Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Νοε 2016

3 Κατακτώντας την Αγάπη (Κεφάλαιο 14)

Ήταν μόλις λίγες μέρες μετά από εκείνη τη μαύρη Πέμπτη. Μια Πέμπτη που θα έμενε χαραγμένη στο μυαλό όλων για πολύ καιρό. Δεκάδες άτομα είχαν τραυματιστεί κατά τη διάρκεια του πανελλαδικού συλλαλητηρίου, τα περισσότερα όμως ελαφρά. Ο Ηλίας, ξαπλωμένος σ’ένα κρεβάτι νοσοκομείου, άνοιξε με δυσκολία τα μάτια του. Προσπαθούσε να καθαρίσει το βλέμμα του, που ήταν θολό, και να καταλάβει πού βρίσκεται. Το πρώτο που αντίκρισε, ήταν το δακρυσμένο πρόσωπο της μητέρας του. Από τα μάτια της φαινόταν ότι πρέπει να είχαν τρέξει πολλά δάκρυα, τα συγκεκριμένα όμως ήταν από χαρά καθώς τα συνόδευε ένα πλατύ χαμόγελο.
Ανήμερα των Χριστουγέννων, έγινε το θαύμα που καρτερούσε κι ο κανακάρης της ανέκτησε τις αισθήσεις του! Είχε πλέον λόγο να γιορτάζει! Ο Ηλίας ένιωθε τρομερά αδύναμος. Έκανε μία κίνηση να σηκωθεί, μα η νοσοκόμα που μόλις είχε μπει στο δωμάτιο τον απέτρεψε.  « Η Αγάπη; Πώς είναι η Αγάπη;» κατάφερε να ψελλίσει. Η νοσοκόμα, αν και τον άκουσε, δεν του έδωσε κάποια απάντηση. Η εξάντληση που ένιωθε τον κατέβαλε ξανά καθώς την κοιτούσε να βγαίνει από το δωμάτιο. Ήθελε να ρωτήσει ξανά, να φωνάξει. Δεν τα κατάφερε όμως. Παραδόθηκε ξανά στον λήθαργο των τελευταίων ημερών.
Δύο ορόφους πιο πάνω, στο σαλονάκι αναμονής του κοινού, καθόταν μια γυναίκα με βλέμα απλανές. Ήταν η κυρία Δέσποινα. Από την Πέμπτη το βράδυ που είχε φτάσει στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν η κόρη της, δεν είχε φύγει στιγμή. Μάταια προσπαθούσαν η Μίνα και ο Γιώργος να την πείσουν ότι έπρεπε να πάει να ξεκουραστεί λίγο. Καθόταν συνεχώς εκεί, περιμένοντας με αγωνία τα δύο επισκεπτήρια, από ένα τέταρτο της ώρας το καθένα, στη μονάδα εντατικής θεραπείας που βρισκόταν η Αγάπη. Η κατάσταση της, αν και δεν φαινόταν να διατρέχει κίνδυνο πλέον η ζωή της, ήταν ακόμα πολύ σοβαρή. Το χτύπημα στο κεφάλι, το αίμα που είχε χάσει και η μεγάλη ποσότητα χημικών και μαύρου καπνού που είχε εισπνεύσει, είχαν υπάρξει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για τον οργανισμό της. Είχε ένα μικρό αιμάτωμα στο κεφάλι, που ήλπιζαν οι γιατροί ότι θα απορροφηθεί μόνο του. Αυτό που αδυνατούσαν να εγγυηθούν, ήταν το αν αυτό το κοκτέιλ αρνητικών παραγόντων, θα άφηνε κατάλοιπα στον οργανισμό της αποχωρώντας. Κατάλειπα που θα μπορούσαν να είναι από μία απλή ευαισθησία στους πνεύμονες, τύπου άσθματος, έως πολύ σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες λόγω του αιματώματος.
Οι μέρες περνούσαν αμείλικτες, χωρίς εξελίξεις στην κατάσταση της Αγάπης. Η μητέρα της ξημεροβραδιαζόταν στο σαλονάκι αναμονής των επισκεπτών, πότε μόνη της και πότε με τη συντροφιά κάποιου από τους φίλους της Αγάπης. Η Μίνα ειδικά, δεν περνούσε μέρα που να μην βρεθεί δίπλα στην κυρία Δέσποινα και στην Αγάπη. Καμιά φορά μάλιστα, η κυρία Δέσποινα της χάριζε λίγο από το χρόνο του επισκεπτηρίου, κι ας έβλεπε εκείνη την κόρη της λιγότερο. Ο Γιώργος, ερχόταν κι εκείνος σχεδόν καθημερινά και, πάντα έφερνε κάτι στην κυρία Δέσποινα να φάει ή να πιει. Το ενδιαφέρον του, που σαφώς πήγαζε από το ενδιαφέρον του για την κόρη της, την είχε συγκινήσει βαθιά! Έρχονταν και ορισμένοι ακόμα, αλλά μόνο τον Γιώργο και τη Μίνα θυμόταν η ίδια. Οι άλλοι την άφηναν μάλλον  αδιάφορη. Αυτός ο Γιώργος όμως της είχε τραβήξει την προσοχή. Ήταν πολύ σοβαρό κι ευγενικό παιδί και ,όπως πίστευε η κυρία Δέσποινα, αγαπούσε την κόρη της. Έτσι, πήρε την απόφαση ένα απόγευμα να του ανοίξει κουβέντα. Τόσες μέρες που της έκανε συντροφιά και την φρόντιζε, εκείνη παρέμενε μόνο στα τυπικά. Είχε έρθει η ώρα, πίστευε, να του δείξει λίγη ευγένεια και οικειότητα και η ίδια!
Εκείνο το απόγευμα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, είχε έρθει ο Γιώργος μόνος του να κρατήσει συντροφιά στην κυρία Δέσποινα νωρίς, κι αργότερα θα ερχόταν η Μίνα, που είχε σκοπό να καθίσει όλο το βράδυ παρέα με την κυρία Δέσποινα. Τότε ήταν που, πάνω στην κουβέντα, άρχισε να μαθαίνει κάποια πράγματα παραπάνω η κυρία Δέσποινα για το Γιώργο. Έμαθε για την καταγωγή του απο τη Θεσσαλονίκη, για τον μάγειρα πατέρα του, για τις σπάνιες επισκέψεις τους στην συμπρωτεύουσα, για τον μακαρίτη το θείο Νικήτα. Ο Γιώργος, για έναν ανεξήγητο λόγο, είχε νιώσει τόσο οικεία με τη μαμά της Αγάπης που, της είχε ανοίξει την καρδιά του και της είχε παρουσιάσει την μέχρι τότε ζωή του, χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Ούτε τον παραξένευαν οι τόσες ερωτήσεις που του έκανε εκείνη, ούτε η έκφραση της που αμέσως άλλαξε όταν ο ίδιος αναφέρθηκε στο θείο που δεν γνώρισε. Ήταν λογικό άλλωστε, να συγκινηθεί. Ο οποιοσδήποτε άκουγε μια τέτοια ιστορία δεν μπορούσε παρά να συγκινηθεί.
Η ώρα στο ρολόι χτύπησε εφτά όταν, τη συζήτηση τους διέκοψε μια αναταραχή. Γιατροί και νοσοκόμες, έμπαιναν κι έβγαιναν στην ΜΕΘ σαν τρελοί. Άκουγαν μηχανήματα να βουίζουν κι ανθρώπους να μιλάνε δυνατά. Μέσα στο σούσουρο και την ταραχή, η κυρία Δέσποινα νόμισε ότι άκουσε ένα όνομα, «Κυριακίδη». Ξαφνικά, ένιωσε το αίμα στις φλέβες της να παγώνει. Πλησίασε στην πόρτα ασφαλείας της μονάδας και κοίταξε από το γυάλινο παράθυρο στο διάδρομο που οδηγούσε στα δωμάτια των ασθενών. Είδε δύο νοσοκόμες, σε κατάσταση πανικού, να τρέχουν μεταφέροντας έναν απινιδωτή και να μπαίνουν στον θάλαμο που νοσηλευόταν η Αγάπη. Τις κοιτούσε όλο αγωνία κι ευχόταν μέσα από την ψυχή της, να μην προορίζεται αυτό το μηχάνημα για το παιδί της. Σε λίγο, η μία από τις νοσοκόμες βγήκε από το δωμάτιο και, βλέπονταν την να βρίσκεται ακόμα στο τζάμι και την κοιτάζει, μ’ένα βλέμμα που ζητούσε μόνο μια απάντηση, χαμήλωσε το βλέμμα κι έφυγε. Αυτό ήταν. Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Η σκοτοδίνη που ένιωσε την κατέβαλε κι ένα δευτερόλεπτο αργότερα βρισκόταν πεσμένη στο κρύο πάτωμα του νοσοκομείου.
Την ίδια εκείνη ώρα, τις ίδιες στιγμές, λίγο πιο εκεί, σ’ένα θάλαμο της μονάδας εντατικής θεραπείας, οι γιατροί και οι νοσοκόμες της βάρδιας έδιναν μάχη με τον χρόνο. Μάχη για να κρατήσουν την Αγάπη στη ζωή. Η καρδιά της, είχε σε μια στιγμή σταματήσει και μάχονταν να την επαναφέρουν μέσα στα όρια χρόνου που τους παρέχονταν. Μια στιγμή έβρισκαν σφυγμό, την αμέσως επόμενη τον έχαναν ξανά. «Μην το βάζεις κάτω!» της φώναζε ο γιατρός. «Δεν θα σε αφήσω να μου πεθάνεις! Όχι στη δική μου βάρδια!». Η ένταση του απινιδωτή ανέβαινε σε κάθε νέα προσπάθεια. Ο χρόνος έτρεχε νερό, κι όμως για την Αγάπη είχε σταματήσει ο χρόνος. Κοιτούσε γύρω της, το όμορφο τοπίο, ένα λιβάδι γεμάτο υπέροχα, ευωδιαστά λουλούδια. Δεν είχε δει ποτέ ξανά τέτοια ομορφιά. Ούτε είχε μυρίσει τέτοια αρώματα. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, της άρεσε όμως τόσο που, ένιωθε ότι θα μπορούσε να μείνει εκεί για πάντα. Ξαφνικά, την πλησίασε ένας άνδρας. Ένας όμορφος άνδρας με στολή που δήλωνε ότι είναι στρατιωτικός. Της χαμογέλασε, κι εκείνη ένιωσε λες και τον ήξερε! «Δεν είναι ακόμα η ώρα για σένα. Γύρνα και φρόντισε να μάθει όλος ο κόσμος την αλήθεια. Λύτρωσε με!». Μετά σκοτάδι, κι ένας πόνος. Η Αγάπη ξαφνικά ένιωθε σαν να ήταν βουτηγμένη σε μία θάλασσα και πάλευε να βρεθεί στην επιφάνεια να γεμίσει τα πνευμόνια της με αέρα. Ένας δυνατός πόνος ακόμα και πήρε ανάσα! Το μηχάνημα έδειχνε πλήρη επαναφορά καρδιακού παλμού, όλοι άρχισαν να ζητοκραυγάζουν και να σφίγγουν το χέρι στο γιατρό. Τα είχε καταφέρει! Κι η έκπληξη όλων ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν η ασθενής άνοιξε τα μάτια! Για λίγα δευτερόλεπτα μόνο και μετά αποκοιμήθηκε ξανά. Σημασία είχε μόνο ότι δεν τη είχαν χάσει! Από εδώ και μπρος όλα έδειχναν ότι βάδιζε προς την ανάρρωση.
Βγαίνοντας ο γιατρός από την ΜΕΘ, αντίκρισε την κυρία Δέσποινα που, συντετριμμένη, τον πλησίασε έτοιμη να ακούσει το χειρότερο. Η ανακούφιση που ένιωσε, συνοδευόμενη από αμέτρητα δάκρυα που ανάβλυζαν δίχως να μπορεί να τα ελέγξει, ήταν απερίγραπτη όταν άκουσε το γιατρό να της λέει ότι η Αγάπη, όχι μόνο ήταν ζωντανή, αλλά είχε ανοίξει και τα μάτια! Το επόμενο κιόλας πρωί μπορούσε να βγει από τη μονάδα εντατικής θεραπείας και να μεταφερθεί σε κανονικό θάλαμο! Ποιος θα περίμενε τέτοια ανείπωτη χαρά όταν, λίγα μόλις λεπτά νωρίτερα, θρηνούσε το παιδί της; Ένιωσε ευτυχία ανάλογη μ’εκείνη που είχε νιώσει όταν την έφερε στον κόσμο. Για εκείνη, ήταν λες και η κόρη της είχε ξαναγεννηθεί! Τα πυροτεχνήματα άλλωστε, που ξαφνικά φώτισαν τον ουρανό, εκτός από τη αλλαγή του χρόνου, στην καρδιά της κυρίας Δέσποινας σήμαιναν μια νέα ζωή!
Η Αγάπη έμεινε στο νοσοκομείο ακόμη δέκα μέρες, πρωτού της δοθεί εξιτήριο. Δέκα μέρες που πέρασαν πολύ γρήγορα και, θα μπορούσε κανείς να πει, ευχάριστα, με την Αγάπη να σημειώνει καθημερινά άλματα στην ανάρρωση της. Δέκα μέρες αργότερα, διαψεύδοντας όλες τις προβλέψεις, βγήκε από το νοσοκομείο περπατώντας κι επιβιβάστηκε στο ταξί που μετέφερε εκείνη, τη μητέρα της και τη Μίνα στο σπίτι. Η κυρία Δέσποινα θα έμενε δίπλα στην κόρη της για λίγες μέρες ακόμα, μέχρι να βεβαιωθεί ότι είναι απολύτως καλά και δεν χρειάζεται την δική της φροντίδα.
Αν και είχε ακούσει αρκετές φορές το τι συνέβαινε τις ημέρες που δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, η Αγάπη ρωτούσε ξανά και ξανά τη μητέρα της και τη Μίνα για το τις λεπτομέρειες των γεγονότων εκείνων των ημερών. Της άρεσε να ακούει ότι όλοι της οι φίλοι την επισκέπτονταν τακτικά. Περισσότερο απ’όλα όμως, της άρεσε να ακούει τις ιδιαίτερες περιποιήσεις που προσέφερε ο Γιώργος στη μητέρα της. Αυτή του η κίνηση την είχε σκλαβώσει και, ένιωθε ότι είχε επιδράσει πάνω της με τρόπο καθοριστικό ώστε να αρχίσει να τον σκέφτεται με πιο τρυφερά αισθήματα. Όταν οι αφηγήσεις της μητέρα της έφταναν στο απόγευμα της παραμονής πρωτοχρονιάς, τότε η αγάπη ταραζόταν πολύ. Έρχονταν στο μυαλό της οι εικόνες που είχε δει. Θυμόταν ξεκάθαρα εκείνον τον κήπο, λιβάδι, δεν ήξερε πώς ακριβώς να το περιγράψει. Θυμόταν και τη μορφή εκείνου του νέου άνδρα. Της είχε πει να φροντίσει ώστε όλος ο κόσμος να μάθει την αλήθεια. Να τον βοηθήσει να λυτρωθεί. Ποια αλήθεια όμως; Ποιος ήταν αυτός ο άνδρας;
 Όσο κι αν την προβλημάτιζαν τέτοιου είδους ερωτήματα, ακόμα και αρκετές μέρες μετά την επιστροφή της στο σπίτι, δεν είχε μιλήσει γι’αυτό της το όραμα – πώς αλλιώς να το χαρακτήριζε; - σε κανέναν. Ούτε στη μητέρα της, ούτε στη Μίνα. Φοβόταν ότι θα γελούσαν μαζί της, ότι δεν θα την έπαιρναν στα σοβαρά. Εκείνη αντίθετα, ένιωθε ότι αυτό που είχε βιώσει ήταν πέρα για πέρα αληθινό και την προβλημάτιζε έντονα ο τρόπος που θα κατάφερνε να ανακαλύψει ποιος ήταν εκείνος ο άνδρας και ποια η αλήθεια που έπρεπε να διαδώσει.
Ένα ακόμα απόγευμα, σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την επιστροφή της στο σπίτι, κι ενώ είχε, όπως όλα έδειχναν, αναρρώσει πλήρως, καθόταν η Αγάπη στο δωμάτιο της και ξεφύλλιζε ορισμένες σημειώσεις που της είχε φέρει νωρίτερα η Ιωάννα. Ήταν όλα σχεδόν τα μαθήματα που είχε χάσει στη σχολή την περίοδο αυτή που, αναγκαστικά, απουσίαζε από τις παραδόσεις. Δεν ήταν σίγουρη αν θα προλάβαινε την πρώτη της εξεταστική και, ακόμα κι αν προλάβαινε, πόσα μαθήματα θα κατάφερνε να περάσει, πάντως ήταν γεγονός ότι το πείσμα που την διέκρινε, δεν θα της επέτρεπε να τα παρατήσει χωρίς ούτε καν να προσπαθήσει. Μετά από αρκετή ώρα μελέτης, κι αφού πήγε στην κουζίνα κι έφτιαξε ένα τσάι, επιστρέφοντας στο δωμάτιο της, θυμήθηκε το ημερολόγιο! Δεν είχε κάνει καμία κουβέντα στη μητέρα της σχετικά με την ανακάλυψη της, ούτε εκείνη είχε δηλώσει να το αναζητά. Αποφάσισε, λοιπόν, να μην αποκαλύψει ακόμα στη μητέρα της ότι το είχε εκείνη. Για έναν ανεξήγητο λόγο, κι ενώ δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν περίεργη ή αδιάκριτη, με αυτό το ημερολόγιο κάτι είχε αλλάξει μέσα της. Της δημιουργούσε μια έλξη δυνατή, ανάλογη μαγνήτη, που την τραβούσε να διαβάσει κάθε λέξη που είχε μυστικά αποθέσει η μητέρα της στις σελίδες του παλιού σημειωματάριου. Συνειδητοποιώντας, λοιπόν, ότι ήταν μόνη στο σπίτι, αποφάσισε για ακόμα μία φορά, μετά από καιρό, να ανασύρει το ημερολόγιο από το βάθος της ντουλάπας της και να μπει στα άδυτα της ψυχής της νεαρής τότε μητέρας της.


15 Μαΐου 1982

Αγαπημένη μου Ελένη,
Μόλις χθες, ερχόμενη στο πατρικό μου μετά από καιρό, βρήκα να με περιμένει ένα γράμμα σου! Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ! Είχες πει φεύγοντας ότι θα μου γράψεις, αλλά για να πω την αλήθεια περισσότερο το ήλπιζα παρά το πίστευα! Απ’ότι μου γράφεις είσαι καλά και η ζωή με τον άντρα σου, αν και όχι τόσο πλούσια όπως σου είχαν πει, είναι παρόλα αυτά μια καλή ζωή γεμάτη από συζυγική αγάπη.
Χαίρομαι πολύ για εσένα Ελένη μου. Χαίρομαι πραγματικά πολύ! Θα ήταν ψέμα να μην παραδεχθώ ότι σε ζηλεύω λιγάκι, όχι όμως τόσο ώστε να μην χαίρομαι με την ευτυχία σου. Είσαι άλλωστε η μοναδική μου φίλη κι η αδερφή που ποτέ δεν είχα. Πώς θα μπορούσα να αισθάνομαι διαφορετικά;
Ας σου γράψω τώρα και τα δικά μου νέα. Εδώ μπορώ να στα πω όλα, χωρίς να φοβάμαι μήπως διαβάσει κανείς κάτι που δεν θα ήθελα να ξέρει άλλος πέρα από εσένα. Στο αληθινό μου γράμμα, εκείνο που θα σου στείλω, ίσως σου κρύψω ορισμένα πράγματα. Γι’αυτό ας σου τα πω εδώ.
Πάνε που λες, Ελένη μου, επτά μήνες από τον γάμο μου με τον Χαράλαμπο. Επτά μήνες που μένουμε στο Βόλο. Ωραία πόλη ο Βόλος, δεν λέω, αλλά σαν την Χαλκίδα μας δεν είναι. Η καθημερινότητα μου είναι μέσες άκρες σταθερή και απαράλλαχτη. Ο Χαράλαμπος κάθε πρωί πάει στο στρατόπεδο κι εγώ μένω σπίτι να φροντίσω το νοικοκυριό μου. Το μεσημέρι που γυρνάει, τον περιμένω με το τραπέζι έτοιμο στρωμένο και παραφιλάω από το παράθυρο πότε θα φανεί, ώστε το φαγητό που θα βρει σερβιρισμένο μπροστά του να είναι ζεστό. Δεν του αρέσει το κρύο φαγητό. Μία φορά έκανα το λάθος να του σερβίρω φαγητό πιο κρύο απ’ότι το θέλει κι έγινε μεγάλη φασαρία. Έκτοτε, λοιπόν, τον περιμένω κοιτάζοντας από το παράθυρο που βλέπει στο δρόμο, για να του σερβίρω το φαγητό του τελευταία στιγμή, ώστε να είναι αχνιστό και να ευχαριστηθεί. Τα απογεύματα, συνήθως διαβάζει στο σαλόνι. Εγώ, πότε του κάνω παρέα διαβάζοντας ή κεντώντας, και πότε περνάω το απόγευμα μου στην κουζίνα σκαρώνοντας κανένα κέικ ή κουλουράκια για να του προσφέρω με τον καφέ του. Θα μπορούσα να πω ότι, όταν όλα είναι όπως τα θέλει, είναι ήρεμος άνθρωπος ο Χαράλαμπος. Τα βράδια, μου ζητάει συχνά να αφήσω ότι κάνω και να τον συνοδεύσω στην κρεβατοκάμαρα. Τότε κι εγώ, τον ακολουθώ κι αφήνομαι στα συζυγικά μου καθήκοντα, όπως με ενημέρωσε η μάνα μου ότι οφείλω. Εκείνες τις στιγμές, ο Χαράλαμπος, είναι ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Πιο τρυφερός. Αφήνει τον αυταρχισμό και την εξουσία που θέλει να ασκεί στην άκρη. Τότε με κάνει να νιώθω ότι, όντως, μ’αγαπάει.
Συγχώρεσε με Ελένη μου. Σου γράφω τόσην ώρα και δεν σου έχω πει ακόμα το σημαντικότερο. Είμαι έγκυος Ελένη μου, στον πέμπτο μήνα. Μέχρι τώρα όλα πάνε μια χαρά. Η μάνα μου λέει ότι μάλλον θα κάνω αγόρι. Να σου πω την αλήθεια, εύχομαι κι ελπίζω να έχει δίκιο. Ο Χαράλαμπος περιμένει το γιο πώς και πώς. Δεν θέλω να φανταστώ την απογοήτευση του αν του κάνω κόρη. Φοβάμαι ότι τότε, δεν θα το αγαπάει το μωρό. Ενώ τον γιο θα τον αγαπήσει αμέσως! Μπορεί πάλι και να ανησυχώ αδίκως, αλλά ελπίζω να μη χρειαστεί να μάθω αν οι υποψίες μου έχουν βάση. Πάντως, τώρα ειδικά που είμαι έγγυος, με προσέχει. Μου λέει συνεχώς να μην κουράζομαι. Κι αυτές τις μέρες, μου επέτρεψε να έρθω στο πατρικό μου, για να μην είμαι μόνη όσο εκείνος θα λείπει σε άσκηση και συμβεί τίποτα.Θα καθίσω στην όμορφη Χαλκίδα μας δέκα μέρες πριν πάρω και πάλι το δρόμο του γυρισμού για τον Βόλο. Με την ευκαιρία της επίσκεψης μου εδώ, θα πάρω και ορισμένα πράγματα που δεν είχα προλάβει να μαζέψω πριν τον γάμο, όπως αυτό το σημειωματάριο, ώστε να μπορώ να σου γράφω πιο συχνά.
Σε αφήνω τώρα Ελένη μου, είναι αργά και νιώθω κουρασμένη. Εύχομαι να συνεχίσεις να είσαι ευτυχισμένη με τον άντρα σου, κι ο Θεός να σας χαρίσει γρήγορα ένα παιδάκι.


Χωρίς να ξέρει γιατί, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της Αγάπης. Όχι, δεν ήταν συγκινημένη. Ήταν βαθύτατα λυπημένη. Λυπόταν τη μαμά της. Όσα περιέγραφε, κάθε άλλο παρά συζυγική ευτυχία υπονοούσαν. Ακόμα και τότε, τον πρώτο καιρό του γάμου των γονιών της, η μητέρα της έπρεπε να ζει μ’ένα άγχος. Άγχος να είναι όλα όπως τα ήθελε ο πατέρας της ώστε να μην έχει φασαρίες. Ακόμα και στην πρώτη της εγκυμοσύνη, είχε ένα μόνιμο άγχος. Να γεννηθεί αγόρι για να ευχαριστηθεί ο Χαράλαμπος. Όλα αυτά τη δεκαετία του ογδόντα, κι όχι του πενήντα που θα θεωρούνταν φυσικά. Κι όλα αυτά για τον άντρα που της επέβαλαν. Γιατί, κακά τα ψέματα, αν ο Χαράλαμπος αποτελούσε δική της επιλογή, αλλιώς θα υπέμενε τις παραξενιές του. Εκείνη όμως έπρεπε να ανεχεται και να υπομένει τον αυταρχικό χαρακτήρα ενός άνδρα που δεν αγάπησε, δεν διάλεξε, αλλά την υποχρέωσαν να παντρευτεί. Αυτό όμως, που της φαινόταν πιο εξωφρενικό απ’όλα όσα είχε διαβάσει μέχρι τώρα, ήταν ο τρόπος που μιλούσε για τις προσωπικές στιγμές του ζευγαριού η μητέρα της στο ημερολόγιο της. Ακόμα κι εκείνες οι στιγμές, αποτελούσαν απόφαση και διαταγή του ενός και τυφλή υπακοή του άλλου. Αυτό ήταν που της φαινόταν αδιανόητο και γι’αυτό λυπόταν την μητέρα της ακόμα περισσότερο. Δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί η Αγάπη τον εαυτό της να πλαγιάζει και να αφήνεται στις ορέξεις ενός άντρα, χωρίς να τον αγαπάει. Κι όμως, η κυρία Δέσποινα, η γλυκιά της μητέρα, το έκανε. Κι αυτές οι συνευρέσεις που, ένας Θεός ξέρει αν ποτέ συνέβησαν με τη δική της συγκατάθεση ή θέληση, έφεραν καρπούς. Έκανε μαζί του τρία παιδιά, τα οποία λάτρευε και λατρεύει περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο.
Λίγες μέρες έμεναν πια μέχρι την αναχώρηση της μητέρας της για την Κρήτη. Είχε αισίως συμπληρώσει ένα μήνα στην Αθήνα και, δεδομένου ότι η Αγάπη είχε αναρρώσει πλήρως, είχε έρθει ο καιρός να επιστρέψει στους άντρες της πια, που είχαν μείνει οι τρεις τους σε αυτό το διάστημα. Βέβαια, πήγαινε μια οικογενειακή φίλη να τους μαγειρεύει και να κάνει τις δουλειές του σπιτιού κάθε πρωί, ουσιαστικά όμως, τις ώρες που ήταν ο Χαράλαμπος και οι γιοι του στο σπίτι, ήταν οι τρεις τους μόνοι.
Το πρωινό της ημέρας που ήταν προγραμματισμένο το ταξίδι της κυρίας Δέσποινας για την Κρήτη, η Αγάπη σηκώθηκε νωρίς και ξεκίνησε μια μεγάλη βόλτα στα μαγαζιά. Ήθελε να πάρει ένα δώρο στη μαμά της για να την ευχαριστήσει. Να την ευχαριστήσει για όλα όσα υπέφερε για εκείνη και τ’αδέρφια της. Για όσα γνώριζε και όσα δεν γνώριζε. Όσο προχωρούσε την ανάγνωση του ημερολογίου, τόσο πιο βαθιά ένιωθε να αγαπάει και να εκτιμάει τη μητέρα της. Ήθελε τόσο πολύ να βρει το τέλειο δώρο για εκείνη, δεν ήξερε όμως τι. Μπήκε σε μαγαζιά με ρούχα, μαγαζιά με παπούτσια, μαγαζιά με μπιμπελό και είδη δώρων. Είχε αρκετές ώρες που έψαχνε, χωρίς να έχει βρει αυτό το κάτι που θα την έκανε να το αγοράσει αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη. Επιστρέφοντας πλέον κατάκοπη κι απογοητευμένη, λίγο μετά την πλατεία Αμερικής επί της Πατησίων, πρόσεξε ένα μαγαζάκι που δεν είχε δει ποτέ στο παρελθόν. Το μαγαζί αυτό είχε διάφορα αντικείμενα διακοσμητικά, κυρίως ξύλινα και πέτρινα σκαλιστά. Πολλά μεγέθη και διάφορες μορφές σκαλισμένες στο ξύλο ή λαξευμένες στην πέτρα. Ρίχνοντας μια ματιά σε αυτά τα τόσο ιδιαίτερα αντικείμενα, ανέλπιστα, βρήκε αυτό που έψαχνε. Ένα ξύλινο αγαλματίδιο μεγέθους περίπου τριάντα εκατοστών που αναπαριστούσε τη μορφή μίας γυναίκας που κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό της, ήταν αυτό που της τράβηξε αμέσως την προσοχή. Χωρίς να σκεφτεί πολύ και χωρίς να υπολογίσει το κόστος, που ήταν μάλλον μεγάλο, πήρε το διακοσμητικό στα χέρια της και πήγε μέχρι το ταμείο. Η υπάλληλος τη έφτιαξε μία όμορφη συσκευασία δώρου και η Αγάπη, απόλυτα ικανοποιημένη, πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της. Λίγες ώρες έμεναν πρωτού αποχωριστεί ξανά τη μητέρα της, και ήταν αποφασισμένη να τις περάσει όσο πιο όμορφα μπορούσε μαζί της.

Βγαίνοντας από το ασανσέρ και, μέχρι να βρει τα κλειδιά της που, τα είχε πετάξει χύμα μέσα στην τσάντα της, της φάνηκε ότι από το διαμέρισμα της ακούγονταν φωνές. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και, μπαίνοντας μέσα κατευθυνόμενη προς το δωμάτιο της, αντίκρισε την μητέρα της με τον Γιώργο να κάθονται στο σαλόνι. Αμέσως μόλις την είδαν σταμάτησαν την συζήτηση τους κι απέμειναν να την κοιτάζουν παγωμένοι. Λες και ο χρόνος είχε παγώσει για λίγα δευτερόλεπτα. Η Αγάπη κοιτούσε μια τη μητέρα της και μια το Γιώργο, που έδειχναν κι εκείνοι εξίσου παγωμένοι. Πρωτού όμως προλάβει να μιλήσει η Αγάπη, να τους ρωτήσει τι συμβαίνει, συνέβη το τελευταίο που θα μπορούσε να φανταστεί. Ο Γιώργος πήρε το μπουφάν του κι έφυγε. Έτσι απλά. Χωρίς να της μιλήσει καθόλου.Χωρίς να την χαιρετήσει, χωρίς να την ρωτήσει πώς είναι. Τα μάτια του είχαν μια απροσδιόριστη έκφραση. Κάτι ανάμεσα σε πόνο, απογοήτευση, αηδία ή ποιος άλλος ξέρει τι. Κι έφυγε. Κι η Αγάπη, που τον ακολούθησε με το βλέμμα της, έμεινε να κοιτάζει την κλειστή πλέον πόρτα που, κλείνοντας, λες κι έκλεισε πολλές πόρτες ακόμα μαζί της.



Αλεξία Λαμπροπούλου

3 σχόλια:

  1. Λοιπόν... τι να πρωτοπω η καημενη; Οτι ενιωθα να αγωνιω κι εγω μαζι με την κυρα Δεσποινα, ή να διαβαζω μαζι με την Αγπαη το ημερολογιο της μανας της; <3 οσο για τον νεο στρατιωτικο, νομιζω εχουμε ολοι καταλαβει ποιος ειναι και ποια αληθεια πρεπει να φανερωσει η Αγαπη μαας... Για αλλη μια φορα ΕΥΓΕ Αλεξια μου! Μακαρι καποτε το διαμαντακι αυτο να κοσμει τα ραφια των βιβλιοπωλειων!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαρία μου, δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω! Με κάνεις να νιώθω υπέροχα κάθε φορά με τα σχόλια σου! Μα, πάνω απ'όλα, χαίρομαι που μοιράζεσαι την εμπειρία που βιώνω γράφοντας το μαζί μου και την ζεις τόσο έντονα όσο εγώ!

      Διαγραφή
    2. Είναι υπέροχη εμπειρία, πίστεψε με!

      Διαγραφή