Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9 Νοε 2016

0 Ο Ισορροπιστής 2: Η ένοχη γραμμή αίματος (Κεφάλαιο 4) - "Κλεοπατρα"

      Ο γκρίζος ναός γοτθικής τεχνοτροπίας είναι γεμάτος από ψιθύρους. Ψιθύρους ανησυχίας και έντονου προβληματισμού. Αντρικές και γυναικείες φωνές αναμειγνύονται σ’ ένα υποτυπώδη καβγά που δε φαίνεται να βγάζει νόημα, αλλά σπέρνει πολύ διχόνοια. Οι φωνές τους αντηχούν στα πολύχρωμα λαξευμένα παράθυρα που αναπαριστούν σκηνές μάχης. Ανθρώπους με χρυσά χέρια που θνητοποιούν υπερφυσικά όντα. Δεν υπάρχει πουθενά στη Γη τέτοιος ναός, παρά μόνο σ’ ένα μέρος. Στην Ατσαλένια Πόλη.
      Οι νεκροί Ισορροπιστές είναι σε αναβρασμό και φωνάζουν ο ένας στον άλλον. Είναι είκοσι άτομα μέσα σε μια τεράστια αίθουσα και παλεύουν μεταξύ τους με τα λόγια. Κάπου στο βάθος ο Ράγκος στηρίζει την πλάτη σ’ ένα γιγαντιαίο καθρέπτη σκεπτικός. Δεν δίνει καν σημασία στα αδέρφια του που λογομαχούν.
      Τον πλησιάζει ο γιος του, ο Τραϊανός, και τον ρωτάει:
«Πατέρα, σε παρακαλώ. Σταμάτησέ τους. Φώναξε για ησυχία».
      Ο Ράγκος τον κοιτάζει και του σηκώνει το χέρι με τη παλάμη ανοικτή. Ο Τραϊανός καταλαβαίνει ότι πρέπει να σωπάσει και να περιμένει. Ανασαίνει βαθιά και ξανακοιτάζει τους υπόλοιπους. Οι καβγάδες τους συνεχίζονται μέχρι που από το βάθος ακούγεται ένας ήχος. Είναι ο ήχος της μεγάλης σκαλισμένης πόρτας που ανοίγει και μπαίνει μια γυναίκα. Όλοι την βλέπουν και σταματούν τη λογομαχία. Εκείνη τους πλησιάζει.
      Έχει ύψος 1.67 και πολύ γυμνασμένο και λεπτό σώμα. Το χρώμα του δέρματός της είναι ανοιχτό καφέ. Φοράει ένα κατάμαυρο κεντητό και απαλό στο δέρμα φόρεμα που είναι σκισμένο στο χέρι και στα πόδια για να περπατάει πιο άνετα. Σποραδικά το φόρεμα έχει κάποιες χρυσές πινελιές. Τα μαλλιά της είναι κατάμαυρα και ολόισια, τα μάτια της καφέ και η μύτη της ελαφρώς μεγάλη. Είναι μια πολύ όμορφη γυναίκα που οι άντρες Ισορροπιστές καθώς την βλέπουν να πλησιάζει την ορέγονται.
      Εκείνη φθάνει ξυπόλυτη κοντά τους και σταματάει. Από τους μαζεμένους ξεπροβάλλει ο Σουγκουλέ ο οποίος την πλησιάζει και την ρωτάει με αγωνία:
«Ο μηχανισμός που έστησες στον τάφο σου… είναι σίγουρα καταστρεπτικός; Θα διαλύσει όλο το Οπλοστάσιο;»
      Εκείνη παίρνει το βλέμμα της προσβεβλημένης και οργισμένης γυναίκας που μόλις άκουσε κάτι για την οικογένειά της. Δεν το ανέχεται μέσα της αλλά κρατιέται να μην ξεσπάσει. Ανασαίνει βαθιά και μόλις ξεφυσήσει λέει:
«Πενήντα μία γυναίκες χήρεψαν για να χτιστεί ο τάφος μου. Βουρδούλιασα εκατοντάδες σκλάβους για να τον χτίσουν όπως έπρεπε. Στη χώρα μου έγινε πραξικόπημα εκείνο τον καιρό. Να μην αναφέρω πόσα υπερφυσικά όντα πέθαναν άδικα την ίδια εποχή, και πόσους κανόνες έσπασα για να το κρατήσω μυστικό. Κι όλα αυτά για να είναι σωστή η καταστροφή του τάφου αν χρειαζόταν!»
      Η μακροσκελής απάντηση και το βλέμμα της τον αναγκάζουν να κάνει δύο βήματα πίσω. Ο Ράγκος όμως την πλησιάζει και της λέει:
«Κλεοπάτρα ηρέμησε. Ο Σουγκουλέ ανησυχεί όπως κι όλοι μας εδώ περά γι’ αυτό τον τάφο».
«Γιατί; Δεν υπάρχει λόγος».
«Υπάρχει».
      Γυρίζει προς μια γερασμένη γυναίκα που φοράει έναν σκοροφαγωμένο μανδύα και της κάνει νόημα. Εκείνη απλώνει το χέρι της και ο μεγάλος καθρέπτης δείχνει κάποιες σκηνές. Η Κλεοπάτρα τις βλέπει και την οργή της γρήγορα διαδέχεται η αγωνία. Η Μέδουσα είναι στο Χαρτούμ μαζί με πολύ λαό και ψάχνει τον τάφο. Την δείχνει να τριγυρνάει στους δρόμους. Η Κλεοπάτρα κάνει ένα βήμα μπροστά και φέρνει τα χέρια της στη μέση της ξεφυσώντας και κουνώντας το κεφάλι της. Ο Ράγκος έρχεται κοντά της και την ρωτάει:
«Πόσοι ήξεραν γι’ αυτόν τον μηχανισμό;»
«Εκτός από τους Ρυθμιστές; Δύο από τις υπηρέτριες μου. Κι αυτές θάφτηκαν μαζί μου στο τάφο».
      Ο Ράγκος ξεφυσάει και ξανακοιτάζει το καθρέπτη λέγοντας:
«Ελπίζω να έχεις δίκιο. Αλλιώς ο Τρόι θα έχει πολύ δύσκολη δουλειά».
      Χαρτούμ. Η ζέστη στην πόλη έχει ξεκινήσει. Είναι έντεκα το πρωί και όλο το μέρος ήδη βάλλεται από τις ακτίνες του ήλιου. Άνθρωποι περπατούν στους δρόμους, αμάξια κορνάρουν και υπερφυσικά όντα κινούνται σε ομάδες. Κοιτάζουν τριγύρω με την ανθρώπινη κάλυψη τους και είναι σε ομάδες. Ψάχνουν και ελέγχουν οτιδήποτε ή οποιονδήποτε. Είναι ακροβολισμένοι σε κάθε γωνιά της πόλης. Είναι πολλοί. Είναι αποφασισμένοι και αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Καχύποπτοι και ετοιμοπόλεμοι.
      Στην λεωφόρο Jabra, σ’ ένα ξενοδοχείο μεσαίας κατηγορίας, στον τέταρτο όροφο, μια φιγούρα κάθεται στο παράθυρο. Είναι η Ρουθ που παρακολουθεί τι συμβαίνει στον δρόμο. Πιο πίσω σε μια καρέκλα κάθεται ο Τρόι πίνοντας τον αραβικό καφέ του ήρεμος. Η Ρουθ έχει καρφωθεί στο δρόμο και παρατηρεί μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα. Την ξέρει καλά αυτή τη διαδικασία. Πρώτα ελέγχεις το πεδίο πριν κάνεις οποιαδήποτε κίνηση. Ψάχνεις εύκολους δρόμους πρόσβασης αλλά και διαφυγής. Τα μάτια της περιεργάζονται τα πάντα. 
      Ο Τρόι πίνει μια γερή γουλιά από τον καυτό καφέ και την κοιτάζει. Τη ρωτάει:
«Λοιπόν;»
«Έχουν περάσει τρεις διαφορετικές ομάδες των τριών ατόμων. Λιθοσκώληκες, Μόργκερς και Βραόνιοι. Η Μέδουσα έχει μαζέψει αρκετούς».
«Ναι, ξετσουτσούνισαν όλοι μετά το Σαν Αντόνιο και θέλουν μερίδιο από το νέο κόσμο».
      Εκείνη χαμογελάει αλλά δεν παίρνει το βλέμμα της από το δρόμο. Ο Τρόι πιάνει το τάμπλετ δίπλα του και με μια κίνηση του δαχτύλου του βλέπει σε πανοραμική θέα. Ένα μικρό drone πετάει πάνω από το Χαρτούμ και δείχνει τα πάντα. Ο Τρόι απλά περιμένει να βρει τη Μέδουσα. Η Ρουθ τότε λέει:
«Δε μου είπες ακόμα, τι σχέση είχαν Κλεοπάτρα και Μέδουσα;»
«Έχω διαβάσει και ακούσει πολλά γι’ αυτή την ιστορία. Άλλοι λένε ότι ήταν κολλητές φίλες και άλλοι ζευγάρι».
«Χμ… kinky!»
      Χαμογελάνε και οι δύο τους και επιστρέφουν στις δουλειές τους. Οι Ισορροπιστές όμως άκουσαν τη συζήτηση και την κοιτάνε όλοι μαζί. Ο Τραϊανός ρωτάει αυτό που σκέπτονται όλοι.
«Εύλογη απορία και δεν στη ρώτησε ποτέ κανείς. Τι ακριβώς ήταν η Μέδουσα για σένα;»
      Εκείνη κατεβάζει λίγο το κεφάλι και δίνει την απάντηση:
«Πληροφοριοδότης».
      Όλοι την κοιτούν έκπληκτοι και δεν μιλάνε, αλλά είναι προφανές ότι περιμένουν να μάθουν τη συνέχεια. Η Κλεοπάτρα τούς λέει, αλλά παράλληλα θυμάται εκείνα τα χρόνια. Τα χρόνια της ακμής της ως Βασίλισσα αλλά και Ισορροπίστρια. Τη δεύτερη μέρα της βασιλείας της ζήτησε ακρόαση μια γυναίκα. Η Κλεοπάτρα είδε από την αρχή το πρόσωπο της Μέδουσας, αλλά δεν ταράχτηκε. Η Μέδουσα ζήτησε άσυλο για να της παράσχει πληροφορίες. Κι έτσι έγινε.
      Στα πρώτα χρόνια της βασιλεία της, η ζωή της κυλούσε ανάμεσα στη προσπάθεια διεύρυνσης του κράτους και στη μάχη ενάντια στο υπερφυσικό. Κανόνιζε δείπνα με συμμάχους και στη μέση έφευγε για να γυρίσει δύο ώρες αργότερα αναμαλλιασμένη και ίσως με κάποιες ουλές. Όλοι το έβλεπαν, κανείς δεν μιλούσε. Έκλεινε εμπορικές συμφωνίες κατ’ ιδίαν και το βλέμμα της ήταν αλλού σαν να κοιτούσε κάτι αόρατο. Λέγεται ότι τις νύχτες ακούγονται περίεργοι βόμβοι από τη Σαχάρα και νυχτερινά καραβάνια μιλούσαν για μια φιγούρα να καβαλάει την άμμο. Ήταν η Κλεοπάτρα που δάμαζε τα Όντα της Άμμου. Η Βασίλισσα Ισορροπίστρια έφερε σε πέρας πολλούς άθλους.   
      Όλα αυτά όμως ήταν πληροφορίες που έπαιρνε από τη Μέδουσα. Σε αντάλλαγμα μπορούσε να μείνει στο παλάτι της. Ποτέ δεν της είπε όμως γιατί τής τα έλεγε. Μπορεί κάποιες βραδιές να κάθονταν μαζί και να έπιναν το καλύτερο κρασί, που της είχαν δώσει οι Βεδουίνοι, αλλά μόλις η συζήτηση έφθανε στο παρελθόν της Μέδουσας, εκείνη έφευγε και κλεινόταν στο δωμάτιό της. Η Κλεοπάτρα ήταν ικανή διπλωμάτης και ό,τι πέτυχε στη βασιλεία της το πέτυχε περισσότερο με τη γλώσσα παρά με τη λεπίδα. Η Μέδουσα όμως δε γοητευόταν από την ευγλωττία της.
«Και τι έγινε;» ρωτάει ο Τραϊανός διακόπτοντας την αναδρομή της.
«Εκείνη την περίοδο, σε όλη την αυτοκρατορία ξεσπούσαν αιματηρές εξεγέρσεις σε πόλεις που κίνησαν τις ανησυχίες των Ρυθμιστών. Καρθαγένη, Κυρήνεια, Πέργαμος και Αδριανούπολη. Σας θυμίζουν κάτι;»
      Την πλησιάζει ο Γαλάτης Ισορροπιστής και λέει:
«Αυτές οι πόλεις ήταν οι διαδοχικές κρυψώνες του Οπλοστασίου. Για χρόνια τα μεταφέρανε από μέρος σε μέρος οι Ρυθμιστές».
«Ακριβώς. Κι αυτές οι εξεγέρσεις τους βάλανε σε σκέψεις. Οι υποψίες τους έπεσαν στους ρωμαίους έπαρχους. Συγκεκριμένα στους συμβούλους τους. Με πίεσαν τότε να ανακρίνω κάθε υπερφυσικό ον που ήταν κοντά στους έπαρχους. Και ήταν αρκετοί. Εγώ φυσικά, δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω το βασίλειό μου και να τρέχω για τις υποψίες τους και για κάτι που θα έπαιρνε χρόνια.»
«Όχι, βέβαια!» λέει χαμογελώντας ο Γαλάτης.
«Όποτε τους έπεισα να χτίσω εγώ μέρος για το Οπλοστάσιο. Όλα ξεκίνησαν κανονικά. Έβαλα αρχιτέκτονες και μηχανικούς να μου σχεδιάσουν μια υπόγεια κρύπτη εκεί που είναι σήμερα το Χαρτούμ. Παράλληλα όμως σκεφτόμουν κι εγώ αυτές τις εξεγέρσεις. Όποτε πήγα να ρωτήσω τη Μέδουσα» σταματάει και σουφρώνει τα χείλια θυμούμενη τη σκηνή. «Και για πρώτη φορά, άρχισε να μασάει τα λόγια της».
«Χτύπησες φλέβα» διαπιστώνει ο Σαμπούρου.  
«Ναι. Άρχισα να ανησυχώ πραγματικά. Είδα όμως στα μάτια της κάτι. Δεν προσπαθούσε να το κρύψει επειδή ήταν σε μυστική αποστολή ή κάποια μορφή προδοσίας. Είδα φόβο. Κάτι την τρόμαζε».
«Ωραία, και τι έκανες; Πως της απέσπασες πληροφορίες;» ρωτάει ο Σουγκουλέ.
      Εδώ η Κλεοπάτρα χαμηλώνει το κεφάλι της και κλείνει τα μάτια της προσπαθώντας να μην κλάψει. Ο Γαλάτης, ο Αλάρντ, την πιάνει από τους ώμους και ο Σουγκουλέ κάνει πίσω έχοντας καταλάβει ότι έχει χτυπήσει ευαίσθητη χορδή. Ο Αλάρντ λέει:
«Δε φταις εσύ».
«Κι όμως. Αν τότε είχα κρατήσει χαρακτήρα, ίσως τώρα δε θα καθόμασταν εδώ να ανησυχούμε».
      Ξανακοιτάζει τον καθρέπτη και βλέπει την πόλη, τα δύο παιδιά, τα υπερφυσικά όντα. Ένα δάκρυ φεύγει από το αριστερό μάτι της και γλιστράει πάνω στο μάγουλό της. Με τα βαριά χέρια του ακόμα στους ώμους της λέει:
«Ένα σκίρτημα της καρδιάς τότε, μπορεί να αλλάξει το κόσμο σήμερα».
      Πίσω στο ξενοδοχείο, ο Τρόι σηκώνεται απότομα από την καρέκλα του, πράγμα που φέρνει το βλέμμα της Ρουθ επάνω του. Εκείνος λέει:
«Την βρήκα».
«Πού;»
«Μόλις κατέβηκε από λεωφορείο στην περιοχή Hillat Hamad».
«Φεύγουμε τότε».
      Ο Τρόι ανακαλεί το drone και στέλνει την πληρωμή ηλεκτρονικά σ’ αυτόν που τους το νοίκιασε. Αμέσως τότε παίρνουν και οι δύο από ένα στρατιωτικό σάκο και βγαίνουν από την πόρτα.
      Στο Hillat Hamad η Μέδουσα κοιτάζει μέσα από τα κυκλικά γυαλιά ηλίου Rayban την περιοχή. Είναι σε μια άδεια παιδική χαρά και από πίσω της Γοργόνες και Φρουροί περιμένουν. Ο Δίραξ την πλησιάζει και τη ρωτάει:
«Εδώ είναι;»
«Όχι. Πιο πέρα. Είσαι σε επικοινωνία με τις ομάδες μας;»
«Με όλους».
«Ωραία. Ανακάλεσέ τους και τοποθέτησέ τους σε φρουρά ανάμεσα στη γέφυρα Blue Nile και την γέφυρα Al Nemer».
«Έγινε».
      Ο Δίραξ σηκώνει το κινητό και αρχίζει να επικοινωνεί. Η Μέδουσα κάνει νόημα στην ομάδα της να την ακολουθήσει. Από μια ταράτσα, Τρόι και Ρουθ τους παρακολουθούν από μακριά.        
      Αρκετά πιο μακριά από τη σκηνή και συγκεκριμένα στο πιο βόρειο κομμάτι του Χαρτούμ, ο Μόρτον εισέρχεται σε ένα κέντρο υποδοχής μεταναστών. Η κρίση του ISIS στη Μέση Ανατολή δεν γέμισε με μετανάστες και πρόσφυγες μόνο την Ευρώπη. Πάρα πολλοί πέρασαν την Ερυθρά Θάλασσα και κατέληξαν σε Αίγυπτο, Σουδάν και Ερυθραία. Φυσικά όλοι πήγαν στα ειδικά διαμορφωμένα στρατόπεδα προς εξακρίβωση στοιχείων. Ο Μόρτον τις τελευταίες δύο μέρες έφαγε στη μάπα τη σουδανική γραφειοκρατία προκειμένου να του πουν πού βρίσκεται η Ζαλάικα. Μετά από πολλά διαβήματα, καυγάδες και αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα πέτυχε μόνο ένα πράγμα. Να τον αφήσουν να τη δει. Φυσικά αυτός θέλει να την πάρει υπό την προστασία του αλλά προς το παρόν συμβιβάζεται και με αυτή την κατάληξη. 
      Ο φρουρός τον οδηγεί μέσα στο κέντρο. Δεξιά και αριστερά βρίσκονται προκάτ φτιαγμένοι κοιτώνες. Είναι γύρω στους δέκα. Παντού βλέπεις ανθρώπους κατατρεγμένους να περιμένουν. Δεν ξέρουν ποια θα είναι η τύχη τους. Αν θα έχουν τύχη στη χώρα. Γυναίκες με τα μικρά παιδιά τους. Γέροι που μιλάνε με νέους και τους συμβουλεύουν. Μεσόκοποι άντρες που μιλάνε με φρουρούς και τους παρακαλάνε για ένα πακέτο τσιγάρα. Ο Μόρτον αρχικά τα κοιτάζει όλα αυτά, αλλά κατόπιν ορισμένων λεπτών αποστρέφει το βλέμμα του. Όχι γιατί σιχαίνεται ή γιατί νοιώθει οίκτο και δεν μπορεί να δει τον ανθρώπινο πόνο. Αλλά γιατί θέλει το κεφάλι του καθαρό και το μυαλό του στα ίσα του. Οπότε κοιτάζει μπροστά. Δε μπορεί να λυπηθεί κανέναν αυτή τη στιγμή.
      Φωνές ακούγονται από έναν κοιτώνα. Φρουρός και Μόρτον τρέχουν προς τα εκεί. Οι υπόλοιποι φρουροί μαζεύονται εκεί και προσπαθούν να ανοίξουν την κλειδαριά, ενώ γύρω από τα κάγκελα είναι μαζεμένοι όλοι οι τρόφιμοι του κοιτώνα. Ο Μόρτον κάθεται λίγο πιο μακριά, κατόπιν προτροπής του φρουρού που τώρα τρέχει να βοηθήσει τους συναδέλφους του. Από τους διπλανούς κοιτώνες ακούγονται γιουχαΐσματα. Οι υπόλοιποι φωνάζουν δυνατά. Ο Μόρτον δεν καταλαβαίνει τι λένε ακριβώς, αλλά ξεχωρίζει το όνομα Ζαλάικα στα λόγια τους.           
      Ξανακοιτάζει μπροστά και βλέπει τους φρουρούς να βγάζουν ένα αγρίμι έξω από τον κοιτώνα και να το σέρνουν από τα χέρια. Είναι η Ζαλάικα με ξεσκισμένη μαντίλα και αίματα στα χέρια της. Την σέρνουν ενώ εκείνη φωνάζει και μάλλον βρίζει. Παράλληλα οι φρουροί βγάζουν ένα γενειοφόρο άντρα γύρω στα πενήντα με τσακισμένο το πρόσωπο. Η Ζαλάικα προλαβαίνει να τον δει και να τον φτύσει στη μούρη. Ο ένας φρουρός τη σηκώνει και τη βάζει με τη κοιλιά στον ώμο του. Το πλήθος συνεχίζει να γιουχάρει. Ο φρουρός την μεταφέρει μακριά, ενώ ο άντρας μπαίνει σε φορείο. Ενώ την μεταφέρει εκείνη βλέπει τον Μόρτον και λέει:
«Α, επιτέλους! Σ’ έστειλε ο Τρόι να με πάρεις; Πώς το έπαθε; Με θυμήθηκε;»
      Ο Μόρτον εκπλήσσεται και το στόμα του ανοίγει λίγο στο άκουσμα αυτών των λόγων. Ξέρει τον καταζητούμενο Τρόι Σίλβερ. Η υπόθεση παίρνει διαφορετική τροπή. Χωρίς δεύτερη σκέψη ακολουθεί τον φρουρό.
      Εντωμεταξύ η Μέδουσα κατευθύνεται προς τον στόχο της συνοδευόμενη από Γοργόνες και Φρουρούς. Περνάει μέσα από ένα παζάρι και τραβάει αρκετά βλέμματα πάνω της. Ούτε που τη νοιάζει. Η πολυπληθής ομάδα κατευθύνεται ακάθεκτη προς το στόχο της.     
      Μια φιγούρα όμως ξεπροβάλλει μέσα από το πλήθος και τους μπλοκάρει το δρόμο. Είναι ο Τρόι που στέκεται μερικά μέτρα μακριά τους. Η ομάδα σταματάει απότομα. Εκείνος έχει ένα ψυχρό βλέμμα και κοιτάζει κατευθείαν τη Μέδουσα που βγάζει τα γυαλιά της και του ανταποδίδει το βλέμμα. Γρυλίσματα ακούγονται από πίσω της. Οι Γοργόνες τσαντίζονται στη θέα του, ενώ οι Φρουροί κάνουν μερικά βήματα μπροστά. Η Μέδουσα τους σταματάει όλους μ’ ένα ελαφρύ σήκωμα του χεριού. Χωρίς να γυρίσει καν το κεφάλι της τούς λέει:
«Κορίτσια πάρτε το κάτω δρόμο. Δίραξ εσύ και οι υπόλοιποι από πάνω».
«Μα…» πάει να πει μια Γοργόνα.
«Φύγετε. Τον έχω».
      Οι τελευταίες δύο λέξεις ακούστηκαν απειλητικές και βγήκαν πολύ δυνατά από το στόμα της. Οι δύο ομάδες ακολουθούν τις εντολές της και χωρίζονται. Μένουν οι δυο τους ανάμεσα στο κόσμο που δεν έχει πάρει χαμπάρι τι γίνεται και ούτε νοιάζεται. Η φωνή του Ιμάμη από τα μεγάφωνα αντηχεί στον αέρα του Χαρτούμ. Η σκόνη από τον ελαφρύ αέρα θολώνει ελαφρά τις μεταξύ τους ματιές. Η σκηνή είναι πολύ ήρεμη αλλά κρύβει αναβρασμό.
      Η Μέδουσα κάνει μερικά βήματα μπροστά και φθάνει σ’ ένα καλό σημείο μπροστά του. Αφαιρεί τα γυαλιά της, τα τοποθετεί στη μαύρη μπλούζα της, του χαμογελάει και τον ρωτάει:
«Λοιπόν, για πες μου εντυπώσεις; Πώς σου φαίνεται που είσαι καταζητούμενος και ο κόσμος ξέρει ότι υπάρχει υπερφυσικό;»
«Κλασική Μέδουσα. Πάντοτε εξάπτεσαι με τα κατορθώματα σου».
«Δεν είναι κακό αυτό. Ειδικά αν ο αντίπαλος είναι τέρμα στόκος».
«Οι Ρυθμιστές δεν ήταν στόκοι, απλά ήθελαν να χειριστούν τη δουλειά αλλιώς. Όσο για μένα, κόντεψα να χάσω τις δυνάμεις μου προσπαθώντας να βρω τι συνέβαινε».
«Και τι κατάφερες; Χμ; Για να δούμε. Σκότωσα τα αφεντικά σου. Ο κόσμος έμαθε για το υπερφυσικό και σε λίγο καιρό θα μάθει και θα δει ακόμα περισσότερα. Υπερφυσικά όντα λυμαίνονται το πλανήτη κι εσύ δε μπορείς να κάνεις τίποτε για να μη δώσεις άλλο πάτημα. Σε λίγο καιρό θα εντοπίσω τους Σκοτεινούς Ισορροπιστές. Έχω ξεχάσει κάτι;»
«Μέδουσα, δεν κέρδισες ακόμα. Έχεις πολύ δρόμο μέχρι το τέλος του πολέμου».
      Από το στόμα της βγαίνει ένα ελαφρύ γέλιο.
«Συνέχισε να το λες μέχρι να το πιστέψεις. Σε ξέρω Τρόι. Από τη σχολή ακόμα αγχωνόσουν και έψαχνες στηρίγματα σε άλλους. Ποτέ δε μπορούσες να δώσεις θάρρος στο εαυτό σου. Και κατά βάθος το ξέρεις. Δεν σου πήγαινε η δικηγορία».
«Πέρασαν χρόνια από τότε. Τώρα είμαι Ισορροπιστής και έχω πλούσιο βιογραφικό».
«Σωστό. Όσο ήμουν στο Καθαρτήριο μάθαινα τα κατορθώματα σου» σταματάει για λίγο και σκέπτεται. «Είσαι από τους Ισορροπιστές που πρώτα πυροβολούν και μετά ρωτούν. Και τώρα κάθεσαι εδώ και μιλάς μαζί μου και δεν έχεις επιτεθεί να με σταματήσεις».
      Υποψίες μπαίνουν στο μυαλό της και τα μάτια παίζουν ελαφρά τριγύρω. Τον ξανακοιτάζει και ρωτάει:
«Που είναι η Ρουθ;»
«Ασφαλής».
«Δε μου κάνει αυτή η απάντηση».
«Δε μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό». 
      Ενώ οι δύο τους συνεχίζουν τη συζήτηση, ο Δίραξ και οι ομάδες συναντιούνται έξω από ένα αμμώδες οικόπεδο. Δεν υπάρχει τίποτα μέσα του και καλύπτεται τριγύρω από πολυκατοικίες. Στο νότο βρέχεται από το νερό του Νείλου. Ο Δίραξ και οι υπόλοιποι μπαίνουν μέσα και αμέσως νιώθουν στα πόδια τους κάτι. Το έδαφος είναι κούφιο από κάτω. Είναι στο σωστό σημείο και τα χαμόγελα αρχίζουν να διατρέχουν όλη την ομάδα.    
      Ο Δίραξ βρίσκει το κέντρο του οικοπέδου, γονατίζει και απλώνει το χέρι του στο χώμα. Ένας κύκλος με τέσσερα κεφάλια ζώων φωτίζεται και ένα υπόκωφος θόρυβος ακούγεται. Μισό μέτρο πιο πέρα, το έδαφος κατεβαίνει και σχηματίζονται σκάλες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, γιατί ξάφνου ένα πεδίο ενέργειας καλύπτει το μέρος και ουσιαστικά τούς εξαφανίζει από το ανθρώπινο μάτι. Η ομάδα έχει εκστασιαστεί με τη κατάληξη.
      Το όλο σκηνικό όμως, το βλέπει ένα ζευγάρι μάτια. Είναι της Ρουθ η οποία είναι ακροβολισμένη σε μια ταράτσα και τους ακολουθούσε τόση ώρα. Βλέπει μέσα από το πεδίο τα πάντα. Μόλις η καταπακτή ανοίξει τελείως, η ομάδα κατευθύνεται και πηγαίνει προς τα εκεί. Η Ρουθ δεν χάνει χρόνο. Πετάει τις δύο τσάντες στο έδαφος σ’ ένα σοκάκι και κατεβαίνει με μεγάλη ταχύτητα. Ανοίγει την πρώτη, ενώ παράλληλα κοιτάζει τριγύρω για να μην τη δει κανένας και αναγκαστεί να προβεί σε κάποια μοιραία κίνηση προκειμένου να καλυφθεί. Φοράει ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο, ειδική ζώνη για πιστόλι και μαχαίρι, και στο κεφάλι ειδικά γυαλιά που θα τη βοηθήσουν να δει στο σκοτάδι. Και μετά βγαίνουν τα όπλα. Ένα μαχαίρι KA-BAR που μπαίνει στο πίσω μέρος της ζώνης. Ένα μικρό πιστόλι Sauer 1913 ίσα-ίσα για να χωρέσει στη μπότα της. Βγάζει ένα ακόμα πιστόλι Vector Z88 στο όποιο τοποθετεί κι ένα σιγαστήρα και το βάζει στην ειδική θήκη του. Και τέλος το βασικό της όπλο. Ένα γαλλικό αυτόματο FAMAS επίσης με σιγαστήρα.
      Είναι έτοιμη. Πετάει την τσάντα λίγο πιο πέρα και φορτώνεται την άλλη στην πλάτη. Σηκώνει το FAMAS και προχωράει μπροστά. Μπαίνει στο πεδίο και κατευθύνεται προς την καταπακτή.
      Πίσω στο παζάρι, ο Τρόι λέει:
«Δεν σου επιτίθεμαι γιατί εμείς οι δύο είχαμε κάτι κάποτε. Θυμάσαι;»
«Πολύ καλά. Επίσης θυμάμαι τη λεπίδα σου στο λαιμό μου και τα πυρωμένα σίδερα πάνω στη σάρκα μου».
«Θόλωσα. Κάτι θέριευσε μέσα μου και δεν μπόρεσα να το ελέγξω».
«Και ξέρω ακριβώς τι. Το αίμα των Ισορροπιστών. Αυτό το γαμημένο αίμα που πασχίζει για την Ισορροπία και επιβάλλει τη δικαιοσύνη. Κλασικά πράγματα. Όλοι οι Ισορροπιστές είστε ίδιοι».
«Τουλάχιστον εμείς δεν βασανίζουμε, ούτε τρώμε υπερφυσικά όντα για την πλάκα μας. Σεβόμαστε την αρχαία συμφωνία εν αντιθέσει με σας».
      Η Μέδουσα σκάει στα γέλια μόλις το ακούει και τραβάει πολλά βλέμματα. Ο Τρόι στην αρχή την αφήνει αλλά μετά δεν αντέχει και ρωτάει:
«Είπα κάτι αστείο;»
«Η άγνοια είναι πάντα αστεία».
«Δηλαδή;» και κάνει μερικά βήματα μπροστά με τα ερωτηματικά ζωγραφισμένα στο πρόσωπο του. Η Μέδουσα ηρεμεί από τα γέλια και λέει:
«Δεν ήταν πάντα έτσι, Τρόι. Ο Ράγκος δεν στα είπε όλα. Πολύ πριν το μεγάλο πόλεμο οι φυλές και οι άνθρωποι ζούσαν εδώ σ’ αυτή τη Γη μαζί. Συμβιώναμε».
      Άλλη μια πτυχή της ιστορίας αποκαλύπτεται και πιάνει τον Τρόι απροετοίμαστο. Η Μέδουσα βλέπει την συναισθηματική αναταραχή στο πρόσωπο του και το χαίρεται απίστευτα. Ο Τρόι ρωτάει:
«Και οι ιστορίες για το ότι ήμασταν σκλάβοι;»
«Δεν ήσασταν μόνο εσείς σκλάβοι. Ό,τι έγινε στη Γη ήταν αποτέλεσμα πολέμων μεταξύ των φυλών. Ήσασταν οι παράπλευρες απώλειες».
«Παράπλευρες απώλειες! Εύκολα τα λες».
«Έτσι ήταν, Τρόι. Αυτή είναι η αλήθεια. Μέχρι που μια μέρα ο Ράγκος ξεσηκώθηκε με μια δύναμη, που δεν ξέρουμε πώς την απέκτησε και ξεκίνησε τον πόλεμο».
«Γνωστή η ιστορία από δω και πέρα».
«Ναι ε; Δεν μου λες, εκεί στην Ατσαλένια Πόλη, όταν μιλήσατε, σου είπε ότι έκανε γενοκτονίες; Σου είπε ότι έστειλε ανθρώπους σε αποστολή αυτοκτονίας σε άλλες διαστάσεις; Για το πατέρα μου που τον μαχαίρωσε στην κοιλιά είπε τίποτα;»
      Ο καταιγισμός αυτών των ερωτήσεων τον φέρνει για δεύτερη φορά σε δύσκολη θέση. Κατεβάζει το κεφάλι μπροστά στη δύναμη της φωνής της και στα ατράνταχτα επιχειρήματά της. Φαίνεται να μονοπωλεί και να τον κερδίζει κατά κράτος στη συζήτηση.
      Πίσω στο οικόπεδο και συγκεκριμένα στο βάθος του ο Δίραξ ανάβει ένα δαυλό σε μια κεντρική κυκλική αίθουσα. Υπάρχουν σε τέσσερα σημεία παγκάκια σε σχήμα ημισελήνου, ενώ οι τοίχοι είναι καθαρά πέτρινοι. Το μέρος φαίνεται να είναι αίθουσα αναμονής.
      Ο Δίραξ σηκώνει ψηλά το δαυλό και φωτίζεται μια είσοδος που οδηγεί ακόμα πιο κάτω. Από την αφόρητη μυρωδιά καταλαβαίνουν ότι φθάνουν πολύ κοντά στον τύμβο. Ο Δίραξ κάνει μία κίνηση κι όλοι τον ακολουθούν.
      Όμως, μερικά μέτρα πίσω τους, στα σκαλιά, δύο πράσινες κουκίδες τούς παρακολουθούν. Είναι τα γυαλιά νυχτερινής όρασης που ξεπροβάλλουν και δείχνουν το δρόμο στη Ρουθ. Με το FAMAS πάντα παρατεταμένο και το δάκτυλο στην σκανδάλη προχωράει αργά και αθόρυβα. Προς το παρόν δεν χρειάζονται σφαίρες.
      Πίσω στο παζάρι, το ζευγάρι συνεχίζει να είναι αμίλητο με τον Τρόι να έχει ακόμα κατεβασμένο το κεφάλι. Τα μάτια της παίζουν τριγύρω καθώς βλέπει τους συμμάχους της από διάφορες φυλές να περικυκλώνουν το χώρο. Πάνω σε ταράτσες, πίσω από ομάδες ανθρώπων, κοντά σε αυτοκίνητα. Παντού υπερφυσικά όντα που έσπευσαν να βοηθήσουν τη νέα αρχηγό. Την αρχηγό που θα αλλάξει τα πάντα στη Γη. Η Μέδουσα χαμογελάει από ευχαρίστηση ξέροντας ότι τόσος κόσμος είναι δίπλα της. Αλλά το χαμόγελό της φεύγει αμέσως όταν ο Τρόι σηκώνει το κεφάλι του και λέει:
«Όλα αυτά που μου είπες αποτελούν τα ισχυρότερα επιχειρήματα σου για να δικαιολογήσεις την όλη σου στάση;»
«Δε την έπιασα την ερώτηση» και σοβαρεύει πάρα πολύ.
«Να εξηγηθώ. Δεν αμφιβάλλω ότι ο θάνατος του πατέρα σου σε ώθησε να γίνεις η Μέδουσα που όλοι οι Ισορροπιστές ξέραμε. Δεν αμφιβάλλω για τα λεγόμενα σου, ότι έγιναν γενοκτονίες και άλλα. Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια. Θα μου έκανε εντύπωση αν οι Ισορροπιστές ήμασταν στην απ’ έξω. Αλλά Μέδουσά μου, κουκλάρα μου όμορφη, δεν είναι αυτά που σε έφεραν εδώ σήμερα».
«Αλλά τι μ’ έφερε, ω μεγάλο μέντιουμ;»
«Εγώ»
      Παγωμάρα και περίεργο βλέμμα. Η Μέδουσα κατεβάζει το κεφάλι της και δε βασανίζεται αν πρέπει να γελάσει ή να αρχίσει τις γροθιές. Κουνάει το κεφάλι της κοιτώντας λίγο τον ουρανό και λέει:
«Ισορροπιστές, ρε φίλε. Όλοι τα ίδια σκατά είστε. Νομίζετε ότι οι ζωές των υπερφυσικών όντων περιστρέφονται γύρω από εσάς και μόνο».
«Δεν απαντάς».
«Θες απάντηση, αγοράκι μου; Έγινε. Αυτή η συζήτηση είναι déjà vu για μένα. Την έχω ξαναδεί και ξέρω το σκοπό της».
      Ο Τρόι σουφρώνει τα φρύδια του απ’ αυτό που ακούει. Προσπαθεί να δείξει απορία, αλλά στην πραγματικότητα μέσα του καίγεται από αγωνία. Μήπως τον κατάλαβε η Μέδουσα; Χωρίς να δείχνει τρόμο στη φωνή ρωτάει:
«Τι εννοείς;»
«Την ίδια ακριβώς συζήτηση κάναμε και με την Κλεοπάτρα τη τελευταία της νύχτα ως βασίλισσα».
«Τι πράγμα;» ρωτάει και το στήθος του πηγαίνει αργά μπροστά ενώ η αναπνοή του σχεδόν κόβεται.
«Ω ναι, Τρόι. Με τη Κλεοπάτρα έχουμε πολύ ιστορία. Νόμιζα ότι ήταν φίλη μου αλλά αποδείχθηκε φίδι από τα λίγα».
«Στο ψητό, γαμώ την καταδίκη μου. Η Κλεοπάτρα στο δικό μου μυαλό είναι ένας θρύλος και παράδειγμα για κάθε Ισορροπιστή».
«Έγινε όμως με δικές μου πληροφορίες!» λέει με στόμφο.
«Με τι αντάλλαγμα;»
«Την προστασία της. Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα ήμουν καταζητούμενη από τους Συγχρονιστές λόγω μιας απόφασης που πήρα και των πληροφοριών που γνώριζα. Κάποιες τις μοιράστηκα με την Κλεοπάτρα και όντως μου έδωσε στέγη, φρουρά, φαγητό και τη συντροφιά της».
«Ήσασταν φίλες, έτσι δεν είναι;»
«Έτσι νόμιζα. Μέχρι που οι Συγχρονιστές ξεκίνησαν να ψάχνουν για το Οπλοστάσιό σας. Δημιούργησαν εξεγέρσεις σε τοποθεσίες-κλειδιά που θεωρούσαν ως κρυψώνα του Οπλοστασίου».
«Ήξερες ότι ήταν αυτοί; Οι Συγχρονιστές;»
«Από την πρώτη στιγμή. Η Κλεοπάτρα ζήτησε πληροφορίες και την απέφυγα όσο πιο κομψά μπορούσα».
«Κι από κει ξεκίνησε η διαμάχη σας;»
«Περίπου. Βλέπεις Τρόι, η ηρωίδα σου δεν δέχτηκε ποτέ το όχι σαν απάντηση».
«Εννοείται. Και Βασίλισσα και Ισορροπίστρια».
«Φυσικά!» λέει ειρωνικά εκείνη και συνεχίζει. «Οπότε βρήκε τον τέλειο τρόπο για να μου αποσπάσει πληροφορίες. Με πήρε μαζί της στη Ταρσό και έκανε την προξενήτρα».
      Ο Τρόι σκέπτεται λίγο την ιστορία και τι σήμαινε αυτή η επίσκεψη της Κλεοπάτρας εκεί. Μόλις φθάνει στο συμπέρασμα, ανοίγει τα μάτια του και δείχνει στη Μέδουσα ότι κατάλαβε. Η Ταρσός ήταν το πρώτο μέρος που συναντήθηκαν και ερωτευτήκαν Κλεοπάτρα και Αντώνιος.
      Η Ρουθ κατεβαίνει τα ατέλειωτα σκαλιά ενώ περνάει από τοίχους που δεξιά κι αριστερά δείχνουν τοιχογραφίες με τα κατορθώματα της Κλεοπάτρας. Και είναι πολλά. Μόνο που η Ρουθ δεν έχει χρόνο να τα θαυμάσει και απλά προχωράει όλο και πιο κάτω. Μπροστά της βλέπει ένα ορθογώνιο άνοιγμα και πολλά φώτα μέσα. Σβήνει τη νυχτερινή όραση και το γυρίζει στο κανονικό. Βλέπει Γοργόνες και Φρουρούς με τις δάδες να τριγυρίζουν σ’ έναν απέραντό χώρο με ορθογώνιες κάθετες κολώνες και σκελετούς ανθρώπων σε μερικές από αυτές. Στο βάθος βλέπει το γρανιτένιο τάφο της Βασίλισσας Ισορροπίστριας και δίπλα του διακρίνει μια φιγούρα. Δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι είναι και βάζει να γυαλιά της να εστιάσουν. Βλέπει έναν σκελετό με ρωμαϊκή στολή και καταλαβαίνει ακριβώς περί ποίου πρόκειται, αλλά υπάρχει κάτι αποκρουστικό στο θέαμα. Η πανοπλία του, αλλά και το κρανίο του έχουν μεγάλες αμυχές επάνω. Η Ρουθ μουρμουράει:
«Τι στο διάολο;»
      Ο Τρόι βλέποντας που πάει η ιστορία λέει:
«Να μαντέψω. Ο Αντώνιος σε απέρριψε για τη Κλεοπάτρα».
«Κοντά έπεσες. Το σχέδιό της ήταν να με βάλει κοντά του ώστε να ερωτευτούμε, να ξεχάσω οτιδήποτε με φόβιζε και να της αποκαλύψω τα πάντα για τους Ισορροπιστές. Κόντεψε να πετύχει, αλλά ο Αντώνιος το ήθελε δίπορτο. Και το χειρότερο; Η Κλεοπάτρα ενέδωσε στις ορμές του».
«Ω Θεέ μου».
«Ναι. Εγώ τρελάθηκα και κάρφωσα τα πάντα στον αντίπαλό του, τον Οκταβιανό».
«Εσύ προκάλεσες τη μάχη του Άκτιου;»
«Και την πτώση της τελευταίας βασίλισσας της Αιγύπτου».
      Σφίγγει το πρόσωπο του από οργή. Θέλει τόσο πολύ να της ορμήσει και να τη σκοτώσει γι’ αυτό που έκανε, αλλά κρατιέται. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και σκέφτεται ότι η όλη η ιστορία έχει ένα ακόμη κενό σημείο. Γύρω του τα υπερφυσικά όντα κλείνουν κάθε πιθανή δίοδο και ετοιμάζονται για μάχη. Η ίδια η Μέδουσα προετοιμάζεται γι’ αυτό που έρχεται. Ο Τρόι ρωτάει:
«Για μια στιγμή. Είπες ότι έδινες πληροφορίες και η Κλεοπάτρα σε προστάτευε. Γιατί δεν της αποκάλυψες τι γινόταν με τους Συγχρονιστές; Τι σε τρόμαξε;»
«Οι Συγχρονιστές είχαν δικό τους άτομο κοντά στη Κλεοπάτρα».
«Αδύνατον. Θα καταλάβαινε αν ήταν υπερφυσικό ον».
«Είπα ότι ήταν υπερφυσικό το άτομο;»
      Ο Τρόι σπάει μέσα του μόλις το ακούει και καταλαβαίνει ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Το ίδιο όμως και η Κλεοπάτρα που θυμάται εκείνη την τελευταία μέρα ενώ όλοι την κοιτάζουν.
      Οι ρωμαϊκές λεγεώνες έχουν εισβάλλει στην Αλεξάνδρεια και η ίδια βρίσκεται στην αίθουσα του θρόνου με τη Μέδουσα απέναντι της. Όπως και τώρα έτσι και τότε έχει στηθεί μια παγίδα για να τερματιστεί η ζωή της Μέδουσας. Η Κλεοπάτρα τής μιλάει και ο Αντώνιος από το πάνω θεωρείο ετοιμάζει ένα ειδικό βέλος που θα διαπεράσει το κρανίο της. Η Μέδουσα δείχνει την αληθινή της μορφή, η Κλεοπάτρα τραβάει το ξίφος της για να παλέψει και ο Αντώνιος τεντώνει τη χορδή του τόξου. Θα τελείωνε εκείνη τη μέρα.
      Ένας γδούπος όμως ακούγεται από το θεωρείο και η Κλεοπάτρα αναγκάζεται να παλέψει. Η μάχη κρατάει αρκετά λεπτά. Η Μέδουσα είναι έμπειρη πολεμίστρια, αλλά η Κλεοπάτρα είναι μπαρουτοκαπνισμένη στη μάχη. Οι λεπίδες του χτυπούν με μανία και οι φωνές του σκίζουν το παλάτι και ξεχωρίζουν. Η Μέδουσα χρησιμοποιεί ό,τι δύναμη έχει αλλά η μάχη χάνεται. Μια γροθιά θα τη ρίξει με το κεφάλι πάνω στο θρόνο και πολλά φίδια θα πέσουν στο πάτωμα. Η Κλεοπάτρα πλησιάζει για το τελικό χτύπημα. Εκείνη τη στιγμή όμως, ανεξήγητα, το σώμα του Αντώνιου πέφτει από το θεωρείο και προσγειώνεται στην αίθουσα. Η Κλεοπάτρα τα χάνει και τρέχει στον αγαπημένο της. Είναι ξεσκισμένος σε πρόσωπο και πανοπλία. Τον σηκώνει και τον φέρνει κοντά στο στήθος ενώ εκείνος ξεψυχά. Η Μέδουσα ανακτά λίγο από τη δύναμή της και σκαρφαλώνει σ’ ένα τοίχο για να φθάσει στο θεωρείο. Εδώ ήταν το κενό σημείο της Βασίλισσας τόσα χρόνια. Νόμιζε ότι άκουσε βήματα στο θεωρείο αλλά στην πραγματικότητα ήταν η βαριά φωνή της πάλαι ποτέ φίλης της σ’ ένα άτομο να λέει:
«Μπλόκαρε το μηχανισμό».
      Ο Τρόι καταλαβαίνει ότι αυτό το είπε σε μια Σκοτεινή Ισορροπίστρια και κάνει μερικά βήματα πίσω ενώ η Μέδουσα ξεσπάει σε γέλια. Εκείνος στηρίζεται σ’ ένα τοίχο και κοιτάζει μέσα από τα μάτια της Ρουθ. Εκείνη αποκαρδιωμένη βλέπει το θέαμα που έχει τραβήξει Γοργόνες και Φρουρούς. Μια από τις υπηρέτριες έχει το χέρι της στην οπή ενός τοίχου. Εκεί που ήταν ο μηχανισμός. Η Ρουθ λέει:
«Το βλέπεις;»
«Ναι»
      Η Μέδουσα παρεμβάλλεται στη συζήτηση και λέει γελώντας:
«Στο είπα, αγοράκι μου, déjà vu. Νομίζεις δε κατάλαβα ότι τόση ώρα με καθυστερείς και έχεις βάλει τη Ρουθ να ακολουθεί τους δικούς μου».
«Δεν τελείωσε ακόμα».
«Αααχ, πάντα ήσουν ρομαντικός και πίστευες στα happy ending. Στη προκειμένη περίπτωση όμως…» και κουνά το κεφάλι της «δεν πρόκειται».
      Ο Τρόι παίρνει το χέρι του από τον τοίχο και την κοιτάζει με βλέμμα αγέρωχο. Εκείνη τον κοιτάζει τόσο ευτυχισμένη.
«Όντως δεν τελείωσε ακόμα».
«Τι εννοείς;» και το χαμόγελο σιγά-σιγά σα να φεύγει.
«Εννοώ ότι ήρθαμε με σχέδιο β εδώ πέρα».
      Και από τη λάμψη το πρόσωπό της σκοτεινιάζει απότομα. Ο Τρόι χαμογελάει τώρα και λέει:
«Ρουθ, ανατίναξέ το».
      Και η Ρουθ χαμογελάει, ενεργοποιεί τη νυχτερινή όραση και κρατώντας γερά το FAMAS βγαίνει από το σκοτάδι. Σώματα Γοργόνων σωριάζονται στο έδαφος και κανένας δεν καταλαβαίνει πώς. Ο σιγαστήρας κάνει δουλειά και η Ρουθ πυροβολεί κινούμενη προς τις κολώνες. Όσο περισσότερα κορμιά πέφτουν, τόσο ο Δίραξ παλεύει για να βρει την πηγή. Είναι πολύ αργά όταν βλέπει μια σκιά να κολλά ένα μικρό δέμα στο τοίχο.
      Η Μέδουσα γονατίζει από τον πόνο και τις σουβλιές που δέχεται στο σώμα της. Τα υπερφυσικά όντα γύρω της παγώνουν και δεν κινούνται. Ο Τρόι νοιώθει μια ικανοποίηση και της λέει:
«Βλέπεις, δεν ήμασταν σίγουροι ότι ο μηχανισμός της Κλεοπάτρας θα λειτουργήσει, οπότε είπαμε να φέρουμε μια δικλείδα ασφαλείας».
      Η Μέδουσα αν και σφίγγει τα δόντια, δείχνει στο πρόσωπο της ότι θέλει να μάθει. Ο Τρόι της κάνει το χατίρι και χαμογελώντας λέει:
«C4 εκρηκτικά. Θα κάνουμε τον τύμβο σκόνη».
      Εκείνη σφίγγεται και σηκώνεται παρά τον ανείπωτο πόνο. Κλείνει τις μπουνιές της και τα μαλλιά της γίνονται φίδια. Ο Τρόι χρυσώνει τα χέρια του και ο κόσμος τριγύρω, ο απλός κόσμος, φεύγει τρομαγμένος. Ο Τρόι κοιτάζει τριγύρω και βλέπει το υπερφυσικό να τον έχει περικυκλώσει. Χαμογελάει με σιγουριά γιατί ξέρει ότι δεν θα του επιτεθούν. Η Μέδουσα δείχνει τα δόντια της και ο Τρόι ετοιμάζεται.
      Τηλεμεταφέρεται κοντά του και επιχειρεί να τον χτυπήσει. Ο Τρόι πάει να απλώσει τη θνητοποίηση πάνω της αλλά εκείνη μπλοκάρει με πόνο το χέρι της. Οι δύο τους αλληλοαμύνονται και έρχονται, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, πρόσωπο με πρόσωπο. Στο παιχνίδι μπαίνουν οι αποδοκιμασίες και οι φωνές των υπερφυσικών όντων που δημιουργούν ατμόσφαιρα κερκίδας. Με μια απότομη λαβή ο Τρόι την προσγειώνει πάνω σ’ έναν πάγκο και την ρίχνει μαζί με τους ξηρούς καρπούς. Τα γιουχαΐσματα σταματούν για λίγα δευτερόλεπτα, αλλά ξαναξεκινούν όταν η Μέδουσα στέκεται στα πόδια της. Ο Τρόι παίρνει στάση μάχης και περιμένει την επίθεση. Εκείνη παίρνει την κανονική της μορφή, αφήνει μια κραυγή και ορμάει απάνω του.  
      Στο τάφο, Φρουροί και Γοργόνες απλώνονται τριγύρω και επιχειρούν πλευροκόπηση του εχθρού. Η Ρουθ όμως το ξέρει αυτό το κόλπο και πασχίζει να πυροβολεί σε όλα τα νώτα. Το κακό όμως με τα σύγχρονα όπλα είναι ότι κάποια στιγμή αδειάζουν. Η Ρουθ παλεύει να αλλάξει τη γεμιστήρα ενώ Γοργόνες, που αλυχτούν μέσα στο τύμβο, προσπαθούν να την σκοτώσουν. Εκείνη τις χτυπάει με το όπλο και τις απωθεί μέχρι που κάποια στιγμή σπάει. Το πετάει και τραβάει το πιστόλι της. Πυροβολεί και πασχίζει να βάλει τα εκρηκτικά από τη τσάντα της στις κολώνες. Έχει βάλει τρία μέχρι στιγμής.
      Πίσω στο κέντρο υποδοχής, ο Μόρτον οδηγείται στο δωμάτιο ανάκρισης. Βλέπει όμως ότι υπάρχει κινητικότητα στο διάδρομο καθώς στρατιώτες τρέχουν πάνω κάτω. Απορεί. Περνάνε μαζί με τον φρουρό από το εντευκτήριο του κέντρου και βλέπει φρουρούς μαζεμένους μπροστά στην τηλεόραση. Αφήνει τον φρουρό να προχωρήσει και πηγαίνει κοντά στην παρέα. Αυτό που βλέπει στην οθόνη τού αλλάζει τα σχέδια. Βλέπει τον Τρόι να αποϋλοποιείται και να χτυπάει τη Μέδουσα ενώ κόσμος φωνάζει τριγύρω. Αμέσως βγαίνει έξω από το εντευκτήριο και τρέχει στον διάδρομο, ενώ ο φρουρός πίσω του τον φωνάζει.
      Στο παζάρι ο Τρόι ρίχνει μια κλωτσιά και εκσφενδονίζει τη Μέδουσα πάνω σ’ ένα αμάξι, σχεδόν διπλώνοντάς το. Τρέχει καταπάνω της αλλά εκείνη του φωνάζει:
«ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ; ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ;»
«Εκτός και αν παραδοθείς».
«Όχι. Όχι δεν πρόκειται, ρε γαμιόλη!»
«Τότε ετοιμάσου για θνητοποίηση».
      Και τα χέρια του φωτίζονται τόσο που τρομάζει η κερκίδα. Η Μέδουσα όμως παίζει ένα τελευταίο χαρτί γιατί βλέπει ότι χάνει τη μάχη:
«Δεν σκότωσες μόνο εμένα εκείνο το βράδυ ξέρεις».  
      Προσποιείται ότι δεν την ακούει και την πιάνει από το λαιμό ενώ εκείνη αντιστέκεται κουκουλώνοντας το αριστερό του χέρι με τα φίδια της.
«Σκότωσες και το παιδί μας».
      Είναι η στιγμή που περίμενε η Μέδουσα. Δώδεκα χρόνια από εκείνη τη νύχτα περίμενε αυτό το βλέμμα. Ο Τρόι συγκλονίζεται και ένας κόσμος μέσα του συνθλίβεται. Η Μέδουσα το βλέπει και νιώθει τα χέρια του να χαλαρώνουν. Αλλά δεν επιτίθεται. Θέλει να δει όλη τη σκηνή της κατάρρευσής του. Θέλει να απολαύσει κάθε πληγή στην καρδιά του. Θέλει να δει πώς ένιωθε εκείνη τόσα χρόνια. Και το βλέπει. Ο Τρόι κάνει βήματα πίσω και χάνει επαφή με τον κόσμο. Τα βήματά του είναι συρόμενα και η δύναμή του ανύπαρκτη. Ανοίγει λίγο το στόμα του και ψελλίζει:
«Το… το… το… το παιδί…»
      Μια απότομη κλωτσιά τον φέρνει σ’ έναν τοίχο και τον λυγίζει στο έδαφος. Η Μέδουσα κοιτάζει τριγύρω και βλέπει τα μάτια των όντων που ζητούν για το αίμα του. Με δυνατή φωνή λέει:
«ΟΧΙ ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΑ. ΣΗΜΕΡΑ Ο ΙΣΟΡΡΟΠΙΣΤΗΣ ΘΑ ΧΑΣΕΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ».
«ΤΟΤΕ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ;» ρωτάει ένας από ένα μπαλκόνι.
«ΣΤΟΝ ΤΥΜΒΟ ΟΛΟΙ. ΠΙΑΣΤΕ ΤΗ ΦΙΛΗ ΤΟΥ».
      Και ένα ολόκληρο μπουλούκι τρέχει προς τον τύμβο μέσα από δρόμους και ταράτσες. Εν τω μεταξύ η Ρουθ παλεύει με τις σφαίρες της αλλά της σώνονται. Βγάζει το μαχαίρι και περικυκλώνεται. Έχει βάλει βόμβες σε έξι κολώνες. Οι Γοργόνες την περικυκλώνουν ενώ ακούγονται ποδοβολητά από πάνω. Αμέσως μιλάει στον Τρόι και λέει:
«Τρόι. Τρόι χρειάζομαι βοήθεια. Τρόι; ΤΡΟΙ;»
      Εκείνος είναι ακόμα στο έδαφος και λιώνει από τις ενοχές που τον έχουν πλημμυρίσει. Η Μέδουσα είναι πιο πέρα και το ευχαριστιέται. Η εκδίκηση της μάνας είναι αυτή. Ξαφνικά ο Τρόι ακούει τη φωνή της Ρουθ στο μυαλό του. Κοιτάζει τη Μέδουσα που καταλαβαίνει και του λέει:
«Τρέχα. Τώρα πια ξέρεις και δεν μπορείς να σωθείς».
      Εκείνος αποϋλοποιείται αφήνοντάς την να γελάει κάτω από τον καυτό ήλιο. Είναι μια μίξη γέλιου και δακρύων. Δεν ξέρει αν νιώθει ευτυχισμένη ή λυπημένη. Το σίγουρο είναι ότι πέτυχε κάτι που ονειρευόταν καιρό.    
      Ο Τρόι βγαίνει στον τύμβο και πιάνει τη Ρουθ τη τελευταία στιγμή, καθώς ήδη έχουν μπουκάρει υπερφυσικά όντα. Τηλεμεταφέρονται λίγο μακρύτερα, σε μια ταράτσα, και η Ρουθ βγάζει το πυροκροτητή. Η Μέδουσα τηλεμεταφέρεται επίσης μέσα στον τύμβο και βγάζει όσους προλαβαίνει έξω. Πολύ αργά. Τα C4 σκάνε και τα στηρίγματα πέφτουν. Τόνοι χώματος πέφτουν στον τύμβο και θάβουν το σώμα της Κλεοπάτρας ακόμα πιο βαθιά τη γη. Το Χαρτούμ τραντάζεται ολόκληρο απ’ αυτό το μικρό σεισμό. Κτίρια γύρω από την περιοχή πέφτουν και η σκόνη εκτινάσσεται έως και πέντε τετράγωνα μακριά. Η Ρουθ βλέπει από μακριά ένα καφέ μανιτάρι να φεύγει στον ουρανό. Χαμογελάει γιατί η αποστολή ήταν επιτυχής. Γυρνάει να μιλήσει στον Τρόι αλλά τον βλέπει να κοιτάζει από την άλλη πλευρά με μάτια βουτηγμένα στα δάκρυα. Τον πλησιάζει και του λέει:
«Τρόι; Τρόι, τι συμβαίνει;»
«Είμαι ένοχος. Σκότωσα μια αθώα ψυχή».
«Τι πράγμα;» 
      Δεν θα πει άλλη κουβέντα. Απλά θα της πιάσει το χέρι και θα αποϋλοποιθούν μαζί.      
      Μέσα στη σκόνη και την καταχνιά ένα αμάξι σταματάει στη μέση του δρόμου, καθώς εμποδίζεται από το κυκλοφοριακό που έχει γίνει και τον κόσμο που τρέχει από την αντίθετη κατεύθυνση για να σωθεί. Ήδη τα φορεία μεταφέρουν τραυματίες και γιατροί βοηθούν τον κόσμο. Από το αμάξι βγαίνει ο Μόρτον που κατευθύνεται προς το σημείο.  
      Στρίβει από μία γωνία και βλέπει πολύ κόσμο μαζεμένο γύρω από την τρύπα που έχει ανοίξει. Κοιτάζει εξεταστικά την κάθε φάτσα που βλέπει. Σε μια στιγμή όμως εντοπίζει ένα πρόσωπο που δεν πίστευε ότι θα εντόπιζε. Είναι το πρόσωπο της κοπέλας στην Times Square που μαχαιρώθηκε. Και την βλέπει να κάθεται στο γκρεμό, ολοζώντανη, και να κοιτάζει το χάος. Ανοίγει το στόμα του καθώς δεν το πιστεύει.
      Η Μέδουσα κοιτάζει το χάος και συλλογίζεται. Κοντά της έρχεται ο Δίραξ μέσα στη σκόνη. Εκείνη χωρίς να γυρίσει το κεφάλι ρωτάει:
«Απώλειες;»
«Πέντε από τις Γοργόνες και έξι από τους Φρουρούς. Για τα υπερφυσικά όντα δε ξέρω ακόμα».
      Ξεφυσάει αλλά δεν αφήνει το μυαλό της να ξεφύγει. Λέει:
«Θέλω να μου βρεις την καλύτερη κατασκευαστική της περιοχής και να πάρεις τον έλεγχο από τον ιδιοκτήτη».
«Εντάξει. Και τι θα κάνω».
«Θα αναλάβεις να αναπληρώσεις τις ζημιές εδώ γύρω. Αυτή θα είναι η κάλυψη σου».
«Και η αποστολή μου;»
«Να βγάλεις από την τρύπα όλο το Οπλοστάσιο. Λίγο-λίγο κάθε φορά, όσα βγάζεις θα τα στέλνεις στη Νέα Υόρκη. Στον δεύτερο αρχηγό».
«Έγινε. Ξεκινάω αμέσως».
«Δίραξ, κάτι ακόμα. Θα στείλεις όλα τα όπλα εκεί εκτός από ένα που θα το δώσεις σε μένα και μόνο έμενα αποκλειστικά».
«Ποιο είναι αυτό;»
«Το κέρας του Γαλάζιου Αγίου».
      Οι Ισορροπιστές στην Πόλη που παρακολουθούν τον διάλογο σκοτεινιάζουν και ιδρώνουν στο άκουσμα και μόνο της πρότασης. Ο Ράγκος κάνει μερικά βήματα μπροστά και τα μάτια του δε κλείνουν από το φόβο. Η Κλεοπάτρα χώνεται πιο μέσα στην αγκαλιά του Γαλάτη. Ο Τραϊανός σφίγγει γροθιές και δόντια από τα νευρά του. Ο Ράγκος νιώθει τον πόνο όλων πίσω του και λέει:
«Θάρρος αδέρφια. Θάρρος και ελπίδα. Αν αυτή είναι η μοίρα μας… θα την αντιμετωπίσουμε με ψηλά το κεφάλι».
«Γιατί τρομάζετε όλοι;» ρωτάει ο Σουγκουλέ.
«Στα χέρια ενός υπερφυσικού όντος αυτό το κέρας θα αποδειχτεί μοιραίο όπλο». απαντά η Κλεοπάτρα.
«Γιατί;»

«Γιατί ο ήχος του θα φέρει την καταστροφή της Ατσαλένιας Πόλης».   

Γιώργος Πουρλιάκας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου