία της Ζαλάικα Χανίφ. Ο Μόρτον πλησιάζει πιο κοντά και το επεξεργάζεται. Μετά κοιτάζει τον Τζέικ και τον ρωτάει:
«Πώς και αποφάσισες να βοηθήσεις;»
       Δεν απαντάει. Ο Μόρτον κουνάει το κεφάλι του ως ένδειξη ότι δεν τον ενδιαφέρει πια αυτή η στάση. Πήρε αυτό που ήθελε. Κλείνει το laptop, το παίρνει μαζί του και πριν βγει από τη πόρτα τού ρίχνει ένα τελευταίο βλέμμα. Ο Τζέικ δεν το ανταποδίδει. Εδώ τελειώνει η συνεργασία τους.
       Μόλις βγαίνει έξω συναντάει τον Κρίσπιν και του λέει:
«Θέλω να μου κάνεις μια χάρη».
«Λέγε καουμπόι».
«Θέλω να αναλάβεις τη μεταφορά του στις φυλακές. Εγώ πρέπει να φύγω».
«Πού πας;»
«Σουδάν. Πάω να βρω αυτό το κοριτσάκι».
«Είσαι με τα καλά σου; Γιατί να μην πάρουμε τηλέφωνο στις εκεί υπηρεσίες να τη βρουν;»
«Γιατί δεν εμπιστεύομαι κανέναν πλέον».
       Και με αυτή τη φράση φεύγει και τον αφήνει να κάθεται και να τον κοιτάζει. Αλλά ακόμα κρατάει αυτό το χαμόγελο που δεν λέει να βγάλει από την πρώτη μέρα που συναντηθήκαν.
       Ο Τρόι και η Ρουθ ξαναμπαίνουν στην καμπίνα με το κεφάλι σκυφτό. Τα λόγια δεν μπορούν να καλύψουν αυτό που νιώθουν. Ο Γκονάς νεκρός και αυτοί στο μηδέν. Χωρίς στοιχεία. Χωρίς βοήθεια. Η Ρουθ ρωτάει:
«Και τώρα;»
«Δε ξέρω» ξεφυσάει «έχω αντιμετωπίσει παρόμοιους εχθρούς. Έχω διαβάσει για πολύ χειρότερους. Αλλά αυτό… αυτό είναι κάτι διαφορετικό».
«Δηλαδή;»
«Δεν καταλαβαίνεις; Δεν το βλέπεις στα οράματά σου;»
«Βλέπω μάχες και ίντριγκες. Δεν έχω πολύ χρόνο μετά να τα αναλύσω. Παρεμβάλλεται ο πονοκέφαλος».
«Έστω. Το τελευταίο σου όραμα. Θυμήσου τι είδες».
       Σκέφτεται τι είδε. Ο Πετρώνιος έδειξε αξιοπρόσεκτη ευλυγισία στη μάχη. Σκότωσε πάρα πολλούς. Μετά τη μάχη, ο στρατηγός του, τον έχρισε εκπαιδευτή όλου του σώματος. Χάρις σε αυτόν οι Ρωμαίοι εκδίωξαν τον Πύρρο. Χάρις σε αυτόν απέκτησαν στρατιωτική πειθαρχία και δημιούργησαν τον πιο δυνατό στρατό εκείνης της εποχής. Η Ρουθ αρχίζει να βλέπει το μοτίβο που είδε και ο Τρόι. Τον κοιτάζει με έκπληξη και λέει:
«Δεν τους ένοιαξαν η αυτοκρατορίες ή οι στρατοί ή…»
«Καλά το πας. Συνέχισε».
«Ήταν η κάλυψή τους. Έδιναν γνώση και εμπειρία σ’ένα κοινωνικό σύνολο και στη συνέχεια η γνώση περνούσε στις επόμενες γενεές».
«Ακριβώς. Μέχρι τον επόμενο Σκοτεινό που θα έδιναν κάτι καινούργιο. Υπό την κάλυψη, ποιος ξέρει. Το κάνουν αιώνες τώρα και δεν τους καταλάβαμε ούτε μία φορά».
«Και πάλι, δε μπορούμε να καθίσουμε με σταυρωμένα τα χέρια».
«Και τι θες να κάνουμε;»
       Η Ρουθ πάει να μιλήσει αλλά ένας ήχος την σταματάει. Εκείνη και ο Τρόι κοιτάζουν προς το smartphone στο τραπέζι. Εκείνο δονείται ενώ είναι κλειστό και ταρακουνάει και το τραπέζι. Πλησιάζουν κοντά και ξάφνου πετάγεται σαν κόμπρα από μέσα το δόρυ του Γκονάς. Κάθεται σε σχήμα ς τελικό και τους μιλά με τη φωνή του Γκονάς.
«Τρόι, Ρουθ, αν το ακούτε αυτό πάει να πει ότι απέτυχα στη πρώτη φάση του σχεδίου μου».
«Ηλίθιε,» λέει ο Τρόι.
«Ξέρω ότι θα με βρίσεις, Τρόι αλλά δεν μπορούσα να μη διεκδικήσω πίσω τη θέση μου. Πολέμησα με τη Μέδουσα και έχασα. Και τώρα που με σκότωσε πλέον έχει τη δυνατότητα να τηλεμεταφέρεται αλλά και να έχει περισσότερη δύναμη».
«Χάρις σε εσένα» λέει η Ρουθ.
«Επίσης έχει και τη δύναμη να πάει και να ανοίξει το Οπλοστάσιο. Αυτό που δε ξέρει όμως είναι ότι υπάρχει μια δικλείδα ασφαλείας».
«Ώπα,» λέει ο Τρόι και τα μάτια  του ανοίγουν διάπλατα.
«Το Οπλοστάσιο βρίσκεται στον τάφο της Βασίλισσας Ισορροπίστριας στο Χαρτούμ του Σουδάν. Η Βασίλισσα πριν έναν αιώνα έβαλε ένα μηχανισμό αυτοκαταστροφής του τάφου σε περίπτωση εισβολής. Είναι αναγνωρίσιμος μόνο από Ισορροπιστές. Τρόι, βρες τον τάφο και κατέστρεψε το Οπλοστάσιο πριν περιέλθει στα δικά τους χέρια. Θα βρεις άλλο τρόπο να τους σταματήσεις. Καλή τύχη και αντίο».
       Και με αυτόν τον αποχαιρετισμό το δόρυ γίνεται σκόνη και χάνεται στον αέρα μπροστά στα μάτια τους. Μένουν για λίγο σιωπηλοί. Χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη του Τρόι. Η Ρουθ ρωτάει:
«Το Χαρτούμ είναι πολύ μεγάλη πόλη. Πες μου ότι ξέρεις πού είναι αυτός ο τάφος».
«Ω, πολύ καλά! Όλοι οι Ισορροπιστές ξέρουμε αυτόν τον τάφο. Όλοι οι Ισορροπιστές θαυμάζουμε τη συγκεκριμένη γυναίκα. Και πλέον έχω ένα λόγο παραπάνω να την θαυμάζω».
«Δεν καταλαβαίνω».
«Ρουθ, ο Πρώτος Ισορροπιστής σχεδόν μάς δημιούργησε. Η Βασίλισσα μάς δίδαξε πολλά. Έφτιαξε πολλά όπλα, διοίκησε στρατό, ήταν η πρώτη που πήγε κόντρα στους Ρυθμιστές και βασίλεψε για κάμποσα έτη».
«Βασίλεψε; Πώς είναι δυνατόν; Νόμιζα ότι οι άνθρωποι απαγορεύεται…»
«Να μάθουν για τους Ισορροπιστές, όχι για τους ανθρώπους. Αυτό ήταν ένα παραθυράκι στο νόμο που εκμεταλλεύτηκε η Βασίλισσα».
«Μάλιστα. Και δεν μου λες, δεν έχει όνομα αυτή η Βασίλισσα;»
«Έχει και το ξέρει και η Μέδουσα. Έχουν προηγούμενα».
«Ποια είναι;»
«Για τους Ισορροπιστές ένας θρύλος. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος την ξέρει με ένα όνομα που έμεινε στη ιστορία».
       Η Ρουθ κοιτάζει τον Τρόι αγωνιώντας να μάθει ποια είναι αυτή η θρυλική Βασίλισσα. Ο Τρόι δεν την κρατάει άλλο σε αγωνία. Το όνομα που θα ξεστομίσει θα την παγώσει συθέμελα.
       Ο Τρόι αποκαλύπτει ότι είναι η:
«Κλεοπάτρα»

Γιώργος Πουρλιάκας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου