Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4 Οκτ 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 21) Ηθικό δίλημμα

   Είχε περάσει ένας μήνας και κάτι από το θάνατο του ανθρώπου που κακοποιήθηκε στο Λούνα Παρκ της Ωκεανίας.
Οι αρχές συνέχιζαν την αναζήτηση του ενόχου. Οι προσπάθειες τους όμως, στα μάτια των πολιτών  φάνταζαν μάλλον αποτυχημένες καθώς δεν είχε δημοσιοποιηθεί καν  μία λίστα υπόπτων για το ατυχές συμβάν. Αντιθέτως, η υπόθεση έμοιαζε να κινείται προς αόριστες κατευθύνσεις, ενώ και με την κοπέλα, που ήταν μαζί με το αγόρι εκείνο το βράδυ, να μην μπορεί να θυμηθεί τίποτα το συγκεκριμένο, η έρευνα φάνταζε ατέρμονη.
   Η στάση αυτή του πολιταρχείου αν και ανακούφιζε τα παιδιά, ωστόσο ανησυχούσε τη συμμαχία.  Ο πανικός που επικρατούσε στην Ωκεανία επειδή δεν είχε βρεθεί ακόμα ο ένοχος, δεν έδειχνε να επηρεάζει τη συμμαχία. Ο Νίκος δεν είχε έρθει αντιμέτωπος με τις αρχές και κάτι τέτοιο δε φάνταζε πιθανό να συμβεί στο άμεσο μέλλον.
   Έτσι, η συμμαχία διοχέτευε όλη της την ενέργεια στην ολοκλήρωση του Ξωτικού.
   Η πρόοδος του τελευταίου μήνα ήταν καλύτερη από κάθε άλλη φορά. Τα βασικά κομμάτια του κώδικά σταδιακά ολοκληρώνονταν ενώ για πρώτη φορά υπήρχε ουσιαστική αισιοδοξία για το Φεστιβάλ Τεχνολογίας.
   Η Αιμιλία λίγες μέρες μετά τον τσακωμό της με τον Ορφέα, συνέχισε την εκπαίδευση της μαζί του. Κανένα από τα δύο παιδιά δεν αναφέρθηκε ξανά σε όσα ειπώθηκαν εκείνο το βράδυ. Συνέχισαν να δουλεύουν στο Ξωτικό μαζί με την Εύη ενώ οι συζητήσεις τους σπάνια επικεντρώνονταν σε κάτι διαφορετικό από τον κώδικα.
   Μέσα σε αυτόν το μήνα η Αιμιλία είχε αναλάβει επιτέλους ένα σημαντικό κομμάτι του πραγματικού κώδικα ο οποίος προχωρούσε σταδιακά μαζί με την βοήθεια του Ορφέα. Ήταν μία δύσκολη διαδικασία που απαιτούσε αμέτρητες ώρες ενασχόλησης.
   Μετά από έναν μήνα και πολλά λάθη, είχε κατορθώσει να ολοκληρώσει το κομμάτι που είχε αναλάβει. Και τώρα έδειχνε το τελικό αποτέλεσμα στην Εύη και τον Ορφέα, περιμένοντας να ακούσει τα σχόλιά τους.
   Τα δύο παιδιά κοιτούσαν τις αναρίθμητες γραμμές κώδικα με προσοχή. Η δουλειά που είχε κάνει η Αιμιλία έμοιαζε ικανοποιητική και με ελάχιστα κενά ή μικρολαθάκια τα οποία όμως θα μπορούσαν οι ίδιοι να διορθώσουν σε λιγότερο από ώρα. Μετά κι απ΄ αυτό, η δουλειά που είχε αναλάβει ο Δράκος στο τομέα του ιού είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, πράγμα που έδινε μία τεράστια ικανοποίηση στον Ορφέα και την Εύη άλλα και στον Δάκη που καθόταν ακριβώς δίπλα τους.
   «Μπράβο Αιμιλία!» είπε η Εύη με ενθουσιασμό. «Όχι απλά έμαθες πως δουλεύουν τα συστήματα, αλλά μπόρεσες και να τελειώσεις το κομμάτι σου εβδομάδες πριν το Φεστιβάλ».
   «Βλέπω ότι διόρθωσες και αυτά που σου είπα», σχολίασε ο Ορφέας.
   Η Αιμιλία έκανε ένα θετικό νεύμα. Ακόμα δεν καταλάβαινε πως έγινε και όλες αυτές οι γνώσεις είχαν αφομοιωθεί από το μυαλό της και μπορούσε πια να τις βάλει σε τάξη. Σίγουρα ο κόπος της είχε αποδώσει καρπούς.
  Παράξενο όμως!....Δεν ένοιωθε  ικανοποίηση για τη δουλειά της. Αντιθέτως έμοιαζε με ενός είδους υποχρέωση που επιτέλους μπορούσε να φύγει από τους ώμους της. Αισθανόταν ανακούφιση που είχε τελειώσει το κομμάτι που είχε αναλάβει αλλά και ανησυχία καθώς δεν ήξερε τι να περιμένει από το Φεστιβάλ Τεχνολογίας.
   Κοίταξε τον Δάκη, ο οποίος της χαμογέλασε ευγενικά. Ένας κόμπος σχηματίστηκε στο στομάχι της. Ανάμικτα συναισθήματα ενθουσιασμού και απογοήτευσης. Η απογοήτευση δεν προερχόταν βέβαια  από τον Δάκη αλλά από την ίδια και τα δικά της μπερδεμένα συναισθήματα σε σχέση με την ομάδα του Δράκου. Ακόμα δεν είχε ξεπεράσει την εικόνα του ξυλοδαρμένου ανθρώπου.  Ωστόσο  ανταπέδωσε το ευγενικό χαμόγελο με ένα αμήχανο δικό της.
   Το βλέμμα της επέστρεψε στα δύο παιδιά. «Με χρειάζεστε κάτι άλλο όσον αναφορά τον ιό;»
   Ο Ορφέας δεν σήκωσε  τα μάτια του από το ολόγραμμα του υπολογιστή. Με ταχύτητα διάβαζε τις γραμμές ενώ συγχρόνως προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στην ερώτηση της Αιμιλίας. «Δεν νομίζω. Οι λεπτομέρειες θα περάσουν από εμάς και παράλληλα  θα συνεννοηθούμε με τις υπόλοιπες ομάδες για να τσεκάρουμε και τη δική τους  πρόοδο».
   «Εσύ  δεν έχεις να κάνεις κάτι άλλο» είπε η Εύη που ακόμα δεν είχε χάσει τον ενθουσιασμό της. «Αν σε χρειαστούμε για κάτι επιπλέον θα σου πούμε, αλλά πιστεύω πως τα υπόλοιπα μπορούμε να τα κανονίσουμε μόνοι μας».
   Ένα τεράστιο χαμόγελο είχε απλωθεί στα χείλη της Εύης. Ήταν η πρώτη φορά που η Αιμιλία την έβλεπε τόσο χαρούμενη. Ακόμα και ο συνήθης σκληρός τόνος της είχε αλλάξει και είχε μετατραπεί σε ευχάριστο και εύθυμο. Μπορούσε να την ακούσει να ψιθυρίζει τη φράση «θα τα καταφέρουμε» μέσα από τα δόντια της.
   Το χαμόγελο της Εύης έφτασε στα χείλη του Ορφέα σαν μεταδοτικό νόσημα. Η Εύη με έναν αυθόρμητο ενθουσιώδη τρόπο σηκώθηκε και τον αγκάλιασε σφίγγοντας τα λεπτά χέρια της γύρω από τα μπράτσα του. Το πρόσωπό του έγινε ελαφρά ροζ καθώς το αίμα έφτανε με ταχύτητα στα μάγουλά του. Ξεροκατάπιε αμήχανα. Η ευχάριστη αίσθηση από το άγγιγμα της Εύης  η οποία ένα δευτερόλεπτο αργότερα υποχώρησε,  μαζί με τα χέρια της Εύης, όταν εκείνη επέστρεψε στη θέση της με μία παρόμοια αμήχανη έκφραση.
   Ένα αμυδρό γελάκι ακούστηκε από την πλευρά του Δάκη ο οποίος διατηρώντας τον διακριτικό του τόνο δε σχολίασε την κίνηση της Εύης.
   Η Αιμιλία χαμογέλασε παρακολουθώντας το ασυνήθιστο θέαμα. Ανέκτησε γρήγορα όμως  τη σοβαρή και σκεφτική έκφραση που είχε προηγουμένως.
   Τον τελευταίο μήνα ήταν ιδιαίτερα προβληματισμένη με τις μεταλλάξεις. Μπορεί να συνέχιζε να ήταν μέλος της ομάδας του Δράκου και να δούλευε το Ξωτικό αλλά αυτό δε σήμαινε πως συμφωνούσε με τη στάση των μεταλλάξεων απέναντι από τους ανθρώπους.
   Δεν μπορούσε να  δικαιολογήσει τον Νίκο, ούτε και τις πράξεις του.
   Αλλά ακόμη και αν του έβρισκε ελαφρυντικά, γνώριζε πολύ καλά πως δεν ήταν η μοναδική μετάλλαξη η οποία μπορούσε να υιοθετήσει τέτοιες συμπεριφορές. Δυστυχώς σε αυτές τις περιπτώσεις οι μεταλλάξεις είχαν πάντοτε μία αφορμή για όσα έπρατταν.
Όντως οι μεταλλάξεις είχαν περάσει τα πάνδεινα εξαιτίας των ανθρώπων και δικαίως πίστευαν πως οι άνθρωποι υπονόμευαν τις ίδιες τους τις υπάρξεις, τίποτα ωστόσο δεν μπορούσε να δικαιολογήσει καταστάσεις όμοιες με αυτές του Λούνα Παρκ. Ακόμη περισσότερο όταν έμοιαζαν κατά περίεργο τρόπο με την  συμπεριφορά που είχαν οι άνθρωποι απέναντι στις  μεταλλάξεις!.
   Για αυτόν το λόγο, είχε μπει σε ένα τεράστιο δίλλημα που είχε σχέση με την ομάδα. Μπορεί να ήταν πάντα διχασμένη ανάμεσα σε μεταλλάξεις και ανθρώπους αλλά ποτέ δεν φαντάστηκε πως οι μεταλλάξεις ήταν ικανές, χωρίς δισταγμό να φτάσουν σε αυτά τα άκρα. Πίστευε ότι ήταν διαφορετικές.
   «Τότε θέλω να σας πω κάτι» είπε με ήρεμο τόνο.
   Όταν είχε μπει στην ομάδα του Δράκου είχε πιστέψει πως είχε βρει το μέρος αλλά και τον κόσμο όπου άνηκε. Για πρώτη φορά  ένιωθε πως δεν ήταν ανάγκη να κρύβεται από τα άτομα γύρω της, ενώ σταδιακά μέσα σε αυτούς τους μήνες είχε μάθει να αποδέχεται τον εαυτό της και την ιδιότητα της μετάλλαξης ως φυσιολογική. Μπορούσε να πει με άνεση πως δεν ντρεπόταν και ένιωθε καλά με το ίδιο της το σώμα. Σταδιακά είχε αρχίσει να αδιαφορεί και για την άποψη των υπολοίπων προς το πρόσωπό της.
   Αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που ένιωθε πως όπως οι άνθρωποι την απέρριπταν με τον τρόπο τους επειδή ήταν μετάλλαξη, άλλο τόσο οι μεταλλάξεις τη δέχονταν ακριβώς επειδή ήταν μετάλλαξη. Δεν μπορούσε να καταλάβει κατά πόσο είχε σημασία τι ήθελε ή ποια ήταν η ίδια. Η Αιμιλία, σαν υπόσταση χανόταν πίσω από την υπό όρους αποδοχή και στις δύο περιπτώσεις.
   Η Εύη έχασε τον εύθυμο τόνο της. Το πρόσωπο της ξαφνικά σοβάρεψε ακούγοντας την  «Τι συμβαίνει Αιμιλία;»
   Ο Ορφέας την κοίταξε με παρόμοια έκφραση. Μέσα του είχε αρχίσει να δημιουργείται ένα κακό προαίσθημα. Η Αιμιλία από τότε που είχε συμβεί το σκηνικό με τον Νίκο στο Λούνα Παρκ είχε αποστασιοποιηθεί. Αυτό δεν ήταν μόνο δική του παρατήρηση, αλλά και του Δάκη που είχε καλύτερη σχέση μαζί της. Δεν είπε τίποτα όμως.
   Η Αιμιλία πήρε μία βαθιά ανάσα. Είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν υπήρχε εύκολος τρόπος για να πει αυτό που ήθελε παρά μόνο  με ευθύτητα.
   «Φεύγω από τον Δράκο»
   Τα μάτια των τριών παιδιών άνοιξαν διάπλατα  από την έκπληξη. Κανένας από τους τρεις δεν περίμενε να ακούσει κάτι τέτοιο ειδικά αφού είχε ήδη δουλέψει και παραδώσει ένα σημαντικό κομμάτι του κώδικα.
   «Τι εννοείς;» ρώτησε η Εύη αυξάνοντας την ένταση της φωνής της κινώντας έτσι την προσοχή της υπόλοιπης ομάδας. Οι φωνές των υπολοίπων παιδιών σίγασαν απότομα ενώ όλα τα μάτια καρφώθηκαν στην Αιμιλία.
   Η Αιμιλία ένιωσε τους παλμούς την να αυξάνονται καθώς όλα τα ζευγάρια μάτια  ήταν πάνω της. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο  Δάκη που την κοιτούσε με ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη από τους υπόλοιπους. Ένιωσε τα μάτια του να της διαπερνάνε το στομάχι και ένα δευτερόλεπτο μετά απέσυρε τα δικά της μην αντέχοντας να βλέπει το άτομο με το οποίο  ένιωθε πιο συνδεδεμένη από την ομάδα. Άλλωστε τα συναισθήματα της για τον Δάκη δεν είχαν αλλάξει.
   Μόρφασε καθώς η πίεση των βλεμμάτων την άγχωνε.  Γρήγορα βρήκε την αυτοκυριαρχία της. Στο μυαλό της επανέφερε την εικόνα του αδικοχαμένου ανθρώπου που σπάραζε από τον πόνο. Στο πρόσωπο της επανήλθε η σοβαρή έκφραση  που είχε πριν.
   «Εννοώ πως σήμερα είναι η τελευταία που έρχομαι στην γειτονιά των φαντασμάτων»
   Ο Ορφέας την κοιτούσε τώρα συγκρατημένα. Μέσα του όμως ένιωθε έντονη οργή ακούγοντας τα λόγια της. Δεν μπορούσε να το εννοεί. Τη μία ολοκληρώνει τη δουλειά της προς το Δράκο και έπειτα ανακοινώνει πως  εγκαταλείπει; Και αν ήθελε να φύγει, για πιο λόγο είχε πάρει αυτή την απόφαση τώρα και όχι έναν μήνα πριν με όσα είχαν συμβεί τότε…
   Νόμιζε πως η συμμαχία ήταν κάποιο στέκι αναψυχής και μπορούσε να μπαινοβγαίνει όποτε ήθελε;
   Ή μήπως έβλεπε την ιδιότητα της μετάλλαξης σαν κάτι απλό και ασήμαντο;
   «Εξηγήσου» είπε με απότομη αλλά σταθερή φωνή. «Πως είναι δυνατόν τη μία να φέρνεις τον κώδικα και από την άλλη να φεύγεις από την ομάδα;»
  Ήταν ακριβώς η αντίδραση που περίμενε από τον Ορφέα και μάλιστα της ακούστηκε και  λίγο πιο ήπια, ίσως λόγω της κούρασης που ένιωθε. Αν υπήρχε κάποιος που δεν περίμενε να αποδεχθεί  την απόφαση της αυτός ήταν σίγουρα ο Ορφέας. Αν και μεταλλάξεις και οι δύο, η οπτική τους φάνταζε πολύ διαφορετική.
   Ήταν σχεδόν δύο διαφορετικοί κόσμοι.
«Δεν μπορώ να μείνω στο Δράκο» είπε ενώ δε δίστασε και τον κοιτάζει κατάματα.
    «Αυτό δεν είναι εξήγηση» συνέχισε με τον ίδιο απότομο τόνο ο Ορφέας. Ο ίδιος είχε φέρει την Αιμιλία στην ομάδα παίρνοντας ένα μεγάλο ρίσκο την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ Ενότητας. Οι λόγοι που επέμενε να ακούσει τι έχει να πει ήταν κυρίως προσωπικοί.
   Η Αιμιλία κοιτούσε για μερικά δευτερόλεπτα τον Ορφέα δίχως να λέει τίποτα. Η δυσαρεστημένη και οργισμένη έκφραση που είχε στο πρόσωπο του δεν την άγγιζε. Άλλωστε τα λόγια του όταν είχαν συζητήσει για το Λούνα Παρκ και το θάνατο του ανθρώπου είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό της. Ο Ορφέας είχε διαχωρίσει τόσο πολύ τον εαυτό του από τους ανθρώπους που η ενσυναίσθηση που είχε για αυτούς ήταν σχεδόν μηδενική.
   Πήρε μία βαθιά ανάσα γνωρίζοντας πως η απόφαση της είναι σωστή. «Δεν συμβαδίζω με όλα όσα υποστηρίζει ο Δράκος και η συμμαχία. Ειδικά όσον αφορά στην αντιμετώπιση των ανθρώπων»
   Το χαμόγελο της Εύης είχε χαθεί πλήρως από τα χείλη της και την κοιτούσε σαστισμένα στην αρχή και οργισμένα στη συνέχεια.  Δεν μπορούσε η Αιμιλία να είχε το θράσος να ξεστομίζει κάτι τέτοιο. Αλλά τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει από μία μετάλλαξη που είχε μεγαλώσει κάτω από την προστασία ανθρώπων;  Άλλωστε η Αιμιλία  δεν είχε υποφέρει ουσιαστικά σαν μετάλλαξη.
   «Δηλαδή μας λες ότι παίρνεις το μέρος των ανθρώπων; » ρώτησε η Εύη με θυμό και πικρία στη φωνή της.
   «Δεν είπα κάτι τέτοιο» βιάστηκε να προσθέσει η Αιμιλία. «Αλλά δε θα πάρω ούτε το μέρος των μεταλλάξεων. Θέλω να μείνω ουδέτερη σε όσα πρόκειται να ακολουθήσουν στη συνέχεια»
   «Ουδέτερη;» φώναξε ο Ορφέας, έξαλλος αυτή τη φορά. «Είσαι μέλος της συμμαχίας τους τελευταίους πεντέμιση μήνες! Είσαι μετάλλαξη! Μοιραστήκαμε όλοι τα μεγαλύτερα μυστικά μας! Ποιος σου δίνει το δικαίωμα να μείνεις ουδέτερη;»
   Η Αιμιλία ένιωσε ένα κάρφωμα στην κοιλιά της με τα λόγια του Ορφέα αλλά με προσπάθεια κράτησε το πρόσωπό της ανέκφραστο. Συνέχιζε να τον κοιτάει διατηρώντας την επιφανειακή ψυχραιμία της. Δεν ήταν διατεθειμένη να λυγίσει στη πίεση που δεχόταν.
   Τώρα συνειδητοποιούσε ότι κανένας, ούτε καν ο Ορφέας, δεν μπορούσε να της απαγορεύσει να έχει την άποψή της.
   «Στη συμμαχία προσπαθούμε να αλλάξουμε το μέλλον των μεταλλάξεων. Δεν είναι παιδική χαρά που ο καθένας μπορεί να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει γνωρίζοντας όλα τα μυστικά μας!»
    Έκλεισε τα μάτια της. Η φωνή του Ορφέα τράνταζε τα τύμπανα της αλλά , αν και άκουγε τα λόγια του ξεκάθαρα, προσπαθούσε να εστιάσει τη σκέψη της στην εικόνα του ξυλοδαρμένου ανθρώπου και ίσως πολλών άλλων ανθρώπων στην Ωκεανία που θα μπορούσαν να βρεθούν στη θέση του.  Άλλωστε δεν είχε σημασία ποιος ήταν και τι είχε κάνει. Μόνο το ότι ήταν άνθρωπος τον έκανε ένοχο στα μάτια των μεταλλάξεων.
   Η φωνή της ακούστηκε σταθερή. «Δεν πρόκειται να πω τίποτα για τη συμμαχία. Δεν θα είμαι μέρος των μελλοντικών σας σχεδίων αλλά ούτε πρόκειται να τα εμποδίσω. Στον μοναδικό που θα μιλήσω είναι ο πατέρας μου που πιστεύω πως πρέπει να μάθει την αλήθεια για τις μεταλλάξεις»
   «Και γιατί να πιστέψουμε  οτιδήποτε απ’ όσα μας λες!» φώναξε ο Ορφέας. «Ποιος μας εγγυάται πως δεν θα πας να τα ξεφουρνίσεις  όλα στο πολιταρχείο από ανησυχία για τους αγαπημένους σου ανθρώπους; Άλλωστε θα έβρισκαν χρήσιμη μία μετάλλαξη που πάει με τα νερά τους και δε θα σε έστελναν στο εκτελεστικό απόσπασμα!»
   Η Αιμιλία κοίταξε τον Ορφέα αυτή τη φορά αγριεμένη. Γνώριζε πως ήταν εξοργισμένος, αλλά αυτά που της έλεγε ξεπερνούσαν τα όρια. Για μια στιγμή ένιωσε τον θυμό της  να φουντώνει μέσα της αλλά τον συγκράτησε.
   «Αν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο δεν θα ήταν πολύ πιο απλό να πάω απευθείας στο πολιταρχείο; Γιατί να κάνω τον κόπο να σας πω πως δε θα ξανάρθω ή να ολοκληρώσω τις υποχρεώσεις μου στην ομάδα;»
   Η Εύη κοίταξε την Αιμιλία. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή καθώς η ήρεμη έκφραση της δεν άφηνε κανένα από τα πραγματικά της συναισθήματα να βγουν στην επιφάνεια. Ήταν κρυμμένα πίσω από μία ανέκφραστη μάσκα. Οι ικανότητες που είχε αναπτύξει σα μετάλλαξη δεν χάθηκαν.
   Δεν πίστευε πως η Αιμιλία ήθελε το κακό της ομάδας. Ήταν δειλή και ανίκανη να πάρει μία απόφαση. Έτσι την έβλεπε η Εύη.
    «Έχει δίκιο Ορφέα. Αν είχε σκοπό να κάνει οτιδήποτε εναντίον της συμμαχίας δε θα μας ανακοίνωνε τις προθέσεις της. Ούτε θα είχε φέρει τον κώδικα» είπε ενώ με το ζόρι συγκρατούσε τον δικό της εκνευρισμό της. Έπρεπε να φανεί κάπως συγκρατημένη όμως αφού είχε τον  Ορφέα να εκτοξεύει δίχως δεύτερη σκέψη κατηγορίες.
 Η Αιμιλία την κοίταξε έκπληκτη. Δεν φανταζόταν ότι η σκληρή Εύη θα ήταν  άτομο με κατανόηση σε τέτοιες αποφάσεις.
   «Αυτό όμως δεν αναιρεί την στάση της» συνέχισε  κοιτώντας την Αιμιλία αυτή τη φορά. «Ξέρεις είναι πολύ εύκολο να κοιτάς από μακριά τους άλλους να σκοτώνονται. Ενώ συγχρόνως, αν  το σχέδιο της συμμαχίας πετύχει θα έχεις να αποκομίσεις πολλά  σαν μετάλλαξη. Σωστά;»
   Αποδεικνυόταν τελικά ότι η Εύη δεν ήταν άτομο με κατανόηση, όπως νόμισε προς στιγμή.  Μπορεί να μην την είχε κατηγορήσει με τον τρόπο που έκανε ο Ορφέας αλλά ήταν σαν να την κατηγορούσε για δολοπλοκία, ειδικά από τη στιγμή που αποχωρούσε από την ομάδα λίγο πριν το Φεστιβάλ. Σαν να έβγαζε την ουρά της απ’ έξω.
   Όμως αυτό που εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει η Εύη ήταν πως οι λόγοι της δεν είχαν σχέση με το προσωπικό της συμφέρον.
   «Αλήθεια, τι θα συμβεί στην Ωκεανία αν το σχέδιο της συμμαχίας πετύχει;» ρώτησε τώρα, κάπως προκλητικά,  κοιτώντας την Εύη.
   Η οργή του Ορφέα φούντωσε και άλλο. Από την ερώτησή της φάνηκε ότι δεν περίμενε πως θα γινόταν κάτι πραγματικά καλό στην Ωκεανία με τις μεταλλάξεις να έχουν το πάνω χέρι. Μα πως ήταν δυνατόν να μην μπορούσε να καταλάβει; Θα μπορούσε ποτέ η κατάσταση να γινόταν χειρότερη από την τωρινή;
   Η φωνή του ήχησε γεμάτη συναίσθημα στα επόμενα λόγια του.
   «Οι μεταλλάξεις θα είναι ελεύθερες και θα μπορούν να διεκδικήσουν αυτά που δικαιούνται εδώ και αιώνες. Θα ξεκινήσει μία καινούργια εποχή!»
   Η Αιμιλία για λίγα δευτερόλεπτα δεν είπε τίποτα. Απλά κοιτούσε το εξοργισμένο πρόσωπο του. Στα μάτια του μπορούσε να διακρίνει αυτό το μίσος που είχε πάντα μέσα του, το οποίο το έθαβε για τους τύπους και ξεσπούσε μόνο μέσω της συμμαχίας. Το μίσος του προς τους ανθρώπους.
   Ένα μίσος που η Αιμιλία δεν ένιωθε.
   «Και τι θα συμβεί στους ανθρώπους;» ρώτησε με ηρεμία.
   Ήταν μετάλλαξη. Αυτό ήταν μία αλήθεια από τη οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει και ούτε επεδίωκε πια. Αλλά υπήρχαν άνθρωποι γύρω της που δεν έπαυε να αγαπάει. Η μητέρα της και η αδερφή της ήταν κυρίως αυτές στις οποίες ήθελε  να αποδείξει πως οι μεταλλάξεις δεν είναι τέρατα. Αν συμμετείχε σε μία ομάδα η οποία δεν εκτιμούσε τις ζωές τους, όπως αντιστοίχως εκείνες δεν εκτιμούσαν τις ζωές των μεταλλάξεων θα οδηγούταν πολύ μακριά από αυτή την επιθυμία της.
   Η Αιμιλία ήθελε να τις πλησιάσει και να την αποδεχτούν σα μετάλλαξη.           Όμως αν οι μεταλλάξεις συμπεριφέρονταν στους ανθρώπους όπως οι άνθρωποι στις μεταλλάξεις αυτό το όνειρο της δε θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα. Για τη μητέρα της οι μεταλλάξεις θα ήταν πάντα τέρατα και εκείνη το ίδιο μαζί τους.
   Επίσης δεν ήθελε ποτέ να τις δει στη κατάσταση του αγοριού στο Λούνα Παρκ. Όπως αντιστοίχως δεν ήθελε να δει ποτέ ξανά καμία μετάλλαξη στο εκτελεστικό απόσπασμα.
   Δεν ήταν σίγουρη πως θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν τέτοιες ισορροπίες μεταξύ ανθρώπων και μεταλλάξεων, αλλά ήταν απολύτως σίγουρη πως με την μία πλευρά να ρίχνει πυρά στην άλλη δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο.
   Ο Ορφέας ένιωσε το αίμα να  κυλάει καυτό στο σώμα του. Δε θυμόταν ποια ήταν η τελευταία φορά που είχε νιώσει τόσο έντονη οργή. Ίσως την ημέρα που ο Μιχαλάκης είχε οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα...
   «Θα ζήσουν κάτω από τη δικιά μας κρίση...»
   Η Αιμιλία ξεφύσηξε προσπαθώντας να διώξει τη δικιά της συσσωρευμένη ένταση. Θυμήθηκε τα λόγια που είχε ακούσει από τον Πάνο στη γιορτή της συμμαχίας.
...έχοντας ενώσει όλες τις μεταλλάξεις της Ωκεανίας θα απαιτήσουμε τα δικαιώματα που μέχρι σήμερα στερούμαστε! Αν θεωρηθεί απαραίτητο θα πάρουμε στα χέρια μας την πόλη!
   «...όπως άλλωστε θα έπρεπε να συμβαίνει.»  ψιθύρισε  ο Ορφέας συμπληρώνοντας την προηγούμενη φράση του.
   Αλαζονεία!. Αυτό μόνο άκουγε εκείνη τη στιγμή στα λόγια του Ορφέα. Έβλεπε τον εαυτό του ανώτερο από τους ανθρώπους και πίστευε πως έτσι ήταν υποχρεωμένοι και εκείνοι να βλέπουν τις μεταλλάξεις. Το αίσθημα δικαίου που τόσο υποστήριζε και πίστευε πως είχε στο μυαλό του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία ψευδαίσθηση που προσπαθούσε να παρουσιάσει σαν μια και μοναδική πραγματικότητα. Όπως η ίδια κάποτε προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν άνθρωπος.
   Η συμμαχία, παρ΄ όλες τις γνώσεις που είχε συλλέξει όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στη δική της αυταπάτη.
   Ακόμα και αν οι μεταλλάξεις ήταν ένα νέο εξελιγμένο είδος, γιατί αυτό τις έκανε ανώτερες από τους ανθρώπους;
   «Δηλαδή θα επιλέξετε να ξεκινήσετε εμφύλιο μέσα στη Ωκεανία με σκοπό οι μεταλλάξεις να έχουν το πάνω χέρι στις αποφάσεις της πόλης. Όλα αυτά προκειμένου να περάσει η εξουσία από τους ανθρώπους στις μεταλλάξεις.» είπε ήρεμα. Η επόμενη φράση της είχε πολύ μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση.
   «Και με αυτό τι ακριβώς θα αλλάξει;»
   Η δυνατή της φωνή έκανε όλα τα παιδιά στο υπόγειο να ανατριχιάσουν. Μαζί και τον Ορφέα που είχε ξανακούσει τον τόνο αυτό της Αιμιλίας μία ακόμη φορά, όταν είχαν διαπληκτιστεί για όσα είχαν συμβεί στο Λούνα Παρκ. Ο τρόπος της  έδειχνε έναν κρυμμένο δυναμισμό που κατά τη γνώμη του όμως εκφραζόταν με τον λάθος τρόπο.
   «Αιμιλία...» ακούστηκε η ήρεμη φωνή του Δάκη. Αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του.
   «Μας δουλεύεις;» ρώτησε η Εύη. «Οι μεταλλάξεις δεν θα πεθαίνουν σα κουνούπια μόνο και μόνο επειδή οι άνθρωποι μας θεωρούν λάθη της φύσης!» Ο συγκρατημένος τόνος της είχε χαθεί και είχε γίνει παρόμοιος με αυτόν του Ορφέα που ήταν έτοιμος να πετάξει την Αιμιλία έξω από το υπόγειο, με την ελπίδα πως δεν θα ξανάβλεπε το πρόσωπο της ποτέ ξανά. «Δε σου φτάνει που δεν θα καταδικαζόμαστε σε θάνατο;»
   «Μόνο και μόνο για να πάρουν οι άνθρωποι τις θέσεις μας!» είπε με ακόμα μεγαλύτερο πάθος.
   Το θέμα δεν ήταν κατά πόσο οι μεταλλάξεις θα είχαν καλύτερο μέλλον. Αλλά το κατά πόσο για το μέλλον των ανθρώπων θα θυσιαζόταν το μέλλον των μεταλλάξεων. Διότι με μία αναστροφή των ρόλων μέσα στην Ωκεανία, με τους ανθρώπους να νιώθουν αδύναμοι έναντι των μεταλλάξεων και με τις στερημένες μεταλλάξεις διψασμένες για αίμα η κατάληξη δε θα μπορούσε ποτέ να είναι καλή.
   Τα μάτια του Ορφέα έμοιαζαν να πετούν σπινθήρες. Η Αιμιλία δεν καταλάβαινε τίποτα. Παρόλο που ήταν μετάλλαξη ήταν αδύνατο για το «μονοδιάστατο» μυαλό της να δει τι συνέβαινε γύρω της.
   Ναι, για τον Ορφέα το μυαλό της Αιμιλίας ήταν μονοδιάστατο. Και η μοναδική κινητήρια δύναμή του ήταν ο φόβος της αλλαγής. Για εκείνη όλα θα ήταν πιο απλά αν παρέμεναν ως είχαν. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να το παίζει άνθρωπος παρά να δεχτεί τις ευθύνες και τις επιπτώσεις μίας μετάλλαξης.
   «Δεν είμαστε απολίτιστα ζώα όπως εκείνοι!» είπε ο Ορφέας. «Στο έχω ξαναπεί, οι μεταλλάξεις δε συμπεριφέρονται έτσι. Δεν πρόκειται να ξεκινήσουμε να σκοτώνουμε ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι!»
   «Αυτό να το πεις στο Νίκο!»
   Ο Ορφέας ένιωσε ένα έντονο κάψιμο στα μάγουλα του. Το αίμα έτρεχε με ταχύτητα στις φλέβες του καθώς οι παλμοί ανέβαιναν ανά δευτερόλεπτο. Η αναισθησία της Αιμιλίας όσον αφορούσε τον Νίκο τον ξεπερνούσε.
   «Σου εξήγησα την κατάσταση του Νίκου!»
   «Δεν μου εξήγησες όμως την κατάσταση των υπολοίπων μεταλλάξεων που επιδοκίμαζαν την συμπεριφορά του!» είπε ενώ η ανάμνηση του γέλιου των παιδιών ηχούσε στο κεφάλι της. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως αυτές οι μεταλλάξεις θα συμπεριφερθούν τόσο πολιτισμένα όπως υποστηρίζεις;»
   Ο Ορφέας πάγωσε. Παρόλο που μέχρι εκείνη τη στιγμή το μυαλό του και το σώμα του βρίσκονταν σε απόλυτη εγρήγορση, ένοιωσε σχεδόν τη καρδιά του να σταματά. Το μυαλό του άδειασε αφήνοντας ένα απόλυτο κενό πίσω του.
   Δεν είχε απάντηση στην ερώτηση της Αιμιλίας. Πραγματικά πίστευε πως οι μεταλλάξεις μπορούσαν να συμπεριφερθούν πολιτισμένα εναντίον των ανθρώπων. Άλλα ήταν απολύτως σίγουρος πως δεν ήθελαν….
   Κανένας δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει ένα σωρό καταπιεσμένες μεταλλάξεις, που αποζητούσαν εκδίκηση για όσα τους είχε στερήσει η πόλη. Ήταν σχεδόν βέβαιο, πως αν αποκτούσαν τα στερημένα δικαιώματα τους θα τα χρησιμοποιούσαν εναντίον των ανθρώπων.
   Δεν μπορούσε να αρνηθεί πως η συμπεριφορά τους ήταν δυνατόν να φτάσει στις ακρότητες που είχαν ζήσει στο Λούνα Πάρκ.
   Έμεινε ακίνητος προσπαθώντας να βρει μία καλή απάντηση. Οι σκέψεις του εκείνη τη στιγμή αντέκρουαν τα λόγια που είχε ξεστομίσει πριν από λίγα δευτερόλεπτα.
   Δεν χρειάστηκε να απαντήσει….
   «Ποιος θα τις κατηγορήσει;» ρώτησε η Εύη. Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο αλλά συγχρόνως είχε μία γερή δόση μίσους και αηδίας. Δεν ένιωθε κανενός είδους οίκτο για τους ανθρώπους, ήταν ξεκάθαρο.
   Ήταν ξεκάθαρο πως δεν πίστευε πως οι μεταλλάξεις ήταν διατεθειμένες να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους με τους ανθρώπους και να επιδιώξουν μία αρμονική συμβίωση μαζί τους. Η οργή που ένιωθαν θα ξεσπούσε πάνω τους ακόμα και αν εκείνοι δέχονταν τα αιτήματα τους.
   Η Αιμιλία κοίταξε την Εύη ενώ προσπαθούσε να ανακτήσει την ψυχραιμία της. «Κανένας δεν είπε πως οι μεταλλάξεις δεν έχουν δίκιο. Θα ήταν ψέμα αν κάποιος υποστήριζε πως τα συναισθήματα που νιώθετε για τους  ανθρώπους δεν είναι κατανοητά και δικαιολογημένα. Έχετε χάσει τους φίλους σας και τους πιο κοντινούς σας συγγενείς. Η απομόνωση που νιώθει μία μετάλλαξη δεν έχει προηγούμενο. Αυτά είναι όντως συναισθήματα που οδηγούν πίσω στους ανθρώπους, στις πράξεις τους και την περιορισμένη αντίληψη τους»
   Ξεφύσηξε με ηρεμία αυτή τη φορά. Ακούγοντας τον ίδιο της τον εαυτό να λέει αυτά τα λόγια ήξερε πως σκεφτόταν ορθά.
   «Το πρόβλημα είναι πως αν αυτά τα συναισθήματα ξεσπάσουν με τον αναμενόμενο τρόπο δεν πρόκειται να βοηθήσουν κανένα. Ούτε τις μεταλλάξεις, ούτε τους ανθρώπους, ούτε την κοινωνία. Αντιθέτως, μπορούν να προκαλέσουν έναν τεράστιο εμφύλιο μέσα στην Ωκεανία ο οποίος θα είναι ανάμεσα στους φοβισμένους ανθρώπους και τις οργισμένες μεταλλάξεις. Δύο στρατόπεδα έτοιμα να αφανίσουν το ένα το άλλο»
   Έκλεισε τα μάτια της  κάνοντας εικόνα όσα είχε μόλις πει. Η εικόνα ήταν θλιβερή και απογοητευτική.
   «Όταν μπήκα στην ομάδα δεν είχα τέτοιες εικόνες στο μυαλό μου για το μέλλον της Ωκεανίας και των μεταλλάξεων. Πραγματικά θέλω ένα καλύτερο μέλλον για εμάς τις μεταλλάξεις, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θέλω το κακό των ανθρώπων.  Με όσα  ακούω τώρα όμως και όσα παρακολούθησα στο Λούνα Παρκ, η συμμαχία μοιάζει να έχει διαφορετική άποψη»
   Στο ήρεμο πλέον πρόσωπο της καθρεφτίζονταν τα ειλικρινή συναισθήματά της.  «Δεν θέλω να είμαι πια μέλος του Δράκου»
   Η Εύη έμοιαζε αδιάφορη στα λόγια της Αιμιλίας. Το κενό της βλέμμα πρόδιδε  ένα διαλυμένο πλάσμα το οποίο είχε εγκαταλείψει προ πολλού την προσπάθεια  να μαζέψει τα κομμάτια της θρυμματισμένης του ψυχής.
   Ώστε αυτή ήταν η δικαιολογία  και το επιχείρημα της Αιμιλίας. Ήλπιζε πως οι μεταλλάξεις και οι άνθρωποι μπορούσαν να συμβιώσουν αρμονικά, αποδεχόμενοι οι μεν τους δε. Πόσο αφελής ήταν η μετάλλαξη που είχε μπροστά της. Στο μυαλό της υπήρχε μία ουτοπία που δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει ποτέ πραγματικότητα. Μόνο κάποιος με παιδική αντίληψη μπορούσε να υποστηρίζει σε τέτοιες ανοησίες.
   Από την μια  δεν είχε καν το θάρρος να πει στην ίδια της την οικογένεια την αλήθεια για τις μεταλλάξεις κι απ την άλλη είχε το θράσος να ξεστομίζει τέτοιες ασυναρτησίες στα παιδιά που προσπαθούσαν να φέρουν μία ουσιαστική αλλαγή στην Ενότητα Ειρήνης που θα έκανε τη διαφορά. Σε άτομα που είχαν υποφέρει πραγματικά από την κατάχρηση της εξουσίας των ανθρώπων και όχι σε μεταλλάξεις που κρύβονταν στη τρύπα τους ελπίζοντας πως το φως της ημέρας δεν θα τις άγγιζε.
   Ένα τέτοιο άτομο, που δεν είχε αντίληψη του κινδύνου, αλλά ούτε και της θέσης που βρισκόταν δεν είχε θέση στη συμμαχία.
   Με απόλυτη ηρεμία, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τη μεταλλική πόρτα του υπογείου. Με μία απότομη κίνηση κατέβασε το πόμολο αφήνοντας την πόρτα ορθάνοιχτη ενώ η ίδια στεκόταν μπροστά της σαν δεσμοφύλακας.
   «Τότε μπορείς να φύγεις»
   Γύρισε πίσω στη καρέκλα που καθόταν προηγουμένως και στράφηκε στον υπολογιστή της χωρίς να δίνει περαιτέρω σημασία στην Αιμιλία. Δεν άξιζε ούτε το χρόνο της αλλά ούτε και την προσοχή της πια.
   Η Αιμιλία κοίταξε την ορθάνοιχτη πόρτα μπροστά της. Ένιωσε ένα γερό σφίξιμο στο στομάχι. Τη στιγμή που θα διέσχιζε το κατώφλι θα έπαυε να είναι μέλος της συμμαχίας και του Δράκου.
   Ήταν περίεργο να αντιμετωπίζει κατάματα την απόφαση που είχε πάρει πριν από μερικές βδομάδες ενόσω δούλευε το Ξωτικό.
   Με την έξοδο της από το υπόγειο θα άφηνε πίσω της όλες τις εμπειρίες που είχε αποκτήσει. Μαζί με αυτές τις μεταλλάξεις που έβλεπε σαν τους πρώτους πραγματικούς φίλους της και είχε περάσει πανέμορφες στιγμές μαζί τους. Το μόνο που θα κρατούσε θα ήταν οι γνώσεις που είχε συλλέξει από την αρχή που  είχε μπει στην ομάδα και τις οποίες θα τις μοιραζόταν με τον πατέρα της. Όλα τα υπόλοιπα θα ήταν παρελθόν, ανεξάρτητα με το τι θα συνέβαινε στις 3 Μαΐου.
   Ένιωσε να ανακατεύεται το στομάχι της...
   Γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω και κοίταξε όλα τα μάτια που ήταν καρφωμένα πάνω της. Η Λορέτα με μία έκπληκτη και χαμένη έκφραση την παρακολουθούσε. Ο Μανώλης είχε μία αηδιασμένη έκφραση παρόμοια με αυτή της Εύης. Ίδια έκφραση είχε και ο Ιάσονας. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι αισθάνονταν ο Λεωνίδας και η Μαρίνα από τα ανέκφραστα πρόσωπα τους. Ο Αναστάσης και ο Γρηγόρης έμοιαζαν εξοργισμένοι. Συγκρατημένες εκφράσεις είχαν ο Γιάννης και η Κατερίνα ενώ ο Μάρκος είχε παρατήσει την ξαπλωμένη του θέση και την κοιτούσε με μία σχεδόν παιδική περιέργεια.
   Έπειτα κοίταξε τον Ορφέα. Τον δάσκαλο της τον τελευταίο ενάμιση μήνα. Το άτομο με το οποίο είχε τις περισσότερες διαφορές στην ομάδα και είχε το θάρρος να διαπληκτιστεί μαζί του ενώ κανείς δεν το περίμενε. Εκείνος τη θεωρούσε αναίσθητη και εγωίστρια που κοιτούσε μόνο τον εαυτό της. Εκείνη πίστευε πως ήταν αλαζόνας  και τυφλωμένος από το μίσος του προς τους ανθρώπους. Όσα κοινά πατήματα τους είχε προσφέρει η συμμαχία έμοιαζαν να διαλύονται μπροστά στον τυφώνα των διαφορών τους. Δεν υπήρχε περίπτωση οι απόψεις τους και οι οπτικές τους να συγκλίνουν με οποιονδήποτε τρόπο.
   Ήταν απολύτως εξοργισμένος μαζί της, αλλά άλλο τόσο ήταν και εκείνη μαζί του. Ήταν σαν να μπορούσε να διακρίνει τον δυνατό παλμό μέσα από τις φλέβες του προσώπου του....
   Ίσα που άκουσε τη φωνή του να βγαίνει από τις φωνητικές του χορδές.
   «Δειλή...»
   Δειλή και εγωίστρια. Αυτοί ήταν οι χαρακτηρισμοί του Ορφέα.
   Έριξε μία κλεφτή τελευταία ματιά στην Εύη η οποία με απόλυτη αδιαφορία κοιτούσε τον υπολογιστή της και το Ξωτικό. Δε θα γυρνούσε να την κοιτάξει, αλλά ακόμα και να γυρνούσε ήξερε ποια θα ήταν η έκφραση της.
   Τέλος τα μάτια της έπεσαν στο Δάκη. Ήταν μία από εκείνες τις ελάχιστες φορές που μπορούσε να διαβάσει τα συναισθήματα στο πρόσωπο του. Δεν έμοιαζε θυμωμένος, η έκφρασή του ήταν πολύ διαφορετική από αυτή του Ορφέα. Έδειχνε χαμένος και έκπληκτος σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Τα μπλε μάτια του την κοιτούσαν συντετριμμένα ελπίζοντας πως δεν ήταν αλήθεια όσα είχε παρακολουθήσει ως εκείνη τη στιγμή.
   Απέσυρε με ταχύτητα το βλέμμα της. Ένιωσε μία έντονη σουβλιά στη καρδιά της. Δεν άντεχε να τον κοιτάζει, ειδικά από τη στιγμή που τον άφηνε πίσω μαζί με την ομάδα...
   Με αργά βήματα κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Αλλά λίγο πριν διασχίσει το κατώφλι...
   «Αιμιλία!»
   Τα μάτια της γύρισαν και πάλι πάνω στο Ορφέα ο οποίος την είχε φωνάξει.  Η έκφρασή του ήταν ακριβώς ίδια με αυτή που είχε δευτερόλεπτα πριν. Απορημένη στάθηκε ακίνητη στο κατώφλι.
   «Μη νομίζεις πως μπορείς να ξεφύγεις τόσο απλά. Η Ενότητα Ειρήνης δεν αφήνει καμία μετάλλαξη να ξεφύγει. Ειδικά όσες ξέρουν την αλήθεια. Μπορείς να κρυφτείς, να προσποιηθείς ότι είσαι άνθρωπος, να ζήσεις στην απομόνωση και να κοροϊδεύεις την οικογένεια σου πως είσαι το παιδί που  πιστεύουν και θέλουν να είσαι και να φοράς όσα ψεύτικα χαμόγελα θες. Αλλά δεν παύεις να είσαι μετάλλαξη.»
   Πλησίασε μερικά βήματα και στάθηκε μόλις λίγα εκατοστά μπροστά της. «Και αργά ή γρήγορα θα πληρώσεις το τίμημα»
   Το αναλλοίωτο βλέμμα του της προκάλεσε ανατριχίλα και ανασφάλεια.

   Χωρίς να πει τίποτα διέσχισε το κατώφλι.

Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου