Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26 Νοε 2016

1 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 1) Η φωνή

Στην άκρη του γκρεμού. Στεκόταν μόνος στην άκρη του γκρεμού, όχι πως του άρεσε η θέα. Για την αλήθεια τον φόβιζε η θέα. Με το μισό πέλμα στο κενό και με το άλλο μισό στερεοποιημένο στη γη, έτσι στεκόταν. Το βλέμμα του πλανιόταν ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού. Τύλιξε τα δάχτυλά του μέσα στις παλάμες του. Έκλεισε τα μάτια του. Παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή, άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να πέσει, προς τα μπροστά. Έπεφτε. Έπεφτε. Έπεφτε.
Χαιρόταν. Ευτυχούσε. Επιτέλους θα συναντούσε, αυτό που τόσο καιρό καρτερούσε.
      Από την πίεση του αέρα κατάλαβε πως, σε λίγο κόντευε να σκάσει στο χορταρένιο έδαφος σαν ώριμο καρπούζι. Όλο και πολύ ευτυχούσε. Αλλά, η πτώση σταμάτησε απότομα να είναι πτώση και έγινε απογείωση. “Πλαφ, πλαφ, πλαφ”, ο εκκωφαντικός παφλασμός των φτερών του, μετέτρεψε τα συναισθήματα του ευθύς από ευχάριστα σε δυσάρεστα. Πετούσε σύριζα πάνω από την επιφάνεια του εδάφους. Δεν τολμούσε άλλωστε, να αναπτύξει περισσότερο ύψος. Σχεδόν ποτέ δεν το κατάφερνε ολοκληρωτικά, η φοβία του τον εμπόδιζε στο να το καταφέρει. Άπλωσε το ένα του πόδι (δεν έχει σημασία ποιο), έπειτα το άλλο και στάθηκε όρθιος. Δυσαρεστημένος άνοιξε τα μάτια του, το βλέμμα του σταμάτησε πάνω στα πέλματά του, που ακουμπούσαν το έδαφος. Σκάλισε με τα δάχτυλα τον ποδιών του, το χώμα της γης.
      «Έχει καταντήσει εκνευριστικό», άκουσε τη φωνή να του μιλάει μέσα στο κεφάλι του. «Το έχεις καταλάβει», συνέχισε να του μιλάει η φωνή.
«Πάρε με μαζί σου», είπε εκείνος, (από τη δεικτική αντωνυμία μόλις καταλάβατε ότι ο πρωταγωνιστής μας είναι γένος αρσενικού) έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
«Λυπάμαι», του απάντησε αμέσως η φωνή. «Προηγούνται άλλοι».
      «Τότε γιατί δε φεύγεις;», ρώτησε τη φωνή.
«Την ίδια ερώτηση μου κάνεις κάθε φορά», του απάντησε με αγανάκτηση η φωνή. «Δεν μπορώ καλό μου παιδί. Είμαι μέρος της τιμωρίας σου!».
      Επικράτησε σιωπή. Εκείνος συνέχιζε να σκαλίζει με τα δάχτυλα των ποδιών του, το χώμα της γης.
      «Γιατί δε κοιτάς να κάνεις κάτι άλλο;», τον ρώτησε ξαφνικά η φωνή.
«Σαν τι;», απόρησε απελπισμένα εκείνος.
«Τα πάντα!», του απάντησε φωναχτά η φωνή. «Μπορείς να κάνεις τα πάντα. Είσαι η κυριολεξία της έκφρασης “μπορώ να κάνω τα πάντα”! Γιατί δεν το εκμεταλλεύεσαι;».
      «Θέλω να πεθάνω», γκρίνιαξε εκείνος, έτοιμος να κλάψει.
«Ε, ρε κόλλημα», δυσανασχέτησε η φωνή.
      «Αν ήσουν στη θέση μου και εσύ το ίδιο θα ήθελες. Πίστεψε με».
«Μπα, είμαι πολύ καλά εδώ», του απάντησε η φωνή. «Μου αρέσει η δουλειά μου».
«Δε γίνεται επιτάχυνση χρόνου;», ρώτησε τη φωνή.
«Είσαι σοβαρός;!», τον ρώτησε η φωνή, με έμφαση. «Εδώ αμάν κάνω να πείσω κόσμο να με ακολουθήσει και εσύ θέλεις να το επισπεύσεις;» Η φωνή γέλασε. «Όχι πως δε μπορώ να το κάνω…».
«Ωραία τότε», του είπε, ελπίζοντας, σε ένα πιο σύντομο τέλος.
      «Σε εσένα δεν πιάνει. Μόνο σε ανθρώπους. Και όταν το κάνω με τιμωρούν οι Από Πάνω».
«Μα είμαι μισός άνθρωπος…», είπε απογοητευμένος με την ύπαρξη του.
«Όχι ολοκληρωτικά μισός», του είπε η φωνή. «Θα έλεγε εξήντα - σαράντα».
      Εκείνος κάθισε στο έδαφος κλαίγοντας, έκλεινε τα αυτιά του για μην ακούει τη φωνή που γελούσε.
     
                                   * * * *
      Ίσως δυσκολεύεστε να κατανοήσετε τα πρόσωπα που απεικονίζονται στον παραπάνω διάλογο. Θα σας εξηγήσω ευθύς αμέσως, ξεκινώντας από το εύκολο. Τη φωνή.  Είναι η “θανατική φωνή” και θα μάθετε εν συντομία πώς ο συγκεκριμένος μπορεί να την ακούει και γενικότερα να επικοινωνήσει με τον ίδιο τον Κύριο Θάνατο.
      Πρόκειται για ένα έκπτωτο άγγελο, όχι ακριβώς έτσι όπως γνωρίζουμε τους έκπτωτους αγγέλους. Ο συγκεκριμένος αυτοεξορίστηκε και από τους Επτά Ουρανούς, εξοργίζοντας τον κάθε Αρχάγγελο ξεχωριστά.
      Κάποτε λοιπόν, πολλά – πολλά και άλλα χρόνια επιπλέον ήταν ένας άγγελος. Που δεν ήταν και πολύ σώος. Πάλευε με όλο του το είναι, να κρύψει τη φοβία του για τα ύψη. Μέχρι που έφτασε η ώρα για την ανανέωση αρμοδιοτήτων, αφού πρώτα οι προηγούμενοι άγγελοι αποσύρθηκαν ή τιμήθηκαν με έναν σπουδαίο μεγάλο τίτλο. Έτσι κατάφερε επάξια να αποκτήσει την αρμοδιότητα, που πίστευε πως ήταν κατάλληλη για τον ίδιον, καθώς δε χρειαζόταν και πολύ το πέταγμα. Η αρμοδιότητα του είχε ως εξής: να περιπλανιέται ανάμεσα στους ανθρώπους βοηθώντας τους στις αποφάσεις τους, να διώχνει μακριά τις κακές τους σκέψεις, να φροντίζει τα όνειρα τους κ.ά., να πω σε αυτό το σημείο τις αντίθετες αρμοδιότητες έχουνε και τα δαιμόνια. Εκείνος παρακολουθώντας στενά τις ανθρώπινες ζωές, ένιωθε μέσα του τεράστια ζήλια. Ένα δαιμόνιο τον παρακίνησε να γίνουν άνθρωποι και να παίξουν στον τζόγο. Εκείνος στην αρχή αρνήθηκε, χωρίς να καταλάβει πως κατέληξε να κάθεται σε ένα ξύλινο στρογγυλό τραπέζι ανάμεσα σε καουμπόηδες και να παίζει σκληρό πόκερ. Εννοείται πως νίκησαν και μοιράστηκαν τα κέρδη. Τα σκόρπισαν και οι δύο ταυτόχρονα σε ιερόδουλες. Το συγκεκριμένο τέχνασμα επαναλαμβανόταν κάθε βράδυ. Μέχρι που οι ανώτεροι του τον έκαναν τσακωτό.
      Τον έπιασαν κυριολεκτικά στα πράσα, τη στιγμή που ήταν έτοιμος να συνουσιαστεί με την κοπέλα που είχε πληρώσει. Ο άγγελος που είχε κατέβει για να τον παραλάβει, εξοργισμένος τον πήρε μαζί του έτσι όπως ήταν. Τα μέλη του Συμβουλίου των Ουρανών, αποφάσισαν ομόφωνα την εξορία του στη Κόλαση. «Έχοντας κολλητάρι έναν δαιμόνιο, δε θα δυσκολευτείς να προσαρμοστείς», του είπε ο Βαϊλάμερ, πρόεδρος του Συμβουλίου.
      Καταφτάνοντας στην κόλαση, έγινε ο περίγελος όλων των δαιμόνιων. Γυμνός όπως ήταν, έγινε το προσωρινό τους παιχνίδι. Τον καψάλισαν σε διαφόρων ειδών καζανιά, τον μαστίγωναν με τις ουρές τους και άλλα δικά τους κατασκευαστικά παιχνιδιάρικα βασανιστήρια. Του πήρε καιρό μέχρι να ανταμώσει με τον υποτιθέμενο φίλο του, που εξαιτίας του τα τραβούσε όλα αυτά. Με τον που τον είδε, του ζήτησε να δώσει εξηγήσεις στον ανώτερό του, δηλαδή στον Δαίμονα και να εξασφαλίσει τη σωτηρία του από τα παιχνιδιάρικα βασανιστήρια των δαιμονίων.
      Ο Δαίμονας γέλασε μαζί του με τον που τον είδε «Είσαι πολύ αθώος για τα γούστα μου», του είπε γελώντας. «Απορώ με τα μικρά μου, πού τη βρίσκουν τη διασκέδαση μαζί σου. Αλλά για εκείνα κάθε βασανιστήριο, είναι μια καινούρια διασκεδαστική εμπειρία». Δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει. «Πες μου, αισθάνεσαι καθόλου βασανισμένος;», τον ρώτησε μένοντας με το ζόρι σοβαρός.
«Καθόλου», του απάντησε εκείνος.
Ο Δαίμονας γέλασε δυνατά.
      Εκείνος πείσμωσε. Ζήτησε από τον υποτιθέμενο φίλο του δαιμόνιο, να τον βοηθήσει να γίνει σκοτεινός. Σαφέστατα απέτυχε. Ό,τι και να έκανε τα δαιμόνια τον απεχθανόντουσαν «Δε θα γίνεις ποτέ σαν εμάς!», του έλεγαν βασανίζοντας τον. 
      Ο Βαϊλάμερ μην αντέχοντας άλλο τα ρεζιλίκια του, τον κάλεσε να παρουσιαστεί μπροστά του. Εκείνος ανακουφισμένος δέχτηκε τη πρόσκληση του και με μεγάλη χαρά παρουσιάστηκε μπροστά του. Ο Βαϊλάμερ με μεγάλη ευχαρίστηση του ανακοίνωσε την απόφαση του Συμβουλίου.
      «Αιώνια ζωή», του είπε, με τη φωνή του χρωματισμένη από ευχαρίστηση.
«Αιώνια ζωή», επανέλαβε εκείνος αργά. «Αιώνια ζωή;», ρώτησε σε πιο γρήγορα ρυθμό.
      «Θα συνεχίσεις να εργάζεσαι για τα μέλη του Συμβουλίου, δίχως σταματημό».
«Θα είμαι σκλάβος σας;», ρώτησε εκείνος.
«Αν θεωρείς σκλαβιά τη σωτηρία της ανθρωπότητας, τότε ναι. Θα είσαι σκλάβος μας».
«Εξηγήστε μου σας παρακαλώ, τι εννοείτε ακριβώς;», ζήτησε εκείνος ευγενικά.
      «Θα μένεις στη γη έχοντας ανθρώπινη μορφή, διατηρώντας μέσα σου το αγγελικό σου χάρισμα. Αυτό θα εμποδίζει τον Θάνατο να σε πλησιάσει. Δε θα είσαι άνθρωπος ούτε άγγελος».
«Δε θα μπορέσω κάποια στιγμή να αποσυρθώ;».
«Δε με παρακολουθείς», του απάντησε αμέσως ο Βαϊλάμερ. «Δε θα είσαι ούτε άνθρωπος ούτε άγγελος», του εξήγησε τονίζοντας τη λέξη «ούτε».
«Αυτό είναι τιμωρία», μουρμούρισε.
Ο Βαϊλάμερ φύσηξε κατά πάνω του, εκείνος προσγειώθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους.
      Αποδέχτηκε την τιμωρία του, πιστεύοντας πως του άγγιζε. Για αρκετό καιρό διέπραττε τα καθήκοντα του ολόσωστα, ευελπιστώντας την αλλαγή αποφάσεως του Συμβουλίου.
      Η τελευταία του ελπίδα να ξανά γίνει ολοκληρωτικά άγγελος, απεβίωσε με που δέχτηκε να μονομαχήσει με ένα δαιμόνιο που του πήγαινε κόντρα.
      Το δαιμόνιο τον προκάλεσε σε μονομαχία σκάκι. Ανθρώπινου σκάκι. Το δαιμόνιο ζωγράφισε στο έδαφος μια σκακιέρα και επέλεξε από τους περαστικούς που περνούσαν τα πιόνια του και τα τοποθέτησε πάνω στη σκακιέρα. «Σειρά σου να διαλέξεις». Του είπε το δαιμόνιο. «Μη δειλιάζεις. Οι άγγελοι δε δειλιάζουν». συνέχισε να του λέει ειρωνικά.
Εκείνος στην αρχή επιχείρησε να τον μεταπείσει, προτείνοντας του ένα διαφορετικό είδος μονομαχίας. «Παραδείγματος χάρη ξιφασκία, πινκ πονκ…βελάκια». Μην καταφέρνοντας να τον μεταπείσει, διάλεξε τα πιόνια του και τα τοποθέτησε πάνω στη σκακιέρα.
      Το δαιμόνιο κροτάλισε τα δάχτυλα του. Ο χρόνος σταμάτησε και το παιχνίδι ξεκίνησε. «Δεσποινίς με το καρέ, ένα βήμα μπροστά». Φώναξε το δαιμόνια, προστάζοντας τη δεσποινίδα να κουνηθεί μπροστά πάρα τη θέληση της.
      Το δαιμόνιο έχασε τη παρτίδα, πριν προλάβει να του αποζητήσει το χρέος του εξαφανίστηκε στα έγκατα της γης. Εκείνος τον ακολούθησε θέλοντας, να εισπράξει το κέρδος του. Κατάφερε να στριμώξει το δαιμόνιο σε ένα στενό της Κολάσεως, κοντά στα μπουντρούμια. Το δαιμόνιο του είπε πως δε κουβαλούσε πάνω κάποιον τρόπο αποζημίωσης και τον οδήγησε στον Αφέντη του.
     
      «Πάλι εσύ εδώ;». είπε, ξενερωμένος ο Δαίμονας.
«Ήρθα να εισπράξω το κέρδος μου», του είπε με αποφασιστικότητα.
Ο Δαίμονας γέλασε.
«Θέλω να με απαλλάξεις από τη τιμωρία μου», του ζήτησε εκείνος με θάρρος.
      Ο Δαίμονας γέλασε πιο δυνατά. «Αν είχα δάκρυα…», ξεκίνησε να του λέει ο Δαίμονας, ηρεμώντας το γέλιο του. «όπως οι άνθρωποι που προσέχεις, θα δάκρυζα από τα γέλια», ολοκλήρωσε, γελώντας πιο πολύ.
«Δεν είπα κάτι αστείο», του είπε με σοβαρότητα εκείνος.
      «Θα επικοινωνήσω με τον Ανώτερο σου», του είπε ο Δαίμονας. «Πήγανε τώρα», τον πρόσταξε, κάνοντας του νόημα να φύγει από μπροστά του.

      Μπροστά του εμφανίστηκε ο Βαϊλάμερ, με συνοδεία τεσσάρων ακόμα αγγέλων. Η τιμωρία του από εκείνη την ημέρα άλλαξε, έγινε χειρότερη από πριν. Τιμωρήθηκε και από τον Κάτω Κόσμο.
      Του προστέθηκαν φτερά, έτσι έγινε ένας άνθρωπος με φτερά, στα αυτιά συνέχιζε να ακούει προσευχές απελπισμένων ανθρώπων. Θα συνέχιζε να ζει κανονικά ως άνθρωπος με φτερά, περιμένοντας το αγγελικό φως της ψυχής του να σβήσει, να του πέσουν τα φτερά και τέλος να ζήσει μέχρι τα βαθιά γεράματα ως ολόκληρος άνθρωπος και να πεθάνει.

      Τον πρώτο καιρό, αισθανόταν απελευθερωμένος. Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους, έκανε ότι παράπτωμα ήθελε καθώς πίστευε πως δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από αυτό που του συνέβαινε ήδη. Έκανε ότι του κατέβαινε στο κεφάλι. Δοκίμαζε ότι υπήρχε. Απέκτησε εμμονές: στο αλκοόλ, στα ναρκωτικά, στο σεξ…το διασκέδαζε για τα καλά.

      Ο Δαίμονας δε μπορούσε να τον αφήσει να συνεχίσει, κατά αυτό τον τρόπο. Ποιος τιμωρημένος διασκεδάζει, ζώντας τη τιμωρία του;
      Μία νύχτα που κοιμόταν του καλού καιρού, ανάμεσα από γυμνά σώματα γυναικών, εισέβαλε στον εγκέφαλο του. Το επόμενο πρωί, ήταν το πιο δυστυχισμένο πλάσμα εν ζωή. Δεν ήθελε τίποτα, τα είχε βαρεθεί όλα. Απέκτησε υψοφοβία, δε μπορούσε άλλο πια να πετάξει. Έγινε αυτοκτονικός. Στις τόσες φορές που παρακάλεσε τον θάνατο να έρθει και να τον πάρει, ο Κύριος Θάνατος του έκανε την χάρη, να επικοινωνήσει μαζί του. Τον συμπάθησε και συχνά – πυκνά του κάνει παρέα. Χρειάζεται και Εκείνος μία συντροφιά, καθώς η δουλειά του δε του επιτρέπει να διατηρεί φιλικούς δεσμούς με τους νεκρούς.
                                           
                                   * * * *    
     
      «Να σου πω κάτι;», τον ρώτησε η φωνή.
«Τι;», τον ρώτησε εκείνος, έχοντας σταματήσει να κλαίει, είχε σηκωθεί όρθιος.
      «Νιώθω πολύ καλά που μιλάμε. Αισθάνομαι μεγάλη μοναξιά», του απάντησε η  φωνή.

      Εκείνος ξέλυσε από τον καρπό του μια λευκή κορδέλα, τη πέρασε πάνω από τα φτερά του και την έδεσε λίγο πιο κάτω από το στήθος του. Έπειτα, ξέδεσε το μαύρο του πουκάμισο από τη μέση του και το φόρεσε πάνω από τα δεμένα φτερά του. Με το βλέμμα του έψαχνε τα παπούτσια του, προσπαθώντας να θυμηθεί πού τα είχε πετάξει. Εν τέλει τα βρήκε κρεμασμένα πάνω στα κλαδιά ενός δέντρου, τα φόρεσε και πήρε τον δρόμο για την πόλη, περπατώντας φυσικά.



Constantine Red Moon

1 σχόλιο:

  1. Ενδιαφέρουσα αρχή! Καλό ξεκίνημα στην παρέα μας!

    Μου άφησε κάποιες απορίες, ελπίζω να απαντηθούν παρακάτω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή