Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Νοε 2016

7 Η αλήθεια μου (Κεφάλαιο 1)

Υπάρχουν για όλους μας στιγμές που ευχόμαστε οι ζωές μας να μην είναι τόσο κανονικές, τόσο συνηθισμένες. Να είναι κάπως πιο… ιδιαίτερες. Μοιάζει σαν άγραφος κανόνας, κάτι που ισχύει σχεδόν για όλους τους ανθρώπους. Σχεδόν. Μιας κι εγώ έχω διαφορετική άποψη πάνω στο θέμα.

Ευχόμουν πάντα για μια συνηθισμένη ζωή όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου. Δεν γνώρισα ποτέ τον πατέρα μου και όσες φορές προσπάθησα να μάθω για εκείνον από τη μητέρα μου, εκείνη άλλαζε θέμα συζήτησης.
Η μητέρα μου, η Μιράντα, λατρεύει τα ταξίδια. Έτσι, μόλις τελειώνω το σχολικό έτος, ή και στα μισά του χρόνου, αποφασίζει ότι πρέπει να φύγουμε. Πηγαίνουμε για καλοκαιρινές διακοπές και μετά συνεχίζω το σχολείο σε άλλη χώρα. Μ’ αυτόν τον τρόπο έχω ταξιδέψει σχεδόν σε όλο τον κόσμο.
Τώρα είμαι στη Σουηδία και ετοιμαζόμαστε να μετακομίσουμε ξανά. Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να βλέπω τον κόσμο αλλά με τα χρόνια η λαχτάρα μου σταμάτησε να είναι τόσο έντονη.
Δεν μπορώ να έχω φίλους.
Μια φορά, όταν ήμουν έξι χρονών και ήμασταν στο Μεξικό, δέθηκα πραγματικά πολύ με ένα κορίτσι, την Ανίτα. Ήμασταν όλη τη μέρα μαζί. Εκείνοι οι εννέα μήνες πέρασαν χωρίς να το καταλάβω. Κάποια μέρα αποφάσισα να πάω στο σπίτι της Ανίτα για να διαβάσουμε μαζί και ξέχασα να το πω στη μητέρα μου. Εκείνη κατέληξε να ορμήσει ξαφνικά στο δωμάτιο με δάκρυα στα μάτια. Ζήτησα συγγνώμη από την Ανίτα που θα έφευγα τόσο νωρίς και ακολούθησα τη μητέρα μου στο αυτοκίνητο.
Η διαδρομή για το σπίτι, παρά τη μικρή απόσταση που χώριζε τις οικίες μας, μου φάνηκε αιώνας. Δεν μιλούσε καμιά μας, ούτε μουσική από το ραδιόφωνο ακουγόταν. Απόλυτη σιγή που έσπαζε μόνο από τις ανάσες μας. Αρκετές φορές προσπάθησα να μιλήσω, να της εξηγήσω το γιατί δεν πήγα αμέσως σπίτι. Μάταια όμως αφού οι λέξεις δεν έλεγαν να βγουν από το στόμα μου.
Όταν φτάσαμε μου ζήτησε να πλύνω τα χέρια μου και να τσιμπήσω κάτι όσο εκείνη θα φόρτωνε τις βαλίτσες μας στο αυτοκίνητο και "Φεύγουμε για Λονδίνο."
Από τότε σταμάτησα να προσπαθώ να κάνω φίλους. Κλείστηκα στον εαυτό μου όσο ποτέ άλλοτε. Συνήθισα να είμαι η καινούργια του σχολείου, το μυστηριώδες και μοναχικό κορίτσι που δεν μιλάει σε κανέναν και κανένας δε μιλά σε εκείνη, πάντα άριστη στα μαθήματα και που οι καθηγητές συνιστούν να επισκεφτεί κάποιον ψυχολόγο για τη μοναχικότητά του.
Μα πού πήγαν οι τρόποι μου; Ξέχασα να συστηθώ. Είμαι η Εύα, ένα κορίτσι δεκάξι χρονών, που αν το δεις στο δρόμο θα νομίσεις πως είναι ένα απλό κορίτσι όπως όλα τα άλλα στην ηλικία του, αλλά αν κοιτάξεις καλύτερα θα δεις μια θλίψη στα μάτια του, ένα κενό βλέμμα, σαν κάτι να λείπει. Εμφανισιακά, είμαι μετρίου αναστήματος, αδύνατη, με κόκκινα, μακριά, σγουρά μαλλιά και μάτια γαλάζια και φωτεινά σαν τη θάλασσα και μεγάλα σαν την πανσέληνο. Έτσι τα περιέγραψε μια γριά τσιγγάνα που γνώρισα στο Παρίσι τέσσερα χρόνια πριν. Θα θυμάμαι πάντα τα λόγια της.
«Μάτια πληγωμένα έχεις, κόρη μου, μάτια που έκλαψαν και που θα κλάψουν πολύ ακόμα μέχρι να θολώσουν και έτσι απαρηγόρητα θα περιμένουν να περάσει η καταιγίδα. Θα περιμένουν πολύ μέχρι να δουν το φως της ευτυχίας. Φως που θα σου χαρίσει αυτός που κρατά το κλειδί της καρδιάς σου» μου είπε. Σήκωσα το χέρι μου και ψηλαφώντας το λαιμό μου βρήκα το ασημένιο κολιέ σε σχήμα καρδιάς, με κλειδαρότρυπα στη μέση, που μόλις είχα αγοράσει.
Από τότε και για κάθε βράδυ βλέπω το ίδιο όνειρο. Ένα δωμάτιο σκοτεινό σαν τη νύχτα και το φόβο που νιώθω, σαν την απελπισία που με κυκλώνει και σιγά-σιγά ροκανίζει την κάθε ελπίδα που μπορεί να μου έχει απομείνει. Μέχρι που δεν υπάρχει τίποτα πια να μου πάρει, ούτε ελπίδες ούτε όνειρα. Μένω για λίγο στο απόλυτο κενό με μόνα αισθήματα αυτά του πόνου και της παγωμένης ατμόσφαιρας... Ζέστη. Γλυκιά ζέστη που επαναφέρει την ελπίδα μέσα μου και κάτι σαν σπίθες φωτιάς φαίνονται να ξεπροβάλλουν κάτω από την πόρτα. Ασφυκτική ζέστη. Σε πολύ λίγο οι σπίθες μετατρέπονται σε απειλητικές φλόγες φωτιάς και σύννεφα καπνού με πνίγουν. Κάποιος σπάζει την ξύλινη πόρτα και μπαίνει μέσα, με σηκώνει μισολιπόθυμη και...
Ξυπνώ στο κρεβάτι μου λουσμένη στον κρύο ιδρώτα, με μια αίσθηση δύσπνοιας. Είναι μόλις τέσσερις το πρωί.
Είμαι στο δωμάτιό μου, καθισμένη στο πάτωμα. Μόλις τελείωσα να πακετάρω τα πράγματά μου και αναρωτιέμαι πού θα πάμε αυτή τη φορά. Η Μιράντα, εδώ και δύο χρόνια έχω πάψει να της αναφέρομαι ως μαμά μιας και η σχέση μας είναι τελείως τυπική, δεν με ενημερώνει για την επόμενη «στάση» μας καιρό τώρα. Δεν πιρουνιάζομαι, αφού έτσι κι αλλιώς θα είναι ακόμα μια στάση και θα ξεκινήσουμε για αλλού πολύ σύντομα. Με φωνάζει για να φύγουμε... πάλι.
Βοηθάω να φορτώσουμε τις κούτες στο φορτηγό, αφού πρόσφατα πουλήσαμε το αυτοκίνητο, και μπαίνω στο πίσω κάθισμα του ταξί έχοντας στο χέρι τα βιβλία που μου έδωσε. Μια μίνι εγκυκλοπαίδεια για το μέρος που πάμε και ένα λεξικό. Δεν ξέρω γιατί αλλά με το που παίρνω στα χέρια μου αυτά τα βιβλία, πριν ακόμα δω τον τίτλο τους κάτι νιώθω μέσα μου. Κάτι σε αυτά τα βιβλία μου είναι τόσο οικείο.
Θα πάμε στην Ελλάδα. Το αεροδρόμιο είναι τρεις με τέσσερις ώρες μακριά, άρα έχω αρκετό χρόνο να φρεσκάρω τις γνώσεις μου στην Ελληνική ιστορία και να μάθω μερικές βασικές λέξεις και φράσεις στα Ελληνικά.
Η διαδρομή είναι βαρετή. Διαβάζω όλη την εγκυκλοπαίδεια μέσα σε δύο ώρες. Προσπερνάω αρκετά κεφάλαια, αφού μόλις λίγους μήνες πριν έκανα Ελληνική ιστορία στο σχολείο και έτσι γνωρίζω ήδη τα μισά από όσα διαβάζω. Αρχίζει να μου αρέσει τόσο πολύ αυτή η χώρα. Τουλάχιστον αυτά που ξέρω από τα βιβλία και από ταινίες. Μύθοι για ήρωες, θεούς, έρωτες και τόσα άλλα. Είναι ταλαιπωρημένη χώρα, πάντα όμως βγαίνει νικήτρια.
Τις σκέψεις μου διακόπτει στη μέση της διαδρομής ο οδηγός, προσποιούμενος ανησυχία για την σιωπή μου, και με βομβαρδίζει με ερωτήσεις. Για τις επόμενες δύο ώρες αποφασίζω να ακούσω μουσική αν και καταλήγει να με πάρει ο ύπνος μέχρι και μισή ώρα πριν φτάσουμε στο αεροδρόμιο.
Μετά σειρά έχει η διαδικασία επιβίβασης: ξεφορτώνουμε τις αποσκευές και τις μεταφέρουμε προσεκτικά στον έλεγχο αποσκευών. Μετράμε τις κούτες και τους δένουμε μπλε κορδέλες για να τις ξεχωρίζουμε από τις άλλες. Περνάμε τον έλεγχο, εισιτήρια, επιβίβαση. Πέντε ώρες πριν φτάσουμε, θυμάμαι το λεξικό που πήρα νωρίτερα και θεωρώ ότι ο χρόνος είναι αρκετός για να το μελετήσω.
Στο αεροδρόμιο, στην Αθήνα, με το που βγαίνουμε από το αεροπλάνο νιώθω το ίδιο συναίσθημα όπως και με τα βιβλία. Στην αρχή δεν δίνω σημασία, αλλά όταν αργότερα το σκέφτομαι πάλι, τρομάζω. Πώς γίνεται να νιώθω έτσι για ένα μέρος που γνωρίζω μόνο μέσα από βιβλία και ταινίες;
Έξω από το αεροδρόμιο μας περιμένει η κυρία Μαίρη, μια γλυκιά γυναίκα όχι πάνω από σαράντα ετών, μαζί με ένα φορτηγό και ένα ταξί.
Το σπίτι όπου θα μείνω είναι αρκετά μεγάλο. Είχα μείνει και σε μεγαλύτερο όταν ήμασταν στη Γερμανία, αλλά ήταν άχαρο και δύσκολο να καθαριστεί. Μόλις φτάνουμε επιτέλους και μπαίνω μέσα, από την πόρτα κιόλας αρχίζω να σκέφτομαι πώς θα φτιάξω τον χώρο μου.
Υπάρχει ένα μακρόστενο ευρύχωρο δωμάτιο, το οποίο θα χρησιμοποιώ ως σαλόνι, με ένα απαλό μπεζ χρώμα στους τοίχους. Ένας ψηλός πάγκος, επενδυμένος με ξύλο γύρω του και με μάρμαρο στο πάνω μέρος, χωρίζει το, προσεχώς, σαλόνι με την κουζίνα, με ξύλινη και αυτή επένδυση και μάρμαρο στο πάνω μέρος, όπως ακριβώς και ο πάγκος. Πιο μέσα υπάρχουν άλλα τρία δωμάτια, δύο υπνοδωμάτια με απαλό μπεζ χρώμα στους τοίχους και ένα μπάνιο ντυμένο με ανοιχτές αποχρώσεις του μπλε.
 Αυτό το σπίτι είναι σχεδόν τέλειο. Σχεδόν, γιατί δεν έχει κήπο. Το καλύτερο όμως είναι ότι θα είναι όλο δικό μου αφού η Μιράντα έχει κανονίσει να δουλέψει στης κ. Μαίρης, άρα θα περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας εκεί, στο διπλανό σπίτι.
Όχι πως την υπόλοιπη μέρα θα είναι μαζί μου. Σπάνια πατάει το πόδι της στο σπίτι. Ακόμα και τις νύχτες αργεί να γυρίσει. Πού πάει; Ούτε ξέρω, ούτε θέλω και να μάθω. Όταν είπα πως η σχέση μας είναι τυπική το εννοούσα.
Τακτοποιούμε τις κούτες και ετοιμαζόμαστε να πάμε για φαγητό στης κ. Μαίρης. Θα μαγειρέψει η ίδια Ελληνικές συνταγές και θα μας εξηγήσει πώς λειτουργούν εδώ τα πράγματα. Αύριο θα είναι κουραστική μέρα για μένα. Θα καθαρίσω το σπίτι, θα τακτοποιήσω τα πράγματα και θα πάω για ψώνια με την κόρη της κ. Μαίρης, την Έλενα, η οποία δεν μας κάνει την τιμή να εμφανιστεί στο τραπέζι. Έτσι κι αλλιώς δεν θέλω να την γνωρίσω.
Φεύγω σχεδόν αμέσως μόλις φάω και αφήνω τη Μιράντα και την κ. Μαίρη μόνες. Θέλω χρόνο να τακτοποιήσω το σπίτι μου, τουλάχιστον το μπάνιο, και να πέσω για ύπνο. Έστω και στον καναπέ αφού το κρεβάτι είναι ακόμα αμοντάριστο.

 Ελένη Ζερβάκου

7 σχόλια:

  1. Καλή αρχή! Πολύ ωραίο το εύρημα του ονείρου της!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ! Χαίρομαι που σου άρεσε, ελπίζω να απολαύσεις και τα επόμενα!

      Διαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συγχαρητήρια είναι πάρα πολύ ωραίο! Ανυπομονώ για τα επόμενα κεφάλαια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλή αρχή! Με ιντριγκάρει το μυστήριο με τις συνεχείς αλλαγές μέρους και την μυστηριώδη μητέρα. Μου θύμισε λίγο το Σοκολά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ! Ελπίζω να σου αρέσει και η συνέχεια!

      Διαγραφή