Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14 Νοε 2016

2 Κατακτώντας την Αγάπη (Κεφάλαιο 12)

Ο Ηλίας χτύπησε την πόρτα πίσω του φεύγοντας από το διαμέρισμα της Αγάπης. Η χειρότερη εκδοχή της συνάντησης του με την Αγάπη είχε πραγματοποιηθεί, με επιπλέον δωράκι από την κακή του τύχη την παρουσία εκείνου του Γιώργου, που έκανε την περιφρόνηση της Αγάπης να φαντάζει ακόμα πιο έντονη και την δική του αποτυχία να της μιλήσει ακόμη πιο παταγώδη! Κατέβηκε από τις σκάλες και βγήκε από την πολυκατοικία, σαν σίφουνας. Προτού το καταλάβει, και χωρίς να συνειδητοποιεί πώς έφτασε ως εκεί, βρέθηκε να τριγυρνάει στο Πεδίον του Άρεως καταλήγοντας στο ίδιο εκείνο παγκάκι που είχαν καθίσει ένα πρωινό πριν λίγες εβδομάδες με την Αγάπη. Πόσο διαφορετικά ήταν όλα τότε... Τότε ακόμα, η Αγάπη ήλπιζε να της δώσει σημασία, κι εκείνος απολάμβανε το ¨παιχνίδι¨ του. Γιατί σαν παιχνίδι ξεκίνησε όλο αυτό ανάμεσα σ’εκείνον και την Αγάπη. Ένα παιχνίδι του οποίου τους κανόνες όριζε εκείνος και, παρόλα αυτά, βρέθηκε να είναι κατά κράτος ο ηττημένος. Έπρεπε να ηρεμήσει τώρα. Έπρεπε να σκεφτεί την κάθε του κίνηση. Δεν ήταν διατεθειμένος να τα παρατήσει τόσο εύκολα. Θέλοντας και μη, η Αγάπη θα υποχρεωνόταν να τον συναναστραφεί στη σχολή. Είχαν και τα θέματα της οργάνωσης που, όταν τουλάχιστον θα υπήρχαν κι άλλοι σύντροφοι τριγύρω, θα έπρεπε να τον ακούσει χωρίς να αφήσει κάτι να γίνει αντιληπτό από όσα συμβαίνουν μεταξύ τους. Εκεί, πάντα με ειλικρίνεια και διακριτηκότητα, θα προσπαθούσε να ηρεμήσει λίγο τα πνεύματα, και να την πείσει να μιλήσουν λίγο οι δυο τους. Όσο κι αν ήταν αμφίβολο το αν και τι θα κατάφερνε, θα το προσπαθούσε!
Αρκετή ώρα αργότερα, απ’ότι διαπίστωσε κοιτώντας το ρολόι του, ξεκίνησε να επιστρέψει σπίτι. Βγαίνοντας από το πάρκο και κατευθυνόμενος προς τη στάση – δεύτερη φορά με τα πόδια δεν έβγαινε, θα έπαιρνε λεωφορείο  – πήρε το κινητό του στο χέρι, κι αφού έγραψε κι έσβησε μία δύο φορές το μήνυμα, μέχρι να αποφασίσει τι θα πει, τελικά αποφάσισε να στείλει μήνυμα στη Μίνα κι όχι στη Αγάπη. Της έγραψε μόνο δύο λόγια. «Όλα πήγαν σκατά!». Η απάντηση της ήρθε σε δευτερόλεπτα. «Το ξέρω. Της μίλησα. Θα σε ακούσει, όταν όμως νιώσει έτοιμη. Μην την πιέσεις. Θα σου στείλει εκείνη όταν είναι να βρεθείτε.» Ξαφνικά, λες και του είχες ανακοινώσει το πιο χαρμόσυνο νέο, ο Ηλίας αναθάρρησε! Πήρε τρομερή χαρά από το τόσο συγκρατημένο μήνυμα της Μίνας, περισσότερη από όση θα δικαιολογούσε το περιεχόμενο του, κι άρχισε ξανά να ελπίζει ότι η Αγάπη κι εκείνος, θα καταφέρουν στο τέλος όλης αυτής της παρεξήγησης να είναι μαζί!
Οι μέρες που ήρθαν τους έφερναν όλο και πιο συχνά στον ίδιο χώρο. Εκείνη ακριβώς την περίοδο, η κυβέρνηση ετοιμαζόταν να καταθέσει στη Βουλή προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο για μεταρρυθμίσεις σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Όλοι, μαθητές, φοιτητές, δάσκαλοι και καθηγητές, αντιδρούσαν με τις μεταρρυθμίσεις. Το εκπαιδευτικό σύστημα ξεκινούσε τη νέα χρονιά σε κατάσταση πλήρους παράλυσης. Οι σχολές, έκλειναν η μία μετά την άλλη. Οι συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων ψήφιζαν κατά πλειοψηφία ¨κατάληψη¨. Τα συλλαλητήρια ήταν πλέον στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα και πλήθος φοιτητών, οργανωμένοι σε νεολαίες κομμάτων και μη, όλοι μαζί ενωμένοι διαδήλωναν ζητώντας ενιαία δημόσια δωρεάν παιδεία! Το συλλαλητήριο της Πέμπτης, της κάθε Πέμπτης, είχε μετατραπεί σε μία γιορτή κι όλοι όσοι συμμετείχαν έκαναν τον γύρω του κέντρου, Πανεπιστημίου-Ομόνοια-Σταδίου-Σύνταγμα-Προπύλαια, να φαντάζει σαν το γύρο του θριάμβου.
Η Αγάπη είχε καταφέρει να συναναστρέφεται πλέον τον Ηλία, χωρίς να της δημιουργεί καμία ταραχή η παρουσία του. Ναι, είχε δεχτεί να βρεθούν και να μιλήσουν. Ναι, της είχε εξηγήσει και με το παραπάνω, τι είχε συμβεί και της είχε ζητήσει συγνώμη αμέτρητες φορές. Τον είχε συγχωρέσει εν μέρει, δεν μπορούσε όμως να είναι μαζί του. Εκείνος βέβαια επέμενε με κάθε ευκαιρία να της υπενθυμίζει το ενδιαφέρον του και να προσπαθεί να την πλησιάσει, εκείνης όμως τα αισθήματα είχαν παγώσει. Σίγουρα τον εκτιμούσε, σίγουρα τον θεωρούσε καλό παιδί, σίγουρα τον θαύμαζε ως καθοδηγητή στην οργάνωση, αλλά.... Κι αυτό το ¨αλλά¨ την κρατούσε από το να δεχτεί να είναι ξανά μαζί του. Της άρεσε, σαφώς και της άρεσε σαν άντρας. Μέχρι εκεί όμως. Ήταν ωραίος και καλό παιδί, αλλά για να τον έχει άλλη. Εκείνη είχε απεμπλακεί εντελώς συναισθηματικά. Κι εκείνος, μάλλον είχε αρχίσει να το αποδέχεται. Προσπαθούσε να την πλησιάσει, αλλά με λιγότερη θέρμη απ’ότι τον πρώτο καιρό. Είχε πάντα εκείνη τη μελαγχολία στο βλέμμα, αλλά έδειχνε να αποδέχεται, αργά και σταθερά, τις συνέπειες των ενεργειών του. Αυτός ο έρωτας, όσο γρήγορα και δυνατά είχε φουντώσει στην αρχή, τόσο γρήγορα και άδοξα έληξε στο τέλος.
Οι μέρες που περνούσαν ήταν στην κυριολεξία ασφυκτικά γεμάτες για την Αγάπη. Θεωρίες, εργαστήρια, εξορμήσεις με το υλικό της οργάνωσης τόσο στη σχολή όσο και σε σταθμούς του ηλεκτρικού και του μετρό, συναντήσεις με συντρόφους και μη, ατέρμονες συζητήσεις. Οι διαλεκτικές και ρητορικές ικανότητες της άνθιζαν με γοργούς ρυθμούς! Είχε ήδη αποκτήσει έναν ικανοποιητικό κύκλο επιρροής ανάμεσα στους συμφοιτητές του έτους της, που συνεχώς μεγάλωνε. Σε κάθε γενική συνέλευση, σε κάθε πορεία, έφερνε όλο και περισσότερα άτομα μαζί της. Αυτή, η μικρή και ντροπαλή, είχε αρχίσει να ξεχωρίζει ως το νεό ανερχόμενο αστέρι στην οργάνωση. Ο Ηλίας την καμάρωνε, ανέβαιναν κι οι δικές του ¨μετοχές¨ άλλωστε, επιβεβαιώνοντας την επιλογή του να την εντάξει. Η μικρή είχε αποδειχθεί πολύ θαρραλέα. Ούτε τα επεισόδια, που είχαν αρχίσει να ακολουθούν μετά το πέρας κάθε συλλαλητηρίου, έδειχναν να την τρομάζουν. Θύμωνε με τους αντιεξουσιαστές, μία φορά μάλιστα τόλμησε να φωνάξει σε έναν βλέποντας τον να σπάει την τζαμαρία ενός καταστήματος. Ευτυχώς για εκείνη, ο Ηλίας και ορισμένοι άλλοι, πρόλαβαν να μπουν μπροστά της, σχηματίζοντας μια ανθρώπινη ασπίδα απέναντι στην άνανδρη επίθεση που επιχείρησε απέναντι της ο κουκουλοφόρος. Οι βόμβες μολότοφ, οι φωτιές στους κάδους, τα θραύσματα από μάρμαρο που εκτοξεύονταν από εκείνη την ύπουλη, άνανδρη μάζα, που θεωρούσαν τους εαυτούς τους αντιεξουσιαστές, τα δακρυγόνα που αφειδώς προσέφεραν οι δυνάμεις των ΜΑΤ ως απάντηση και που, δεν δίσταζαν να τα πετούν προς τα ειρηνικά διαμαρτυρόμενα πλήθη, όλα αυτά που άλλους θα τους τρομοκρατούσαν, την Αγάπη λες και την πείσμωναν. Δεν φοβόταν ξαφνικά κανέναν και τίποτα. Δεν πτοήθηκε ούτε όταν, όπως έμαθε σε ένα τηλεφώνημα της μητέρας της, ο πατέρας της την είδε στην τηλεόραση και εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκεια του για τις πράξεις της. Ούτε τότε.
Όλα έδειχναν να παίρνουν σιγά σιγά το δρόμο τους στη ζωή της Αγάπης. Στη σχολή και στην οργάνωση σημείωνε διαρκή πρόοδο, είχε ξεπεράσει την ιστορία με τον Ηλία και περνούσε όμορφα με τους λιγοστούς φίλους, πέραν της Μίνας, που είχε αποκτήσει τον τελευταίο καιρό. Η Ιωάννα ήταν η καθημερινή της συντροφιά στη σχολή, είχαν δέσει πολύ καλά οι δυο τους, και την συμπαθούσε εξίσου κι η Μίνα. Η Άννα μάλλον είχε απομακρυνθεί, αλλά ο Γιώργος διατηρούσε σχεδόν καθημερινή επαφή με την Αγάπη. Αν και διακριτικά, είχε αρχίσει δειλά δειλά να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για την Αγάπη. Εκείνη, αν και κολακευμένη, κι ενώ της άρεσε τόσο σαν άνδρας αλλά και σαν χαρακτήρας ο Γιώργος, για έναν παράξενο λόγο δεν έκανε κάποια κίνηση ώστε να τον ενθαρρύνει. Κάτι μέσα της την κράταγε από το να εμπλακεί μαζί του. Ένα ανεξήγητο προαίσθημα, που η Μίνα το απέδιδε σε δειλία εκείνη όμως σε ένστικτο, δεν την άφηνε να απολαύσει τις περιποιήσεις του και να του δώσει χώρο να προχωρήσει. Αντιθέτως, πάντα ευγενικά, κοιτούσε να μην του δίνει περιθώρια να ελπίσει παραπάνω. Πλησίαζαν άλλωστε και οι διακοπές των Χριστουγέννων και, είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί την απόσταση προς όφελος της. Στο διάστημα που δεν θα έβλεπε τόσο συχνά το Γιώργο, θα προσπαθούσε να καταλάβει αν νιώθει τίποτα για εκείνον, πέρα από κολακευμένη. Κατά βάθος ήλπιζε ότι, κι εκείνος θα είχε το χρόνο να κατασταλάξει και ίσως να συνειδητοποιούσε ότι του ήταν περισσότερο σημαντική ως φίλη παρά ως υποψήφια κοπέλα του. Ίσως πάλι και όχι. Ίσως απλά η απόσταση να έκανε και τους δύο να καταλάβουν πόσο σημαντικός είναι ο ένας για τον άλλο και τότε, γυρνώντας η Αγάπη με το νέο έτος, να ήταν πλέον μαζί. Ήθελε να είναι σίγουρη πριν κάνει κάποιο βήμα κι όχι να βιαστεί, όπως με τον Ηλία. Το πάθημα της είχε γίνει μάθημα και τις συνέπειες είχε να αντιμετωπίσει πλέον ο Γιώργος!
Την ηρεμία και τα σχέδια της ήρθε ένα πρωινό Σαββάτου να ταράξει ένα τηλεφώνημα του αδερφού της Νικόλα. Η Αγάπη δεν πίστευε στα μάτια της όταν, πιάνοντας το κινητό της που χτυπούσε, διάβασε το όνομα του στην οθόνη. Αμέσως το στομάχι της έγινε κόμπος κι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Τόσους μήνες που ήταν στην Αθήνα, δεν την είχε πάρει ούτε ένα τηλέφωνο. Τώρα τι ήταν αυτό; Με κομμένη σχεδόν την ανάσα από την αγωνία, κατάφερε εντέλει να απαντήσει.
̶    Εμπρός; Νικόλα;
̶     Γεια σου Αγάπη.
̶    Τι έγινε; Πες μου ότι όλα είναι καλά, σε παρακαλώ!
̶    Αγάπη... Δεν ξέρω...
̶    Τι δεν ξέρεις, Νικόλα; Μίλησε μου επιτέλους!
̶    Να... Η μαμά έφυγε το πρωί. Μάλλον έρχεται σε σένα.
̶    Έτσι ξαφνικά; Δεν μου είπε τίποτα στο τηλέφωνο όταν μιλήσαμε πριν δυο μέρες.
̶     Μάλωσαν με τον μπαμπά εχθές πάλι.
̶     Για μένα;
̶   Όχι, εσύ δεν αναφέρθηκες καθόλου. Απ’ότι πήρε το αυτί μου, κάτι τον άκουσε να λέει στο τηλέφωνο κι έγινε έξαλλη. Και πρωί πρωί, μάζεψε λίγα πράγματα κι έφυγε. Του έχει αφήσει κι ένα σημείωμα στο κρεβάτι τους επάνω.
̶     Το διάβασες;
̶   Λέει μόνο ότι φεύγει λίγες μέρες να σκεφτεί και να μην την πάρει τηλέφωνο. Τίποτα άλλο. Ελπίζω ότι θα έρθει σε εσένα. Πάρ’την κι εσύ κανένα τηλέφωνο.
̶    Ναι... Εννοείται! Θα την πάρω, δήθεν για να δω τι κάνετε.
̶    Και, Αγάπη... Μόλις μάθεις νέα της στείλε μου ένα μήνυμα. Φαινόταν πολύ στεναχωρημένη. Ανησυχώ!
̶    Έχεις το λόγο μου, θα σου στείλω! Να προσέχεις τον μικρό.

Η Αγάπη έκλεισε το τηλέφωνο κι έμεινε να κοιτάζει το κενό. Ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν κι έπεσε με φόρα στον καναπέ που, ευτυχώς, βρισκόταν αρκετά κοντά. Τι είχε συμβεί πάλι; Ξαφνικά άρχισαν να πλημμυρίζουν το κεφάλι της εικόνες από τα παιδικά της χρόνια, που είχε κρύψει καλά στο υποσυνείδητο της. Θυμόταν τους ατελείωτους καβγάδες, που ποτέ δεν είδε με τα μάτια της, αλλά πάντα άκουγε από το δωμάτιο της. Φωνές, βρισιές, φασαρία, γδούποι διαφόρων ηχητικών αποχρώσεων. Κι όταν, μετά από ώρα, τολμούσε να βγει από το δωμάτιο, αντίκρυζε σχεδόν πάντα την ίδια κατάσταση. Η μαμά στο δωμάτιο μόνη της να κλαίει και, σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού το χάος. Σπασμένα πιάτα, καρέκλες, λαμπατέρ, την άλλη φορά μια πόρτα ξεχαρβαλωμένη από την κάσα. Ορισμένες φορές αυτοί οι καβγάδες, εκτός από σημάδια στην ψυχή της μητέρας της, άφηναν σημάδια και στο σώμα της. Τότε η Αγάπη, τα έβαζε με τον εαυτό της που φοβήθηκε να βγει απο το δωμάτιο. Πάντοτε κοιτούσε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της μαμάς της κι έλεγε στον εαυτό της ότι, την επόμενη φορά, θα κάνει κάτι να τον σταματήσει. Κάθε επόμενη φορά όμως, την έβρισκε εξίσου φοβισμένη πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της.
Το μυαλό της έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Οι σκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Η ταραχή της ήταν μεγάλη μα, η ανησυχία της για το πού βρισκόταν η μητέρα της, ακόμα μεγαλύτερη. Ήθελε να την πάρει τηλέφωνο αλλά, πώς να της κρυφτεί; Πώς να ξεγελάσει το μητρικό ένστικτο και να υποκριθεί ότι πήρε απλά για μια καλημέρα; Κρατούσε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια κι έτρεμε. Αγωνία, φόβος, ένταση, όλα μαζί και το καθένα χώρια. Ο Νικόλας είχε πει ότι δεν τσακώθηκαν για εκείνη, αλλά δεν μπορούσε να ξέρει τι ήταν αυτό που είχε ακούσει η μητέρα τους κι υπήρξε η αφορμή για όσα ακολούθησαν. Ένα προαίσθημα άσχημο είχε ριζώσει μέσα της και δεν την άφηνε να ηρεμήσει. Πέρασε έτσι αρκετή ώρα πρωτού, θεωρώντας ότι είχε ανακτήσει την ψυχραιμία της, τολμήσει να πάρει εντέλει τηλέφωνο τη μητέρα της και , φυσικά, όλη αυτή η ψυχραιμία εξανεμίστηκε στιγμιαία μόλις την άκουσε στην άλλη άκρη της γραμμής.
̶     Μαμά; Πού είσαι; Είσαι καλά;
̶      Μια χαρά είμαι κοριτσάκι μου. Γιατί ακούγεσαι έτσι ταραγμένη;
̶      Ξέρω ότι έφυγες από το σπίτι. Πού βρίσκεσαι, μαμά; Πες μου σε παρακαλώ, ανησυχώ!
̶      Μάλιστα... Μίλησες με τον πατέρα σου;
̶     Όχι, μαμά, ο Νικόλας με πήρε. Ανησυχεί κι εκείνος. Νόμιζε ότι θα σε βρει σε εμένα, γι’αυτό με πήρε.
̶  Αγάπη, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε. Είμαι μια χαρά. Ούτε εγκατέλειψα για πάντα το σπίτι μου. Απλά είχα ανάγκη λίγες μέρες να ηρεμήσω.
̶     Ωραία, το δέχομαι αυτό. Πότε φτάνεις;
̶     Να φτάσω πού;
̶     Στην Αθήνα. Έρχεσαι με το αεροπλάνο, έτσι; Τι ώρα να σε περιμένω στο αεροδρόμιο;
̶    Αγάπη... Δεν θα έρθω στην Αθήνα. Ναι, δεν βρίσκομαι στην Κρήτη, αλλά ούτε στην Αθήνα είχα σκοπό να έρθω.
̶     Τότε πού;
̶   Μου δίνεις το λόγο σου ότι θα μείνει μεταξύ μας; Δεν θέλω ούτε ο Νικόλας ούτε κανείς άλλος να μάθει που βρίσκομαι. Μάλιστα θα τους πω ότι είμαι Αθήνα, αλλά ότι θα μείνω σε μία παιδική μου φίλη, ώστε να μην έρθεις κι εσύ σε δύσκολη θέση.
̶     Πρέπει να τρομάζω;
̶  Όχι, γλυκιά μου. Να μην τρομάζεις καθόλου. Βρίσκομαι ήδη στη Θεσσαλονίκη. Δεν θα καθίσω πολύ. Μεθαύριο το πρωί πετάω για πίσω. Δυο μερούλες μόνο. Το έχω πολλή ανάγκη. Θα δω και μια παλιά μου φίλη που έχω χρόνια να δω.
̶    Θα μου πεις τι συνέβη;
̶    Όχι ακόμα. Όταν έρθει η ώρα θα τα μάθεις όλα. Σου λέω μόνο ότι, από δω και μπρος, πολλά θα αλλάξουν!
̶    Ωραία! Τώρα εσύ με καθησύχασες δηλαδή, για να καταλάβω!

Το κελαρυστό, εγκάρδιο γέλιο της μητέρας της έφτασε στα αυτιά της Αγάπης σαν βάλσαμο. Αν και, στην ουσία δεν ήξερε τι είχε συμβεί, παρόλα αυτά την είχε ακούσει. Ήξερε ότι ήταν καλά και της είχε ακουστεί ήρεμη. Κάτι μέσα της, της έλεγε ότι δεν έπρεπε να εφησυχάζεται αλλά, για την ώρα τουλάχιστον, μπορούσε να ηρεμήσει και να ειδοποιήσει και το Νικόλα, ώστε να πάψει κι εκείνος να ανησυχεί. Έπρεπε βέβαια να του πει ένα μικρό ψέμα, αλλά θα το έκανε για χάρη της μητέρας της. Σίγουρα είχε έναν πολύ σοβαρό λόγο να θέλει να κρατήσει μυστικό τον προορισμό της. Την χαιρέτισε αφού της απέσπασε την υπόσχεση ότι θα την παίρνει κανένα τηλέφωνο όσο είναι στη Θεσσαλονίκη, ώστε να είναι κι η Αγάπη ήρεμη. Κλείνοντας με τη μητέρα της, έστειλε ένα μήνυμα στο Νικόλα. Του έλεγε ότι η μαμά είναι καλά, στην Αθήνα, σε μια φίλη της, κι ότι θα βρισκόντουσαν αργότερα. Προτίμησε το μήνυμα για να μην προδωθεί το ψέμα της και να μην την πιάσει ο Νικόλας αδιάβαστη ξεκινώντας ερωτήσεις τις οποίες ενδεχομένως να αδυνατούσε να απαντήσει.
Για αρκετές ώρες η Αγάπη σκεφτόταν συνεχώς τα ίδια και τα ίδια. Τι θα μπορούσε να έχει ακούσει η μητέρα της στο τηλέφωνο που, να είναι τόσο σοβαρό ώστε, όχι μόνο να καβγαδίσει με τον πατέρα της αλλά, το αμέσως επόμενο πρωί, να πάρει μια βαλίτσα και να φύγει; Εντάξει, μόνο δυο μέρες θα έλλειπε, αλλά και πάλι. Ήθελε, λέει, λίγο χρόνο μόνη της. Να ηρεμήσει, να σκεφτεί. Τι να σκεφτεί; Και, γιατί στη Θεσσαλονίκη; Τι δουλειά είχε εκεί; Ήξερε η Αγάπη ότι, τα πρώτα χρόνια του γάμου τους οι γονείς της, τα είχαν περάσει στη συμπρωτεύουσα. Υπηρέτησε ο πατέρας της τέσσερα χρόνια σ’ένα στρατόπεδο στη Θεσσαλονίκη, όταν ακόμα είχε μικρό αξίωμα. Από τη στιγμή που πήρε μετάθεση από εκεί και μετά, ουδεμία σχέση είχαν πλέον με τη Θεσσαλονίκη οικογενειακώς. Δεν πήγαν ποτέ ξανά εκεί σαν οικογένεια. Ίσως... Θυμόταν αχνά κάποια ταξίδια του πατέρα της εκεί, μία-δύο φορές, που όμως δεν διήρκησαν πάνω από δύο μέρες. Πώς βρέθηκε τώρα εκεί αυτή η ¨φίλη¨ της; Ποια φίλη ήταν αυτή, που δεν της είχε μιλήσει ποτέ η μητέρας της για εκείνη, ούτε μπορούσε να θυμηθεί να έχει κάποια επικοινωνία μαζί της όλα αυτά τα χρόνια; Κάτι δεν της κολλούσε. Οι εξηγήσεις της μητέρας της είχαν σοβαρά κενά, τα οποία θα έπρεπε να καλύψει και μάλιστα σύντομα! Είχε προσφέρει αφειδώς και χωρίς καν να το σκεφτεί την εχεμύθια της, θα απαιτούσε όμως απαντήσεις στα ερωτήματα που σωρηδόν κατέκληζαν το μυαλό της το ένα μετά το άλλο. Ήταν τόσα αυτά που ήθελε να τη ρωτήσει που, μπήκε στον πειρασμό να τα γράψει, ώστε να μην ξεχάσει τίποτα. Το πιο πιθανό ήταν άλλωστε, να μην μπορέσει να κάνει αυτήν την συζήτηση μαζί της πριν βρεθεί η ίδια στην Κρήτη. Από το τηλέφωνο θα ήταν πολύ δύσκολο να την στριμώξει όσο θα ήθελε και, ενδεχομένως, να έφερνε δικαιολογία ότι κάποιος είναι κοντά της και δεν μπορεί να μιλήσει. Ήταν, λοιπόν, αναγκαίο κακό να περιμένει μέχρις ώτου βρεθούν από κοντά για να δωθούν απαντήσεις στα ερωτήματα της.

Σηκώθηκε από τον καναπέ και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της. Κάτι έπρεπε να κάνει ώστε να καταφέρει να αποσπάσει το μυαλό της από τις σκέψεις που, αδυνατώντας να δώσει απαντήσεις, απλά την βασάνιζαν. Ανοίγωντας την ντουλάπα της, που όπως πάντα ήταν τέλεια οργανωμένη και τα ρούχα έμοιαζαν, έτσι στοιβαγμένα όπως ήταν, σαν φαντάροι σε σχηματισμό (μα καλά, πώς της ήρθε αυτή η παρομοίωση τώρα;), είδε μία μικρή κουτίτσα με πράγματα που της είχαν στείλει από την Κρήτη, που δεν την είχε ανήξει ακόμα. Η κούτα έλεγε απ’έξω «ενθύμια» κι η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερε, ακόμα κι αν την άδειαζε, που θα τα τοποθετούσε. Αποφάσισε παρ’αυτά να την ανοίξει και να τα χαζέψει για να ξεχαστεί. Μέσα είχε πολλά αντικείμενα της παιδικής της ηλικίας που της έφεραν αυθόρμητα πολλές τρυφερές αναμνήσεις κι ένα χαμόγελο στα χείλη. Είδε ένα ένα όλα τα σχολικά ενθύμια από την κάθε τάξη του δημοτικού, παρατηρώντας πώς άλλαζε αυτή και οι εκάστοτε συμμαθητές της χρόνο με το χρόνο. Βρήκε αλληλογραφίες, με γράμματα που συνήθιζαν να στέλνουν με τις φίλες της η μία στην άλλη, τοποθετώντας πάντα κρυφά το γράμμα στην τσάντα της φίλης της. Κι η χαρά της ήταν τεράστια όταν ανακάλυπτε αντίστοιχους φακέλους στην δική της τσάντα! Στην κούτα βρισκόταν και το παιδικό της λεύκωμα, γεμάτο από τα στοιχάκια που της είχαν γράψει όλες οι συμμαθήτριες με χρωματιστά στυλό! Και, κάτω κάτω, ένα ασημί σημειωματάριο, με υπέροχα ανάγλυφα σχηματισμένα τριαντάφυλλα, κι ένα λουκέτο να το κρατάει κλειστό. Έμοιαζε με ημερολόγιο, όμως δεν το θυμόταν. Πρέπει να είχε μπει κατά λάθος αυτό στην κούτα με τα δικά της ενθύμια! Ήταν σίγουρα ημερολόγιο, δεν είχε όμως το κλειδί του για να το ανοίξει. Υπέθετε ότι ανήκε στην μητέρα της και, γιατί να κρυφτεί από τον εαυτό της, είχε πολύ μεγάλη περιέργεια να δει τι έγραφε μέσα. Πολύ πιθανόν ήταν από τα παιδικά ή τα εφηβικά της χρόνια. Το παρατηρούσε για λίγη ώρα και, μια ακατανόητη, μια έντονη επιθυμία να το ανοίξει την κυρίευε. Δεν θα έλεγε βέβαια στη μητέρα της ότι το διάβασε, αν κατάφερνε στο τέλος να το διαβάσει, για να μην την φέρει σε δύσκολη θέση.Πρώτα όμως έπρεπε να βρει τον τρόπο να το ανοίξει!



Αλεξία Λαμπροπούλου

2 σχόλια: