Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

3 Νοε 2016

4 Κατακτώντας την Αγάπη (Κεφάλαιο 11)

Ο Ηλίας κατέβαινε τα σκαλιά του αεροπλάνου. Η ώρα ήταν λίγο μετά τις οχτώ. Ο καιρός ήταν καλός και είχε μία άνετη πτήση, χωρίς αναταράξεις και καθυστερήσεις. Με τη Μαρία στο Λονδίνο, τα πράγματα είχα εξελιχθεί πολύ καλύτερα από όσο τα περίμενε. Η Μαρία άκουσε την είδηση του χωρισμού τους με μεγάλο ενθουσιασμό και, λίγη ώρα αργότερα, σύστησε στον Ηλία τον Ντάνι, τον νέο της έρωτα όπως τον αποκαλούσε, που έβγαιναν εδώ και λίγο καιρό.
Αν και η έκπληξη  του ήταν μεγάλη, μπορεί στιγμιαία να ενοχλήθηκε κιόλας, μετά από αυτή τη γνωριμία πήρε το θάρρος να μιλήσει κι εκείνος στη Μαρία για την Αγάπη και της εξήγησε ότι αυτός ήταν ο λόγος που έκανε το ταξίδι τώρα και δεν περίμενε μέχρι τα Χριστούγεννα για να συζητήσουν για τον τερματισμό της σχέσης τους. Ήταν κεραυνοβόλα ερωτευμένος με την Αγάπη, αλλά τα χρόνια της γνωριμίας του με την Μαρία δεν του επέτρεπαν να εμπλακεί σοβαρά πρωτού ξεκαθαρίσει μαζί της. Οι δύο πρώην συμμαθητές, πρώην ερωτευμένοι, αλλά πάντα “σύντροφοι”, κατάλαβαν ότι είχαν μια δυνατή φιλία που θα τους συνέδεε για πάντα, κανένα όμως συναίσθημα που να κρατάει τον έναν δέσμιο της επιρροής του άλλου, οπότε έληξαν την ,από απόσταση εδώ και καιρό, σχέση τους πιο εύκολα και πιο φυσικά απ’ότι την είχαν αρχίσει κάποτε.
Εκτός από την χειραποσκευή του, ο Ηλίας, δεν είχε πάρει τίποτα άλλο μαζί του στο Λονδίνο, οπότε ήταν από τους πρώτους που βγήκαν στις αφίξεις. Η Μίνα, που καθόταν σε ένα μικρό καφέ ακριβώς απέναντι από την πύλη που θα έβγαινε ο Ηλίας, του έκανε νόημα ώστε να την δει, δεν σηκώθηκε όμως, περιμένοντας να πάει εκείνος να καθίσει μαζί της. Αν και προβληματισμένος απο την κίνηση της Μίνας, χάρηκε που βρήκε κάποιον να τον περιμένει και που θα είχε παρέα μέχρι το σπίτι, θα του έπαιρνε αρκετή ώρα με τη συγκοινωνία να επιστρέψει, και την χαιρέτισε μάλιστα μ’ένα φιλί στο μάγουλο, δείγμα μεγαλύτερης οικειότητας απ’ότι είχε συνηθίσει η Μίνα μέχρι τώρα.
Μετά τις πρώτες χαιρετούρες και τις κλασσικές ερωτήσεις για το ταξίδι,πήρε το λόγο πρώτος ο Ηλίας, αιφνιδιάζοντας ίσως τη Μίνα με την άνεση του.
̶    Λοιπόν; Τι με ήθελες; ρώτησε με μία άνεση που σχεδόν εξόργισε τη Μίνα.
̶    Να δω για πόσο καιρό ακόμα έχεις σκοπό να κοροϊδεύεις την Αγάπη!
̶   Να την κοροϊδεύω; Τι λες, Μίνα; Μίλα ξεκάθαρα!
̶  Η Αγάπη έμαθε για το ταξιδάκι σου στο Λονδίνο. Έμαθε και για τη Μαρία! Τη συνέχεια μπορείς να την φανταστείς...

Με αυτά τα λόγια η Μίνα κάρφωσε τα μάτια της στον Ηλία που, χάνοντας τη γη λες κάτω από τα πόδια του, έσκυψε το κεφάλι κρύβοντας το πρόσωπο του μέσα στις παλάμες του. Έμεινε έτσι για λίγα λεπτά, που στη Μίνα φάνηκαν πολλά, ώσπου εκείνη τον σκούντηξε λέγοντας του «Τι έγινε; Είσαι καλά;». Δύο στιγμές μετά, έχοντας ξανά την ψυχραιμία του ο Ηλίας, σήκωσε επιτέλους το κεφάλι και κατάφερε να μιλήσει.
̶   Αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Τώρα δεν πρόκειται να με συγχωρήσει. Δεν θα με πιστέψει. Και γιατί να με πιστέψει, άλλωστε; Κι εγώ τι να της πω; Έκανα ταξιδάκι στα κρυφά για να χωρίσω; Και θα με ρωτήσει, με το δίκιο της, γιατί δεν της το είπα. Να απαντήσω τι; Ποιος της το είπε; Από ποιον το έμαθε, ξέρουμε; Έτσι στα καλά καθούμενα γιατί να την πιάσει κάποιος να της μιλήσει; Αυτό έγινε με πρόθεση! Κάποιος προφανώς μας θέλει χώρια! ο Ηλίας παραληρούσε.
̶   Σε πρώτη φάση, κοίτα να ηρεμήσεις που κάνεις σαν έφηβη παιδούλα! Και εξήγησε μου σιγά σιγά τι έχει γίνει, για να δω αν θα σε βρίσω ή αν θα σε βοηθήσω!

Κάπως έτσι, σαν να συνήλθε ο Ηλίας και άρχισε να της εξηγεί πώς είχαν τα πράγματα. Θα έλεγε κανείς ότι, υπήρξε περισσότερο ειλικρινής με τη Μίνα από το αναμενόμενο. Δεν της έκρυψε ότι, ξεκινώντας την ιστορία με την Αγάπη, καθόλου δεν περίμενε την εξέλιξη που θα είχε, όσον αφορούσε το άτομο του τουλάχιστον. Της μίλησε για εκείνο το απόγευμα, το πρώτο τους απόγευμα στο σπίτι του φίλου του, και την καταλυτική σημασία που έπαιξε στην μεταστροφή των συναισθημάτων του. Της μίλησε και για τη Μαρία, τη μακροχρόνια φιλία τους, τη σχέση που ουσιαστικά είχε σβήσει από καιρό. Της μίλησε και για τη μυστικότητα που είχε επιδιώξει, για να μην πληγώσει καμία από τις δυο τους και για την παρορμητική απόφαση του να ταξιδέψει στο Λονδίνο και να ξεκαθαρίσει με τη Μαρία.
̶  Στο Λονδίνο, όλα εξελίχθηκαν καλύτερα απ’ότι μπορούσα να ελπίζω. Η Μαρία έχει ήδη προχωρήσει στη ζωή της, όπως κι εγώ. Ήθελα απλά να είμαι καθαρός, γιατί στην Αγάπη δεν αξίζει τίποτα λιγότερο. Με καταλαβαίνεις;
̶  Σε καταλαβαίνω. Μπορείς να ηρεμήσεις λίγο; Κοίτα, η αλήθεια είναι ότι δεν το πήρε καθόλου καλά και σίγουρα θα έχεις ένα θεματάκι με την εμπιστοσύνη της προς το άτομο σου. Αν όμως είσαι ειλικρινής απέναντι της και της εξηγήσεις πώς έχουν τα πράγματα, πιστεύω ότι με τον καιρό θα την κερδίσεις ξανά. Και για την ιστορία, δεν ήταν δολιοφθορά! Κανείς δεν θέλει να σας χωρίσει! Γυναικείο κουτσομπολιό ήταν, απλά σε λίγο άτυχη στιγμή.
̶    Μπορείς να μου πεις από ποια το έμαθε; Από καμιά φίλη της Μαρίας;
̶  Αυτό, αν θέλει, θα στο πει η Αγάπη. Εγώ μπορώ απλά να σε βεβαιώσω ότι δεν ήταν ηθελημένη πράξη. Πάμε τώρα σιγά σιγά γιατί έχουμε πάνω από μία ώρα ταξίδι μέχρι να φτάσουμε σπίτι. Και, κοίτα... Δεν θα την δεις απόψε. Αύριο το πρωί έλα με τα λουλούδια σου και τα σχετικά σου. Θα κοιτάξω να λείπω.
̶    Ό,τι πεις ρε Μίνα! Είσαι λεβεντιά!
̶    Όχι, Ηλία μου. Μαντρόσκυλο είμαι και , μάλιστα, από αυτά που δαγκώνουν! Το νου σου! Τη φίλη μου και τα μάτια σου!

Τελειώνοντας την κουβέντα τους, ξεκίνησαν για την αποβάθρα του μετρό. Θα πήγαιναν με το μετρό μέχρι το Σύνταγμα, κι από εκεί θα έπαιρναν το τρόλεϊ που θα τους άφηνε στην Πατησίων, μόλις δύο λεπτά απόσταση από το σπίτι με τα πόδια. Η διαδρομή μέχρι το σπίτι διήρκησε πάνω από μία ώρα. Μια ώρα στη διάρκεια της οποίας ο Ηλίας δεν σταμάτησε λεπτό να μιλάει στη Μίνα για την Αγάπη, γεγονός που αύξανε την πεποίθηση της Μίνας, ότι καλά έκανε και μίλησε μαζί του. Είχε σκοπό να τον βοηθήσει να τα βρει ξανά με την Αγάπη. Δεν ήξερε πόσο δύσκολο μπορεί να ήταν αυτό, καθώς η Αγάπη ήταν πολύ περισσότερο πεισματάρα απ’όσο έδειχνε. Αν έβαζε σκοπό να κρατήσει μούτρα, τότε θα έπαιρνε αρκετό καιρό στον Ηλία να την τουμπάρει. Του άξιζε όμως μια μικρή βοήθεια γιατί, αν και απερίσκεπτη η πράξη του, έγινε για καλό σκοπό.
Μπαίνοντας στο σπίτι η Μίνα, βρήκε την Αγάπη να κάθεται στον καναπέ βλέποντας μία ταινία στην τηλεόραση. Αφού την χαιρέτισε, μπήκε να κάνει ένα μπάνιο, πρωτού καθίσει μαζί της. Επιχείρησε μία-δύο φορές να της ανοίξει κουβέντα σχετικά με τον Ηλία, αλλά η Αγάπη γύριζε αμέσως την κουβέντα αλλού. Ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν θυμωμένη και δεν ήθελε να μιλήσει για αυτόν. Αποφάσισε, λοιπόν, να μην την πιέσει άλλο και να επιλέξει ένα πιο ασφαλές θέμα να συζητήσουν. Τυχόν πίεση από τη Μίνα σε αυτή τη φάση θα μπορούσε να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιθυμούσε. Αντί να ηρεμήσει η Αγάπη και να είναι ευνοϊκό το κλίμα για τον Ηλία, να μουλαρώσει χειρότερα η μικρή και να μην θέλει ούτε να τον δει. Άφησε την υπόλοιπη βραδιά να εξελιχθεί ήσυχα, οργανώνοντας ήδη στο μυαλό της το σχέδιο της για το πώς θα άφηνε μόνη την Αγάπη στο σπίτι το επόμενο πρωί.
Η Μίνα νόμιζε ότι τα είχε σχεδιάσει όλα! Έστειλε μήνυμα νωρίς νωρίς στην Άννα το επόμενο πρωί να πάνε για καφέ. Σε λιγότερο από ένα λεπτό είχε ήδη λάβει τη θετική απάντηση της Άννας, η οποία και της ζητούσε να πάνε οι δυο τους ώστε να μιλήσουν για κάτι που την απασχολούσε. Ενημέρωσε, λοιπόν, τον Ηλία με ένα ακόμα μήνυμα ότι σε λιγότερο από μία ώρα η Αγάπη θα βρίσκεται μόνη στο σπίτι, ώστε να έρθει να της μιλήσει, και ξεκίνησε να ετοιμάζεται. Σε λίγη ώρα ξεκινούσε να συναντήσει την Άννα, με το μυαλό της να αγωνιά και να σκέφτεται συνεχώς το τι θα γίνει στην επικείμενη συνάντηση. Ευχόταν όμως και ήλπιζε ότι το όλο εγχείρημα θα είχε θετική έκβαση.
Ο Ηλίας μάζεψε όλο του το θάρρος και, κρατώντας ένα γλαστράκι στα χέρια –το προτιμούσε από μια ανθοδέσμη- κι ένα αναμνηστικό από το Λονδίνο, χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου. Όλη του η έγνοια τη στιγμή εκείνη ήταν, αν στην Αγάπη αρέσει η γαρδένια που είχε επιλέξει, ή αν θα ήταν καλύτερα να είχε προτιμήσει την Αζαλέα. Γι’ αυτό ίσως δεν πρόσεξε αμέσως τη φιγούρα του άνδρα που του άνοιξε την πόρτα. Η φωνή του Γιώργου όμως γρήγορα τον επανέφερε.
̶     Μπορώ να σας βοηθήσω;
̶   Ε... Καλημέρα. Η Αγάπη δεν είναι εδώ; ρώτησε ο Ηλίας που ήταν φανερό ότι τα είχε χαμένα!
̶    Είναι στο μπάνιο. Περάστε.

Μπορεί ο Γιώργος να ήταν ευγενικός και τυπικός με τον Ηλία, η ματιά του όμως ήταν γεμάτη καχυποψία. Περισσότερο τον προβλημάτιζε το ότι αυτός ο άνδρας, του οποίου την ταυτότητα υποψιαζόταν, είχε ακούσει άλλωστε για τον Ηλία, είχε έρθει φορτωμένος με δώρα. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι, ανάμεσα στον Ηλία και την Αγάπη, υπήρχε κάτι παραπάνω από μια απλή φιλία. Όλα μέχρι τώρα, από την στάση της Αγάπης, τον τρόπο που μιλούσε για εκείνον, την αυξανόμενη προτίμηση που έδειχνε στην παρέα του, έδειχναν ότι σίγουρα της άρεσε. Παρ’όλα αυτά, μέχρι τώρα αρνούνταν να πιστέψει ο Γιώργος ότι, ενδεχομένως να είχε προχωρήσει το πράγμα και η Αγάπη να είχε ήδη δεσμό με τον Ηλία. Γιατί όμως να φανεί εκείνος πρωί πρωί, εντελώς απροειδοποίητα και μάλιστα κρατώντας λουλούδια; Το υποσυνείδητο του, του έλεγε ξεκάθαρα πως κάτι συνέβαινε, κι αυτό το κάτι δεν θα του άρεσε καθόλου. Επέλεξε όμως να μην πει τίποτα, περιμένοντας καρτερικά, όσο κι αν τον έκαιγε, τις εξελίξεις να του αποκαλύψουν την αλήθεια.
Βγαίνοντας η Αγάπη από το μπάνιο κατευθύνθηκε προς το σαλόνι, όπου είχε αφήσει το Γιώργο να την περιμένει, σίγουρη ότι θα αντίκρυζε και τη Μίνα που, πιθανόν, να είχε ξεχάσει κάτι και γι’αυτό είχε γυρίσει τόσο γρήγορα. Αντικρύζοντας τον Ηλία δίπλα στο Γιώργο, έμεινε σαν στήλη άλατος. Οι δύο νέοι, και διεκδικητές της καρδιάς της, ταυτόχρονα, λες και τους είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα, σηκώθηκαν όρθιοι μόλις εμφανίστηκε η Αγάπη, κι απέμειναν να την κοιτούν. Λίγες στιγμές αμηχανίας, λίγες στιγμές εξαιρετικά επώδυνες και για τους τρεις, για διαφορετικούς λόγους για τον καθένα. Πρώτος έσπασε τη σιωπή ο Ηλίας, καλημερίζοντας την Αγάπη. Μια καλημέρα μάλλον ερωτηματική, που όμως έδειχνε να μην αγγίζει ιδιαίτερα την Αγάπη. Τον καλημέρισε κι εκείνη, ψυχρά και αδιάφορα, και στράφηκε στο Γιώργο, συνεχίζοντας την μεταξύ τους κουβέντα από εκεί που την είχαν αφήσει πρωτού την διακόψουν οι βιολογικές της ανάγκες. Μία-δύο φορές επιχείρησε κάτι να πει ο Ηλίας, αλλά δεν έλαβε απόκριση από την Αγάπη. Δεν ήθελε και πολύ. Το μήνυμα το είχε λάβει. Χαιρέτισε ευγενικά, απολογήθηκε που είχε έρθει απρόσκλητος και, ρίχνωντας μία τελευταία παρακλητική ματιά στην Αγάπη που έπεσε κι αυτή σε τοίχο, αποχώρησε μόνος του. Με το άκουσμα της εξώπορτας που έκλεισε, η Αγάπη δεν άντεξε και ξέσπασε σε κλάματα.
̶  Αγάπη, τι συμβαίνει; Τι έχεις; Μίλα μου; ο Γιώργος ένιωθε την καρδιά του να σπαράζει βλέποντας έτσι την Αγάπη.
̶    Τίποτα. Είμαι καλά τώρα. Όλα καλά. Με συγχωρείς! Του απάντησε λίγο αργότερα η Αγάπη.
̶  Αν έτσι είναι τα καλά, δεν θέλω να σκέφτομαι πώς είναι τα άσχημα. Μίλησε μου, Αγάπη. Τι σου συμβαίνει;
̶   Ας πούμε ότι, ο συγκεκριμένος κύριος κι εγώ, είχαμε έρθει ¨κοντά¨ τώρα τελευταία, αλλά αυτό έληξε απότομα και άδοξα. Μόνο που εκείνος δεν το ξέρει ακόμα.
̶  Από τη συμπεριφορά σου απέναντι του, μάλλον το υποθέτει. Γιατί δεν μου ζήτησες να φύγω; Δεν θα υπήρχε πρόβλημα, αλήθεια, αν ήθελες να ξεκαθαρίσεις μαζί του.
̶   Όχι, δεν ένιωθα έτοιμη. Για την ακρίβεια χαίρομαι που ήσουν εδώ. Δεν τον περίμενα να έρθει, ειδικά έτσι, εντελώς απροειδοποίητα!

Με αυτά τα λόγια η Αγάπη, χωρίς να ξέρει ούτε κι η ίδια γιατί, χώθηκε στην αγκαλιά του Γιώργου που, όλη αυτήν την ώρα καθόταν δίπλα της. Της περνούσε από το μυαλό ότι, ίσως ο Γιώργος να παρερμήνευε την κίνηση της, αλλά είχε τεράστια ανάγκη μια αγκαλιά αυτή τη στιγμή. Μια αγκαλιά να της προσφέρει όλη την ηρεμία και την ασφάλεια που αποζητούσε. Μια αγκαλιά σαν... του Ηλία! Ξαφνικά πετάχτηκε όρθια. Ήθελε λες, να ξορκίσει μακριά τη σκέψη του, την τελευταία του ματιά, την γεμάτη θλίψη και μια σιωπηλή παράκληση. Ο Γιώργος έκανε μια κίνηση να πάει κοντά της, εκείνη όμως του έκανε νόημα να μην κουνηθεί και κλείστηκε κατ’ευθείαν στο μπάνιο.
Λίγη ώρα αργότερα, κι ενώ η Αγάπη παρέμενε κλεισμένη στο μπάνιο ενώ ο Γιώργος καθόταν σαν στήλη άλατος στον καναπέ, επέστρεψε η Μίνα από τον καφέ με την Άννα. Στην αρχή τρόμαξε από την όψη του Γιώργου, μαθαίνοντας όμως τα καθέκαστα, ανησύχησε ακόμα περισσότερο για την Αγάπη. Ξέρωντας ότι, το να κλείνεται στο μπάνιο ήταν η τελευταία της άμυνα, δεν μπορούσε να ελπίσει ότι η συνάντηση με τον Ηλία είχε πάει καλά. Κι ο Γιώργος; Τι δουλειά είχε εκεί ο Γιώργος; Φαινόταν κι εκείνος σε κακά χάλια. Η Μίνα τον ευχαρίστησε που φρόντισε να παρασταθεί στην Αγάπη και του συνέστησε να πάει κι εκείνος σπίτι. Θα τον ενημέρωνε αργότερα για την Αγάπη, αν και ήταν σίγουρη – ή τουλάχιστον έτσι έλεγε για να τον διώξει- ότι ,τώρα που είχε επιστρέψει εκείνη, θα κατάφερνε πολύ γρήγορα να ηρεμήσει την Αγάπη κι όλα καλά. Δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί περαιτέρω ο Γιώργος. Εκείνος υπάκουσε, αν και απρόθυμα, κι αφού έλαβε ξανά και ξανά διαβεβαιώσεις από τη Μίνα ότι θα τον ενημερώνει τακτικά, αποχώρησε.
Χωρίς να χτυπήσει την πόρτα, μπήκε στο μπάνιο. Αντικρίζοντας την Αγάπη στη γεμάτη μπανιέρα, ανάμεσα σ’ένα σύνεφο από σαπουνόφουσκες, με τα μάτια κλειστά, άθελα της έβγαλε μια κραυγή. Τότε τρομαγμένη πετάχτηκε κι η Αγάπη, αρπάζοντας γρήγορα μια πετσέτα να τυλιχτεί. Εντάξει, δεν ήταν και τόσο τραγικό που η Μίνα την είδε γυμνή, αλλά δεν θα έπιανε και κουβέντα μαζί της σε αυτήν την κατάσταση.
̶    Τι είναι; Τι σε έπιασε κι έβαλες τις φωνές; τη ρώτησε η Αγάπη φανερά τρομαγμένη.
̶     Μα καλά είσαι εντελώς αναίσθητη; Κοιμόσουν;
̶    Υποθέτω ότι, ναι. Πρέπει να με πήρε ο ύπνος.
̶   Κι εγώ πώς θες να το φανταστώ; Επιστρέφω και βρίσκω ένα Γιώργο κάτωχρο και μου λέει ότι είσαι κλεισμένη στο μπάνιο μια ώρα. Μπαίνω και σε βλέπω έτσι. Τι θες να σκεφτώ;
̶   Και τι πίστεψες; Ότι θα αυτοκτονήσω; Ε όχι! Πάει πολύ! Δεν θα χαραμίσω και τη ζωούλα μου για τον Ηλία!
̶    Δεν σε πιστεύω!

Η Μίνα βγαίνει από το μπάνιο φανερά εκνευρισμένη. Παίρνει μία μπύρα από το ψυγείο και πηγαίνει στο σαλόνι. Ανοίγει τηλεόραση, μήπως ξεχαστεί βλέποντας καμιά ταινία, αλλά τίποτα. Την ξανακλείνει με τα νεύρα της ακόμα να χτυπάνε κόκκινο. «Μίνα ηρέμησε... Δεν φταίει εκείνη άλλωστε. Τώρα σκοπός είναι να μάθεις τι έγινε και πως θα μπαλώσεις μια κατάσταση.» σκέφτεται και κλείνει τα μάτια προσπαθώντας να επιβληθεί στον εαυτό της και να ηρεμήσει. Σήμερα όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο! Η Άννα είχε αποφασίσει επιτέλους ότι, ήταν ώρα να εκδηλώσει τον έρωτα της για το Γιώργο και, είχε αναθέσει στη Μίνα να προετοιμάσει κατάλληλα το κλίμα για εκείνη. Να προετοιμάσει έναν Γιώργο που, το ήξερε καλά ότι έτρεφε αισθήματα για την Αγάπη. Έναν Γιώργο βαθύτατα κλονισμένο, τόσο λόγω της κατάστασης στην οποία είδε την Αγάπη σήμερα, όσο κι επειδή έμαθε για τη σχέση της με τον Ηλία. Η Αγάπη από την άλλη, για να παρατήσει σύξυλο τον Γιώργο και να κλειστεί στο μπάνιο, ήταν σε τραγικά άσχημη κατάσταση μετά που έφυγε ο Ηλίας. Τι και ποιον να πρωτοβοηθήσει και με ποιον να ασχοληθεί! «Μία μία οι εκκρεμότητες...» μονολόγησε την ώρα που έστελνε μήνυμα στο Γιώργο, για να πάψει να ανησυχεί.
Λίγο αργότερα, κάθεται κι η Αγάπη δίπλα της, φορώντας ακόμη το μπουρνούζι της και μια πετσέτα στα μαλλιά.
̶      Δεν θα ντυθείς;
̶     Ναι, σε λίγο.
̶     Για λέγε τώρα...
̶     Τι θες να σου πω;
̶     Όλα όσα αγνοώ, Αγάπη. Επιστρέφω σπίτι και βρίσκω έναν κάτωχρο Γιώργο μόνο του στο σαλόνι, μάλλον σε κατάσταση σοκ, κι εσένα να κοιμάσαι στη μπανιέρα που είχες πρώτα γεμίσει με νερό. Κάτι δεν πάει καλά, δεν συμφωνείς;
̶     Ήρθε από δω ο Ηλίας.
̶     Ωραία. Και;
̶     Δεν έχει και...
̶     Τι εννοείς; Δεν μιλήσατε; Τι σου είπε
̶      Δεν μου είπε και δεν του είπα τίποτα!
̶      Πόσο κάθισε; Τι συνέβη;
̶   Την ώρα που ήρθε ήμουν - ξανά – στο μπάνιο. Του άνοιξε ο Γιώργος. Εγώ να πω την αλήθεια πίστεψα ότι κάτι είχες ξεχάσει και γύρισες, ήρθε λίγη ώρα αφότου είχες φύγει. Ερχόμενη στο σαλόνι, λοιπόν, τους βρήκα να κάθονται παρέα, αμίλητοι κι οι δυο. Δεν έδωσα καμία σημασία στον Ηλία και συνέχισα να μιλάω με το Γιώργο. Ε... Λίγο μετά σηκώθηκε κι έφυγε. Μέτά δεν θυμάμαι και πολλά. Έκλαιγα, χώθηκα στην αγκαλιά του Γιώργου, αλλά σκέφτηκα μήπως το έπαιρνε αλλιώς και από τη ντροπή μου κλείστηκα στο μπάνιο. Πόση ώρα ήμουν εκεί μέσα δεν ξέρω να σου πω. Ξέρω μόνο ότι γέμισα τη μπανιέρα για να χαλαρώσω. Έλεγα ότι, αφού δεν άκουγα κανένα θόρυβο από μέσα, ο Γιώργος θα είχε φυγεί. Και μετά με ξύπνησες. Αυτά!

Η Μίνα την άκουγε και δεν μπορούσε να πιστέψει στ’αυτιά της! Ούτε για την τόσο κακή σύμπτωση να είναι κι ο Γιώργος εκεί, ούτε για την ψυχρότητα που μπόρεσε η Αγάπη να αντιμετωπίσει τον Ηλία! Όλα είχαν πάει τελείως στραβά! Κι ο Ηλίας δεν την είχε ενημερώσει. Πρέπει να ήταν κι αυτός τελείως σμπαράλια. Κοιτούσε κατάματα την Αγάπη που, όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, ήταν φανερό για εκείνη που την ήξερε τουλάχιστον ότι, υπέφερε. Τι να έκανε; Να της αποκάλυπτε η ίδια την αλήθεια; Ήθελε όμως να δώσει στον Ηλία την ευκαιρία να της μιλήσει ο ίδιος, να της ανοίξει την καρδιά του.  Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, που τα διλήμματα έδιναν κι έπαιρναν στο κεφάλι της, πρόσεξε επάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού μία γλάστρα κι ένα πακετάκι.
̶   Τι είναι αυτά;
̶    Τα είχα ξεχάσει αυτά. Τα κρατούσε ο Ηλίας όταν ήρθε.
̶     Σου έφερε δηλαδή λουλούδια και δώρο;
̶      Έτσι φαίνεται...
̶  Τι έτσι φαίνεται... Μην μου κάνεις εμένα τη σκληρή, δεν πιάνει. Καλά έκανες και κράτησες μούτρα, αφού έτσι ένιωθες, αλλά μην προσπαθείς να με πείσεις ότι δε σε νοιάζει. Εγώ σε ξέρω πιο καλά απ’τον καθένα!
̶      Ωραία, με νοιάζει! Τι θες να κάνω; φώναξε η Αγάπη.
̶    Σε πρώτη φάση, να ανοίξεις το δώρο να δούμε τι σου έφερε!
̶     Δεν είχα τέτοιο σκοπό!
̶     Και τι σκοπό είχες δηλαδή;
̶     Να του τα επιστρέψω! Και σύντομα μάλιστα!
̶     Αγάπη... Νομίζω πως πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι...

Η Αγάπη ήταν τώρα πιο μπερδεμένη από πριν. Η εξομολόγηση της Μίνας, για τη συνάντηση της με τον Ηλία που κράτησε μυστική, και όλη η εξιστόρηση των λεπτομερειών που είχε μάθει, σίγουρα ερχόταν να συμπληρώσει τα κενά, ολοκληρώνοντας το παζλ, δεν άλλαζε όμως την ουσία της υπόθεσης. Κι η ουσία ήταν ότι ο Ηλίας είχε σχέση, την οποία παρέλειψε ηθελημένα να της αναφέρει, και για κάποιο διάστημα, έστω και μικρό, ήταν τυπικά και με τις δύο. Μπορεί να επέλεξε να ξεκαθαρίσει με τη Μαρία όσο πιο σύντομα γινόταν, το γεγονός όμως ότι είχε κοροϊδέψει την Αγάπη δεν άλλαζε. Ούτε γινόταν μικρότερο το ψέμα επειδή περιβαλλόταν από το ειλικρινές του ενδιαφέρον για εκείνη. Κι η Μίνα; Τι έπρεπε να κάνει με τη Μίνα; Να την ευχαριστεί ή να θυμώσει και μαζί της; Όχι... Με τη Μίνα δεν μπορούσε να θυμώσει  επ' ουδενί λόγω! Μόνο να την αγαπήσει περισσότερο – αν γίνεται – απ’όσο ήδη την αγαπούσε μπορούσε. Η Μίνα κινήθηκε μόνο από ανιδιοτελές ενδιαφέρον και πραγματική αγάπη για τη φίλη της. Όμως ο Ηλίας ήταν άλλη περίπτωση. Δεν θα του το συγχωρούσε τόσο εύκολα! Την κοροϊδία δεν την θέλει ούτε ο Θεός! Δεν ήξερε καν ακόμα, αν μετά από όλο αυτό, θα μπορούσε να είναι ξανά μαζί του. Θα υπέκυπτε στις πιέσεις της Μίνας να τον συναντήσει και να μιλήσουν, χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα παραπάνω για την τύχη του κύριου Ηλία! Αυτή έμελλε να κριθεί στις λεπτομέρειες!



Αλεξία Λαμπροπούλου





4 σχόλια: