Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

17 Οκτ 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 22) Λύτρωση

 
 Η Αιμιλία ένιωθε ένα τεράστιο βάρος στο στήθος της, σαν να την πλάκωνε μια πέτρα στο στέρνο. Οι μύες της είχαν ατονήσει ξαφνικά ενώ το κεφάλι της βούιζε. Με το ζόρι έσερνε το σώμα της στα στενά της γειτονιάς των φαντασμάτων, καθώς απομακρυνόταν από το Δράκο και τη συμμαχία που πλέον ήταν παρελθόν για εκείνη.
   Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Ήταν σαν να θρηνούσε το θάνατο κάποιου κοντινού της φίλου ή συγγενή, χωρίς ωστόσο να μπορεί να διακρίνει κατά πόσο αυτό ήταν το μόνο συναίσθημα που ένιωθε.
Δεν είχε βιώσει ποτέ τον χαμό κάποιου κοντινού της προσώπου, καθώς οι γονείς του πατέρα της είχαν πεθάνει πριν καν εκείνη γεννηθεί, ενώ της μητέρας είχαν πεθάνει όταν εκείνη ήταν πολύ μικρή.
   Δεν ήταν σίγουρη αλλά υπέθετε πως έτσι βίωνε κανείς την απώλεια.
   Το μόνο που ήθελε ήταν να κρυφτεί στο δωμάτιό της και να προσποιηθεί πως ο έξω κόσμος δεν υπήρχε, όπως έκανε πριν μπει στην ομάδα.  Ήξερε όμως πως ακόμα και αυτό έμοιαζε αδύνατο.
   Πριν από τεσσεράμισι μήνες δεν ήξερε πως ήταν να έχει πραγματικούς φίλους. Να υπάρχουν άτομα στην καθημερινότητά της και να μοιράζεται τα συναισθήματα και τις ανησυχίες της χωρίς ντροπή και κριτική. Τώρα, έχοντας τη γεύση αυτής της εμπειρίας άφηνε την ομάδα και γυρνούσε σπίτι της, εκεί που μόνο ο πατέρας της την καταλάβαινε και εκεί που η μητέρα της και η αδερφή της θεωρούσαν την ύπαρξη της «λάθος» και ήταν αναγκασμένη να κρύβεται και να κρατάει τις σκέψεις της πάντα μέσα της.
   Μέσα σε όλα αυτά είχε προστεθεί και ένα καινούργιο, πρωτόγνωρο συναίσθημα. Πέρα από φιλία στην ομάδα είχε γνωρίσει και το συναίσθημα που έθαβε μέσα της όλον αυτό τον καιρό σαν φυλαγμένο μυστικό και  εκείνο που φοβόταν περισσότερο απ’ όλα. Πολλές φορές δεν άφηνε καν τον εαυτό της να το σκεφτεί, έκανε πως δεν υπήρχε περισσότερο γιατί το φοβόταν και λιγότερο για το καλό της ομάδας. Πίστευε πως αν προσποιούνταν πως δεν υπήρχε, θα εξαφανιζόταν. Κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ.
   Ήταν εκείνο το συναίσθημα που δεν σε ρωτάει για να εμφανιστεί. Εκείνο που όσο και να τρέξεις μακριά του σε κυνηγάει. Και όμως το πιο όμορφο απ’ ό,τι είχε νιώσει ποτέ.   Ήταν ερωτευμένη.
   Αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση που έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και τη καρδιά της να χτυπάει με μία αγνώριστη ένταση. Τα τσιμπήματα στο στομάχι και την ευφορία που ένιωθε μόλις αντίκριζε ένα συγκεκριμένο ζευγάρι μπλε μάτια.
   Η ήρεμη φωνή του Δάκη ηχούσε στο μυαλό της ξανά και ξανά. Τα όμορφα λόγια του, η αξιοθαύμαστη ηρεμία οι ευγενικές του χειρονομίες και το σπάνιο χαμόγελό του. Ήταν εκείνος που δεν άντεχε να κοιτάζει καθώς έφευγε από το υπόγειο και δεν είχε καν το κουράγιο καν να αποχαιρετήσει.
   Τώρα ένιωθε μόνο την πίκρα. Απλωνόταν σα φονικό δηλητήριο σε όλο της το σώμα.
   Δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε σηκωθεί και είχε φύγει έτσι. Δεν είχε πει τίποτα, δεν είχε κάνει τίποτα. Θα μπορούσε να είχε μοιραστεί τα συναισθήματα της μαζί του πριν φύγει, αλλά δεν έκανε τίποτα.
   Ίσως να είχε δίκιο ο Ορφέας που την αποκαλούσε δειλή. Ίσως όντως αυτό που κυριαρχούσε μέσα της ήταν ο φόβος.  Δεν είχε καν το κουράγιο να ομολογήσει τα συναισθήματα της στο αγόρι με το οποίο  ήταν ερωτευμένη...
   Μέσα της γνώριζε πως η απόφαση της ήταν σωστή. Ήξερε πως δεν μπορούσε να μείνει στο Δράκο, αλλά καθώς διέσχιζε για τελευταία φορά τα στενά της γειτονιάς των φαντασμάτων, δεν μπορούσε παρά να απορεί κατά πόσο είχε πάρει τη σωστή απόφαση.
   Τίποτα δεν έμοιαζε σωστό. Ούτε καν οι αποφάσεις που δεν είχε πάρει...
   Κοίταξε για ακόμη μία φορά τον ξάστερο ουρανό. Δεν είχε το κουράγιο να μετρήσει τα αστέρια...
   «Αιμιλία!» ακούστηκε μια γνώριμη φωνή.
   Ένιωσε μία έντονη ανατριχίλα να απλώνεται σε όλο της το σώμα σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ξαφνικά ενέργεια απλώθηκε σε όλο της το σώμα, τινάζοντας το κεφάλι της προς τα πίσω.
   Τα δύο μπλε μάτια που δεν μπορούσε να κοιτάξει προηγουμένως είχαν καρφωθεί πάνω της. Ο Δάκης με ταχύτητα έτρεχε προς το μέρος της, προσπαθώντας να προλάβει μία παγωμένη από έκπληξη Αιμιλία.
   Για μια στιγμή ένιωσε τη καρδιά της να σταματά και μετά απότομα να χτυπάει με ταχύτητα. Ο παλμογράφος της είχε αποκτήσει ένα έντονο πορτοκαλί χρώμα.
   Ο Δάκης την είχε ακολουθήσει. Νόμιζε πως μετά απ’ όσα έγιναν στο υπόγειο δε θα ήθελε να την ξαναδεί ποτέ. Άλλωστε όσα τους είχε πει ήταν αντίθετα με ό,τι πίστευε  ολόκληρη τη ζωή του. Γιατί τότε την ακολουθούσε;
   Όσο ήταν στην ομάδα προσπαθούσε να δει τη δική της οπτική δείχνοντας σπάνια κατανόηση. Ειλικρινά όμως αυτή τη φορά πίστευε πως δεν υπήρχε χώρος για κατανόηση.
  Η Αιμιλία ένιωσε μία έντονη ανακούφιση καθώς τον έβλεπε να σταματάει λαχανιασμένος μπροστά της. Έσφιξε τα χέρια της γύρω από στομάχι της το οποίο ένιωθε να χορεύει.
   «Δάκη;» ρώτησε σαστισμένη. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της.
   Τα μπλε του μάτια ήταν καρφωμένα πάνω της. Μπορούσε να διακρίνει για πρώτη φορά ένα σωρό διαφορετικά συναισθήματα στο, συνήθως ανέκφραστο  πρόσωπο του.
   Ο Δάκης προσπαθούσε να ανακτήσει την κομμένη του ανάσα. Καταιδρωμένος κοιτούσε την Αιμιλία. Με το ζόρι βγήκε ο αέρας από τους πνεύμονες του. «Μη φύγεις...»
   Η Αιμιλία αισθάνθηκε ξανά την ίδια ανατριχίλα που είχε νιώσει δευτερόλεπτα νωρίτερα να απλώνεται στο κορμί της. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε στα μάτια της αλλά ούτε και στα αυτιά της. Ο Δάκης στεκόταν μπροστά της και της ζητούσε να μη φύγει από την ομάδα.
   «Δεν υπάρχει λόγος να φύγεις» είπε και κατάπιε ενώ προσπαθούσε να βάλει σε σειρά τις σκέψεις του. «Μπορεί να βρεθεί λύση»
   Παγωμένη δεν ξεστόμισε ούτε λέξη. Κοιτούσε απλά το αγόρι μπροστά της που με κόπο μιλούσε. Και ενώ η χαρά της μεγάλωνε, άλλο τόσο αυξανόταν το άγχος και η απελπισία της. Ένιωθε τρομακτικά εγκλωβισμένη, βλέποντας τον μπροστά της να τη ζητάει να μην φύγει από την ομάδα.
   Ένα μεγάλο κομμάτι της καρδιάς της υπαγόρευε να μην φύγει ποτέ.
   «Είσαι μετάλλαξη...» συνέχισε ο Δάκης. «Ανήκεις στη συμμαχία όπως όλες οι μεταλλάξεις. Επειδή οι απόψεις σου δεν ταιριάζουν με αυτές των υπόλοιπων μεταλλάξεων δε σημαίνει πως είναι ανυπόστατες» Έκανε ένα κενό για να πάρει μερικές ανάσες. «Μην νομίζεις πως δεν σ’ ακούει κανένας»
   Τον κοιτούσε. Απλά τον κοιτούσε χαμένη και σαστισμένη. Δεν μπορούσε να κοιτάξει πουθενά αλλού, μόνο εκείνον.
   Υπήρχε κάποιος που την άκουγε και στεκόταν μπροστά της. Ο Δάκης για ακόμα μία φορά, όπως είχε κάνει αμέτρητες φορές, προσπαθούσε να μπει στη θέση της και να δει τα πράματα από τη δικιά της οπτική. Τη γέμιζε με ειλικρινή ευγνωμοσύνη η προσπάθειά του.
   Για μια στιγμή ήρθε η εικόνα στο μυαλό της. Να γυρίζει πίσω στην ομάδα και να αντικρίζει όλα τα οικεία πρόσωπα. Τα πρόσωπά όμως δεν είχαν την ίδια φιλική έκφραση. Μετά απ’ όσα είχαν ειπωθεί προηγουμένως, δεν έμοιαζε να υπάρχει χώρος για εκείνη στην ομάδα.
   «Αμφιβάλλω ότι υπόλοιποι έχουν την ίδια άποψη με εσένα» είπε καθώς θυμόταν τις εκφράσεις τους φεύγοντας από το υπόγειο.
   Τα μπλε του μάτια συνέχιζαν να τη καρφώνουν. «Μην ακούς τον Ορφέα και την Εύη. Μπορεί να εκνευρίζονται όταν ακούν τέτοια επιχειρήματα αλλά αυτό δεν σημαίνει πως κρατούν κακία. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους. Ό,τι και αν έχει λεχθεί, μέχρι το τέλος της ημέρας θα είναι εκεί για να σε βοηθήσουν. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές έχουν τσακωθεί μεταξύ τους και την επόμενη να είναι μια χαρά σαν να μην συνέβη τίποτα. Έτσι δουλεύει ο Δράκος»
   Ήταν αλήθεια. Ο Ορφέας και η Εύη είχαν τσακωθεί πάμπολες φορές όσο ήταν στο Δράκο, ξεκινώντας από την ημέρα που η ίδια μπήκε στην ομάδα. Και κάθε φορά, την επόμενη μέρα ήταν σαν να μην είχε συμβεί ποτέ ο τσακωμός. Και το ίδιο το είχε παρατηρήσει και για άλλα μέλη της ομάδας τα οποία σπάνια έδιναν σημασία σε τσακωμούς, ακόμα και αν αυτοί έμοιαζαν σοβαροί στα μάτια της.
   Θα μπορούσε να ισχύει το ίδιο και για εκείνη που είχε ισοπεδώσει με τη στάση της, όχι μόνο το Φεστιβάλ Τεχνολογίας που ακολουθούσε σε λίγες βδομάδες, αλλά και ολόκληρη την φιλοσοφία ζωής στην οποία ήταν βασισμένες οι πράξεις των μεταλλάξεων; Θα μπορούσε ποτέ εκείνη, που δεν συμμεριζόταν την οργή  και το μίσος τους για τους ανθρώπους, να συγχωρεθεί τόσο εύκολα;
   Έμοιαζε τόσο ουτοπικό….
   Ο Δάκης συνέχισε. «Όσο είσαι μετάλλαξη, πάντα θα υπάρχει για εσένα χώρος στη συμμαχία. Ακόμα και αν διαφωνείς με όλους»
Όσο είμαι μετάλλαξη...
Όσο είμαι...
   Κούνησε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να διώξει τη σύγχυση. Μα σε τι σκέψεις είχε αφήσει τον εαυτό της να μπει; Δεν μπορούσε να γυρίσει στην ομάδα, δεν υπήρχε χώρος για αυτή εκεί. Δεν ήθελε άλλο να έχει αυτή την ταμπέλα που την κατηγοριοποιούσε σε μία συγκεκριμένη ομάδα. Ήθελε να πάψει να είναι μετάλλαξη, και να είναι μόνο η Αιμιλία, ακόμα και αν είχε ηλεκτρομαγνητικές ικανότητες.
   Με την παρουσία του Δάκη είχε, προς στιγμή, αμφισβητήσει μία απόφαση που ανέλυε στο μυαλό της για παραπάνω από έναν μήνα. Όμως δεν μπορούσε να της αλλάξει την άποψη. Οι μεταλλάξεις ήταν τυφλωμένες από  μίσος που η ίδια δεν ένιωθε. Δεν ήθελε οι άνθρωποι να πάρουν το ρόλο των μεταλλάξεων.
   Έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να ξεπεράσει την επηρεασμό των συναισθημάτων της όσο κοίταζε  τα μάτια του. «Λυπάμαι Δάκη,» είπε με ήρεμη φωνή «αλλά ακόμα και αν με δέχονταν πίσω στην ομάδα δεν μπορώ να γυρίσω. Δεν επιθυμώ να δω τους ανθρώπους να υποφέρουν από τις μεταλλάξεις»
   Για ακόμα μία φορά επανήλθε στο μυαλό της η σκηνή του Λούνα Παρκ...
   Ξανάνοιξε τα μάτια της αντικρίζοντας και πάλι τα δικά του επιτρέποντας στον εαυτό της να απολαύσει  εκείνο το συναίσθημα που έμοιαζε με ναρκωτικό. Συγχρόνως όμως προσπαθούσε να συγκρατηθεί γιατί ήθελε όχι μόνο να γυρίσει στην ομάδα, αλλά και να αγκαλιάσει και να φιλήσει το αγόρι που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή μπροστά της.
   Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να του εκφράσει τα συναισθήματα της πριν φύγει και τον κλείσει έξω από τη ζωή της. Να του πει για την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή εκείνη τη στιγμή, την ευχαρίστηση  και την γαλήνη που ένιωθε δίπλα του, αλλά και ότι πολλές φορές αισθανόταν να τον είχε πραγματικά ανάγκη στη ζωή της. Άλλωστε ήταν εκείνος που της είχε σταθεί όσο κανένας όσο βρισκόταν στο Δράκο και πάντα προσπαθούσε να δει με τα μάτια της.
Μάλλον δεν  ήταν καλή ιδέα….
   Αντ’ αυτού κοίταξε τον θαμπό γκρι δρόμο, δειλιάζοντας για δεύτερη φορά  να εκφράσει όσα ένιωθε.
   «Ευχαριστώ πολύ για την προσπάθεια σου τους τελευταίους μήνες. Ήσουν πάντα εκεί όταν χρειαζόμουν να μιλήσω με κάποιον και έχεις μία σπάνια κατανόηση. Είσαι ο μοναδικός που...» έπνιξε την τελευταία της φράση πριν  την ξεστομίσει. Τα μάτια της γύρισαν πάλι προς τα δικά του. «Αντίο»
   Ήξερε πολύ καλά πως με αυτό το αντίο έπρεπε να κόψει κάθε επαφή μαζί του. Ήταν επικίνδυνο και για τους δύο να επικοινωνούν από τη στιγμή που η ίδια δεν θα ήταν πια στην ομάδα. Δεν θα μιλούσαν ποτέ ξανά στο σχολείο, ούτε έξω από αυτό, δεν θα έπρεπε να επιδιώξει ούτε μία ηλεκτρονική συνομιλία ξανά μαζί του και θα  έπρεπε να τον διαγράψει από τις επαφές της μαζί με τα υπόλοιπα μέλη. Θα ήταν απλώς σαν δύο συμμαθητές, ακριβώς όπως ήταν πριν μπει στη συμμαχία.
   Ένιωσε και πάλι να την πλακώνει το ίδιο της το σωματικό βάρος  και  με σφιγμένη την καρδιά έκανε μεταβολή, αντικρίζοντας τους άδειους δρόμους της γειτονιάς...
   «Ξέρεις...» είπε ο Δάκης με μία φωνή που δεν είχε ξανακούσει ποτέ η Αιμιλία. «...δεν θα το έκανα για το καθένα αυτό. Η αλήθεια είναι πως σαν μετάλλαξη είναι δύσκολο να δω τα πράγματα έξω απ’ όσα έχω βιώσει εγώ. Αλλά για πρώτη φορά έχω μία σφαιρική εικόνα όσον αναφορά τους ανθρώπους και τις μεταλλάξεις. Καταλαβαίνω γιατί υποστηρίζεις πως η ευθύνη δεν πέφτει ατόφια  σε όλους τους ανθρώπους για όσα συμβαίνουν και γιατί οι μεταλλάξεις κινδυνεύουν να γίνουν χειρότερες από αυτούς» έκανε  μία μικρή παύση. «Για αυτήν την αλλαγή ευθύνεσαι εσύ Αιμιλία»
   Η Αιμιλία δεν πρόλαβε να κάνει ούτε μισό βήμα πριν παγώσει στη θέση της.  Η ευφορία ξεχείλισε για ακόμη μία φορά από μέσα της συνοδευόμενη από συναισθήματα ανακούφισης και ενθουσιασμού Με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα,  γύρισε το κεφάλι της ενενήντα μοίρες ενώ τον κοιτούσε με την άκρη του ματιού της. Ακόμα και έτσι ήταν ολοφάνερη η έκπληξη στα μάτια της.
   Είχε καταλάβει στην πραγματικότητα όσα υποστήριζε; Παρόλο που ήταν χρόνια μέλος της συμμαχίας και είχε μάθει να μισεί τους ανθρώπους όσο τίποτα;
    Ο Δάκης συνέχιζε να την κοιτάει με αυτή τη σπάνια ανάμεικτη έκφραση. «Αιμιλία, είμαι ερωτευμένος μαζί σου»
   Ξαφνικά ένιωσε τα γόνατα της να λύνονται  και οι τους μύες της να ατονούν. Όλος ο αέρας χάθηκε από τους πνεύμονες της, το χρώμα στα μάγουλά της ήταν παρόμοιο με αυτό του υπόλοιπου προσώπου της ενώ συνειδητοποιούσε πως είχε ξεχάσει πως να καταπίνει. Ίσα που κατόρθωσε να κινήσει το σώμα της προς το μέρος του και να τον κοιτάξει.
   «Τι;» ίσα που βγήκε η φωνή της από το λαιμό της.
   «Είμαι.. ερωτευμένος μαζί σου» η φωνή του έσβηνε προς το τέλος ενώ αυτή τη φορά τα δικά του μάτια γύρισαν προς τον γκρίζο δρόμο. Το πρόσωπό του ήταν εξίσου κόκκινο με το δικό της. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε τόσο μαζεμένο να αποφεύγει το βλέμμα της.
   Ώστε είχε ακούσει σωστά, δεν την γελούσαν τα αυτιά της. Η αγαλλίαση που ένιωθε υπερπολλαπλασιάστηκε , το ίδιο και η ντροπή της.
    Ήταν αλήθεια, πως οι δύο τους είχαν έρθει πολύ κοντά μέσα στην ομάδα. Πάντα ήταν εκεί για εκείνη και η ίδια τους τελευταίους μήνες τον έβλεπε σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της. Είχε μοιραστεί πολλές από τις ανησυχίες της μαζί του και πολλά από τα συναισθήματά της και αυτός το ίδιο, όπως όταν της είχε πει την ιστορία της μητέρας του. Αλλά ποτέ δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο αυτές οι πράξεις ήταν φιλική σύμπνοια ή κάτι διαφορετικό, ενώ εκείνη με τη σειρά της δεν είχε επιχειρήσει να το ξεκαθαρίσει.
   Δειλή και ανόητη. Αυτό ήταν, αυτό αισθανόταν. Λίγα λεπτά νωρίτερα μετάνιωνε που δεν είχε το θάρρος να μοιραστεί αυτά της τα συναισθήματα μαζί του, και τώρα που είχε μία δεύτερη ευκαιρία να επανορθώσει δείλιασε και δεν τόλμησε.
   Σε αντίθεση με τον Δάκη, που είχε φτάσει ως εκεί και με ειλικρίνεια και θάρρος της εξέφρασε αυτά που ένιωθε, παρ’ όλο που εκείνη εγκατέλειπε την ομάδα. Ο Δάκης που πάντα συγκρατούσε τα πραγματικά του συναισθήματα και μιλούσε για αυτά πιο σπάνια από οποιονδήποτε άλλο. Για ακόμη μία φορά μεγάλωνε ο θαυμασμός της στο πρόσωπο του. Αισθανόταν πως δεν άξιζε ούτε την προσοχή του ούτε κόπο του. Δίπλα του ήταν τόσο μικρή.
Δειλή... ανόητη...
   Ένιωθε πως οι χαρακτηρισμοί του ο Ορφέα ήταν εύστοχοι.
   Αυτή τη φορά όμως δε σκόπευε να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί άλλο από τον φόβο. Θα ήταν άδικο, μπροστά στο γενναίο αγόρι που είχε μπροστά της να μην εκφράσει αυτά που ένιωθε εδώ και καιρό.
   Πήρε μια βαθιά ανάσα και γέμισε τον οργανισμό της με το οξυγόνο που της έλειπε.
   «Και εγώ είμαι ερωτευμένη μαζί σου» είπε ενώ τον κοιτούσε πλέον κατάματα.
   Το πρόσωπο του Δάκη φωτίστικε ακούγοντας τη φωνή της. Κοίταξε με τα όμορφα μπλε μάτια του την ειλικρινή έκφραση της. Στο πρόσωπο του εμφανίστηκε ένα όμορφο προτόγνωρο χαμόγελο γεμάτο ελπίδα και μεγάλη ανακούφιση.
   «Μείνε» είπε με ήρεμη φωνή αλλά και με σπάνιο πάθος.
   Η Αιμιλία συνέχιζε να τον κοιτάει σαν χαμένη καθώς μαζί με την ένταση της στιγμής ένιωθε την καρδιά της να σκίζεται στα δύο.
   Ο Δάκης συνέχισε. «Το ξέρω πως η κατάσταση δεν είναι ιδανική. Ξέρω πως οι μεταλλάξεις θα δείξουν εμπάθεια με τους ανθρώπους και πως μπορεί το Φεστιβάλ Τεχνολογίας να καταλήξει σε μεγάλη καταστροφή ακόμα και αν πετύχει. Αλλά πως θα βρεθεί η λύση αν φύγεις μακριά; Μείνε και θα βρούμε μαζί την λύση»
   Τα λόγια του ήταν όμορφα. Απελπιστικά όμορφα. Το να ψάξουν να βρουν τη λύση ώστε οι άνθρωποι και οι μεταλλάξεις να ζήσουν αρμονικά έμοιαζε τόσο κοντινό και τόσο μακρινό ταυτόχρονα. Στεκόταν ακριβώς μπροστά της με την δελεαστική του πρόταση, προσφέροντας της αυτό που της έλειπε.
   Ελπίδα.
   Αλλά όση ελπίδα και να της έδινε, όσο και να ήθελε να δει τα πράματα μέσα από τα δικά του αισιόδοξα μάτια δεν μπορούσε να εθελοτυφλεί  στην αλήθεια. Ό,τι και να έλεγε εκείνη και ο Δάκης, η συμμαχία δεν ήταν διατεθειμένη να δείξει κατανόηση στους ανθρώπους. Αυτό που ήθελαν οι μεταλλάξεις δεν έπαυε να είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την ειρήνη και το καλύτερο μέλλον που αναζητούσε η ίδια.
   «Ξέρεις πως δεν πρόκειται να αλλάξουν άποψη μόνο και μόνο επειδή η κόρη ενός ανθρώπου τους λέει κάτι που δε θέλουν να ακούσουν» είπε θλιμμένα. «Δεν παύω να είμαι κόρη της μητέρας μου»
   Ίσως αν ό ένας γονιός της δεν ήταν άνθρωπος, η άποψη της να είχε μεγαλύτερη σημασία. Αλλά  εφ’ όσον ήταν, τα λόγια της ακούγονταν ασήμαντα και μεροληπτικά. Και άλλο τόσο θα έμοιαζαν του Δάκη, καθώς θα ήταν λόγια ενός ερωτευμένου παιδιού επηρεασμένου από την κόρη ενός ανθρώπου.
   «Μπορούμε να προσπαθήσουμε» είπε εκείνος.
   «Δάκη...» είπε η Αιμιλία. «Η συμμαχία ήταν ένα υπέροχο διάλλειμα από την υπόλοιπη ζωή μου. Πραγματικά ήταν υπέροχο να βγαίνω έξω από αυτή και να είμαι με άτομα που δεν με λογοκρίνουν και με δέχονται σαν μετάλλαξη. Αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να γυρίσω σπίτι μου και να αντιμετωπίσω ό,τι βρίσκεται μέσα σε αυτό. Δε θέλω να χάσω ούτε την μητέρα μου, ούτε και την αδερφή μου. Συμμετέχοντας στη συμμαχία σημαίνει πως τις παρατάω και δέχομαι πως οι ζωές τους δεν έχουν αξία. Άλλωστε στο παρελθόν, ακόμα και εσύ μου έχεις πει έμμεσα πως δεν αξίζει να δίνω σημασία σε ανθρώπους»
   Όπως είχε κάνει με την Αρετή και την Σοφία. Είχε δίκιο πως η σχέση μεταξύ τους βασιζόταν σε ψευδαισθήσεις και ψέματα, αλλά δεν μπορούσε παρά να παρατηρήσει πως αυτή του η άποψη ενισχυόταν σημαντικά από την ανθρώπινη φύση τους. Αν δεν ήταν άνθρωποι δεν θα υποστήριζε τόσο εύκολα πως η φιλία τους ήταν ένα ψέμα.
   Το ότι ο Δάκης είχε κάνει ένα τεράστιο βήμα προς το μέρος της δεν σήμαινε πως το ίδιο θα έκανε και η υπόλοιπη συμμαχία. Αντιθέτως, γνώριζε πολύ καλά πως η οποιαδήποτε σχέση της με ανθρώπους έμοιαζε λάθος στα μάτια τους, ακόμα και αν αυτή ήταν πρώτου βαθμού συγγένεια.
   «Λάθος μου...» ψιθύρισε ο Δάκης. «Απλά οι άνθρωποι δεν πρόκειται να σε εκτιμήσουν όπως εμείς οι μεταλλάξεις»
   Η Αιμιλία πλησίασε μερικά βήματα και στάθηκε μία ανάσα μακριά του. «Το ξέρω. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θέλω να κάνω τα ίδια με εκείνους» Πήρε μία βαθιά ανάσα για να καθαρίσει το μυαλό της. «Μπορεί όσα έχω ζήσει εγώ να μην αγγίζουν τις δικές σου κακές εμπειρίες ή αυτές του Ορφέα, αλλά έχω υποφέρει και εγώ από την απόρριψη των ανθρώπων. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι πως οι άνθρωποι που με απέρριπταν ήταν πάντα δίπλα μου και μέσα στη ζωή μου, σε αντίθεση με εσάς που οι αντιδράσεις τους προέρχονταν πάντα μία απόσταση.
   »…Και ακριβώς για αυτό το λόγο, επειδή έχω ζήσει μαζί τους, έχω δει και τις στιγμές που μπορούν να είναι καλοί και στοργικοί. Δε θέλω να τους δω να υποφέρουν τα ίδια με εμένα, όπως επίσης δεν θέλω να δω και καμία μετάλλαξη σε αυτή την κατάσταση. Είναι πολύ άσχημο για οποιονδήποτε»
   Ο Δάκης έκανε ένα θετικό νεύμα ενώ μία θλιμμένη έκφραση είχε σχηματιστεί στο πρόσωπο του. «Δηλαδή η απόφασή σου δεν αλλάζει. Φεύγεις»
   «Ναι» είπε η Αιμιλία νιώθοντας κάτι να καταρρέει μέσα της. Δεν άντεχε να τον βλέπει έτσι και το χειρότερο ήταν πως ήξερε πως αυτό ήταν κάτι που προκαλούσε εκείνη. Αλλά συγχρόνως ένιωθε και λύτρωση, όχι μόνο επειδή του είχε εκφράσει τα συναισθήματα της, αλλα΄και γιατί ο Δάκης έδειχνε πραγματικά να καταλαβαίνει όσα του έλεγε.
   Άπλωσε το χέρι της στον ώμο του σε μια στοργική κίνηση.
   Ο Δάκης χάιδεψε το χέρι της, αλλά δεν τολμούσε να την κοιτάξει άλλο στα μάτια. «Τοτέ... αντίο» είπε με σιγανή λυπημένη φωνή.
   «Δάκη...» είπε η Αιμιλία, Τα γαλανά του μάτια καρφώθηκαν πάλι πάνω στα δικά της. « Ευχαριστώ πολύ για όλα. Είσαι ο μοναδικός που είδε την Αιμιλία πίσω από τη μεταλλάξη»
   Τα χείλη της άγγιξαν το μάγουλο του, δίνοντας του ένα απαλό φιλί.
   «Ελπίζω να τα ξαναπούμε» Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια πριν τραβήξει το χέρι της μακριά από το δικό του. Έπειτα με βαριά, αλλά ανακουφισμένη καρδιά γύρισε και κοίταξε τα άδεια στενά της γειτονιάς των φαντασμάτων.
   «Και εγώ» ακούστηκε σιγανά φωνή του Δάκη.

*  *  *

   Ο Ορφέας, εμφανώς συγχυσμένος, προσπαθούσε να περάσει διορθώσεις στο καινούργιο κομμάτι του κώδικα που είχε παραλάβει πριν από λίγο. Θα ήταν ψέματα αν υποστήριζε πως είχε παράπονο από τη δουλειά που είχε κάνει η Αιμιλία, καθώς οι λίγες διορθώσεις που χρειαζόταν ήταν αναμενόμενες και κατανοητές. Με μισή καρδιά και πλήρως εκνευρισμένος προσπαθούσε με ταχύτητα να τελειώσει με τα χοντρά και να αφήσει τις λεπτομέρειες στην Εύη, που ήλπιζε πως θα είχε περισσότερη ψυχραμία από εκείνον.
   Όμως είχε περάσει πάνω από μία ώρα και η δουλειά που είχε κάνει δεν είχε ανταποκριθεί στις προσδοκίες του. Αντιθέτως έπιανε τον εαυτό του κάθε  λίγα λεπτά να κοιτάζει το ρολόι του υπολογιστή του.
Που είναι; αναρωτήθηκε από μέσα του για χιλιοστή φορά μέσα στα τελευταία 10 λεπτά.
   Δεν μπορούσε παρά να απορεί για την τύχη του ανόητου και ερωτοχτυπημένου  φίλου του, που λίγα λεπτά μετά την αποχώρηση της Αιμιλίας από το υπόγειο είχε φύγει τρέχοντας να την ακολουθήσει. Η προσπάθεια του να τον σταματήσει δεν είχε κανένα αποτέλεσμα.
   Ήθελε να του δώσει μπουνιά που έβαζε μία κοπέλα πάνω από την ομάδα. Πόσο μάλλον τη συγκεκριμένη κοπέλα, η οποία σηκώθηκε και έφυγε μόνη της από το Δράκο σαν να μην έτρεχε τίποτα αφού πρώτα είχε εκφράσει ένα σωρό ανεκδιήγητες απόψεις υπέρ των ανθρώπων. Μία μετάλλαξη που δεν είχε καν το κουράγιο να αντιμετωπίσει την ιδιότητα της και προτιμούσε να κρύβεται παρά να κάνει κάτι για τη ζωή της που θα έπαιρνε την κατιούσα.
   Στ’ αλήθεια, τι της έβρισκε; Δεν έλειπε παρά να ερωτευόταν μελλοντικά κάποιον άνθρωπο και να  γινόταν η ντροπή της συμμαχίας.
   Αναστέναξε. Ανησυχούσε για τον φίλο του και ακόμα περισσότερο για την κρίση του που έδειχνε να αμβλύνεται μέρα με την μέρα όσο ήταν κοντά στην Αιμιλία. Τουλάχιστον, από τη στιγμή που πλέον εκείνη έφυγε, ήλπιζε πως ο φίλος του θα έβρισκε τον παλιό του φυσιολογικό εαυτό που είχε διαβρωθεί από την επιρροή της.
   Στιγμιαία έριξε ένα βλέμμα στην Εύη που στεκόταν δίπλα του. Είχε μία παρόμοια έκφραση με εκείνον καθώς κοιτούσε μερικές διαφορετικές γραμμές κώδικα. Ένιωσε τα μάγουλά του να καίνε ελαφρά.
   Η Εύη δεν είχε καμία σχέση με την Αιμιλία. Ήταν δυναμική, ανεξάρτητη και πάνω απ’ όλα προσηλωμένη στο στόχο της. Προτεραιότητά  της ήταν πάντα οι μεταλλάξεις και το έδειχνε με κάθε δυνατό τρόπο. Τον έκανε να νιώθει δυνατός και σίγουρος για τον εαυτό του ακόμα και όταν διαφωνούσαν. Δύσκολα μπορούσε να βρει κάποια άλλη που με μία της λέξη μπορούσε να κινητοποιήσει όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και ολόκληρη τη συμμαχία. Αυτή την κοπέλα ήθελε δίπλα του.
   Για ένα δευτερόλεπτο στο μυαλό του ήρθε το πρόσωπο της Ελίζας Δημοκράτους με τα μεγάλα μαύρα της μάτια να είναι καρφωμένα πάνω του.
   Σαστισμένος κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά. Πώς του ήρθε πάλι στο μυαλό του το πρόσωπο της Ελίζας; Ήταν κάτι που συνέβαινε αρκετό καιρό τώρα  και μάλιστα σε στιγμές που δεν είχαν καμία σχέση με εκείνη. Σε σημείο μάλιστα που έκανε ό,τι μπορούσε για να την αποφεύγει κατά τη διάρκεια τον σχολικών ωρών, καθώς κάθε φορά που  έβλεπε την εικόνα της με σάρκα και οστά, ξυπνούσε μέσα του εκείνο το συναίσθημα που…. Ναι! ακόμα δεν γνώριζε τι ήταν…
   Έδιωξε την εικόνα από το μυαλό του και σηκώθηκε  όρθιος. Αν ο Δάκης δεν γυρνούσε στη πηγή, θα πήγαινε η πηγή σε αυτόν. Δε χρειάζονταν άλλα ανούσια δράματα στη συμμαχία, πόσο μάλλον που να σχετίζονται με  την Αιμιλία.
   «Που πας;» ρώτησε η Εύη περίεργη.
   «Να βρω το βαρεμένο φίλο μου» είπε αγανακτισμένος. Ήταν αποφασισμένος, εν ανάγκη να τον έσερνε πίσω στο υπόγειο.
   Από το στόμα της Εύης βγήκε ένα ειρωνικό γελάκι. «Καλή τύχη»
   Ήταν ξεκάθαρο, πως και εκείνη είχε σκεφτεί όσα εκείνος, μπορεί και ακόμα περισσότερα όσον αφορούσε στο Δάκη.
   Χωρίς να πει τίποτε άλλο βγήκε από το υπόγειο και ανέβηκε με ταχύτητα τις σκάλες.  Ενώ περίμενε πως θα αναγκαζόταν να πάρει τους δρόμους ψάχνοντας τον, δεν άργησε να τον βρει. Διότι ο φίλος του δεν ήταν σε κάποιο από τα πολλά κρυφά μέρη της γειτονιάς των φαντασμάτων, αλλά ακριβώς μπροστά από το δικό τους στοιχειωμένο σπίτι, καθισμένος οκλαδόν στο δρόμο και κοιτούσε κάτι στον ουρανό. Μάλλον τα αστέρια.
   Με αργά βήματα τον πλησίασε. Κοιτώντας το πρόσωπό του η ανησυχία του μεγάλωσε.
   Είχε ένα ανέκφραστό πρόσωπο δίχως ίχνος συναισθήματος. Δεν ήταν ασυνήθιστο για το Δάκη να έχει απαθή έκφραση, αλλά πάντα, έστω κι ένα ψήγμα συναισθημάτων του διακρινόταν στο πρόσωπο του.  Ανακάλεσε στο νου του ότι έτσι τον είχε δει μόνο άλλη μία φορά…. όταν είχε πεθάνει η μητέρα του.
   Όταν κάτι τον συντέντριβε συναισθηματικά, στη προσπάθεια του να το αντιμετωπίσει, αποκτούσε αυτή την έκφραση. Συμπεριφερόταν σαν να μην ένιωθε τίποτα και ήλπιζε πως αυτό θα καταλάβαιναν και οι άλλοι. Το να μην δείχνει τα συναισθήματα του ήταν η απόλυτη προσωπική του άμυνα.
   Ο Ορφέας στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε από πάνω κόβοντας του τη θέα των αστεριών. «Μην κάθεσαι στη μέση του δρόμου, μπορεί να σε πατήσει κανένα ποδήλατο. Το λέω από προσωπική εμπειρία»
   Δεν συνήθιζε να αστειεύται για αυτό το συμβάν της ζωής του, άλλα χρειαζόταν κάτι για να κινήσει την προσοχή του φίλου του.
   Η προσπάθεια του όμως ήταν αποτυχημένη. Ο Δάκης αδιαφορώντας για το σχόλιο του, έγειρε το κεφάλι του και συνέχισε να κοιτάζει τα αστέρια.
   Για αρκετά λεπτά έμειναν και οι δύο ακίνητοι έτσι, με τον Δάκη να κοιτάζει τον ουρανό και τον Ορφέα να περιμένει την αντίδραση που δεν ερχόταν ποτέ. Ο Δάκης ήθελε να τον αφήσει ήσυχο, αλλά ο Ορφέας δεν είχε τέτοια διάθεση. Αφού εκτόξευσε , από μέσα του, πολλές βρισιές προς στην Αιμιλία,  ο Ορφέας αποφάσισε να ακολουθήσει άλλη τακτική.
   Έκανε την καρδιά του πέτρα και είπε «Τι λέγατε με την Αιμιλία;»
   Ο Δάκης αυτή τη φορά έδειχνε να αντιδρά. Κοίταξε τον Ορφέα, χωρίς όμως κάποιου είδους συναίσθημα να χαρακτηρίζει το πρόσωπό του. Έπειτα τα μάτια του έπεσαν στους αχανείς νεκρούς δρόμους της γειτονιάς μπροστά τους.
   «Της ζήτησα να γυρίσει στην ομάδα» είπε ήρεμα.
   Ο Ορφέας ένιωσε το θυμό να φουντώνει πάλι μέσα του. Η Αιμιλία δεν θα ήταν το πιο ταιριαστό άτομο στην ομάδα μετά απ’ όσα είχε πει!  Ήταν καλύτερο να μείνει εκτός για το επόμενο κομμάτι του σχεδίου που ακολουθούσε στο άμεσο μέλλον. Τον Δάκη βέβαια ποσώς τον ενδιέφερε το μέλλον της συμμαχίας που είχε εγκαταλείψει εκείνη.
   Ευτυχώς τουλάχιστον η Αιμιλία δεν του είχε κάνει τη χάρη  να τον ακούσει, διότι τότε θα κοιτούσαν μαζί σαν χάνοι τα αστέρια.
   Συγκράτησε τη γλώσσα του, όμως στο πρόσωπο του φάνηκε ένα ειρωνικό χαμόγελο. Με το Δάκη όμως να κοιτάει το κενό δεν ανησυχούσε πως θα αντιλαμβανόταν το παραμικρό. Για την ακρίβεια, ακόμα και στριπτήζ να έκανε στη μέση του δρόμου δεν θα καταλάβαινε τίποτα.
   «Και μετά της  είπα ότι είμαι ερωτευμένος μαζί της...»
Τι έκανε λέει; σκέφτηκε ο Ορφέας.  Δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε τολμήσει να κάνει μία τόσο μεγάλη ανοησία. Ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά πόσο ερωτοχτυπημένος ήταν ο φίλος του, σε σημείο μάλιστα που ξεπερνούσε κάθε λογική κρίση, αλλά γιατί ήταν ανάγκη να το μάθει και εκείνη; Ειδικά τώρα που  είχε σηκωθεί και είχε φύγει έτσι από τη συμμαχία;.
   Έσφιξε με δύναμη τα χείλη του προσπαθώντας να συγκρατήσει τη κοφτερή του γλώσσα για δεύτερη φορά. Με κόπο βγήκαν οι επόμενες λέξεις από το στόμα του.
   «Και εκείνη τι σου είπε;» ένιωθε τις λέξεις να στάζουν σα δηλητήριο από το στόμα του.
   Ο Δάκης αναστέναξε. Ξανακοίταξε τον ουρανό. «Ότι αισθάνεται το ίδιο»
   Δεν ήταν έκπληξη. Όλοι στην ομάδα είχαν παρατηρήσει τα αμοιβαία αισθήματα αυτών των δύο, δεν ήταν κάτι κρυφό. Αν και του έκανε εντύπωση που η Αιμιλία είχε το θάρρος να παραδεχτεί κάτι τέτοιο. Άλλωστε ήταν ανέκαθεν συνηθισμένη να κρύβει τα συναισθήματα της και πίστευε πως θα δείλιαζε μπροστά σε μία τέτοια πρόκληση.
   « Και που είναι τώρα η Αιμιλία;» ρώτησε εντελώς πικρόχολα αυτή τη φορά.
   Ο Δάκης αντιλήφθηκε την αλλαγή στο ύφος του Ορφέα άλλα αδιαφόρησε. Άλλωστε δεν περίμενε να επιδοκιμάσει την πράξη του ή οτιδήποτε είχε σχέση με την Αιμιλία εκείνη τη στιγμή. Λογικά ο πολύς θυμός σε λίγες μέρες θα του έφευγε, αλλά μέχρι τότε το όνομα Αιμιλία θα ήταν κόκκινος συναγερμός.
   «Σπίτι της» είπε με τον ίδιο τόνο με πριν.
   Ένα ειρωνικό γελάκι βγήκε από το στόμα του Ορφέα που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο. «Δηλαδή της είπες να μείνει στην ομάδα και ότι είσαι ερωτευμένος μαζί της, σου είπε ότι αισθάνεται και εκείνη το ίδιο και μετά σηκώθηκε και έφυγε και τι σου είπε; Μπορώ να συμπεράνω απ’ ευθείας ότι δεν σκοπεύει να γυρίσει στο Δράκο μόνο και μόνο για χάρη σου. Κάτι του τύπου: μακάρι να σε ξαναδώ;»
   Ο Δάκης έκανε ένα θετικό νεύμα.
   Ο Ορφέας τον κλώτσησε στο μπούτι με λίγη δύναμη ίσα για να πονέσει. «Είσαι βλάκας! Κάθεσαι και στεναχωριέσαι για μια γκόμενα που όχι απλά μας άφησε στα κρύα του λουτρό την πιο κρίσιμη περίοδο της συμμαχίας, αλλά και που μετά απ’ όσα της είπες σηκώθηκε και έφυγε με αυτόν τον τρόπο;»
   Ο Δάκης χάιδεψε με το δείκτη του χεριού το μάγουλό του στο σημείο που  τον είχε φιλήσει η Αιμιλία.
   Ο Ορφέας του έδωσε μία δεύτερη κλοτσιά, λίγο πιο δυνατή αυτή τη φορά. «Ξύπνα! Έχεις αποβλακωθεί τελείως και δεν ξέρεις τι κάνεις! Δεν είναι καιρός να χαζέψεις τώρα! Αν θέλεις καν΄ το  μετά το Φεστιβάλ! Για την ώρα σε χρειαζόμαστε εδώ, προσγειωμένο όπως πάντα μαζί με τους υπόλοιπους!»
   Δεν μπορούσε να πιστέψει τι χαμό είχε προκαλέσει η Αιμιλία μέσα σε μία ημέρα. Το μόνο καλό ήταν πως είχε φέρει το κομμάτι του ιού που της αντιστοιχούσε πριν ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της, πράμα που έπρεπε να παραδεχτεί πως ήταν πολύ σημαντικό. Αλλά είχε σπείρει συγχρόνως και την καταστροφή.
   «Άκου που σου λέω, δεν αξίζει το κόπο. Πολύ κακό για μία γκόμενα που δεν μπορεί δει κάτι πέρα από τη μύτη της και πιστεύει πως η ελευθερία και η δικαιοσύνη που διεκδικούμε εμείς θα έρθουν από μόνες τους!»
   Ο Δάκης ξεφύσηξε. Ο Ορφέας προφανώς είχε  παρανοήσει τη σημασία στα λόγια της Αιμιλίας. Όχι, η Αιμιλία δεν πίστευε πως το ιδανικό μέλλον των μεταλλάξεων θα ερχόταν από μόνο του. Απλά πίστευε πως η λύση που πρόσφερε η συμμαχία θα χώριζε τη πόλη στα δύο προκαλώντας περισσότερα προβλήματα από πριν. Ο διαχωρισμός μεταξύ μεταλλάξεων και ανθρώπων θα ήταν χειρότερος από ποτέ και κατά συνέπεια περισσότερα τα θύματα. Δεν είχε σημασία κατά πόσο αυτά ήταν άνθρωποι ή  μεταλλάξεις. Απλά δεν πίστευε πως αυτό που υποστήριζε και πρόκρινε  η συμμαχία ήταν λύση.
   Ο Ορφέας, όπως πάντα είχε βιαστεί να κρίνει τα λόγια της χωρίς κάποια δεύτερη σκέψη πίσω από αυτά. Γι’ αυτόν, η σκέψη της Αιμιλίας ήταν μονοδιάστατη.
   «Δεν σου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό πως η Αιμιλία μπορεί να έχει δίκιο σε όσα είπε; Αν όχι σε όλα, σε κάποια από αυτά;»
   Το κόκκινο λαμπάκι άναψε στο κεφάλι του Ορφέα και αυτή τη φορά αιτία ήταν ο φίλος του και οι ανοησίες που ξεστόμισε. Η Αιμιλία να έχει δίκιο σε οτιδήποτε; Δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί τις δικαιολογίες και τις φοβίες της σαν σοβαρά επιχειρήματα.
   «Όχι, η Αιμιλία απλά τρέχει να κρυφτεί όπως έκανε στο παρελθόν. Αλλά έστω και ότι έχει ένα ελάχιστο δίκιο, όσον αφορά την αντίδρασή των μεταλλάξεων. Δεν την είδα να  προτείνει  μία καλύτερη λύση για να βοηθήσει»
   Στο ερώτημα που έθετε ο Ορφέας εκείνη τη στιγμή η απάντηση δεν ήταν απλή ούτε εύκολη. Αυτό το ήξερε και ο Δάκης που ούτε ο ίδιος είχε βρει κάποια εναλλακτική πρόταση. Η κατάσταση στην Ενότητα Ειρήνης και κατά συνέπεια στην Ωκεανία έπρεπε να αλλάξει το συντομότερο δυνατό. Όμως γιατί δεν υπήρχε λύση; Γιατί η επιθυμία της Αιμιλίας έμοιαζε αδύνατο να πραγματοποιηθεί; Και εκείνος πρώτη φορά το έβλεπε, αλλά το μόνο που ζητούσε ήταν να μην γίνει η Ωκεανία λίμνη αίματος, είτε αυτό ήταν αίμα ανθρώπων, είτε μεταλλάξεων. Δεν ήταν κάτι παράλογο.
   «Διαφωνώ. Η Αιμιλία είχε το θάρρος να ρωτήσει αυτό που δεν έχουμε ρωτήσει τους εαυτούς μας τόσο καιρό. Και εσύ  απλά, αντιδράς έτσι μόνο και μόνο επειδή δεν σ’ αρέσει η ερώτησή της»
   Άλλωστε πως θα μπορούσε ο Ορφέας να δεχτεί πως ένα σχέδιο που ετοιμαζόταν εδώ και μία δεκαετία από την συμμαχία θα μπορούσε να έχει τις απαίσιες επιπτώσεις που είχε σκεφτεί η Αιμιλία. Δεν ήταν εύκολο για κανέναν να το αποδεχτεί. Όλα αυτά τα χρόνια, κανένας δεν είχε εξετάσει τις κακές επιπτώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν μετά την επιτυχία του σχεδίου.
   «Έχει δίκιο σε πολλά. Ακόμα και εγώ έχω αρχίσει να αμφισβητώ τη στάση μας και μπορώ να σου εγγυηθώ πως αυτή η αμφισβήτηση δεν έχει σχέση με τα συναισθήματα μου για την Αιμιλία» Αναστέναξε. «Το μόνο που έκανα ήταν να προσπαθήσω να την καταλάβω»
   Τα μάτια του Δάκη καρφώθηκαν πάλι στο ουρανό. «Ίσως άμα ήσουν κοντά σε κάποιον άνθρωπο να ήταν πιο εύκολο και για εσένα να καταλάβεις»
   Τα δύο μαύρα μάτια που τον στοίχειωναν επανήλθαν στο μυαλό του Ορφέα.



Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου