Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24 Νοε 2016

6 Κατακτώντας την Αγάπη (Κεφάλαιο 13)

Χαλκίδα, Σεπτέμβριος 1981


Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Από σήμερα θα είσαι η μοναδική και καλύτερη μου φίλη. Έχω πολλή ανάγκη μια φίλη.Η μέχρι χθες παιδική, επιστήθια φίλη μου, η Ελένη, παντρεύτηκε κι έφυγε με τον σύζυγο της για την Αμερική. Είπε θα μου γράφει... Ας το ελπίσουμε...
Αποφάσισα, αν και σε ηλικία που δεν δικαιολογεί τέτοια παιδιάστικα πράγματα όπως το ημερολόγιο, κλείνω τα 19 τον άλλο μήνα, να προσποιηθώ ότι η Ελένη υπάρχει ακόμα στη ζωή μου.
Αυτό το σημειωματάριο, λοιπόν, θα περιλαμβάνει όλες τις επιστολές μου προς εκείνη, με όσα θέλω και θα θελήσω στο μέλλον να της πω. Θα συνεχίσω το ταξίδι της φιλίας μας σαν να μην τελείωσε ποτέ.





19 Οκτωβρίου 1981

Αγαπημένη μου Ελένη, γεια σου.
Έμαθα χθες από τη μάνα σου, ότι εγκαταστάθηκες στο νέο σου σπίτι, κι είσαι μια χαρά. Το εύχομαι Ελένη μου. Εύχομαι να είσαι ευτυχισμένη με τον άντρα που διάλεξες. Εσύ τουλάχιστον τον διάλεξες... Ας μην σε μπερδεύω όμως. Ας τα πάρω από την αρχή. Έχω πολλά νέα να σου πω, άλλωστε.
Χθες, όπως ξέρεις, ήταν τα γενέθλια μου. Ο πατέρας, όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος που έκλεινα τα 19, έκανε τραπέζι στο σπίτι. Η μάνα μου μαγείρευε δύο μέρες, είχε και τη δική σου να την βοηθάει. Εγώ τις έβλεπα και απορούσα με τις τόσες ετοιμασίες. Εμένα με είχαν βάλει να φρεσκάρω τα καλά σερβίτσια και να γυαλίσω τα ασημικά.Όταν κάποια στιγμή, τόλμησα να πω ότι μου φαίνονταν υπερβολικές οι ετοιμασίες, μου είπαν με νόημα ότι φέτος στα γενέθλια μου θα έχουμε κάποια ξεχωριστά άτομα. Δεν έδωσα και πολλή σημασία. Τον ξέρεις τον πατέρα μου. Αν μπορούσε θα καλούσε ολόκληρη τη Χαλκίδα.
Το πρωί των γενεθλίων μου, με ξύπνησε η μάνα μου φανερά συγκινημένη και μου πρόσφερε ένα όμορφο βελουτέ κουτί κόκκινου χρώματος. Σαν το άνοιξα, σάστισα!Δεν είχα δει ποτέ στο παρελθόν τόσο όμορφα κοσμήματα. Το κουτί είχε μέσα ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια, σαν τριαντάφυλλα, που στο κέντρο του το κάθε τριαντάφυλλο είχε ένα λευκό μαργαριτάρι, ένα ασορτί μαργαριταρένιο κολιέ με χρυσό κούμπωμα, και μία υπέροχη σκαλιστή καρφίτσα, χρυσή κι αυτή. Μου είπε ότι ήταν δώρα της γιαγιάς μου, για την πιο σημαντική μέρα της ζωής μου. Εκείνη την ώρα δεν κατάλαβα γιατί τα δέκατα ένατα γενέθλια μου ήταν τόσο σημαντικά, την αγκάλιασα όμως και την ευχαρίστησα με δάκρυα χαράς να τρέχουν στα μάγουλα μου.
Ολόκληρο το πρωινό το είχα στη διάθεση μου για να ετοιμαστώ. Μου είχαν απαγορεύσει ρητά να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο πέραν του καλλωπισμού μου. Το τραπέζι θα γινόταν το μεσημέρι, κι όλα θα τα ετοίμαζαν οι μανάδες μας. Εγώ, από τη στιγμή που ετοιμάστηκα και μετά, ήμουν δίπλα στον πατέρα μου που, για κάποιο περίεργο λόγο, φαινόταν εξίσου συγκινημένος και δεν με άφηνε στγμή να απομακρυνθώ από δίπλα του.Ακόμα και το νερό, στο χέρι μου το έφερναν.Όλα αυτά δεν μου άρεσαν. Δεν τα καταλάβαινα και δεν είχα μάθει ποτέ να με υπηρετούν με τέτοιο τρόπο. Εντάξει, σαν μοναχοπαίδι είμαι χαϊδεμένο, αλλά όχι να μου φέρνουν και το νερό στο χέρι. Δεν ένιωθα όμορφα με όλα αυτά.
Από τη μία και μετά, άρχισαν σιγά σιγά να καταφθάνουν στο σπίτι οι καλεσμένοι. Τελικά περιμέναμε πολύ κόσμο, είχαν δίκιο οι μανάδες μας. Σύσσωμοι οι συγγενείς, κι από τα δύο σόγια, γείτονες, φίλοι του πατέρα, και μια οικογένεια που δεν την ήξερα, μου ευχήθηκαν όμως με περισσή ευγένεια και εγκαρδιότητα και θεώρησα ότι μάλλον ήταν κι αυτοί δικοί μας άνθρωποι. Δεν ήταν, έμελλε όμως να γίνουν όπως έμαθα στη συνέχεια.
Το δώρο που μου επιφύλασσε ο πατέρας μου, δεν θα μπορούσα να το διανοηθώ ούτε στα χειρότερα όνειρα μου. Ανήμερα των γενεθλίων μου, πρωτού δώσει την άδεια για να ξεκινήσουμε να τρώμε, σήκωσε το ποτήρι του ψηλά σε πρόποση κι ανακοίνωσε τους αρραβώνες μου. Εκείνη η οικογένεια, ήταν η οικογένεια του γαμπρού που, εν αγνοία μου, είχε ζητήσει το χέρι μου από τον πατέρα μου, εκείνος είχε δώσει τη συγκατάθεση του κι εμένα πλέον μου ανακοίνωναν στεγνά όσα είχαν αποφασίσει για εμένα, χωρίς καν να με ρωτήσουν. Το καταλαβαίνεις Ελένη μου; Με παντρεύουν σε δύο Κυριακές. Αυτό ήταν.
Τον μέλλοντα σύζυγό μου, λοιπόν, τον λένε Χαράλαμπο Κυριακίδη. Είναι στρατιωτικός, βαθμό μη με ρωτήσεις, δεν τον συγκράτησα. Το μόνο που συγκράτησα, κι από τότε δυσκολεύομαι να συγκρατήσω τα δάκρυα μου, είναι ότι την επαύριο του γάμου μας, φεύγουμε για τον Βόλο. Μέχρι τώρα ήταν στο δικό μας στρατόπεδο, εδώ στη Χαλκίδα, κι έτσι με είδε και με διάλεξε για γυναίκα του. Τώρα όμως πήρε μετάθεση και, τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου μας, θα ζήσουμε στο Βόλο. Μετά, ένας Θεός ξέρεις πού θα τον στείλουν και θα σέρνει κι εμένα μαζί.
Λυπάμαι, Ελένη μου. Λυπάμαι βαθιά! Δεν είναι άσχημος ο Χαράλαμπος, ούτε φαίνεται κακός άνθρωπος. Με περνάει βέβαια δέκα χρόνια, αλλά αυτό λένε δεν είναι πρόβλημα. Λυπάμαι όμως γιατί, πρέπει να αφιερώσω τη ζωή μου σ’έναν άνθρωπο, στον οποίον ποτέ δεν αφιέρωσα την καρδιά μου. Μπορεί με τον καιρό να τον αγαπήσω, όπως λέει η μάνα μου, μπορεί να με αγαπήσει κι εκείνος, ή ακόμα και να με αγαπάει ήδη. Εγώ όμως δεν θα έχω ποτέ στη ζωή μου την ευκαιρία να χαρίσω σε κάποιον την καρδιά μου. Δεν θα ξενυχτίσω αναστενάζοντας στην σκέψη του καλού μου, ούτε θα σκιρτήσει μέσα μου ο έρωτας. Όλα αυτά, τα τόσο μοναδικά συναισθήματα για την καρδιά κάθε γυναίκας, αυτά που σε παραλύουν και σε κάνουν να θες να αφιερωθείς ,ψυχή και σώμα, στον εκλεκτό της καρδιάς σου, εγώ δεν θα τα νιώσω, δεν θα τα ζήσω ποτέ.
Κάπου εδώ θα σε αφήσω Ελένη μου, με την ευχή και την ελπίδα να είσαι πραγματικά ευτυχισμένη εκεί που βρίσκεσαι, κι Θεός να μας αξιώσει να ανταμώσουμε ξανά!


Η Αγάπη, μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα της, έκλεισε το ημερολόγιο της μητέρας της, αφήνοντας τον εαυτό της να ξεσπάσει όλη την ένταση που είχε μαζευτεί και που, διεισδύοντας στον ψυχισμό της μητέρας της, έγινε ακόμα μεγαλύτερη, καταλήγοντας σε έναν ποταμό δακρύων. Ένιωθε τόσο έντονα την λύπη της μητέρας της όταν έγραφε ότι δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει τον έρωτα. Ένιωθε το πόσο ανήμπορη είχε αισθανθεί, την αδυναμία της να αντιδράσει έστω και στο ελάχιστο απέναντι στα προτετελεσμένα σχέδια των άλλων για το μέλλον της, για τη ζωή της. Ο πατέρας της, που η ίδια υπεραγαπούσε και που, κι εκείνος της είχε τρομερή αδυναμία μέχρι τη στιγμή που έκλεισε τα μάτια του, αυτός ο ίδιος άνθρωπος την είχε καταδικάσει σε μια ζωή, αν όχι άσχημη, τότε απλά μέτρια. Όσο καλός και να αποδεικνυόταν ο Χαράλαμπος στο μέλλον, γεγονός που δεν μπορούσε κανείς να προσυπογράψει εξαρχής, ποτέ δεν θα μπορούσε να αποζητάει ή να ελπίσει στην απόλυτη συζυγική ευτυχία η κόρη του. Κι αυτό γιατί, ακόμα και πετυχημένος, ο γάμος της θα αποτελούσε εξαρχής έναν συμβιβασμό. Κι εκείνη, η τόσο ευάλωτη κι ευαίσθητη νεαρή τότε κοπέλα, εξαναγκάστηκε να συμβιβαστεί ακολουθώντας μια μοίρα που άλλοι διάλεξαν για εκείνη.
Σκούπισε τα μάτια της κι έβαλε το ημερολόγιο ξανά πίσω στην ντουλάπα της. Ίσως δεν ήταν και τόσο καλή η ιδέα της να το ανοίξει. Είχε καταφέρει με μεγάλη ευκολία να χαλάσει το παλιό λουκετάκι, ήταν της πλάκας άλλωστε. Θα το αντικαθιστούσε οπωσδήποτε, για να μην αντιληφθεί κάτι η μητέρα της αν αναζητούσε κάποια στιγμή το ημερολόγιο της. Είχε αποφασίσει να μην της εξομολογηθεί ότι το διάβασε, για να μην την φέρει σε δύσκολη θέση, πεποίθηση που γινόταν πιο έντονη μετά τα όσα είχε διαβάσει. Ποια μάνα θα ήθελε άλλωστε να διαβάσει το παιδί της ότι οι γονείς του δεν αγαπήθηκαν, όχι στην αρχή τουλάχιστον, κι ότι ο γάμος από τον οποίο προέκυψε, ήταν καταναγκασμός; Άσε που, με τα λίγα που είχε διαβάσει μέχρι τώρα η Αγάπη, φοβόταν για το τι μπορεί να διάβαζε στη συνέχεια, καθώς και τα συναισθήματα που θα της προξενούσαν τυχόν περιγραφές.
Πάντα είχε έναν ιδιαίτερο δέσιμο με τη μητέρα της η Αγάπη. Όση απόρριψη λάμβανε από τον πατέρα της, τόσο ξεχωριστή την έκανε να νιώθει η μαμά της. Λες και προσπαθούσε να την αγαπάει και να την φροντίζει αρκετά ώστε να καλύπτει τα κενά που άφηναν οι συμπεριφορές του συζύγου της. Η μονάκριβη κόρη της, ήταν λες ότι πολυτιμότερο είχε, και την φρόντιζε σαν να ήταν το μεγαλύτερο δώρο που της είχε χαρίσει η ζωή! Τα αγόρια της σαφώς τα αγαπούσε, τόσο το Νικόλα όσο και τον Φίλιππο. Μεταξύ τους, δεν τους ξεχώριζε, ξεχώριζε όμως λιγάκι την Αγάπη, γεγονός που ορισμένες φορές γινόταν αντιληπτό είτε από τον μεγάλο της γιο είτε από τον άντρα της, με δυσάρεστες πάντοτε συνέπειες για την Αγάπη. Ο πατέρας της Αγάπης, παρέμενε εξίσου απόμακρος από την κόρη του και , όσο περνούσαν τα χρόνια, η κατάσταση μάλλον γινόταν χειρότερη, με μικρές μόνο αναλαμπές καλοσύνης προς το πρόσωπο της. Οι κόντρες, όμως, με το Νικόλα, ευτυχώς είχαν σβήσει από καιρό και, αν και δεν έγιναν ποτέ φίλοι κολλητοί μεταξύ τους, μπορούσαν τουλάχιστον τα αδέρφια να συνυπάρχουν ειρηνικά και να μην δημιουργούνται εντάσεις στις σχέσεις τους.
Τις μέρες που ακολούθησαν, όσο κι αν το ήθελε η Αγάπη, δεν είχε βρει χρόνο να διαβάσει ξανά το ημερολόγιο της μητέρας της. Είχε φροντίσει να αντικαταστήσει το λουκετάκι μ’ένα παρόμοιο και είχε κρύψει τα κλειδιά στη μπιζουτιέρα της. Κάθε πρωί, έλεγε στον εαυτό της ότι το βράδυ θα διάβαζε λίγο και κάθε βράδυ η κούραση την κυρίευε και την έπαιρνε ο ύπνος χωρίς να μπορέσει να διαβάσει. Οι μέρες της ήταν εξαιρετικά φορτωμένες. Πολλές ώρες ημερησίως στην περιφρούρηση της κατάληψης, νύχτα δεν έμενε εκείνη ποτέ στη σχολή, κι ατελείωτες συναντήσεις με συντρόφους και άτομα της επιρροής της. Η γενική συνέλευση της Τρίτης ήταν τρομερά σημαντική. Έπρεπε να διατηρηθεί η κατάληψη, ώστε να μπορέσουν να συμμετέχουν στο πανελλαδικό φοιτητικό συλλαλητήριο της ερχόμενης Πέμπτης. Ήταν το τελευταίο, η τελευταία Πέμπτη, πριν το κλείσιμο των σχολών για τις διακοπές των Χριστουγέννων και αναμενόταν ως το μαζικότερο των τελευταίων μηνών.
Με την εντατική, συλλογική δουλειά όλων των μελών της οργάνωσης, η γενική συνέλευση κερδίθηκε με μεγάλη διαφορά κι έτσι, η κατάληψη θα συνεχιζόταν τουλάχιστον μέχρι το πέρας των χριστουγεννιάτικων διακοπών, τον ερχόμενο Ιανουάριο. Η Πέμπτη έφτασε πρωτού το καταλάβουν και πλήθος φοιτητών από όλη την Ελλάδα, που είχαν έρθει οργανωμένα στην Αθήνα με πούλμαν, κατέκλεισε το κέντρο της Αθήνας. Ποτέ στα χρονικά του φοιτητικού κινήματος η πρωτεύουσα δεν είχε δεχθεί συλλαλητήριο τέτοιου μεγέθους. Τα πρώτα μπλοκ της πορείας προσέγγιζαν ήδη το Σύνταγμα όταν τα τελευταία, ένα εξ’αυτών ήταν και το μπλοκ των ΤΕΦΑΑ, εκκινούσαν από τα Προπύλαια. Η Αγάπη ήταν φανερά ανήσυχη. Δεν της άρεσε που βρίσκονταν στην ουρά, σχεδόν τελευταίοι της πορείας. Η κρατική προπαγάνδα και η επιχείρηση υποβάθμισης και καταστολής του φοιτητικού κινήματος έδειχναν τεράστια έξαρση τις τελευταίες εβδομάδες. Πλήθος αντιεξουσιαστών, που φαινόταν ότι υποκινούνταν από τον κρατικό μηχανισμό, κάθε εβδομάδα προξενούσαν όλο και πιο βίαια επεισόδια. Φυσική συνέπεια όλων αυτών ήταν οι οδομαχίες με τα ΜΑΤ και το πλήθος χημικών που, εντελώς καταλάθος, έπληταν πάντα τα ειρηνικά πλήθη κι οι αντιεξουσιαστές δρούσαν ανενόχλητοι και ασύλληπτοι.
Το μεγαλύτερο μέρος της πορείας κατάφερε να περάσει από το Σύνταγμα και να ολοκληρώσει τη διαμαρτυρία του ήσυχα και ειρηνικά. Λίγο πριν περάσουν, όμως, τα τελευταία μπλοκ, εντελώς ξαφνικά και άκρως οργανωμένα, κατάφεραν να κατακλύσουν την πλατεία Συντάγματος και τους γύρω δρόμους, περνώντας κυριολεκτικά κάτω από την μύτη των δυνάμεων των ΜΑΤ, εκατοντάδες κουκουλοφόροι. Μέσα σε δευτερόλεπτα όλη η γύρω περιοχή είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Οι κουκουλοφόροι έβαζαν φωτιές στους κάδους, εκσφενδόνιζαν βόμβες μολότωφ τόσο προς τους αστυνομικούς όσο και προς τους διαδηλωτές, έσπαγαν κομμάτια μάρμαρο από τις σκάλες και τα περβάζια της πλατείας χρησιμοποιώντας βαριοπούλες και τα πετούσαν αδιάκριτα προς το πλήθος, με μόνο και φανερό σκοπό να διαλύσουν τη διαδήλωση και να τρομοκρατήσουν τους διαδηλωτές.
«Δεν σκορπάμε! Προχωράμε όλοι μαζί, συντεταγμένα! Αν μας διαλύσουν κινδυνεύουμε περισσότερο!» ούρλιαζε στην κυριολεξία ο οδηγός του μπλοκ των ΤΕΦΑΑ. Ο πανικός τους είχε φανερά κυριεύσει όλους. Προχωρούσαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, σχεδόν τρέχοντας, προσέχοντας να μην σπάσουν τις ανθρώπινες αλυσίδες που τους κρατούσαν συντεταγμένους. Δεξιά και αριστερά του μπλοκ, οι άντρες είχαν σχηματίσει αλυσίδα περιφρούρησης, περικλείοντας τις κοπέλες, ώστε να μην κινδυνεύσουν και να μην καταφέρουν αναρχικοί να εισχωρήσουν στο μπλοκ τους. Τα χημικά έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Μετά βίας έβλεπαν από τους καπνούς. Όταν πια το μπλοκ είχε σχεδόν περάσει το Σύνταγμα και βρίσκονταν στις αρχές της Πανεπιστημίου, μία ομάδα κουκουλοφόρων, υποχωρώντας από το πλάι της πλατείας που βρισκόντουσαν λες και είχαν πάρει εντολή, επιτέθηκαν κατά του μπλοκ των ΤΕΦΑΑ, που εντέλει ήταν το τελευταίο της μεγαλειώδους πορείας που είχε προηγηθεί. Άλλοι με ρόπαλα, άλλοι με σημαίες κι άλλοι με μάρμαρα, ρίχτηκαν εναντίων των απροστάτευτων φοιτητών. Πολλοί  από τους άντρες της περιφρούρησης χτυπήθηκαν άσχημα. Ανοιγμένα κεφάλια, σπασμένα χέρια, άνθρωποι να τρέχουν αιμόφυρτοι να γλιτώσουν από το μένος εκείνης της άνανδρης ομάδας ανθρωποειδών, που ρίχτηκαν θαρρείς να τους σκοτώσουν. Ο Ηλίας, κρατώντας ένα πανί, πιέζοντας με δύναμη το φρύδι του που είχε σκιστεί κι έτρεχε το αίμα ποτάμι, έψαχνε απεγνωσμένα, διακινδυνεύοντας να πάθει πολύ χειρότερα. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι, όλα τα άτομα του μπλοκ, είχαν καταφέρει να απομακρυνθούν από την, χωρίς υπερβολές, εμπόλεμη ζώνη της πλατείας Συντάγματος. Και τότε, μέσα στους καπνούς και την ταραχή, την είδε. Η Αγάπη βρισκόταν πεσμένη στην άσφαλτο. Από το κεφάλι της έτρεχε αίμα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξε κοντά της. Βάζοντας το σώμα του για να την προφυλάξει, προσπαθούσε να την τραβήξει από εκεί που, όπως φαινόταν, από λεπτό σε λεπτό θα ξεσπούσε ακόμα μία μάχη μεταξύ των αναρχικών και των δυνάμεων των ΜΑΤ. Δύο αστυνομικοί, αψηφώντας τον κίνδυνο, τους πλησίασαν και τους τράβηξαν πίσω από την διμοιρία, δίπλα στην μπλε κλούβα που βρισκόταν κάθετα παραταγμένη στις αρχές της Βασιλίσσης Σοφίας. Το μόνο που πρόλαβε να δει ο Ηλίας, πρωτού χάσει κι εκείνος τις αισθήσεις του, ήταν ένα κίτρινο ασθενοφόρο να πλησιάζει.
Την ίδια εκείνη ώρα που, το Σύνταγμα καιγόταν και διαλυόταν στα χέρια των αντιεξουσιαστών, όλα τα κανάλια της τηλεόρασης μετέδειδαν ζωντανά τις εικόνες του πολέμου που μαινόταν, ενός πολέμου του νόμου με τον ορισμό της παρανομίας. Κάποιος εικονολήπτης, τραβώντας εικόνες από μία κοντινή ταράτσα, εστίασε στην πεσμένη στην άσφαλτο κοπέλα. Ο δημοσιογράφος μετέδειδε τις λεπτομέρειες περιγράφοντας τις εικόνες που εξελίσσονταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τότε, έκανε κοντινό η κάμερα, καταφέρνοντας να δείξει σχεδόν καθαρά το πρόσωπο της λιπόθυμης, αιμόφυρτης Αγάπης. Ολόκληρη η Ελλάδα παρακολουθούσε παγωμένη τις προσπάθειες διάσωσης της νεαρής κοπέλας που, αν δεν κατάφερναν να την απομακρύνουν έγκαιρα ήταν σίγουρο ότι θα έχανε τη ζωή της.

Εκείνη την ώρα, η κυρία Δέσποινα Κυριακίδου, βρισκόταν στο σπίτι της κι έκανε τις καθημερινές της δουλειές περιμένοντας τον μικρό της γιο, τον Φίλιππο, να επιστρέψει από το σχολείο. Σηκώνοντας το τηλέφωνο που χτύπησε, δεν κατάλαβε το ύφος του άντρα της όταν της είπε «Άνοιξε την τηλεόραση να δεις την κόρη σου.» και της έκλεισε το τηλέφωνο. Εντάξει, τον ενοχλούσε που η Αγάπη έτρεχε στις πορείες. Μπορεί να την είχε πάρει η κάμερα κατά τη διάρκεια της πορείας. Ήταν αυτός λόγος να ενοχληθεί τόσο; Άνοιξε παρ’όλα αυτά την τηλεόραση και αντικρύζοντας τις εικόνες που μετέδιδαν ζωντανά στους δέκτες η καρδιά της σφίχτηκε. Έπειτα, είδε μια κοπέλα πεσμένη στην άσφαλτο, έναν νεαρό να προσπαθεί να την τραβήξει και δύο αστυνομικούς να σπεύδουν να τους βοηθήσουν. Κι ύστερα... Ύστερα η κάμερα έκανε κοντινό στο πρόσωπο της κοπέλας. Κι εκείνη τη στιγμή όλα σκοτείνιασαν. Έχασε τον κόσμο. Το μόνο που μπόρεσε να ψελλίσει ήταν «Το παιδί μου...».


Αλεξία Λαμπροπούλου

6 σχόλια:

  1. Κι αυτή η φαλλοκρατία...19 χρόνων το έρμο το κοριτσάκι το καταδίκασαν σε έναν κανονισμενο γάμο απλά και μόνο επειδή άρεσε του τυπα!Ήμαρτον!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κι αυτή η φαλλοκρατία...19 χρόνων το έρμο το κοριτσάκι το καταδίκασαν σε έναν κανονισμενο γάμο απλά και μόνο επειδή άρεσε του τυπα!Ήμαρτον!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. υπέροχη γραφή και το τέλος του κεφαλαίου συγκινητικό! αχ τι τραβάνε οι μάνες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ'ευχαριστώ πολύ κοριτσάκι μου! Μπορώ να πω ότι είμαι περήφανη γι'αυτό το κεφάλαιο!!!

      Διαγραφή